Τας αίγας του ο πτωχός αιπόλος τας άφησεν όπως ευρέθησαν εις το έλεος

του Θεού, ουδέ είχε καιρόν να τας οδηγήση οπίσω εις την μάνδραν, και

να τας ασφαλίση. Βοσκόν άλλον ν' αφήση αναπληρωτήν δεν είχε την

στιγμήν εκείνην. Ο ψυχογυιός του δεν είχεν επιστρέψει ακόμη από το

φρούριον. Το παληόπαιδο θα ηύρε τας πύλας ανοικτάς και θα το έστρωσε

με φίλους εις κανέν καπηλείον. Τις οίδεν αν δεν επώλησε το ήμισυ της

καρδάρας, της προορισμένης διά τον κολλήγαν, αντί ημισείας δωδεκάδος

ιχθυδίων παστών;

Ο βοσκός ολίγα μόνον βήματα έτρεξεν επί της μεγάλης οδού και είτα

εστράφη προς τα αριστερά και εχώθη εν μέσω συστάδος θάμνων. Δεν ήτο

μωρός αυτός να υπάγη εις το Κάστρον διά της μεγάλης οδού, την οποίαν

είχε δείξει αρτίως εις τους κλέπτας. Εγνώριζε παμπόλλας πλαγίας

οδούς, και μονοπάτια γνωστά μόνον εις τους ανθρώπους του επαγγέλματός

του.

— Εκεί μεταξύ των θάμνων ήρχιζε ένα μονοπάτι γνωστότατον αυτώ·

χιλιάκις το είχε διατρέξει. Διά του μονοπατίου τούτου θα προελάμβανε

τους πειρατάς κατά χίλια τουλάχιστον βήματα. Είχε καιρόν να υπάγη, να

έλθη, κ' εκείνοι να μην έχουν φθάσει ακόμη!

Ήτο μονοπάτι και ήτο κρημνός. Ωμοίαζε με τον κρημνόν και με το

μονοπάτι του δημώδους άσματος. Αλλ' εγνώριζεν αυτός από μονοπάτια.

Από τέτοια «δεν ίδρωνε το μάτι του». Επάτει τόσον ελαφρά εις την γην,

ώστε δεν άφινε σχεδόν ίχνος. Εις το επίπεδον οι πόδες του έκοπτον ως

τροχοί, εις το κρημνώδες προσεκολλώντο ως αρπάγαι. Οι καλώς

εσφιγμένοι περί τα σφυρά και φολιδοειδώς ανερχομένοι εις την κνήμην

ιμάντες των πεδίλων του ήσαν ως πτερά εις τους πόδας.

Έτρεχεν, έτρεχεν αναρριχώμενος εις βράχους, υπερπηδών χάνδακας,

κατερχόμενος την κρημνώδη ακτήν, ταλαντευόμενος επί του πρανούς, όπου

άγρια ανθύλλια και θάμνοι άζωοι και άφιλοι ασφόδελοι εφύοντο μόνον

αιωρούμενοι υπεράνω του πελάγους, προσπαίζοντες μαλθακώς προς τους

βράχους της απορρώγος ακτής, έτρεχε και συγχρόνως εμελέτα νοερώς το

σχέδιόν του. Οι εν τω φρουρίω είχον συνήθειαν υπό της ανάγκης

υπαγορευθείσαν, ν' αναβιβάζωσι την γέφυραν καθ' εκάστην μικρόν προ

της δύσεως του ηλίου, να την καταβιβάζωσι δε το πρωί άμα τη ανατολή.

Εάν εύρισκε την γέφυραν υψωμένην ακόμη, αν και προ πολλού είχεν

εξημερώσει ήδη, θα εφώνει εις τον φύλακα της πύλης του φρουρίου να μη

την καταβιβάση δι' όνομα Θεού· εάν την εύρισκε καταβιβασμένην, ως ήτο

πιθανόν, θα τον εξώρκιζε να την σηκώση, να την υψώση, να την

μεταρσιώση, κόπτων πάσαν συγκοινωνίαν με την ξηράν, αν αγαπά τον

Θεόν, άλλως το Κάστρον χάνεται.

Και τοιαύτας σκέψεις ανεκύκλου εν τω νω, και τοιούτους φόβους έτρεφε

κατερχόμενος την αγρίαν εκείνην βορειοδυτικήν ακτήν, όπου αίγες μόνον

δύνανται να πατώσι.

Φθάσας αντικρύ του παρεκκλησίου του Αγίου Σώζοντος, του εγειρομένου

ιδιορρύθμως επί τινος σκοπέλου, ολίγας οργυιάς από του αιγιαλού,

έκαμε τρις το σημείον του Σταυρού, κ' επεκαλέσθη τον Άγιον τώρα να το

δείξη, να μη ψεύση το όνομά του.

Είτα διά το ασφαλέστερον, κατήλθεν ακόμη χθαμαλώτερον προς τον

αιγιαλόν, και πάλιν ήρχισεν ελαφρά και γοργά πατών ν' ανέρχηται προς

την γέφυραν του Κάστρου. Ευρίσκετο ενώπιον του φρουρίου.

Φοβερόν βραχώδες βάραθρον, όπου ίλιγγος και σκοτοδίνη κυριεύει τον

άνθρωπον, άβυσσος ξηρά αιωρουμένη υπεράνω της υγράς αβύσσου χάσκει

υπό την γέφυραν.

Η γέφυρα ήτο υψωμένη ακόμη, αν και ο ήλιος είχεν ανατείλει προ

μικρού.

Ο βοσκός δεν ηδυνήθη την ώραν εκείνην να μη ενθυμηθή τον παραγυιόν

του και ηπόρει τι να έγεινε. Μην έπαθε τυχόν τίποτε; μην έπεσε (Θεός

φυλάξοι) εις τας χείρας των κορσάρων; μήπως τον συνέλαβον ούτοι

περιπλανώμενον και τον επήραν σκλάβον; Διότι ο βοσκός ενόει αμυδρώς

ότι, αν αυτού εφείσθησαν οι βάρβαροι, το έκαμαν εκ περισσής

προφυλάξεως, διά να μη προδοθώσι πριν φθάσωσιν εις το Κάστρον. Αλλ'

όχι· ο παραγυιός του δεν είχε πάθει (σίδερο στη μέση του·) τίποτε.

Εκ της απορίας έμελλε να εξαχθή ο βοσκός πριν μάλιστα ερωτήση.

Ασθμαίνων ο πτωχός Τσόμπανος εστάθη αριστερόθεν, κρυπτόμενος παρά την

βάσιν του υψηλού πετρίνου θριγκού, και ήρχισε μεγαλοφώνως να καλή τον

πυλωρόν του φρουρίου·

— Ε! απ' το Κάστρο! ε! πορτάρη!

Ουδεμία φωνή απήντησεν.

Ο βοσκός έκραξε με όσην δύναμιν είχε, διά της κεφαλικωτέρας και

βραχνοτέρας φωνής του·

— Ε! πορτάρη! ε! απ' την Ταράτσα! ε! απ' το Κιόσι!

Ταράτσα ήτο υψηλός ακρόδομος υπεράνω της σιδηράς πύλης κτισμένος, με

τας πολεμίστρας και με την απαραίτητον ζεματίστραν του, την ύπερθεν

της πύλης μακράν οπήν, δι' ης ως τελευταίον όπλον και καταφύγιον,

ηπείλουν να ζεματίσωσι πάντα επιδρομέα, κατορθώσαντα να ζυγώση εις

την σιδηράν πύλην κ' επιχειρούντα να την βιάση. Κιόσι (κιόσκι) ήτο το

μικρόν περίπτερον, όπου συνερχόμενοι εβουλεύοντο ή απλώς ηργολόγουν

οι προεστοί με την μακράν τσιμπούσαν, με τας ποικιλτάς μανίκας και

τας κεντητάς ζώνας των.

Και πάλιν εκ τρίτου επανέλαβεν·

— Ε! πορτάρη! ε! σεις οι προεστοί!

Την φοράν ταύτην ηκούσθη βραχνός ο βαρύς και οξύς τριγμός των σιδηρών

μοχλών. Αλλ' ουχ' ήττον παραδόξως η πύλη έμεινε κλειστή, ως να

μετενόησεν εκείνος όστις έμελλε να την ανοίξη.

Συγχρόνως διά τινος πολεμίστρας από του ύψους του ακροδόμου ηκούσθη

φωνή.

— Ε! συ, πώς βιάζεσαι τόσο, Τσόμπανε; έχε υπομονή να κατεβάσουμε το

γεφύρι. Ή θέλεις να σ' ανεβάσω και σε με το παλάγκο, καθώς ανέβασα

τον παραγυιό σου την αυγή;

— Τον ανέβασες με το παλάγκο; είπεν αυτομάτως ο βοσκός.

— Έφερε το γάλα του κυρ-Αναγνώστη του προεστού, και ο κυρ-Αναγνώστης

το θέλει φρέσκο, κατάλαβες. Εγώ κατέβασα το παλάγκο, για να περάση

την καρδάρα στο γάντζο, κ' η αφεντειά του εδέθηκε ο ίδιος, χωρίς να

μου 'πη. Σα βαρύ το γάλα, είπα, σαν άρχισα να τραβώ το παλάγκο. Σαν

τον ανέβασα ως το μισό το ύψος, βλέπω τη μούρη του ψυχογυιού σου, και

μ' εκύτταζε και γελούσε σαν μαϊμού. Είπα να του παίξω καμμιά δουλειά,

ν' αφήσω μια το σκοινί, που να του φανή ο ουρανός σφοντύλι... να σου

τον φτιάσω εγώ κοπανιστή... Μα ας έχη χάρι, λυπήθηκα το γάλα του κυρ-

Αναγνώστη, ει δε μη, ένα τσομπανόπουλο ολιγώτερο, ένα περισσότερο,

θελά χάση, κατάλαβες, η Πόλι...

— Δε με μέλει εμένα γι' αυτά, του εφώνησεν απ' αντικρύ ο βοσκός,

αρχίσας να δυσφορή επί τη πολυλογία του φύλακος, όστις αόρατος

όπισθεν του τοίχου, διά της πολεμίστρας βλέπων τον βοσκόν,

ηυχαριστείτο να τον πειράζη, καπνίζων το βραχύ τσιμπούκι του, έχων

αξώσεις δημογεροντικάς και τρέφων περιφρόνησιν προς το γένος των

ποιμένων.

— Και για τι &πράμματα& εσένα σε μέλει; απήντησεν ο πυλωρός

μιμούμενος την επίρρινον φωνήν του αιπόλου.

— Άκουσε να σου 'πω! πού είσαι! έκραξεν ανυπόμονος ούτος τρέχα να

πης στους προεστούς το καλό π' σας θέλω, να μην κατεβάσετε σήμερα το

γεφύρι! Το καλό π' σας θέλω! Ακούς;

— Να μην κατεβάσωμε το γεφύρι; επανέλαβε μηχανικώς ο πυλωρός όπισθεν

της πολεμίστρας.

— Να μην το κατεβάσετε! εφώνησεν εμφαντικώτερον ο βοσκός.

— Και γιατί; εσύ θα μας προστάξης; Να μην ωνειρεύτηκες τίποτε;

Και ήτο έτοιμος, όπως πρότερον ανέβαλε ν' ανοίξη τας πύλας του

φρουρίου απλώς διά να βασανίση τον βοσκόν, διότι τον ενόμισε θέλοντα

να εισέλθη εις το φρούριον δι' ιδιαιτέραν του υπόθεσιν, ούτω τώρα ν'

ανοίξη την πύλην και να σηκώση διά του αρχετύπου μοχλού την γέφυραν

μίαν ώραν αρχήτερα, εις το πείσμα του αιπόλου, κελεύοντος να μείνη

υψωμένη η γέφυρα.

Ο μπάρμπα-Δήμος (ούτως εκαλείτο ο πυλωρός του φρουρίου) ήτο η

παραξενιά και η αντιλογία εμπρόσωπος.

— Ήρθαν κλέφταις! επανέλαβεν η φωνή του βοσκού. Ήρθαν κορσάροι! Τους

είδα με τα μάτια μου!

— Κλέφταις; Κορσάροι; επανείπε και ο μπάρμπα-Δήμος.

— Σύρε να 'πής στους προεστούς, 'πες και του κυρ-Αναγνώστη του

κολλήγα μου, χαιρετίσματα πολλά από μένα, ήρθαν κορσάροι! Τους είδα

απάν' στο Σταυρό! Έτσι να έχω καλό τέλος! Είδα παραπάν' από δέκα-

δώδεκα. Θα είνε κι' άλλοι κρυμμένοι. Δεν ξέρω πού έχουν αραμένο το

καΐκι τους... Ως τόσο τους είδα. Ήρθαν να ερωτήσουν το δρόμο του

Κάστρου από μένα...

Ο μπάρμπα-Δήμος ήρχισε να λαμβάνη υπό σπουδαιοτέραν όψιν το πράγμα,

εν τούτοις όπως μη αφήση εξ ολοκλήρου την αντιλογίαν του.

— Μην είδες όνειρο, άνθρωπε; εφώναξε. Πού θελά βρεθούν οι κορσάροι;

— Τους είδα, σου λέω, με τα μάτια μου. 'Όπου κι' αν είνε έφτασαν!

Μην κατεβάζης το γεφύρι, πριν σου δώσουν την άδειαν οι προεστοί. Ας

βάλουν βάρδια και 'ς το Πρεγάδι κι' αλλού για να μη σας πατήσουν

νύχτα.

Και ταύτα λέγων ο βοσκός ήρχισε ν' απομακρύνεται από την γέφυραν.

— Είσαι στα συγκαλά σου; του εφώναξε διά τελευταίαν φοράν ο μπάρμπα-

Δήμος.

— Εγώ είμαι στα λογικά μου, ησύχασε· τώρα θα ιδής.

— Και συ πού θα πας; τον ηρώτησεν ο πυλωρός.

— Εγώ έχω τα γίδια μου, και ξέρω κι' όλαις ταις σπηλαίς να κρυφτώ,

απήντησεν ο βοσκός.

Τω όντι, την τελευταίαν στιγμήν του ήλθε του μπάρμπα-Δήμου η απορία:

διατί, αν πράγματι είχαν έλθει πειραταί, ο Τσόμπανος δεν εφρόντιζε

και περί της προσωπικής ασφαλείας του; Αλλ' ο βοσκός εξηκολούθησε ν'

απομακρύνεται και μετ' ολίγον έγεινεν άφαντος,

Ο μπάρμπα-Δήμος ήρχισε να σταυροκοπήται αφειδώς όπισθεν της

πολεμίστρας, είτα έσπευσε να καταβή από την Ταράτσαν και εισήλθεν εις

το Κιόσκι και μετέδωκε την είδησιν εις τους δημογέροντας του

φρουρίου.

Ε'.

Τω όντι, ούτε η ιδέα δεν του ήλθε του πτωχού αιπόλου, του βόσκοντος

ολίγας αίγας εις το κατάμερον των Τριών Σταυρών, να ζητήση παρά του

μπάρμπα-Δήμου να του ρίψη την σχοινίνην κλίμακα ή να του καταβιβάση

τον κάλων με την αρπάγην και την θηλειάν, δι' ης ανήλθεν εις την

Ταράτσαν του φρουρίου ο παραγυιός του, κατά την αφήγησιν του πυλωρού·

αλλά πρώτον ήλπιζεν ότι οι πειραταί δεν θα υπωπτεύοντο το παρ' αυτού

γενόμενον διάβημα, έπειτα αυτός, όστις εγνώριζεν όλους τους κρημνούς

και όλα τα μονοπάτια, εγνώριζεν επίσης και όλα τα σπήλαια και τας

κρύπτας, τας ανοιγομένας ανά τας βραχώδεις βορεινάς εσχατιάς της

νήσου. Ελυπείτο δε το πτωχόν αιπόλιόν του, το οποίον εθεώρει ως

παρακαταθήκην εμπιστευθείσαν αυτώ υπό της φειδωλής μοίρας του προς

φύλαξιν.

Ο κολλήγας του, ο κυρ-Αναγνώστης, ο προεστός, δεν ήτο άνθρωπος με

ανοιχτό χέρι, βλέπεις, και αν ο πτωχός Τσόμπανος έχανε τας αίγας του,

ήτο κατεστραμμένος, και πολλάς ελπίδας δεν είχε να εύρη σερμαγιά διά

να αγοράση άλλας. Έπειτα όλοι θα τον ωνόμαζαν ανάξιον. Ενόει αυτός

καλά από κόσμον, ας ήτο κ' αιγοβοσκός. Και τυχερός να είσαι,

κατάλαβες, καλό δεν σου λέγουν, μόνο «σου κάνουν πρόσωπο», και από

πίσω σου σκάβουν το λάκκο· και άτυχος να είσαι πάλιν, «τύφλα! » σου

φωνάζουν όλοι. Και ούτε ωνειροπόλει αμοιβήν ή μισθόν τινα, διότι,

κατά το φαινομένον, προσέφερε μεγάλην εκδούλευσιν προς τους

συμπατριώτας του, αναγγέλλων τον επικρεμάμενον φοβερόν κίνδυνον, και

σώζων εκ φόνου και διαρπαγής ολόκληρον χωρίον. Αυτά είνε (πώς να είπη

τις;) «ιερά πράγματα», και αν υπάρχη αμοιβή τις, θα είνε αλλού κάπου·

είχεν αμυδράν την συναίσθησιν ταύτην.

Τοιαύτα τινά ανελογίζετο ο πτωχός αιπόλος, ο βόσκων ολίγας αίγας εις

το κατάμερον των Τριών Σταυρών, και ανήρχετο δρομαίος την ιδίαν

ατραπόν, δι' ης είχε κατέλθει εις το φρούριον.

Αλλ' όταν έφθασεν εις το ύψος του κρημνού, οπόθεν αρχίζει η ατραπός

να διαχαράττηται, τρεις άνδρες κεκρυμμένοι εις τους θάμνους

αναπηδήσαντες τον συνέλαβον. Ο βοσκός αφήκε πεπνιγμένην κραυγήν. Οι

ένοπλοι άνδρες εν ακαρεί τον εφίμωσαν και τον έδεσαν. Τον μετέφερον

δε πλησίον των συντρόφων των.

Ήτο η οπισφοφυλακή των Αγαρηνών, ήτις, φθάσασα εις την κοιλάδα την

εκτεινομένην κάτω του ζυγώματος των Τριών Σταυρών, εύρε καλόν έρμαιον

τας αίγας του πτωχού αιπόλου. Οι βάρβαροι έσφαξαν πάραυτα τρεις

τράγους, και όσα ερίφια υπήρχον τα έγδαραν και τα εσούβλισαν.

Επερίμεναν το σημείον των πέντε τουφεκισμών, τα οποίον είχε συμφωνηθή

μεταξύ αυτών και των προπορευθέντων συντρόφων των. Άμα επατείτο το

Κάστρον, είχον καιρόν να ψήσωσι τα σφάγια και να ευωχηθώσιν. Ουχ'

ήττον είς τούτων ήναψε πυρ και κατεγίνετο να ψήση το τρυφερώτερον των

εριφίων.

Τρεις ή τέσσαρες αυτών είχον τοποθετηθή παρά τον κρημνόν

επισκοπούντες προς τον Άγιον Σώστην. Επερίμεναν οσονούπω την

εμφάνισιν του πλοίου των.

Αυτοί ούτοι ήσαν οι συλλαβόντες τον πτωχόν αιπόλον.

Τον εκράτησαν εν ασφαλεία και δεν τον ηνώχλησαν άλλως. Προφανώς ούτοι

ευρίσκοντο εν αγνοία της καθόδου του βοσκού προς το φρούριον, και

ουδ' υπώπτευσαν ότι αυτός είχε φέρει εις τους συμπατριώτας του την

είδησιν της αφίξεώς των.

Παρήλθε μακρά ώρα και οι πειραταί ήρχισαν ν' ανησυχώσι. Το μεν πλοίον

εφάνη πλέον δειλώς πέραν του ακρωτηρίου της Αγίας Ελένης, και ελθόν

προσωρμίσθη ου μακράν του Αγίου Σώστη. Εκ του φρουρίου όμως ουδέν

σημείον ηκούσθη.

Τέλος, περί ώραν τετάρτην της ημέρας, όταν ο ήλιος είχεν ανέλθει ήδη

πολύ υψηλά, οι δώδεκα σύντροφοί των κάθιδροι και πνευστιώντες έφθασαν

άπρακτοι πλησίον των.

Ο πτωχός τσόμπανος, ο δεσμώτης, ενόει εκ των οργίλων βλεμμάτων και εκ

της θηριώδους εκφράσεως του προσώπου των (χωρίς να ενοή τίποτε εκ της

βαρβαροφώνου γλώσσης των), ότι εύρον τας πύλας του φρουρίου κλειστάς

και την γέφυραν υψωμένην. Ο Άγιος Σώστης είχε κάμει το θαύμα του.

Αίφνης είς των βαρβάρων διαπρεπής και μεγαλόσωμος, όστις εφαίνετο

εξασκών εξουσίαν τινά επί τους άλλους, υψώσας τους οφθαλμούς προς

ανατολάς, είπεν αραβιστί·

— Ομνύω εις τον Αλλάχ, αν πέση ο προδότης εις τας χείρας μου, να τον

θυσιάσω ως αυτούς τους τράγους!

— Ποίος προδότης; ηρώτησεν είς των συντρόφων του.

Την στιγμήν εκείνην ο πρώτος λαλήσας, όστις ήτο αυτός εκείνος, όστις

μετά του γέρω-Σολμάν, του λαλούντος την ελληνοβάρβαρον, είχεν

ερωτήσει το πρωί τον αιπόλον περί της οδού της αγούσης εις το

φρούριον, έστρεψε το βλέμμα προς τον σωρόν, ον απετέλει ο δέσμιος

βοσκός κείμενος παρά τινα σχοίνον.

— Τι είν' αυτό; είπε.

Και κύψας εξήτασε το πρόσωπον του αιπόλου.

— Ιδού ο προδότης! σύντροφε, απήντησε τότε ο μεγαλόσωμος βάρβαρος

προς τον ερωτήσαντα προηγουμένως.

Και είτα ήρχισε να εξηγή εν συντόμω προς τους πειρατάς, ότι εκ της

κινήσεως ην παρετήρησεν εντός του Κάστρου με το εξησκημένον όμμα του,

εκ των βλεμμάτων τα οποία εμάντευεν όπισθεν των πολεμιστρών εκ του

ακροδόμου, είχεν υποπτεύσει ότι κάποιος έδωκεν είδησιν εις τους

απίστους περί της αφίξεως του μουσουλμανικού στρατεύματος.

Ακολούθως τους ηρώτησε πού ηύραν τον άπιστον αυτόν.

Οι σύντροφοι του διηγήθησαν ότι τον συνέλαβον αναρριχώμενον εις τον

κρημνόν, εκεί κάτω, όπου τινές των ανδρών είχον κρυβή παραμονεύοντες.

Και τότε ηλήθευσε διά μυριοστήν φοράν η δεσποτική πρόρρησις, και είς

περιπλέον ενώμοτος βάρβαρος &έδοξε λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ&.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Απήχθη μεταξύ των ερεικών και σχοίνων, όπου δειλά ανθύλλια εποίκιλλον

τον πράσινον εαρινόν της γης τάπητα· εκεί τον έσυραν οι Αγαρηνοί

αλαλάζοντες, κ' εκεί έλουσε με το αίμα του τα άνθη και τους χλωρούς

κλάδους, και ζέον ρείθρον εκοκκίνησε την γην, ήτις ευμενής το εδέχθη,

η δε αύρα πραεία ανέλαβεν επί πτίλων την πνοήν του, κ' εκεί εκοιμήθη

τον ύπνον τον παραδείσioν, ο πτωχός αιπόλος· μιμηθείς τον &Ποιμένα τον

καλόν, τον τιθέντα την ψυχήν υπέρ των προβάτων&.

Και ύστερον πώς να μη μοσχοβολά το χώμα;

ΠΟΣΙΣ ΚΑΙ ΔΑΜΑΡ

(Διάλογος)

ΣΚΗΝΗ Α'

Πόσις. — Ναι, εγώ ο Πόσις. Σου επλήρωσα, ω Δάμαρ, την δεσποτείαν

ακριβά.

Δάμαρ. — Τι μ' επλήρωσες;

Πόσις. — Έσκαψα, ως ασπάλαξ, βαθέως την γην, δια να ανακαλύψω χρυσόν

και άργυρον, διά να κεντήσης τα πέδιλά σου, να τα φορής, να πατής και

να τρίζη η γη υπό τους πόδας σου. Εξεκοίλιασα τους σκώληκας της γης

και απέσπασα τα έντερά των, διά να έχης να υφάνης μέταξαν και

κατασκευάσης πολύπτυχον εσθήτα, διά ν' ανεμίζωνται τα άκρα σου, και

αποτελή το βάδισμά σου μέγαν θρουν. Κατέβην εις τα έγκατα της γης να

εύρω αδάμαντα, διά να έχης πόρπην, ήτις είθε να είνε αρκετά στερεά

διά την ζώνην σου την χρυσήν. Κατέδυν εις τα βάθη των θαλασσών όπως

εύρω μαργαρίτας λευκούς, στιλπνούς, διά να περισφίγγουν οφιοειδώς τον

τράχηλόν σου τον θεσπέσιον, άνωθεν του στέρνου σου του θαλπερού και

του κόλπου σου του ζωηφόρου. Ηρεύνησα να εύρω σμαράγδους και

σαπφείρους όπως κοσμήσω δακτύλιον, δεσμόν πίστεως περί τον δάκτυλόν

σου τον τορνευτόν. Έκοψα τας ρίνας δύο Ινδών όπως αποσπάσω τους

χρυσούς και λιθοκολλήτους κρίκους των, διά να κατασκευάσω ενώτια διά

τα ώτα σου τα διάτρητα, τα διαφανή, τα οποία χρησιμεύουν ως δύο θύραι

εισόδου και εξόδου διά τους λόγους τους παρ' εμού — Και τώρα τι άλλο

απαιτείς ακόμη, ω Δάμαρ;

Δάμαρ. — Τίποτε, ω, τίποτε! Αναγνωρίζω, τας ευεργεσίας σου, ω Πόσι.

Πόσις. — Λοιπόν ειρήνευε, και έσο αυτάρκης.

Δάμαρ — Μόνον, μου έδωκες χρυσοκέντητα πέδιλα εις τους πόδας, και

αδάμαντα εις την ζώνην, και περιδέραιον εις τον λαιμόν, και τόσα άλλα

πράγματα!... Ω! Να έχω χρυσά πέδιλα διά να στενάζη υπό τους πόδας μου

η γη, να φορώ πολύθρουν μέταξαν περί τα σφυρά και τα σκέλη, να φέρω

σκληρόν αδάμαντα εις την ζώνην την χρυσήν, όφεις εκ μαργαριτών να μου

περισφίγγουν τον ζωοποιόν τράχηλον, να φέρω κρίκους περιειλητούς εις

τους δακτύλους, άλλους κρίκους κρεμαστούς εις τα ώτα, και να έχω την

ευπλόκαμον κόμην γυμνήν!... Έν μικρόν πράγμα μου χρειάζεται, ω

&Πόσι&!

Πόσις. — Το ποίον; Λέγε.

Δάμαρ. — Έν μικρόν διάδημα, ω Πόσι, διά την κεφαλήν,

Πόσις. — Ω! διάδημα!... Αντιποιείσαι βασιλείαν;

Δάμαρ. — Διατί να μη αντιποιούμαι; Δεν είμεθα οι δύο μας επί της γης;

Δεν είσαι συ ο βασιλεύς πάντων των κτηνών και πάντων των ερπετών, και

των πετεινών και των θηρίων; Και αν είσαι συ βασιλεύς, εγώ δεν είμαι

βασίλισσα; Τι είμαι;

Πόσις. — Σκληρόν το αίτημά σου, ω Δάμαρ.

Δάμαρ. — Εκράτησες συ δι' εαυτόν παν το αξίωμα και πάσαν την αρχήν

και πάσας τας προνομίας. Θέλω κ' εγώ να συμμετάσχω των δικαιωμάτων

σου, καθώς συμμετέχω όλων των υποχρεώσεων και όλων των κόπων σου και

όλων των λυπών σου — Επιθυμώ να ψηφίζω, να γραμματεύω, να βουλεύω, να

στρατηγώ, να καταδυναστεύω... Καιρός να μοι δοθή ισοπολιτεία, ώ Πόσι.

Πόσις. — Επιθυμείς, είπες, να στρατηγής. Και πώς θα δύνασαι να

στρατηγής, πριν μάθης να θητεύης; Και πώς θα μάθης να θητεύης, οπόταν

έχης τρυφερά τα στέρνα και ευπαθή τα σπλάγχνα και ασθενείς τους

βραχίονας; Είσαι ικανή να τρομάζης τους εχθρούς, να τρέπης και να

νικάς τούτους;

Δάμαρ. — Δεν θα τρέπω τους εχθρούς, θα τους ελκύω. Θα τους νικώ διά

των θελγήτρων. Θα έρχωνται να κύπτωσι και να καταθέτωσι τα όπλα εις

τους πόδας μου.

Πόσις. — Ω της αισίας, ω της μακαρίας πίστεως! ω της καλής γνώμης!

Δάμαρ. — Ναι, εις τους πολέμους όσους διεξάγεις συ, εγώ νοσηλεύω τους

τραυματίας όσους πληγώσης, εγώ συστέλλω τους νεκρούς όσους θανατώσης,

εγώ σπείρω αγάπην και συμπάθειαν και έλεον. Και όταν αναδήσω την

κόμην με διάδημα, τότε ειρήνη θα βασιλεύση από περάτων έως περάτων.

Τ' όνομά σου είναι πόλεμος, Πόσι, τ' όνομά μου είνε ειρήνη επί της

γης.

Πόσις. — Και όταν βασιλεύσης συ, δεν θα υπάρχη πλέον πόλεμος;

Δάμαρ. — Ουδαμού.

Πόσις. — Και ουδείς ο πολεμών την ειρήνην;

Δάμαρ. — Ουδείς.

Πόσις. — Το εναντίον της ειρήνης δεν θα υπάρχη;

Δάμαρ. — Ουχί! Συ ποιείς τον πόλεμον. Εγώ φέρω ειρήνην.

Πόσις. — Ισχυρογνωμονούσα και θέλουσα δήθεν την ειρήνην, δεν

πολεμείς;

Δάμαρ. — Αγωνίζομαι κατά του πολέμου.

Πόσις. — Άρα πολεμείς.

Δάμαρ. — Δεν πολεμώ, αλλ' ειρηνεύω.

Πόσις. — Δεν πολεμείς, αλλά ψευδωνυμείς. Το ψευδώνυμόν σου, ώ Δάμαρ,

είνε Ειρήνη. Το αληθές σου όνομα είνε Έρις, Ερινύς.

Δάμαρ. — Ω! μου δίδεις τόσα ονόματα...

Πόσις. — Α! έχεις πλείστα ονόματα συ!... Και διά τίνα

εγώ πολεμώ πάντοτε, ειμή διά σε και ένεκα σου και χάριν σου;... Συ

είσαι η Ελένη όλων των πολέμων, η Κλεοπάτρα-Αλκιόνη όλων των

εμπρησμών και των δηώσεων, η Δαλιδά και η Ομφάλη όλων των

εξανδραποδισμών... Και όταν εγώ πεισθώ εις τους λόγους σου και

πιστεύσω ότι δεν υπάρχει πλέον βία και πόλεμος, άλλος μακρόχειρ θα

έλθη γαμψώνυξ να σε αρπάση και σε απαγάγη απ' εμού του νωδού τας

αγκάλας, και συ χαίρουσα θα προσκυνήσης την βίαν και την αλκήν παρ'

αυτώ, διότι ταύτην πάντοτε, μετά της τύχης, θαυμάζεις και

λατρεύεις...

Δάμαρ. — Συ είσαι σκληρός και με ονειδίζεις.

Πόσις. — Διότι είσαι πείσμων και απειθής, φιλόνεικος και

γλωσσώδης.

Δάμαρ. — Εγώ γλωσσώδης; Εγώ είμαι αβρά και λεπτοφυής. Συ είσαι τραχύς

και άξεστος.

Πόσις (κινεί aπειλητικώς την χείρα). — Μόνον διά της βίας δύναταί τις

ν' άρξη σου.

Δάμαρ. — Βαβαί! Με απειλεί ο... με απειλεί την άοπλον και ασθενή.

Πόσις (οργίλος). — Μη λέγε ότι είσαι άοπλος. Έχεις τόσας οπλάς και

όνυχας και οδόντας και γλώσσαν τομόν και ηκονημένην. Και το βλέμμα

σου είνε ιταμόν, και το ήθος σου αύθαδες.

Δάμαρ. — Απειλείς σκαιώς και υβρίζεις κακώς.

(Ο Πόσις εγείρει κατ' αυτής την χείρα. Η αυλαία πίπτει. Ακούονται

ολολυγμοί της Δάμαρτος).

Πόσις (όπισθεν της σκηνής). — Πριν σε τύψω, ήδη κλαίεις!

Δάμαρ (όπισθεν της σκηνής). — Ω! με κτυπά ο βάναυσος!...

ΣΚΗΝΗ Β'.

Α' Αγχιστεύς. — Εδώ είνε ανάγκη συγγενικού συμβουλίου. Το ανδρόγυνον

δεν βαίνει καλώς.

Β' Αγχιστεύς. — Διά τούτο ήλθομεν όλοι. Οφείλομεν να λάβωμεν μέτρα.

Εκυρός. — Η Δάμαρ πρέπει να σωφρονισθή· οφείλει ν' αναγνωρίση τον

Πόσιν ως κεφαλήν, και όχι να είνε αυτοκέφαλος.

Κηδεστής. — Ο ανήρ οφείλει ν' αγαπά την γυναίκα του· και τότε η Δάμαρ

οφείλει υπακοήν εις τον άνδρα.

Πενθερά. — Πάντοτε ημείς αι γυναίκες τα πταίομεν όλα· η νύμφη μου

αμαρτάνει τώρα. Δεν βλέπω εις τι πταίει ο Πόσις.

Δάμαρ. — Οφείλουν αι γυναίκες υπακοήν εις τους άνδρας.

Κηδεστής. — Κατ' εμήν γνώμην, ο Πόσις πρέπει να τεθή υπό κηδεμονίαν·

προς τούτο συνήλθομεν.

Γάλως. — Ω, ναι, σύμφημι· καίτοι ως κασιγνήτη συμπαθώ...

Αδελφίδη. — Νομίζω ότι πταίουν και τα δύο μέρη· ο θείος πταίει και η

θεία αμαρτάνει.

Κηδεστής (αυστηρώς). — Οι νεώτεροι δεν έχουσι ψήφον.

Ανεψιά. — Ας τους ειρηνεύσωμεν, διά να μη μάχωνται προς αλλήλους.

Ανεψιάδους. — Και να υποσχεθή η θεία ότι δεν θα επαναλάβη τα ίδια.

Εξανεψιός. — Άλλως, ας διαζευχθώσι, διά να μη έχωμεν και ημείς

βάσανα.

Πόσις (εισερχομένος εις την σκηνήν). — Ακούσατε, ω αγχιστείς· έκαστος

εξ υμών ας φροντίση πρώτον να διορθώση, όπερ δύσκολον, τον εαυτόν

του, είτα να διορθώση, όπερ απείρως δυσκολώτερον, την ιδίαν αυτού

Δάμαρτα, και κατά τρίτον λόγον πρέπει να φροντίση διά τους αγχιστείς

του.

Δάμαρ (εισερχομένη εις την σκηνήν). — Εκάστη εξ υμών, ω Γάλωες και

λοιπαί ομαίμωνες, ας φροντίση πρώτον να συμμορφώση τον ίδιον αυτής

Πόσιν, και είτα να φροντίση διά τους ομαίμωνας.

ΣΚΗΝΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

Πόσις. — Οπόσον σε στέργω, ω Δάμαρ, οπόσον έραμαι σού! Η ψυχή μου

ίσταται εις το στόμα ετοίμη να κολλήση εις τα χείλη σου τα κοράλλινα.

Ας γείνη έν η πνοή σου με την πνοήν μου. Σου είπα κακόν τι, ω γύναι,

σ' ελύπησα; Ω, σύγγνωθι. Ας πίωμεν την Λήθην ομού... Διατί χαμηλώνεις

τα όμματά σου, ώ Δάμαρ;... Ω, τόσον μου θίγεις τα σπλάγχνα, μου

νύσσεις την καρδίαν... Ομίλει...

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Δάμαρ. — Είπες να πίωμεν την Λήθην ομού;...Άκουσον· την ημέραν καθ'

ην σ' εφίλευσα εις τον Παράδεισον τον εύχυμον εκείνον καρπόν,

ελησμόνησα να σε κεράσω έν ποτήριον διά να τον χωνεύσης... Έκτοτε σοι

το οφείλω. Ιδού, λάβε και πίε! (του προσφέρει ποτήριον πλήρες ροδίνου

το χρώμα ρευστού). Τούτο είναι κράμα απ' όλα τα φίλτρα και τους

χυμούς και τα αρώματα... απ' όλους τους αναρχισμούς και τας

χειραφετήσεις και τας ουτοπίας και τους παραλογισμούς... απ' όλας τας

μαγγανείας και τας αλχημείας... Όταν εφάγαμεν ομού εκ του καρπού

εκείνου, εμάθομεν να γνωρίζωμεν το πονηρόν και το αγαθόν, και

συνείδομεν ότι γυμνοί είμεθα, και το πρώτον ερύθημα της αιδού

επήνθησεν εις τας παρειάς ημών. Όταν πίωμεν ομού το ποτήριον τούτο,

θα μάθωμεν να συγχέωμεν το πονηρόν και το αγαθόν και τον ήττονα λόγον

κρείττονα να ποιώμεν, και θα φύγη αφ' ημών πάσα συνείδησις

γυμνότητος, και θα έχωμεν την γύμνωσιν ως καλλίστην περιβολήν, και θα

είμεθα ανώτεροι της αιδούς, της βαναύσως κοκκινοπροσωπούσης και

παιδαριώδους...

Πόσις. — Α· (πίνει και νυστάζει).

Δάμαρ. — Τούτο το ποτόν φέρει ύπνον. (λικνίζει εις τους βραχίονάς της

την κεφαλήν του Πόσιος). Τώρα πλέον εγώ είμαι η ...πόσις, και συ ο

...πότης.

Πόσις. — (ονειροπολών). Πότε θα έλθη η έγερσις!;

ΑΨΑΛΤΟΣ

Βαθείαν θυελλώδη νύκτα, προς όρθρον βαθύν, ο όμβρος εκόπασεν αίφνης,

και δαιμονιώδης τυφών, κραταιός άνεμος εφύσησε, κ' έπαυσεν ο

κατακλυσμός του νερού, αφού επί τρεις ώρας είχε κάμει να πλεύση όλον

το χωρίον εις την κοιλάδα την παράλιον. Ο μέγας χείμαρρος εις το

μέσον της ωραίας λεκάνης, εξεχείλισε, παρέσυσε δύο γεφύρας,

επλημμύρησεν εις όλα τα χαμόγεια και τα σπιτάκια των πτωχών, και

έκαμνε να κολυμβούν γυναίκες και παιδία και κτήνη εις τον καταρράκτην

τον βαθύν. Το νερόν υψώθη έως τα πατώματα των πτωχικών οικιών, οι

περισσότεροι των κατοίκων επρόφθασαν να φύγουν εις τα υψηλά και

μετέωρα. Ό,τι ηδύνατο να διακρίνη τις εις το στίλβον εκείνο σκότος,

ήτο μόνον έν χάος πλωτόν. Δεν εφαίνετο πλέον άστρον ούτε πούλια, ούτε

πετεινός ελάλει, ούτε ωρολόγι εσήμαινεν. Εφαντάζετό τις ότι η νύκτα

εκείνη του φθίνοντος Νοεμβρίου δεν έμελλε ποτέ να τελειώση. Αίφνης

περί τα μεσάνυκτα ηκούσθη μεγάλη, εξωτική κραυγή:

— Πι,πι,πι! πι,πι! πι,πι!

Η νοσταλγός · 第 7 / 9 段