Ευτυχώς δεν εχιόνιζεν, αλλ' ο άνεμος ήτο παγερός. Αίθριος ο ουρανός

σταυρωμένος από τον βορράν. Η σελήνη ήτο εις το πρώτον τέταρτον και

είχε δύσει προ πολλού. Τα άστρα έτρεμαν εις το στερέωμα, η πούλια

εμεσουράνει, ο γαλαξίας έζωνε τον ουρανόν. Ο πήχυς και η άρκτος και ο

αστήρ του πόλου έλαμπαν με βαθείαν λάμψιν εκεί επάνω. Η θάλασσα

έφρισσεν υπό την πνοήν του βορρά, και ηκούοντο τα κύματα πλήττοντα

μετά ρόχθου την ακτήν, εις ην μελαγχολικώς απήντα ο φλοίσβος του

ύδατος παρά την πρώραν της μεγάλης και δυνατής βάρκας.

Έκαμψαν το Καλαμάκι και ακόμη δεν είχε χαράξει. Ήρχιζε μόλις να

γλυκοχαράζη πέραν της αγκάλης του Πλατανιά. Έφεξαν εις τον Στρουφλιά,

αντικρύ του τερπνού και συνηρεφούς δάσους των πιτύων, εξ ου η θέσις

ονομάζεται Κουκ'ναριές. Τότε οι επιβάται είδον αλλήλους υπό το πρώτον

λυκόφως της ημέρας, ως να έβλεπαν αλλήλους πρώτην φοράν. Πρόσωπα ωχρά

και χείλη μελανά, ρίνες ερυθραί και χείρες κοκκαλιασμέναι. Η θειά το

Μαλαμώ είχεν αποκοιμηθή δις ήδη υπό την πρύμνην, όπου έσκεπε το

πρόσωπόν της με την μαύρην μανδήλαν ως την ρίνα, με την ρίνα σχεδόν

ως τα γόνατα. Ο κυρ-Αλεξανδρής είχε πάρει δύο τροπάρια παραπλεύρως

αυτής, ονειρευόμενος ότι ήτο ακόμη εις την κλίνην του και απορών πώς

αύτη εκινείτο ευρύθμως ως βρεφικόν λίκνον. Ο υιός του παπά, ο Σπύρος,

έκαμνε συχναίς &μετάνοιες&, και όσον αίμα είχε, είχε συρρεύσει όλον

εις την ρίνα του, ήτις ήτο και το μόνον ορατόν μέλος του σώματός του.

Η παπαδιά εν τη ευσεβεί φιλοστοργία της είχε κρίνει ότι ώφειλε να τον

πάρη μαζί, αφού δι' αυτόν ήτο το τάξιμον. Τον απέσπασεν αποτόμως της

κλίνης, τον ένιψε και τον ενέδυσε με διπλά υποκάμισα, δύο φανέλλας,

χονδρόν μάλλινον γελέκιον, διπλούν σακκάκι κ' επανωφόρι, και

περιετύλιξε τον λαιμόν του με χνοώδες μάλλινον μανδήλιον,

ποικιλόχρουν και ραβδωτόν, μακρόν καταπίπτον επί το στέρνον και τα

νώτα. Τώρα παρά την πρύμνην αριστερόθεν του παπά καθημένη, αριστερά

της είχε τον Σπύρον, και ζητούσα αυτομάτως να ψηλαφήση τους βραχίονας

και το στήθος του, δεν εύρισκε σχεδόν σάρκα υπό την βαρείαν σκευήν,

δι' ης είχε περιχαρακώσει τον υιόν της.

Ο παπάς, όστις δεν είχεν αποβάλει την φαιδρότητά του, ουδ' έπαυε ν'

ανταλλάσση αστεϊσμούς και σκώμματα με τον μπάρμπα-Στεφανήν,

στρεφομένος προς αυτήν ενίοτε της έλεγε·

— Να, γι' αυτόνε το Λαμπράκη, το γυιο σου, τα παθαίνουμε αυτά,

παπαδιά·

— Κη τι πάθαμε με τ' δύναμ' τ' Θεού; απήντα η παπαδιά, ήτις κατά

βάθος πολύ ανησύχει με αυτό το παράτολμον ταξείδιον. Ευτυχώς η

παρουσία του παπά της έδιδε θάρρος.

— Δε μ' λες, παπαδιά, είπε με την τραχείαν φωνήν του ο μπάρμπα-

Στεφανής, θελήσας ν' αστεϊσθή και με την πρεσβυτέραν, δε μ' λες,

γιατί λένε: «Κύρι' ελέησον· παπαδιά· πέντε μήνες δυο παιδιά! »

— Γιατί, μαθές, το λένε; απήντησε χωρίς να πειραχθή η πρεσβυτέρα.

Πάρε παράδειγμα από μένα. Οχτώ γένναις, δέκα παιδιά.

— Θα πη, το λοιπόν, πως η παπαδιαίς είνε πολύ καρπεραίς. Μα γιατί;

— Γιατί οι παπάδες δεν λείπουν χρόνο-χρονικής από κοντά τους, είπεν

η θειά το Μαλαμώ.

— Να το Μαλαμώ, πάλι το κατάλαβε, είπεν ο παπάς· δεν σας τώλεγα γω;

Εσύ κι' ο εξάδελφός σου ο Αλεξανδρής (εννοών τον ψάλτην) έχετε

μεγάλον νου.

Ο παπάς δεν έπαυε να αστεΐζεται με όλας τας εν τω πλοιαρίω

ενορίτισσάς του. Εις την μίαν έλεγε: «Μα κείνος ο Θοδωρής (εννοών τον

άνδρα της) κοιμάται όταν τα φτιάνη αυτά τα παιδιά;» Εις την άλλην:

«Μα δεν είνε καμμιά, που να μη θέλη παντρειά! Εγώ έχω στεφανωμένα,

τριάντα χρόνια τώρα, παραπάν' από διακόσια ανδρόγυνα, και καμμιά δεν

ευρέθη να πη πως δεν θέλει! »

Αλλά το κυριώτερον θύμα του παπά-Φραγκούλη ήτον ο Αλεξανδρής ο

ψάλτης. Έξαφνα τον ηρώτα:

— Δε μου λες, Αλεξανδρή, τι θα πη, τώρα, στην &καταβασία& των

Χριστουγέννων, «ο ανυψώσας το κέρας ημών;» Ποιος είν' αυτός ο

&ανυψώσας&;

— Να, &ο ανηψός σας&, απήντα ο κυρ-Αλεξανδρής μη εννοών άλλως την

λέξιν.

— Και τι θα πη «Σκύλα Βαβυλών της βασιλίδος Σιών;», ηρώτα πάλιν ο

παπάς.

— Να, σκύλλα Βαβυλών, απήντα ο ψάλτης νομίζων ότι περί σκύλλας

πράγματι επρόκειτο.

Ταύτα ελέγοντο ενόσω ήτο υπήνεμος η βάρκα, με τας κώπας βραδυπορούσα,

δεξιόθεν παραπλέουσα τον Ανάγυρον και τον Ασέληνον, αριστερόθεν

πελαγωμένη αντικρύ των Τρικκέρων και του Αρτεμισίου. Ο παπά-

Φραγκούλης εκάθητο κυβερνών εις το πηδάλιον, οι άλλοι εβοήθουν εις

την κωπηλασίαν. Και αυτός ο κυρ-Αλεξανδρής, αν και ατζαμής περί τα

ναυτικά πράγματα, ησθάνθη την ανάγκην να κωπηλατήση διά να ζεσταθή.

Κ' η θειά το Μαλαμώ εκωπηλάτησε σχεδόν επί ημίσειαν ώραν. Ευτυχώς, αν

κ' εκρύωναν όλοι, και αι ψυχραί ριπαί αι κατερχομέναι από των

χιονοφόρτων ορέων εξύριζον τα ώτα και τους λαιμούς των, είχον όμως

τους πόδας θερμούς, το ευεργετικόν τούτο αποτέλεσμα της γειτνιάσεως

του πόντου. Ο ήλιος είχε προβάλει από τα σύννεφα επ' ολίγας στιγμάς

(ήλιος με τα δόντια — γρηά με το χταπόδια· ανέκραζεν ο Λαμπράκης),

διότι ενώ την νύκτα ηθρίαζε κ' εγίνετο «ο ουρανός καντήλι», την

ημέραν συνήγοντο πάλιν τα νέφη και ο βορράς εφαίνετο υποχωρών εις τον

απηλιώτην, ως να ηπηλείτο βροχή· αλλά μόλις επρόβαλε, κ' εφάνη ως να

έβλεπε ποία ήτο η υψηλοτέρα κ' εγγυτέρα κορυφή εκ των καταλεύκων

ορέων ολόγυρα, η του Πηλίου ή η του Όθρυος, διά να σπεύση το

ταχύτερον να κρυφθή. Αλλά τα νέφη σωρευθέντα πάλιν τον απήλλαξαν του

κόπου τούτου.

Η ακριβής απόστασις από του μεσημβρινού λιμένος έως το βορεινότερον

άκρον της νήσου, όπου έπλεον, θα ήτο ως δέκα ναυτικών μιλίων. Ο παπάς

έβλεπεν ότι ήθελον νυκτώσει, πριν φθάσωσιν εις το Κάστρον. Ήτο

μεσημβρία ήδη, και δεν έφθασαν ακόμη εις την Κεχρεάν, την ωραίαν

μελαγχολικήν κοιλάδα, με τας ελαιοφύτους κλιτύς, με τον Αραδιάν, τον

πυκνόν δρυμώνα της, με το ρεύμα και τας πλατάνους και τους υδρομύλους

της. Όταν έφθασαν εις την Κεχρεάν, συνέβη εκείνο το οποίον ο μεν

κακομάντης Πανάγος προέλεγεν, ο δε Στεφανής δεν ηγνόει, και ο παπά-

Φραγκούλης προέβλεπεν. Είτε τροπή εις τον μαΐστρον ήτο, είτε

αποθαλασσιά και «μπουκάρισμα του κόρφου», τα κύματα ήρχισαν να

ογκούνται κατάπρωρα του μικρού σκάφους, και η βάρκα με το λευκόν

πανίον της, και με τον φλόκον και την αντένα της, ήρχισε να σκιρτά

επί των κυμάτων, ομοία με Ελληναλβανόν χορεύοντα ηρωικούς χορούς με

τον λευκόν χιτώνα ανεμίζοντα, με τον ένα βραχίονα τριγωνοειδή εις την

μέσην, με τον άλλον υψιτενή και παίζοντα τα δάκτυλα. Αι γυναίκες

ήρχισαν να δειλιώσιν. Η θειά το Μαλαμώ ηρώτα τον παπάν αν δεν ήτο

καλόν ν' αποβιβασθώσι και ανέλθωσιν εις την Παναγίαν την Κεχρεάν να

λειτουργήσωσιν, όπως εορτάσωσιν εκεί τα Χριστούγεννα. Ο κυρ-

Αλεξανδρής ζαλισθείς εζάρωσεν εις μίαν γωνίαν, και οι άλλοι επιβάται

μεγάλως ανησύχουν. Μόνον δύο άνδρες δεν εδειλίασαν, ο μπάρμπα-

Στεφανής και ο παπά-Φραγκούλης.

Είς των επιβατών επρότεινε ν' αράξωσι προσωρινώς εις την Κεχρεάν,

εωσότου κοπάση ο άνεμος. Ο Στεφανής και ο ιερεύς συνεννοούντο διά

νευμάτων. Απείχον ακόμη από το Κάστρον υπέρ τα τρία μίλια. Δύο μέσα

ηδύναντο να δοκιμάσωσιν, αν τα εύρισκον τελεσφόρα· ή να συστείλωσι τα

ιστία και να προχωρήσωσι με τας κώπας, καταφρονούντες τον αφόρητον

διά τας γυναίκας μάλιστα σάλον, περιβρεχόμενοι από τα θραυόμενα και

εισπηδώντα εις το σκάφος κύματα, ριγούντες και δεινώς πάσχοντες, ή ν'

αποβιβασθώσιν εις την ξηράν και να δοκιμάσωσιν αν θα εύρισκον

δρομίσκον τινά, όχι πολύ πλακωμένον από την χιόνα, ώστε να είνε βατός

εις ανθρώπους. Πτυάρια και αξίνας δύο τρεις είχε πάρει μαζί του ο

Βασίλης της Μυλωνούς, προβλέπων ότι ίσως θα εχρησίμευον διά ν' ανοίξη

δρόμον προς ανεύρεσιν του αποκλεισμένου αδελφού του. Ο παπά-

Φραγκούλης απεφάνθη ότι, αφού εξάπαντος θα ενύχτωναν, κάλλιον θα ήτο

να δοκιμάσωσι το πρώτον, διότι κέρδος θα ήτο, είπεν, όσον ολίγον και

αν ηδύναντο να προχωρήσωσι διά θαλάσσης, και ύστερον θα είχον καιρόν

να καταφύγωσι και εις την δευτέραν μέθοδον.

Ήδη ο ήλιος επιφανείς ακόμη μίαν φοράν έκλινε προς την δύσιν. Ήτο

τρίτη και ημίσεια ώρα. Και ο ήλιος εχαμήλωνεν, εχαμήλωνε. Και η

βαρκούλα του μπάρμπα-Στεφανή με το ανθρώπινον φορτίον της, εχόρευεν,

εχόρευεν επάνω εις το κύμα, πότε ανερχομένη εις υγρά όρη, πότε

κατερχομένη εις ρευστάς κοιλάδας, νυν μεν εις την ακμήν να

καταποντισθή εις την άβυσσον, νυν δε ετοίμη να κατασυντριβή κατά της

κρημνώδους ακτής. Και ο ιερεύς έλεγε μέσα του την Παράκλησιν όλην,

από το «Πολλοίς συνεχόμενος» έως το «Πάντων προστατεύεις». Κι' ο

μπάρμπα-Στεφανής εστενοχωρείτο μη δυνάμενος επί παρουσία του παπά να

εκχύση ελευθέρως τας αφελείς βλασφημίας του, τας οποίας εμάσσα κ'

έπνιγε μέσα του υποτονθυρίζων: «Σκύλιασε ο διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θα

σκάσης, αντίχριστε, Τούρκο! Το Μουχαμέτη σου, μέσα!». Κ' η θειά το

Μαλαμώ, ποιούσα το σημείον του σταυρού έλεγε το «Θεοτόκε Παρθένε», κ'

επανελάμβανεν «Έλα, Χ'στέ μου! βοήθα Παναϊά μου! » Και τα κύματα

έπληττον την πρώραν, έπληττον τα πλευρά του σκάφους, και εισορμώντα

εις το κύτος εκτύπων τα νώτα, εκτύπων τους βραχίονας των επιβατών.

Και ο ήλιος εχαμήλωνεν, εχαμήλωνε. Και η βαρκούλα εκινδύνευε ν'

αφανισθή. Και η απορρώξ βραχώδης ακτή εφαίνετο διαφιλονεικούσα την

λείαν προς τον βυθόν της θαλάσσης.

Τέλος ήρχισε να σκοτεινιάζη. Ενύκτωσεν ακριβώς την στιγμήν καθ' ην θα

έβλεπον αντικρύ το Κάστρον, ου απείχον τώρα δύο ακόμη μίλια. Νέφη

συσσωρευμένα προς ανατολάς ημπόδιζον να φανή το παρήγορον φέγγος της

σελήνης. Αλλ' ο άνεμος, αντί να πέση, εδυνάμωνε και αγρίευε και

εθέριευε, και ο πλους κατέστη αδύνατος του λοιπού. Δεν έβλεπον πλέον

ούτε εμπρός ούτε δεξιά τίποτε, ειμή δύο όγκους φαιούς, αμαυρούς.

Ευτυχώς ο μπάρμπα-Στεφανής εγνώριζε καλά το μέρος.

— Εδώ, εδώ, είν' ένα λιμανάκι, παπά, κατ' απ' το Πρυί, αποκάτ' απ'

την Αγία Αναστασία, στα Μποστάνια.

— Θυμάσαι καλά, Στεφανή;

— Όπως ξέρ'ς η αγιωσύνη σ' τα γράμματα τσ' εκκλησιάς απ' όξω, παπά,

έτσι κ' εγώ τα ξέρ' απ' όξω όλα τα λιμανάκια, τους κάβους, κη τσ'

αμμουδιές, όλες της ξέρες κη τα γκρίφια κη τα θαλάμια.

Και προσήγγισαν με πολύν κόπον και αγώνα και βάσανον, βρεγμένοι,

θαλασσοπνιγμένοι, μισοπαγωμένοι.

— Εκεί, εκεί διαναστάει;

Υπήρχεν έν θαλάσσιον μάρμαρον, ως φυσική αποβάθρα, πότε καλυπτόμενον

από το κύμα, πότε ανέχον υπεράνω της θαλάσσης. Την φοράν ταύτην το

εκάλυπτε και δεν το εκάλυπτε το κύμα. Επλησίασαν και ησθάνθησαν

πάραυτα το ευάρεστον αίσθημα της παύσεως του σάλου και της

προσεγγίσεως εις σκεπαστόν κ' ευλίμενον μέρος.

— Πάντα κατευόδιο! είπε ποιών το σημείον του σταυρού ο κυρ-

Aλεξανδρής, όστις τότε εξεζαλίσθη κ' εστάθη εις τους πόδας του.

Επήδησαν είς είς έξω· εξεφόρτωσαν τας αποσκευάς και ηλάφρυναν την

βάρκαν. Ανάμεσα εις το μάρμαρον και εις την κρημνώδη ακτήν

εσχηματίζετο μικρά αμμουδιά όση θα ήρκει διά να σύρη αλιεύς την

ψαροπούλαν του, γυρμένην από την μίαν πλευράν επί της άμμου, και να

εξαπλωθή και αυτός υπό την άλλην πλευράν να κοιμηθή θεωρών τους

αστέρας.

— Τώρα να σύρουμε τη βάρκα, παπά, είπεν ο μπάρμπα-Στεφανής, κ'

ύστερα οι άνδρες να φορτωθούμε όλα τα πράμματα, και ν' αρχίσουμε

σιγά-σιγά ν' ανεβαίνουμε. Ας πάρουν κ' η γυναίκες ό,τι μπορούν.

— Να τώρα τι άξιζε νάχα το μ'λάρι μαζί μ', είπεν ο Βασίλης της

Μυλωνούς· σου είπα, μπάρμπα-Στεφανή,να το μπαρκάρουμε· δε θέλησες.

Έσυραν την λέμβον. Ήναψαν τα δύο φανάρια που είχαν. Ο Βασίλης έλαβε

τα πτυάρια και τας αξίνας του, και απομακρυνθείς προσωρινώς ήρχισε να

κατοπτεύη πού θα εύρισκε μονοπάτι όχι πολύ πατημένον από την χιόνα,

ώστε να δύνανται οι άνθρωποι να βαδίσωσιν. Από το μέρος εκείνο έως το

Κάστρον, το οποίον διεκρίνετο ως πελώριος αμαυρός όγκος υψηλά προς

βορράν, η οδός δεν θα ήτο πλέον της ώρας, αλλ' εις ην κατάστασιν ήτο

τώρα ο δρόμος από τας χιόνας, τις οίδεν, αν θα ήρκει και το

τριπλάσιον του χρόνου όπως φθάσωσιν. Εδείπνησαν όλοι επί ποδός με

δίπυρα και με ελαίας και έπιον ολίγον οίνον ή ρακήν.

Ο Βασίλης επανελθών ανήγγειλεν ότι ανεύρε το μονονάπι, πλακωμένον

πολύ από την χιόνα, αλλ' ότι με πολύν κόπον αν προπορεύωνται δύο

άνθρωποι και ξεχιονίζουν, ελπίζει να φθάσουν εις το Κάστρον, το

γρηγορώτερον... έως τα μεσάνυκτα. Εφορτώθησαν τας αποσκευάς. Ο κυρ-

Αλεξανδρής έλαβε το ένα φανάρι και μία των γυναικών το άλλο. Ο

Βασίλης της Μυλωνούς, ο μπάρμπα-Στεφανής και ο υιός του έλαβον τα

πτυάρια και τας αξίνας και προπορευόμενοι ήρχισαν να ξεχιονίζωσιν. Ο

δρομίσκος ανήρχετο έρπων εις τον κρημνόν κατ' αρχάς, είτα κατήρχετο

εις έν παραθαλάσσιον κοίλωμα. Επάτουν προσεκτικώς, ως να εμετρούσαν

τα βήματά των. Η σελήνη είχεν απαλλαγή εκ νεφών και προσεπάθει να

φέξη τον δρόμον με το κρυερόν φως της. Ενίοτε έχαναν το χάραγμα του

δρόμου, απεπλανώντο κ' ευρίσκοντο αίφνης επί της κορυφής πελωρίων

βράχων, κατά των οποίων άβυσσος ήνοιγε το στόμα της, και πάλιν

κατέβαινον με τρεμουλιαστά γόνατα, κρατούμενοι εκ των πετρών και των

θάμνων. Ανείρπον εις τον κρημνόν ως μικρόν κοπάδιον αιγών αποπλανηθέν

και απαγόμενον οπίσω εις την μάνδραν από τους δύο βοσκούς του,

οίτινες το ανεζήτησαν κρατούντες φανάρια, και μακρόθεν αν τους έβλεπέ

τις, ηδύνατο να τους εκλάβη ως συστρεφόμενον κρικωτόν τέρας,

φωσφορίζον την κεφαλήν και την ουράν, με τους δύο φανούς. Με όλον το

ξεχιόνισμα, το οποίον εννοεί τις πόσον ατελώς ενηργείτο, επάτουν

ενίοτε σφαλερώς, κ' εχώνοντο ως το γόνυ και ως τον μηρόν εις την

χιόνα.

Επλησίαζε μεσάνυκτα, όταν έφθασαν υπό την γέφυραν του Κάστρου,

μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, αλμυροί από θάλασσαν και λευκοί από χιόνα,

μελανιασμένοι τα χείλη, αλλά θερμοί την καρδίαν.

Εκεί επάνω, πριν διέλθωσι την γέφυραν από την σιδηρόπορταν του

Κάστρου, ηκούσθησαν φωναί·

— Ποιοι είστε; ποιοι είστε;

Και αντήχησε βαρύς ο τριγμός των εσκωριασμένων στροφέων, ως να

εδοκίμαζέ τις να κλείση έσωθεν την σιδηράν πύλην. Ηκούσθη δε και

μικρός κρότος, ως ο της υψώσεως σκανδάλης τουφεκίου.

— Καλοί! καλοί! πατριώτες! απήντησεν ο μπάρμπα-Στεφανής. Μα εσείς

ποιοι είστε;

— Πέτε μας τα ονόματά σας!

— Ημείς είμαστε... ήρχισεν ο μπάρμπα-Στεφανής, και συγχρόνως διά του

βλέμματος εσυμβουλεύετο τον παπάν.

— Μπα! αυτή είνε η φωνή του αδερφού μου, ανέκραξεν ο Βασίλης της

Μυλωνούς.

Και είτα εκτείνας την φωνήν·

— Αργύρη! εγώ είμαι!... εφώναξε.

— Τόσο καλλίτερα...μας έβγαλαν κι' από έναν κόπο, εψιθύρισεν ο

ιερεύς.

Ανέβησαν εις το Κάστρον όπου συνήντησαν τον Αργύρην της Μυλωνούς και

τον σύντροφόν του τον Γιάννην τον Νυφιώτην. Ούτοι εν ολίγοις

διηγήθησαν πως τους είχε κλείσει το χιόνι, επάνω στο Στοιβωτό, όπου

ετρύπωσαν δύο νύκτας εις μίαν σπηλιάν, και πώς την προχθές, ήτοι εις

τας 22 του μηνός, ελθόντες τους απελευθέρωσαν εκείθεν, εκτοπίσαντες

μεγάλους όγκους χιόνος, δύο αιγοβοσκοί, ο Γιαλής ο Κόνιζας και ο

Γεώργης ο Μπάντας, οίτινες και ευρίσκοντο την στιγμήν ταύτην με όλον

το αιπόλιόν των εις το φρούριον.

Το φρούριον τούτο, όπερ αλλαχού περιεγράψαμεν, ήτο γιγαντιαίος βράχος

φυτρωμένος εκεί παρά το πέλαγος, προεκβολή της γης προς τον πόντον,

ως να έδειχνεν η ξηρά τον γρόνθον προς την θάλασσαν και να την

προεκάλει· φοβερός μονοκόμματος γρανίτης αλίκτυπος, όπου γλαύκες και

λάροι ήριζον περί κατοχής, διαφιλονεικούντες πού αρχίζει η κυριότης

του ενός και πού σταματά η δικαιοδοσία του άλλου. Προσφιλής σκοπός

του Βορρά και των γειτόνων του, του Καικίου και του Αργέστου, ων το

στάδιον ευρύ εκτείνεται αναμέσον της Χαλκιδικής, του Θερμαϊκού, του

Ολύμπου και του Πηλίου· μεμονωμένος υψιτενής βράχος, εφ' ου οι

κάτοικοι εξ ανάγκης είχον κλεισθή διά φύλαξιν κατά των πειρατών και

των βαρβάρων, εγκαταλιπόντες αυτόν έρημον μετά το 1821, ότε εκτίσθη η

σημερινή μεσημβρινή πολίχνη.

Μέχρι προ ολίγων ετών εσώζοντο ακόμη οικίαι τινές με τας στέγας και

τα πατώματα των, εντός του φρουρίου, αλλά τελευταίον, η ολιγωρία των

δημοτικών αρχών, ο όκνος των ανθρώπων εις το να επισκέπτωνται το

Κάστρον συχνότερα, και η ασυνειδησία ολίγων τινών συλαγωγών,

πλεονεκτών ή οικοδόμων, είχε καταστήσει ερειπίων σωρόν το Κάστρον.

Εντεύθεν αμελήσαντες και οι εφημέριοι της σημερινής πολίχνης, άφηνον

από ετών ήδη αλειτούργητον τον Ναόν της Χριστού Γεννήσεως κατ' αυτήν

την ημέραν της εορτής.

Ο ναός της Χριστού Γεννήσεως ήτο η παλαιά μητρόπολις του φρουρίου. Ο

ναΐσκος, προ εκατονταετηρίδων κτισθείς, ίστατο ακόμη ευπρεπής και όχι

πολύ εφθαρμένος. Ο παπά-Φραγκούλης και η συνοδεία του φθάσαντες

εισήλθον τέλος εις τον ναόν του Χριστού και η καρδία των ησθάνθη

θάλπος και γλυκύτητα άφατον. Ο ιερεύς εψιθύρισε μετ' ενδομύχου

συγκινήσεως το «Εισελεύσομαι εις τον οίκον σου», κ' η θειά το Μαλαμώ,

αφού ήλλαξε την φ'στάνα της την βρεγμένην και εφόρεσεν άλλην στεγνήν,

και το γ'νάκι της το καλό, τα οποία ευτυχώς είχεν εις αβασταγήν καλώς

φυλαγμένα υπό την πρώραν της βάρκας, έδεσε μέγα σάρωθρον εκ στοιβών

και χαμοκλάδων, και ήρχισε να σαρώνη το έδαφος του ναού, ενώ αι

γυναίκες αι άλλαι ήναπταν επιμελώς τα κανδήλια, και ήναψαν μέγα

πλήθος κηρίων εις δύο μανουάλια, και παρεσκεύασαν μεγάλην πυράν με

ξηρά ξύλα και κλάδους εις το προαύλιον του ναού, όπου εσχηματίζε το

μακρόν στένωμα παράλληλον του μεσημβρινού τοίχου, κλειόμενον υπό

σωζομένου ορθού τοιχίου γείτονος οικοδομής, κ' εγέμισαν άνθρακας το

μέγα πύραυνον το σωζόμενον εντός του ιερού βήματος, κ' έθεσαν το

πύραυνον εν τω μέσω του ναού, ρίψασαι άφθονον λίβανον εις τους

άνθρακας. &Και ωσφράνθη Κύριος ο Θεός οσμήν ευωδίας.&

Έλαμψε δε τότε ο ναός όλος, και ήστραψεν επάνω εις τον θόλον ο

Παντοκράτωρ με την μεγάλην και επιβλητικήν μορφήν, και ηκτινοβόλησε

το επίχρυσον και λεπτουργημένον με μυρίας γλυφάς τέμπλον, με τας

περικαλλείς της αρίστης βυζαντινής τέχνης εικόνας του, με την μεγάλην

εικόνα της Γεννήσεως, όπου «Παρθένος καθέζεται τα Χερουβείμ

μιμουμένη», όπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αι μορφαί του Θείου Βρέφους

και της Αμώμου Λεχούς, όπου ζωνταναί παρίστανται αι όψεις των

Αγγέλων, των μάγων και των ποιμένων, όπου νομίζει τις ότι στίλβει ο

χρυσός, ευωδιάζει ο λίβανος και βαλσαμώνει η σμύρνα, και όπου, ως εάν

η γραφική ελάλει, φαντάζεταί τις εις μίαν στιγμήν ότι ακούει το &Δόξα

εν υψίστοις Θεώ.&

Εν τω μέσω δε κρέμαται ο μέγας ορειχάλκινος και πολύκλαδος

πολυέλαιος, και ολόγυρα ο κρεμαστός χορός, με τας εικόνας των

Προφητών και Αποστόλων, υφ' ον ετελούντο το πάλαι οι σεμνοί γάμοι των

χριστιανικών ανδρογύνων. Και ολόγυρα αι μορφαί των Μαρτύρων, Οσίων

και Ομολογητών, ίστανται επί των τοίχων ηρεμούντες, απαθείς, οποίοι

εν τω Παραδείσω, ευθύ και κατά πρόσωπον βλέποντες ως βλέπουσι καθαρώς

την Αγίαν Τριάδα. Μόνος ο Άγιος Μερκούριος, με την βαρείαν

περικεφαλαίαν του, με τον θώρακα, τας περικνημίδας και την ασπίδα,

φαίνεται ολίγον τι εγκαρσίως βλέπων και κινούμενος και δρων, εις τα

δεξιά του ναού, εκεί όπου διατρυπά με το δόρυ του τον επί θρόνου

καθήμενον ωχρόν Παραβάτην. Πελιδνός ο παράφρων τύραννος, με το βλέμμα

σβύνον, με το στήθος αιμάσσον, μάτην προσπαθεί ν' αποσπάση από το

στέρνον του τον οξύν σίδηρον, κ' εξεμεί μετά της τελευταίας

βλασφημίας και την μιαράν ψυχήν του. Γείτων της τρομακτικής ταύτης

σκηνής παρίσταται γλυκεία και συμπαθεστάτη εικών, ο Άγιος Κήρυκος,

τριετίζον παιδίον κρατούμενον εκ της χειρός υπό της μητρός του, της

Αγίας Ιουλίττης. Διά δώρων και θυσιών εζήτει ο διώκτης Αλέξανδρος να

ελκύση το παιδίον, και διά του παιδίου την μητέρα. Αλλ' ο παις καλών

την μητέρα του και υποψελλίζων του Χριστού το όνομα, έπτυσε τον

τύραννον κατά πρόσωπον, κ' εκείνος εξαγριωθείς εκρήμνισε το παιδίον

από της μαρμαρίνης κλίμακος, όπου συνέτριψε το τρυφερόν και διά

στεφάνου πλασθέν κρανίον.

Και εις την χιβάδα του ιερού βήματος, υψηλά, εφαίνετο στεφανουμένη

υπό Αγγέλων η των Ουρανών Πλατυτέρα. Και κατωτέρω περί το

θυσιαστήριον ίσταντο άρρητον σεμνότητα αποπνέουσαι αι μορφαί των

Μεγάλων Πατέρων, του Αδελφοθέου, του Βασιλείου, του Χρυσοστόμου και

του Θεολόγου, κ' εφαίνοντο ως να έχαιρον διότι έμελλον ν' ακούσωσι

και πάλιν τας ευχάς και τους ύμνους της Ευχαριστίας, ους αυτοί εν

Πνεύματι συνέθεσαν. Πέριξ δε και εντός και εκτός εικονίζετο

περιτέχνως όλον το Δωδεκάορτον και τα Τάγματα των Αγγέλων και η

Βρεφοκτονία, και οι κόλποι του Αβραάμ και ο Ληστής ο επί του Σταυρού

ομολογήσας.

Όταν έφθασαν εις το Κάστρον και εισήλθον εις τον Ναόν του Χριστού,

τόσον θάλπος εθώπευσε την ψυχήν των, ώστε αν και ήσαν κατάκοποι, και

αν ενύσταζόν τινες αυτών, ησθάνθησαν τόσον την χαράν του να ζώσι και

του να έχωσι φθάσει αισίως εις το τέρμα της πορείας των, εις τον ναόν

του Κυρίου, ώστε τους έφυγε πάσα νύστα και πάσα κόπωσις. Οι αιπόλοι,

ευρόντες ενασχόλησιν και πρόφασιν όπως καπνίζωσι καθήμενοι και ενίοτε

όπως εξαπλώνωνται και κλέπτωσιν από κανένα ύπνον τυλιγμένοι με ταις

κάπαις των παρά το πυρ, είχον ανάψει έξω δύο πυρσούς, τον ένα

έμπροσθεν του ιερού βήματος, τον άλλον προς το βόρειον μέρος. Εντός

του ναού η θερμότης ήτο λίαν ευάρεστος τη βοηθεία των έσωθεν και

έξωθεν πυρών. Και είχον σωρεύσει παμπόλλας δέσμας ξηρών ξύλων και

κλάδων οι εκεί καταφυγόντες. αιπόλοι, με τας ολίγας αίγας και τα

ερίφιά των, όσα δεν είχον ψοφήσει ακόμη από τον βαρύν χειμώνα του

έτους εκείνου, οι τραχείς αιπόλοι, οίτινες είχον σώσει και τους δύο

υλοτόμους εκ του αποκλεισμού της χιόνος. Και είτα ο ιερεύς έβαλεν

ευλογητόν, και εψάλη η &λιτή& της μεγαλοπρεπούς εορτής, μεθ' ό ο κυρ-

Αλεξανδρής ήρχισε τας αναγνώσεις, και όσοι ήσαν νυστασμένοι

απεκοιμήθησαν σιγά εις τα στασίδια των. (Α! έμελλον άρα του

Προφητάνακτος οι θεσπέσιοι ύμνοι από ψαλμών να καταντήσωσιν ανάγνωσις

νυστακτική, και ως ανάγνωσις να παραλείπονται όλως ως φορτικόν τι και

παρέλκον!), βαυκαλιζόμενοι από την έρρινον και μονότονον απαγγελίαν

του κυρ-Αλεξανδρή. Ο αγαθός γέρων ήτο εκ του αμιμήτου εκείνου τύπου

των ψαλτών, ων το γένος εξέλιπε δυστυχώς σήμερον. Έψαλλε κακώς μεν,

αλλ' ευλαβώς και μετ' αισθήματος. Κανέν σχεδόν κώλον δεν έλεγεν

ορθώς, ούτε μουσικώς ούτε γραμματικώς. Πότε έν και ήμισυ κώλον τα

ήνου εις έν, πότε δύο και ήμισυ τα διήρει εις τέσσαρα. Αλλά

προκριτωτέρα η αμάθεια της δοκησισοφίας ....

Αλλ' ότε ο ιερεύς εξελθών έψαλε το «Δεύτε, ίδωμεν πιστοί, πού

εγεννήθη ο Χριστός», τότε αι μορφαί των Αγίων εφάνησαν ως να

εφαιδρύνθησαν εις τους τοίχους. «Ακολουθήσωμεν λοιπόν ένθα οδεύει ο

αστήρ», και ο κυρ-Αλεξανδρής ενθουσιών έλαβε την υψηλήν καλάμην και

έσεισε τον πολυέλαιον με τας λαμπάδας όλας ανημμένας. «Άγγελοι

υμνούσιν ακαταπαύστως εκεί», κ' εσείσθη ο ναός όλος από την βροντώδη

φωνήν του παπά-Φραγκούλη μετά πάθους ψάλλοντος «Δόξα εν υψίστοις

λέγοντες τω σήμερον εν σπηλαίω τεχθέντι» και οι άγγελοι οι

ζωγραφιστοί, οι περικυκλούντες τον Παντοκράτορα άνω εις τον θόλον,

έτειναν το ους, αναγνωρίσαντες οικείον αυτοίς τον ύμνον.

Και είτα ο ιερεύς επήρε καιρόν, και ήρχισε να προσφέρη τω Θεώ θυσίαν

αινέσεως.

Αίφνης ηκούσθησαν φωναί έξωθεν του ναού. Εξήλθόν τινες των ανδρών να

ίδωσι τι τρέχει. Εξήλθε κ' η θειά το Μαλαμώ, κι' ο κυρ-Αλεξανδρής

έμεινε με τα γυαλιά εις τα όμματα, βλέπων προς την θύραν αριστερά

του, και διέκοψε την ψαλμωδίαν του. Ο παπάς έρριψεν αυστηρόν βλέμμα

προς τον ψάλτην και τον εκάρφωσεν εις την θέσιν του.

Τας φωνάς είχον ρήξει ο είς των αιπόλων, και ο είς των υλοτόμων,

οίτινες έτυχον καθήμενοι παρά τον πυρσόν, ανατολικώς του ναΐσκου. Διά

των φωνών τούτων είχον απαντήσει είς τινας κραυγάς ελθούσας απ'

αντικρύ, εκ της θαλάσσης.

Εκεί, εν μέσω του Κάστρου και της βραχώδους ακτής του Κουρούπη,

εσχηματίζετο επισφαλής όρμος, ο Μικρός Γιαλός. Αι κραυγαί ήρχοντο

ακριβώς εκ της γειτονίας των απεσπασμένων βράχων και σκοπέλων υπό την

φοβεράν ακτήν του Κουρούπη.

Παρήλθε πολλή ώρα εωσού εννοήσωσι τι τρέχει. Όλοι σχεδόν οι

εκκλησιαζόμενοι είχον εξέλθει του ναού. Έμειναν μόνοι ο ιερεύς, όστις

εκρατείτο ακλόνητος εις το χρέος του, φορεμένος ήδη τα ιερά άμφια,

ετοιμαζόμενος να προσέλθη εις την προσκομιδήν, και ο κυρ-Αλεξανδρής,

τον οποίον εκράτει το βλέμμα του ιερέως.

Εν τούτοις, κατ' εικασίαν μάλλον ή εκ βεβαίας πληροφορίας, ενόησαν

ότι εκεί υπό το Κουρούπη είχε προσαράξει πλοίον από του πελάγους

ερχόμενον. Η σελήνη είχε δύσει, και ο πυρσός δεν έρριπτε πόρρω το

φως. Έβλεπον αμυδρώς εκεί απέναντι, εις απόστασιν μιλίου σχεδόν, επί

του μαυρισμένου όγκου των αλικτύπων βράχων, έβλεπον σώμα τι, αμυδρώς

κινούμενον, μελανώτερον των βράχων. Αντήχουν εν τη σιγή της νυκτός,

μεγεθυνόμεναι από τας ήχους, κραυγαί αγωνίας και ταραχής, όμοιαι μ'

εκείνας τας οποίας εκχύνουσι κινδυνεύοντες άνθρωποι ή ναυαγοί

σαστισμένοι.

Οι άνδρες έσπευσαν να ρίψωσιν επί της πυράς όσα κλαδία είχον πρόχειρα

ακόμη, σχηματίζοντες ογκωδεστέραν την φλόγα. Άλλο μέσον βοηθείας δεν

είχον ταχύ.

Η νοσταλγός · 第 5 / 9 段