Εν τούτοις ο Στεφανής ο πορθμεύς και ο Μπάντας και ο Νυφιώτης ο

Γιάννης και ο Αργύρης και ο αδελφός του έλαβον ανά ένα δαυλόν και τα

δύο φανάρια, και απεφάσισαν να κατέλθωσι τρέχοντες εις τον Μικρόν

Γιαλόν. Αλλ' εάν ο κρημνώδης δρομίσκος δεν ήτο χιονισμένος, θα

εχρειάζετο σχεδόν ημίσεια ώρα διά να κατέλθη τις εκεί από το Κάστρον,

και τώρα όπου ήτο χιονισμένος, και ήτο νυξ, τρίτη ώρα μετά τα

μεσάνυκτα, ούτε μία ώρα δεν θα ήρκει. Εις μίαν δε ώραν ηδύναντο να

κατασυντριβώσι δεκάδες πλοίων και να πνιγώσιν εκατοντάδες ανθρώπων.

Ουχ' ήττον οι άξεστοι εκείνοι άνθρωποι, εκ της αυθορμήτου εκείνης

φιλανθρωπίας, ήτις είνε οιονεί φυσική δομή, ως συμπάθεια της σαρκός

προς την σάρκα, και είνε το πρώτον και τελευταίον αίσθημα το

συγκινούν την καρδίαν, μετά την πρώτην έκπληξιν, και πριν προφθάσασα

πνεύση η παγερά πνοή της φιλαυτίας και αδιαφορίας, οι άνθρωποι, λέγω,

έλαβον τους δαυλούς των κ' έτρεξαν έξω της πύλης και της γεφύρας, και

ήρχισαν να τρέχωσι τον κατήφορον.

Οι λοιποί, μείναντες επάνω, ησχολούντο ν' ανανεώσιν ολονέν την φλόγα,

μη παύοντες να ρίπτωσι ξηρά κλαδία εις το πυρ.

Ο ιερεύς εβράδυνεν επίτηδες εις την Πρόθεσιν, κ' εμνημόνευσε την

πρωίαν εκείνην όσα ονόματα είχεν αποθαμμένα, ου μόνον τα ιδικά του

και των ελθόντων πανηγυριστών, αλλά και όλων των ενοριτών του, ου

μόνον όσα είχε γραπτά, αλλά και όσα εκ μνήμης εγνώριζεν· εγνώριζε δ'

εκ μνήμης όλα τα ονόματα της πολίχνης, αποθαμμένα και ζωντανά. Εδεήθη

και υπέρ διασώσεως του κινδυνεύοντος πλοίου, περί ου χωρίς να ζητήση

εξήγησιν αμέσως είχεν εννοήσει τα συμβάντα.

Τέλος αι κραυγαί μικρόν κατά μικρόν έπαυσαν, ησυχία επήλθεν. Εφάνη

ότι βωβή συμφορά είχεν ενσκήψει, ή ότι η δυσχέρεια έλαβε πέρας. Δύο

άλλοι άνδρες ανησυχήσαντες εξήλθον έως την Αγίαν Κυριακήν, πέραν της

ξυλίνης γεφύρας με δύο πυρσούς εις τας χείρας.

Παρήλθεν ολίγη ώρα· ο ιερεύς αργά-αργά εμβήκεν εις την λειτουργίαν

ελπίζων να ήρχοντο εν τω μεταξύ και οι απόντες. Αλλ' η λειτουργία

προυχώρει, και ψυχή δεν εφαίνετο. Τέλος εις το «μετά φόβου Θεού»

επέστρεψαν πρώτοι οι τελευταίοι εξελθόντες προς επισκόπησιν, είτα

εισήλθεν ο μπάρμπα-Στεφανής και οι μετ' αυτού καταβάντες εις τον

αιγιαλόν, και μετ' αυτόν τρεις άγνωστοι με ναυτικά ενδύματα και με

κηρωτούς επενδύτας.

Έφθασαν όλοι ακριβώς όπως ασπασθώσι τας εικόνας και λάβωσι το

αντίδωρον.

Ενώ ο κυρ-Αλεξανδρής ανεγίνωσκε το «Ευλογήσω τον Κύριον», οι άνδρες

εξηγούντο ταπεινή τη φωνή τα συμβάντα. Το εξοκείλαν πλοίον ήτο το

γολεττί του καπετάν-Κωνσταντή του Λημνιαραίου, αυτοπροσώπως παρόντος

εκεί. Ο ίδιος, ανήρ μεσήλιξ, βραχύς το σώμα, με αδρόν μύστακα,

διηγείτο τα εξής: Προ δύο ημερών ήτο προσορμισμένος εις την Δάφνην,

τον μεσημβρινόν όρμον του Αγίου Όρους, αλλ' ο βορηάς τον εξούριασε,

αι αλυσίδες των αγκυρών του εκόπησαν υπό της βίας του ανέμου, και

παρεσύρθη διά μιας δέκα μίλια μακράν. Μάτην προσεπάθει με όλας τας

δυνάμεις του να προσεγγίση εις τον Κωφόν, τον γνωστόν όρμον της

Συκιάς, του μεσαίου λαιμού της Χαλκιδικής, όπου άμα εισπλεύση τις δεν

βλέπει πλέον πόθεν εισέπλευσεν, αλλ' όπου δυσκόλως εισπλέει τις. Ο

όρμος ομοιάζει με λίμνην μεσόγειον, μη έχουσαν ορατόν στόμιον, τόσον

είνε ασφαλής. Και το γολεττί ξυλάρμενον μετά ματαίας προσπαθείας,

παρεσύρθη υπό της τρικυμίας προς τας νήσους, όπου την νύκτα εκείνην

των Χριστουγέννων οι αγωνιώντες ναυβάται είδον έξαφνα φως ως φάρον

οδηγούντα αυτούς τους πυρσούς, ους είχον ανάψει έμπροθεν του ναΐσκου

του Χριστού οι τραχείς αιπόλοι. Ο πυρσός εκείνος εφάνη προς αυτούς ως

θείον πράγματι θαύμα, ως να εθερμαίνοντο περί αυτόν αγραυλούντες οι

ποιμένες εκείνοι ακούοντες το &Δόξα εν υψίστοις&. Επλησίασαν

φερομένοι μάλλον ή πλέοντες προς το μέρος τούτο, και τότε

εκινδύνευσαν να κατασυντριβώσιν εις τους βράχους του Κουρούπη.

Ευτυχώς, δι' επιτηδείου χειρισμού απέφυγον την καταστροφήν, κ'

εκάθισαν το σκάφος εις τα ρηχά, επί της άμμου, όπου τόσον καλά ήτο

εξησφαλισμένον, όσον δεν ηδύνατο να είνε με τας δύο αγκύρας του, τας

μεινάσας ως ομήρους εις τον βυθόν του όρμου της Δάφνης.

Έφεξεν ο θεός την χαρμόσυνον ημέραν, και οι αιπόλοι εφιλοτιμήθησαν να

σφάξωσι και ψήσωσι δύο τρυφερά ερίφια, ενώ αι υλοτόμοι είχαν φέρει

από το βουνόν πολλάς δωδεκάδας κοσσύφια αλατισμένα· και ο καπετάν-

Κωνσταντής ανεβίβασεν από το γολεττί, το οποίον ουδένα κίνδυνον

διέτρεχεν όπως ήτο καθισμένον αν δεν έπνεεν νότος από της ξηράς να το

απωθήση προς το πέλαγος, ανεβίβασε δύο ασκούς γενναίου οίνου και έν

καλάθιον με αυγά και κασκαβάλι της Αίνου και ημίσειαν δωδεκάδα

όρνιθας και μικρόν βυτίον με σκομβρία. Και έφαγον πάντες και

ηυφράνθησαν, εορτάσαντες τα Χριστούγεννα μετά σπανίας μεγαλοπρεπείας

επί του ερήμου εκείνου βράχου. Την νύκτα εκοιμήθησαν εν μέσω αφθόνων

πυρών, με αρκετά δε σκεπάσματα και καπότας, όσα και οι εκ της

πολίχνης πανηγυρισταί είχαν φέρει μεθ' εαυτών, και οι αιγοβοσκοί

είχαν εις το Κάστρον, και ο εκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης εκόμισεν

από το πλοίον του.

Την επαύριον ο άνεμος εκόπασε, το ψύχος ηλαττώθη πολύ κ'

επωφελούμενοι την ανακωχήν του χειμώνος απεφάσισαν ν' απέλθωσιν. Ο

μπάρμπα-Στεφανής και ο υιός του μετά δύο άλλων βοηθών επανήλθον εις

την μικράν αμμουδιάν υπό τα Μποστάνια, καθείλκυσαν την λέμβον,

επέβησαν αυτής, και κάμψαντες το Κάστρον, την έφεραν από &Σοφράν& εις

το βορειανατολικόν μέρος. Τη βοηθεία της δυνατής βάρκας του μπάρμπα-

Στεφανή και της μικράς φελούκας του Λημνίου κυβερνήτου, τόσοι

βραχίονες συμπονήσαντες, δεν εβράδυναν να ξεκαθίσωσιν από την άμμον

το γολεττί, το οποίον δεν είχε πάθει τίποτε, αλλ' εφαίνετο ως μαλακώς

πλαγιασμένον και αναπαυομένον κατόπιν πολλών κόπων. Και

αποχαιρετήσαντες τους αιπόλους, επεβιβάσθησαν οι μεν εις το γολεττί,

οι δε εις την βάρκαν, πότε ρυμουλκουμένην, πότε ρυμουλκούσαν, και με

ιστία και με κώπας πλέοντες, διά της βορειανατολικής οδού την φοράν

ταύτην ως συντομωτέρας και ευπλοωτέρας εις την κάθοδον, έφθασαν

αισίως εις την πολίχνην.

ΦΤΩΧΟΣ ΑΓΙΟΣ

Α'·

Όταν ήμεθα παιδία, μη έχοντες τι να κάμωμεν, διότι το χωρίον μας δεν

είχεν άφθονα τα μέσα της ψυχαγωγίας, συνωδεύομεν πολλάκις τας μητέρας

και τας θείας μας εις εκδρομάς ανά τους αγρούς και τους ελαιώνας,

διημερεύομεν εις γραφικούς όρμους παρά τους αμμώδεις και ασπίλους

αιγιαλούς, απλώς και μόνον διά να παρενοχλώμεν και &χασομερούμεν& με

τας αταξίας μας τας φιλέργους γυναίκας, τας ασχολουμένας εις το

λεύκασμα των οθονών.

Εάν γειτόνισσά της είχε τάξιμο ν' ανάψη τα κανδήλια του δείνος

αγροτικού αγίου, χάριν του ξενητεύοντος και θαλασσοπορούντος συζύγου

της, εάν αγαθός τις ιερεύς μετέβαινε να λειτουργήση εις εξωκκλήσιον,

διεφεύγομεν την επίβλεψιν των γονέων μας και ετρέχομεν εθελονταί

κατόπιν των ευλαβών προσκυνητριών, αίτινες εξεπλήττοντο αι ίδιαι

ανακαλύπτουσαι ημάς συνοδοιπόρους, χωρίς άλλο εφόδιον ειμή ολίγον

άρτον, ον είχομεν κλέψει από το ερμάριον της πατρώας οικίας.

Η εξοχωτέρα των εκδρομών τούτων ήτο εις το &Κάστρον&, την παλαιάν

πόλιν της νήσου, ερημωθείσαν μετά το 1821.

Το Κάστρον τούτο ήτο αληθής φωλεά γλάρου, βράχος εξέχων υπέρ τας

εκατόν οργυιάς υπεράνω της επιφανείας της θαλάσσης και διά στενού

λαιμού συνδεόμενος με την ξηράν, μεθ' ης συγκοινωνεί διά κινητής

ξυλίνης γεφύρας.

Γράφω απλώς τας αναμνήσεις και εντυπώσεις της παιδικής ηλικίας μου,

δεν λέγω δε υπερβολήν βεβαιών ότι το μέρος εκείνο ήτο μία των

αγριωτέρων τοποθεσιών, όσαι απαντώνται εις τα ευκραή κλίματα και τας

μειδιώσας ημών παραλίας.

Η σημερινή κώμη, όπου συνωκίσθησαν μετ' άλλων αποίκων οι συμπατριώται

μου, κείται εις ευλίμενον μεσημβρινόν τοπίον. Το παλαιόν Κάστρον ήτο

κατά την βορειοτάτην εσχατιάν, εις άβατον και απρόσιτον μέρος, και

δύο επιπροσθούντα αυτού νησίδια, βράχοι επίσης χθαμαλώτεροι του

πρώτου, ουδόλως ίσχυον να το σκεπάσουν από του ανέμου. Επί των

νησιδίων εκείνων, ουδέ δράκα χώματος εχόντων, εφύετο παραδόξως είδος

αγρίας κράμβης, υπόπικρον αλλ' ευχυμότατον έδεσμα, και πολλοί

πολλάκις εκινδύνευον την ζωήν των αγωνιζομένοι να το συλλέξωσιν επί

του απορρώγος βράχου. &Τρομερόν επάγγελμα&, ως λέγει ο Άγγλος

τραγικός.

Τόσον κραταιός έπνεεν ο βορράς εις το μέρος εκείνο, τα δένδρα

μαστιζομένα εκάμπτοντο και καθίσταντο ραχιτικά υπό την πνοήν του,

μόνον δέ τινες ερπηστικοί θάμνοι, προσφυομένοι εις τας πτυχάς του

εδάφους, εύρισκον οικτρόν άσυλον.

Εκείνο, όπερ δυσκολευόμενος να νοήση σήμερον ο επισκέπτης ίσταται

απορών, είνε πώς κατώρθωναν άνθρωποι να ζώσιν επί του ανύδρου και

αξένου εκείνου βράχου, αλλ' η συνελαύνουσα και προσβιάζουσα αυτούς

ήτο προδήλως η ανάγκη. Ο φόβος των Αλγερινών, των Βενετών και των

Τούρκων τους συνεπίεζε και τους εστοίβαζεν επί της φύσει, απορθήτου

εκείνης κόγχης.

Εντός λοιπόν και πέριξ του παλαιού εκείνου φρουρίου εσώζοντο εισέτι,

ότε ήμην παιδίον, περί τα τριάκοντα παρεκκλήσια, λείψανα ευσεβούς

παρελθούσης εποχής· τα πλείστα τούτων ήσαν ερείπια, άλλα με τους

τέσσαρας τοίχους ορθούς, και άλλα σεσυλημένα τα ιερά και τας εικόνας,

ολίγα μόνον ελειτουργούντο ακόμη. Τούτων τινά υψούντο γραφικώς επί

υπερηφάνων βράχων και επί σκοπέλων παρά τον αιγιαλόν, εν τη θαλάσση,

χρυσιζόμενα το θέρος υπ' απλέτου φωτός, βρεχόμενα τον χειμώνα υπό των

κυμάτων, άτινα μαινόμενος Βορράς ετάραττε και ανετίναζεν, οργώνων

ανενδότως το πέλαγος εκείνο, σπείρων εις τους αιγιαλούς ναυάγια και

συντρίμματα, αλέθων τους γρανίτας εις άμμον, ζυμώνων την άμμον εις

βράχους και σταλακτίτας, εκλικμίζων τον αφρόν εις ακτινωτούς

ραντισμούς.

Βαθύς και ατέρμων εξετείνετο ο ορίζων, ευρεία και αχανής ηπλούτο η

θάλασσα. Αλλ' οποία ανηλεής τρικυμία εθόλωνεν εκείνον και συνετάραττε

ταύτην κατά τας ημέρας του χειμώνος. Εκείθεν ηδύνατό τις ν' απολαύση

πράγματι το αίσθημα του υψηλού, οίον μόνος ο εν ασφαλεία θεατής από

του ύψους απορρώγος ακτής δύναται να εκτιμήση.

Εις το μέρος λοιπόν τούτο έτρεχον εκάστοτε μετά των ομηλίκων μου,

κατά τας εορτάς μάλιστα, όταν ετελούντο πανηγύρεις. Και έβλεπες διά

μιας το ερημωμένον μέρος ζωοποιούμενον και λαμβάνον χαρωπήν όψιν, και

αι από μακρών χρόνων σιγώσαι ηχοί ήρχιζαν ν' αντιλαλώσι τας φαιδράς

κραυγάς των παιδίων, και την χελιδονώδη λαλιάν των νεαρών γυναικών.

Οσάκις μικρός τις σύντροφός μας εξετέλει διά πρώτην φοράν την ευσεβή

προσκύνησιν (διότι έκαστος ημών ανετρέφετο με την ιδέαν του Κάστρου

και εδειματούτο με τας εικόνας των εν αυτώ επιδημούντων απειραρίθμων

φασμάτων), η πρώτη φιλάδελφος φροντίς μας ήτο, παραφυλάττοντες την

ώραν καθ' ην θα εισείρπε χάσκων και τεθηπώς εις τον υποσκότεινον

πυλώνα, να κτυπήσωμεν, διά το καλορρίζικον, την κεφαλήν του επί της

σιδηράς πύλης, επιφωνούντες: &Σιδεροκέφαλος!&

Οι πλείστοι όμως εξ ημών άφατον εύρισκον τέρψιν εις το να κρούωσι

μανιωδώς τους ραγισμένους παλαιούς κώδωνας των δύο ή τριών ναΐσκων,

των σωζομένων ακόμη εντός του φρουρίου, αμιλλώμενοι τις να διαρρήξη

αυτούς μίαν ώραν αρχήτερα, μεθ' όλας τας διαμαρτυρίας του αγαθού

ιερέως και το επισειόμενον μαστίγιον του κλητήρος της δημαρχίας ή του

χωροφύλακος.

Προσέτι δε είχον την συνήθειαν, μικροί βάνδαλοί τινες εξ ημών (πώς να

το γράψω;), να καταρρίπτωσι διά πυγμών και λακτισμάτων τους ολίγους

τοίχους των οικιών, όσοι ίσταντο ακόμη όρθιοι, ανεκλάλητον ηδονήν

ευρίσκοντες εις το να ρίπτωσι τους λίθους τούτους εις το πέλαγος, το

απλούμενον βαθύ και βοΐζον μανιωδώς κάτωθεν του μεγαλοπρεπούς βράχου,

οπόθεν μακραί παρήρχοντο στιγμαί, έως ου ακουσθή και φθάση εις τα ώτα

ημών υπόκωφος ο πλαταγισμός της πτώσεως των συντριμμάτων τούτων.

Τρεις ή τέσσαρες οδοί έφερον από της νεωτέρας πολίχνης εις το

Κάστρον. Τούτων η κυριωτέρα ωνομάζετο: Ο μεγάλος δρόμος.

Ο δρόμος ούτος, αφού διήρχετο διά πολλών τοποθεσιών, ων εκάστη είχε

την ιστορίαν της και τας περί φαντασμάτων και νεραϊδών παραδόσεις

της, έφθανεν εις μέρος τι αρκούντως υψηλόν, αποτελούν ζυγόν μεταξύ

δύο κορυφών της νήσου. Η θέσις αύτη ωνομάζετο &Σταυρός&.

Ίσταντο τω όντι εκεί, πράγμα συνηθέστατον άλλως, ουχί σταυρός, αλλά

τρεις ξύλινοι σταυροί παμπάλαιοι, ων ο χρόνος και αι καταιγίδες είχον

εξαλείψει το ερυθρόν επίχρισμα. Ο είς τούτων ίστατο εξ ανατολών, ο

δεύτερος έβλεπε προς αργέστην και ο τρίτος προς λίβα.

Εκατόν βήματα απωτέρω, όπου η οδός εκατηφόριζε και ετρέπετο προς το

Κάστρον, ημισείας ώρας δρόμον απέχον ακόμη, το έδαφος ήτον όλον

κοκκινόχωμα εν μέσω ερεικών και σχοίνων, αι δε μάμμαι μας και

προμάμμαι διηγούντο ότι το χώμα εκείνο, έχον ασυνήθη κοκκινωπόν

χροιάν, εξέπεμπε προσέτι ευωδίαν ανεξήγητον.

Ίσως είπη τις ότι ήμεθα και ημείς «ακροαταί των έργων, θεαταί δε των

λόγων» (άλλος ας διορθώση &οσφρανταί& των λόγων, αν θέλη), αλλά το

βέβαιον είνε ότι εφαίνετο και εις ημάς ότι το χώμα εκείνο πράγματι

ευωδίαζεν.

Άνθρωπος είχεν &αγιάσει& εκεί, έλεγον. Πώς; πότε; Με την επιπόλαιον

παιδικήν περιέργειαν, δεν εξήτασα αρκετά και δεν ηδυνήθην να το μάθω.

Φαίνεται όμως ότι η παράδοσις έμεινεν αμυδρά και τα καθέκαστα

απωλέσθησαν. Και ου μόνον τούτο, αλλά και το όνομα του μάρτυρος

παρεδόθη εις λήθην. Κατά το κοινόν δε λόγιον «φτωχός άγιος δοξολογία

δεν έχει».

Παρήλθον πολλά έτη έκτοτε. Τω 1872, εικοσαετής ων, έτυχε να μεταβώ

και να διατρίψω επί τινας μήνας εν Μακεδονία.

Εγνώρισα εκεί έντιμον συμπατριώτην από πολλών ετών αποδημούντα. Μετ'

αφελείας και άνευ στόμφου ο ανήρ ούτος μ' εδίδαξε πολλά, μοι διηγήθη

δε και πολλάς αρχαίας παραδόσεις του τόπου της γεννήσεώς μας.

Ενεθυμήθην τότε να τον ερωτήσω, αν εγνώριζέ τι περί της παραδόξου

εκείνης ευωδίας, ή αν ήκουσε περί του ανδρός όστις είχεν αγιάσει

πλησίον των τριών Σταυρών· μοι διηγήθη δε τα εξής:

Β'·

Εγερθείς περί όρθρον βαθύν ο πτωχός &Τσόμπανος&, ο βοσκών ολίγας

αίγας και μανδρίζων αυτάς εις το κατάμερον των Τριών Σταυρών, ήμελξε

τας αίγας του, και αφυπνίσας τον παραγυιόν του, τον έστειλε να φέρη

την καρδάραν πλήρη εις το χωρίον, προς τον κολλήγαν του, τον

προεστόν, και να γυρίση γλήγορα οπίσω. Εάν ιδή και αργούν ν' ανοίξουν

την γέφυραν, του είπε να κράξη τον φύλακα, τον πυλωρόν, και ν'

ανεβάση το γάλα με το παλάγκο εις το Κάστρον επάνω. Αλλά να μη φύγη

πριν λάβη είδησιν από τον κυρ-Αναγνώστην, τον προεστόν, τον κολλήγαν

του, μη τυχόν ήθελε να του παραγγείλη τίποτε. Ο παις επέταξε την

κάπαν του, ενίφθη με την στάμναν, εσφογγίσθη με τα μανίκια του

υποκαμίσου του, ήρπασε την καρδάραν και έφυγε τρέχων.

Είτα, αφού ενέβαλε το πολύ γάλα εις μέγαν λέβητα και έρριψεν άφθονον

άλας εντός, εξ εκείνου το οποίον μόνος του εμάζευεν από ακρογιαλιά

εις ακρογιαλιά, τρέχων επάνω εις τους βράχους, όπου έβγαζε κογχύλια

και πεταλίδας, ο αιπόλος ήναψε πυρ και ησχολείτο να το βράση, καθότι

επρόβλεπεν ότι θα ευρίσκετο εις την ανάγκην να γευματίση ο ίδιος με

γάλα, πράγμα δυσάρεστον, εάν, ως ήτο λίαν πιθανόν, ο κολλήγας του

ωλιγώρει να του στείλη «κανένα αρμυρό ψάρι». Διότι αυτός ο αιπόλος

δεν ήτο από εκείνους που γίνονται φόρτωμα εις τους άλλους, και αν ο

κολλήγας δεν είχε την καλήν διάθεσιν, αυτός δεν θα έρριχνε την

υπόληψίν του διά να τον κάμη στανικώς να τον φιλέψη ή αρμυρό ή άλλο

τίποτε, ας πούμε. Άλλοι όμως ευρίσκουν, τρόπον τινά, το μέσον να τα

έχουν καλά με τον κολλήγα, κ' ενώ τα αρνάκια τα μισακά, κατά κανόνα,

ο αετός τα τρώγει, αν και τα ιδικά τους τίποτε δεν παθαίνουν, αυτοί

και πάλι, νάχουμε καλή ψυχή, τα καταφέρνουν μια χαρά! Και να ήτο

τουλάχιστον αρκετόν το γάλα, διά να πήξη τυρόν ή μυζήθραν, υπομονή!

Αλλ' οργή Θεού είχε πέσει το έτος εκείνο εις τα βοσκήματα. Τα

πράμματα τα μισά του είχαν ψοφήσει· ολίγαι μόνον γαλάραις του

έμειναν· όλο και στέρφαις. Δεν έκαμε ο Θεός καλόν καιρό να βγάλη η γη

χορταράκι, να βοσκήσουν τα πράμματα. Τι - σε κάμουν τα καϋμένα τα

πράμματα!

Είτα ο πτωχός Τσόμπανος ήρχισε να σοβή το αιπόλιον, εξάγων τα ζώα

προς νομήν είς την παρακειμένην κοιλάδα. — Τσου! τσου! στέρφα! ε!

ψαρρή! όι! όι!

Μόλις προέβη ολίγα βήματα, και ιδού δύο άγνωστοι άνθρωποι

παρουσιάζονται ενώπιόν του και του κόπτουσι τον δρόμον. Εφόρουν

ασυνήθη αναβολήν, και το ήθος των εφαίνετο όχι πολύ άγριον, αλλ'

οπωσούν αλλόκοτον. Ο βοσκός δεν εφοβήθη, εξεπλάγη μόνον.

Ο μικρός σκύλαξ, προπηδήσας εις υπάντησίν των, τους υπεδέχθη με

οργίλους υλακάς.

Και οι δύο εχαιρέτισαν τον αιπόλον, φέροντες την χείρα εις το στήθος,

είτα εις το μέτωπον.

Ο είς των δύο ξένων, ο πρεσβύτερος, αποταθείς προς τον αγρότην είπε

με λαρυγγώδη σκληράν φωνήν εις ελληνοβάρβαρον ακατανόητον γλώσσαν·

— Εσύ &μπελλέκ ανάραφ& εμείς ντρόμο &σουφτ&; ( 1)

Ο αιπόλος δεν ενόησε γρυ.

Ο ξένος επανέλαβε συνοδεύων τας λέξεις δι' εκφραστικών χειρονομιών:

— &Μπελλέκ&, πού πάει ντρόμο ... πολλοί, πολλοί, &ελέφ, ελεφίν!&

( 2)

Ο βοσκός τότε ήρχισε να εννοή ότι τον ηρώτησαν τον δρόμον τον άγοντα

εις το Κάστρον.

Χωρίς να υποπτεύση τίποτε, τους έδειξε τον κυριώτερον δρόμον, τον

φέροντα εις το φρούριον, όστις άλλως τε ήτο και ο μόνος ορατός, και

διά νευμάτων τους έδωκε να εννοήσωσιν ότι, αν επροχώρουν ακόμη

εκατοστύας τινάς βημάτων, θα έβλεπον μακρόθεν το Κάστρον, προκύπτον

εκεί εις τον αιγιαλόν μεταξύ γης και θαλάσσης.

Οι ξένοι έκαμαν νεύμα αποχαιρετισμού και απεμακρύνθησαν. Αλλά μετά

τινας στιγμάς βλέπει και άλλους τεσσάρας με όμοια ενδύματα

εξερχομένους από της γείτονος λόχμης και βαδίζοντας μετά προφυλάξεως

προς συνάντησιν των πρώτων.

Ούτοι μόλις επί μίαν στιγμήν έγειναν ορατοί, άμα εξελθόντες είς τινα

αλωήν, και έστρεφον οπίσω τας κεφαλάς ως να ανησύχουν μη τυχόν

παρετηρήθησαν, και πάλιν εχώθησαν πάραυτα εις το δάσος.

Ο αιπόλος αυθορμήτως, και χωρίς να ειξεύρη το διατί, έσπευσε προλαβών

κ' εκρύβη όπισθεν των θάμνων. Είχεν αισθανθή αμυδρώς ότι συνέφερε να

μη εννοήσωσιν οι τέσσαρες εκείνοι ότι τους είδε.

Τέλος και οι έξ έγειναν άφαντοι.

Ο βοσκός εστάθη επί του όχθου της γης, εφ' ου ευρίσκετο, υψηλός,

ευθυτενής, με αγριόξανθον την τραχείαν στοιβωτήν κόμην, εστάθη

ακουμβών επί της ράβδου του της μακράς και ήρχισε να σκέπτηται, και

υποψίαι και φόβοι τον εκυρίευσαν. Κατ' εκείνην την στιγμήν η πρώτη

ακτίς του ανατέλλοντος ηλίου εφώτισε το προώρως ερρυτιδωμένον μέτωπόν

του και τους χαρακτήρας του ισχνού προσώπου του, προσώπου μόλις

τεσσαρακονταετούς, και η μορφή του εφάνη μυστηριώδους θελγήτρου

μετέχουσα, και δεν εφαίνετο άμοιρος ψυχικού ή και αισθητού κάλλους ο

τραχύς και άξεστος τσόμπανος, ο υψηλός και σκληραγωγημένος και

ηλιοκαής, ο βόσκων τας ολίγας αίγας του εις το κατάμερον των Τριών

Σταυρών.

Ολίγαι παρήλθον στιγμαί, και ακούει όπισθέν του, όχι πολύ μακράν,

θρουν φύλλων και κλάδων κινουμένων. Ο βοσκός ανεσκίρτησεν.

Ο θόρυβος ούτος ήτο ως εκ βηματισμών ανθρώπων μετά πολλής πατούντων

προφυλάξεως, αλλά μη κατορθούντων, εν μέσω του χλοερού δάσους, να

βωβάνωσιν εντελώς το βήμα.

— Κι' άλλοι, κι' άλλοι έρχονται, εψιθύρισε· τ' είνε τάχα, Θεέ μου!

Τότε φως επέλαμψε διά μιας εις τους οφθαλμούς της ψυχής του, και

οιονεί μυστηριώδης επίνοια επεφοίτησεν εις τον νουν του.

— Θα είνε κλέφταις· είπε.

Και χωρίς να χάση καιρόν, πηδά ελαφρώς όπισθεν των θάμνων και αρχίζει

να τρέχη επί της οδού της αγούσης εις το φρούριον.

— Εις όνομα Κυρίου· εψιθύρισε μόνον.

Γ'.

Περί τας αρχάς της προλαβούσης εκατονταετηρίδος πειρατικόν πλοίον

πλήρες αγρίων και αιμοχαρών Βαρβαρέζων προσωρμίσθη διάνυκτος εις τον

όρμον Ασέληνον, κατά το νοτιοδυτικόν της νήσου.

Πάνοπλος συμμορία εκ δεκαπέντε ή είκοσιν ανδρών, αποβιβασθείσα περί

το λυκαυγές, ήρχισε ν' ανέρχηται τας κλιτύας του Αναγύρου,

γραφικωτάτου βουνού εις πολλάς ράχεις τεμνομένου, προφυλαττομένη και

βαίνουσα από στενωπού εις στενωπόν.

Ως διά να ψεύση το όνομα του λιμενίσκου, ωχρά μήνη φθίνουσα είχεν

ανατείλει αρτίως, φέγγουσα τον νυκτερινόν δρόμον των πειρατών.

Η αγκάλη εκείνη, μυστηριώδης και σκοτεινή, εθεωρείτο απαίσιος διά

τους τιμίους θαλασσοπόρους· εχρησίμευε μόνον διά να εκβράζη η θάλασσα

τα πτώματα των πνιγομένων, όσους ο αντικρύ κείμενος &Λευτέρης& — η

περίφημος αύτη ύφαλος, ην ο Ηρόδοτος ονομάζει Μύρμηκα και ιστορεί ότι

ο Ξέρξης διέταξε να κτισθή υψηλόν σήμα επ' αυτής — όσους, λέγομεν, ο

Λευτέρης, &ηλευθέρωνε& κατά καιρούς, απαλάττων τα μεν πλοία του

βάρους του φορτίου, τους δε ναυβάτας του προσκαίρου άχθους της ζωής.

Ο Σολμάν βεν-Μεϊμέτ, ο πρεσβύτερος της συντροφίας, εβεβαίου ότι είχεν

επισκεφθή άλλοτε το φρούριον και είξευρε πού κατώκουν οι άπιστοι.

Άλλως είχον παρέλθει, έλεγε, χρόνοι πολλοί, και δεν ενεθυμείτο καλώς

τον δρόμον.

Καθ' ον χρόνον ο Σολμάν είχεν ανδραγαθήσει κατά των απίστων, ο μακρός

στρημμένος και αγκιστροειδής μύσταξ του ήτο παμμέλας, ως κόρακος

πτερόν και τώρα η χιών του γήρατος είχε λευκάνει δαψιλώς την πλουσίαν

χαίτην του.

Εν τούτοις ο γέρω-Σολμάν είχε βάλει σημάδι, φαίνεται, την κορυφήν του

βουνού της Καραφιλτζανάκας, και υπ' αυτής οδηγούμενος εβάδιζε προς

βορράν. Εκεί ήτο η φωλεά των νησσών, τας οποίας ήθελον να μαδήσωσι.

Το σχέδιον των Αφρικανών δεν ήτο πολύ πεπλεγμένον. Όσον μικρά και αν

ήτο η τριήρης των, δεν είχε τόσους μόνον επιβάτας. Τα δύο τρίτα του

πληρώματος είχον μείνει επί της νηός.

Προσωρμίσθησαν νύκτα εις τον Ασέληνον διά να μη προδοθώσιν. Αν έπλεον

υπ' αυτό το φρούριον, ήτο ως να έδιδον είδησιν εις τους απίστους να

κλείσωσι τας σιδηράς πύλας και να σηκώσωσι την γέφυραν. Οι δεκαπέντε

ή δεκαοκτώ ούτοι άνδρες προεπορεύοντο πρόσκοποι, όπως εξαφνίσωσι τους

απίστους, και μη προλάβωσιν εκείνοι να φυλαχθώσιν. Εν τω μεταξύ, το

πλοίον μετά του λοιπού πληρώματος, άμα τη ανατολή του ηλίου,

υπήνεμον, εκ μεσημβρίας, θα έπλεεν εις τον Άγιον Σώστην, καταντικρύ

του φρουρίου, και όλη η μικρά στρατιά θα εκυρίευεν εξαπίνης την

πόλιν.

Οι θησαυροί των Βενετών, των Τούρκων, τα λάφυρα των Ελλήνων κλεφτών,

όσοι είχον πατήσει κατά καιρούς τον πόδα εις την μικράν νήσον, την

γενομένην πολλάκις ορμητήριον πολέμων και εκστρατειών και ούσαν αληθή

δρόμον μεταξύ Κασσάνδρας, Ολύμπου και Άσπρης Θάλασσας, εφημίζοντο

πόρρωθεν ως κεκρυμμένοι εις άγνωστα άντρα και υπόγεια του Κάστρου και

όλης της νήσου. Αι γυναίκες του τόπου δεν ήσαν μεν ως αι χανούμισσαι

μαλθακαί, αλλ' εργατικαί, μελαχροιναί και νόστιμαι εκρίνοντο άξιαι να

στολίζωσι τα χαρέμια των αληθών πιστών ως σκλάβαι.

Όταν οι πρόσκοποι έφθασαν εις την κορυφήν του Αγίου Κωνσταντίνου, η

αυγή είχε πορφυρώσει την ανατολήν με την ροδίνην αλουργίδα της, και

αι δύο θάλασσαι εφαίνοντο ένθεν εξαπλούμεναι, η μία ως οθόνη με

κυανούν στήμονα και με άλικην κρόκην δεχομένη τας ανταυγείας της

παμφαούς ανατολής, η άλλη ως υπόσκιος μελανή άρουρα φέρουσα την

σκωρίαν του σκότους ακόμη εγκατεσπαρμένην.

Τότε οι βάρβαροι εστάθησαν εις μίαν στενωπόν, αόρατοι υπό τα πεύκα,

εξ ων ήτο κατάφυτον το βουνόν, και ο αρχηγός τους διέταξε να

μοιρασθώσιν εις τρεις ομάδας και να βαδίσωσιν εκάστη χωριστά, εις

πεντακοσίων βημάτων απόστασιν η μία από της άλλης, διά να μη φανώσιν

ύποπτοι εις πάντα αγροδίαιτον, όστις τυχόν ορθρίζων από της αυγής εις

το βουνόν, θα τους παρετήρει μακρόθεν. Είχον κρύψει επιμελώς τα όπλα

υπό τα πλατέα βουρνούζιά των, είχον αφαιρέσει τα σαρίκια από τα φέσια

των τα μακρά, ορθά και υποστρόγγυλα, και ομοίαζαν με Ανατολίτας

ζωεμπόρους ή με περιπλανωμένους πραγματευτάς.

Η οδός διά το Κάστρον, εάν εκατηφόριζαν κατ' ευθείαν από της κορυφής

του Αγίου Κωνσταντίνου εις την κοιλάδα την καλουμένην «τ' Αρβανίτη»,

ήτο πολύ συντομωτέρα, αλλ' ο γέρω-Σολμάν, επειδή είχε βάλει σημάδι

την υψηλοτέραν κορυφήν, την Καραφιλτζανάκαν λεγομένην, τους ωδήγησεν

ανατολικώτερον, προς τα δεξιά, και κατήλθον εις την ωραίαν γραφικήν

τοποθεσίαν του Προφήτου Ηλιού, όπου έπιον ύδωρ δροσερόν εκ της κρήνης

της διαυγούς, υπό την αμφιλαφή σκιάν γιγαντιαίων πλατάνων. Ήτο δε

περί τα τέλη του Απριλίου, και με όλην την επικρατούσαν δρόσον, ήτο

ακρανηνεμία, και η ημέρα προηγγέλλετο, λίαν θερμή, ει και ο ήλιος δεν

είχεν ανατείλει ακόμη.

Εκείθεν στραφέντες προς τα βορειοανατολικά, διέτρεξαν μέγα επικλινές

οροπέδιον, οπόθεν η θέα εκτείνεται ανά το Αιγαίον αχανής μεταξύ του

υψηλού Άθω, της Ευβοίας και των νήσων, και όταν έφθασαν εις την ρίζαν

του βουνού της Καραφιλτζανάκας ήρχισαν ν' ανέρχωνται προς τ' αριστερά

βορειοδυτικώτερον.

Εισήλθον εις σύδενδρον σκιερόν ρεύμα, εις θέσιν καλουμένην «Κρύο

Πηγάδι», γείτονα των «Τριών Σταυρών», όπου το παμπάλαιον φρέαρ είνε

στοιχειωμένον, και παρά το χείλος αυτού ουχί σπανίως εξέρχονται

φαντάσματα, συν τοις άλλοις είς αράπης με την τσιμπούκα, ουχί άραψ

μελαψός, όπως αυτοί, αλλ' αιθίοψ παμμέλας, ως εξ εβένου. Ο γέρω-

Σολμάν, όστις εγνώριζε το πράγμα, τους επρότεινε κ' έκαμαν όλοι,

ανατέλλοντος του ηλίου, ευσεβή προσευχήν, κροτήσαντες τρις τα μέτωπα

εις το λιθόστρωτον, επικαλούμενοι ίλεων την σκιάν του αρχαίου

ομοθρήσκου των, όστις, τις οίδε διά ποίαν αμαρτίαν, είχε μείνει έξω

του Παραδείσου και το φάσμα του εξηκολούθει μετά τόσα έτη να

περιπλανάται εις την μελαγχολικήν εκείνην τοποθεσίαν.

Δ'.

Η νοσταλγός · 第 6 / 9 段