— Η μαμμίτσα μου, μητέρα, την ακούω εγώ πολλαίς φοραίς, που λέει της

θειά-Περμάχους πως σ' έχει 'μόσιμο. Δεν μου λες, μητέρα, τι θα πη

αυτό, να έχη κανείς έναν άνθρωπο 'μόσιμο;

— Θα πη, παιδί μου, εμορμύρισεν η ημίπληκτος, πως αμόνει τάχα στ'

όνομά του.

— Και τι θα 'πη ν' αμόνη στ' όνομά του;

— Θα 'πη να παίλνη όλκο στ' όνομά του, πώς λένε καμπόσοι, μα τον

Θεό, μα την Παναγιά...

— Α! κ' η μαμμίτσα μου αμόνει στ' όνομά σου;

— Θεός ξέλει...

— Την άκουσα, μητέρα, να το λέη της θειά-Περμάχους, κ' η θειά-

Περμάχου της έλεγε...

Η ασθενής έκαμε κίνημα όχι περιεργείας ή ανυπομονησίας διά ν' ακούση,

αλλά μάλλον αποτροπιασμού όπως μη ακούση τα λεγόμενα. Η μικρά

εξηκολούθησε χωρίς να εννοήση·

— ...Της έλεγε· «Ε! γειτόνισσα, γειτόνισσα! θα φάη κι' άλλη ψωμί...»

Δε μου λες, μητέρα, τι θα 'πη να φάη κι' άλλη ψωμί;

Αλλ' η δύστηνος γυνή είχε γείνει πελιδνοτάτη, και τα όμματά της είχον

την αλαμπή εκείνην στιλπνότητα, την οποίαν ο λαός ονομάζει &βασίλεμμα

των ματιών&, και οι οδόντες της έμειναν συνεσφιγμένοι.

— Τι έχεις, μητέρα, τι έχεις; έκραξεν η Αικατερίνη.

Την στιγμήν εκείνην επέστρεψεν η γραία Παντελού, αφού είχε προπέμψει

μέχρι της κλίμακος την γηραιάν φίλην της.

— Κουράγιο, νυφούλα μου, κουράγιο, είπεν ιδούσα την έκτακτον

ωχρότητά της, και μη μαντεύουσα τι είχε λεχθή.

Η ασθενής κατέβαλεν υπεράνθρωπον αγώνα, και συνήλθε. Δεν εξέφερε

κανέν παράπονον. Εβίασε εαυτήν να μειδιάση προς την πενθεράν και προς

το θυγάτριόν της.

Η γραία επανέλαβε και πάλιν·

— Δεν έχεις τίποτε. Κουράγιο, νυφούλα μου, κουράγιο!

Πτωχή γυνή! υπέφερεν ως μάρτυς. Είχε γείνει θύμα της άγαν ταύτης

φιλοστοργίας της πενθεράς της. Τόσον την ηγάπα, ώστε την είχεν

απομακρύνει από τους εξ αίματος συγγενείς της. Δεν επέτρεπεν εις την

μητέρα και τας αδελφάς της να έλθωσι να την νοσηλεύσωσιν. Αύται αι

ίδιαι παρεπονούντο πικρώς κατά της ομαίμονος, την απεκάλουν

&ξεχωρισμένην&. Έλεγαν ότι η πενθερά της κατώρθωσε να την &ξεχωρίση&

από τον κόσμον. Η γραία έβαλε &μαναφούκια& και εις τα δύο μέρη. Εις

εκείνας έλεγεν ότι η νύμφη της δεν τας θέλει να έρχωνται και ότι είνε

μία παράξενη, μία ανάποδη... Εις ταύτην παρίστα ότι η μήτηρ της και

αι αδελφαί της την εδυσφήμουν πάντοτε, και διά τούτο τας κατηράτο εξ

όλης ψυχής. «Η λοχεμμέναις, η στερεμμέναις, η αχρόνιασταις. Αντί να

χαρούν που 'μπήκε σε τέτοιο σπίτι η αδελφή τους, την

εζηλοφθονούσαν...» κτλ. Την νύκτα η γραία έρρεγχε, καθώς ο Ιωνάς εν

καιρώ της τρικυμίας, και δεν εσηκώνετο να δώση το ιατρικόν εις την

νύμφην της, ή να της ψήση τουλάχιστον έν θερμόν ποτόν. Τον υιόν της

τον είχε πείσει ότι δεν ήτο ανάγκη να καλέση τον ιατρόν εις την

οικίαν. «Οι γιατροί δεν ξέρουνε τι τους γίνεται, καλλίτερα τα

καταφέρνουν η γυναίκες. Με τα ψευτογιατρικά είδαμε πολλούς να

γιατρευτούνε». Και ήρχοντο καθ' εκάστην τρεις ή τέσσαρες

ψευτογιάτρισσες εις την οικίαν, ων η μία ήτο η γραία Περμάχου, ήτις

έλεγεν ότι με τας αλοιφάς θεραπεύονται αυτά τα νοσήματα, και όχι με

τας επωδάς και τα περίαπτα, καθώς ισχυρίζονται αι άλλαι. Και σχεδόν

καθ' εκάστην την έτριβε με κηραλοιφήν, και της ήλειφε τα πλευρά,

επιφωνούσα: «Κηραλοιφίτσα να το γιάνη!».

Θλιβερά ανέτειλαν τα Χριστούγεννα διά την μικράν Αικατερίνην. Ο

κόσμος εώρταζε, και η μήτηρ της εψυχομαχούσε! Και ο πατήρ της δεν

έπαυσε να δικάζεται με τους δανειστάς, και άφησε την οικίαν άνευ

οψωνίων, διά να πληρώση τους δικολάβους. Και η γραία Παντελού ήτο

απαρηγόρητος, λέγουσα ότι δεν ήθελε «να χάση την νυφούλα της, όπου

την είχε 'μόσιμο!» Και η γειτόνισσά της η Περμάχου ηγωνίζετο να την

παρηγορήση επαναλαμβάνουσα ότι «θα φάη κι' άλλη ψωμί!».

Εκοιμήθη η δυστυχής υπό την κυπάρισσον αντικρύ του ωραίου περιβολίου

του συζύγου της, του συγκειμένου εξ ελαιώνος, αμπέλου και κήπου, το

οποίον οι δανεισταί θα εξέθετον μετά ένα μήνα εις πλειστηριασμόν.

Ουδέν ήττον η γρηά Περμάχου διακαώς ποθούσα να εύρη παρηγορίαν διά

την λευκότριχον φίλην της (ήτις έχασε την νυφούλα της, όπου την είχε

'μόσιμο), ήρχισε να τρέχη δεξιά και αριστερά προς αναζήτησιν συζύγου

διά τον Γιάννην της Παντελούς. «Και αν εφοβέριζαν να βγάλουν τα

υποστατικά του στην δημοπρασίαν, τάχα τι; Αυτός είχε πολύ βιο, ήτον

και προκομμένος...» Και η μικρά Αικατερίνη είχεν ακριβώς τόσον

ηλικίαν, όση ήρκει διά να αισθάνεται την δυστυχίαν της και να κλαίη.

Η μήτηρ της, διά των πραγμάτων, δεν είχε βραδύνει να της δώση

απάντησιν εις την αφελή ερώτησίν της περί του «τι θα 'πή να φάη κι'

άλλη ψωμί».

ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

— Το Γιάννη το Νυφιώτη, και τον Αργύρη της Μυλωνούς, τους έκλεισε το

χιόνι απάν' στο Κάστρο, τ'μ πέρα πάντα, στο Στοιβωτό τον ανήφορο· τ'

ακούσατε;

Ούτως ωμίλησεν ο παπά-Φραγκούλης ο Σακελλάριος, αφού έκαμε την

ευχαριστίαν του εξ οσπρίων κ' ελαιών οικογενειακού δείπνου, την

εσπέραν της 23 Δεκεμβρίου του έτους 186... Παρόντες ήσαν, πλην της

παπαδιάς, των δύο αγάμων θυγατέρων και του δωδεκαετούς υιού, ο

γείτονας ο Πανάγος ο μαραγκός, πεντηκοντούτης οικογενειάρχης, αναβάς

διά να είπη μίαν καλησπέραν και να πίη μίαν ρακιά, κατά το σύνηθες,

εις το παπαδόσπιτο, κ' η θειά το Μαλαμώ η Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη

συγγενής, ελθούσα διά να φέρη την προσφοράν της, χήρα εξηκοντούτις,

ευλαβής, πρόθυμος να τρέχη εις όλας τας λειτουργίας και να υπηρετή

δωρεάν εις τους ναούς και τα εξωκκλήσια.

— Τ' ακούσαμε κ' ημείς, παπά, απήντησεν ο γείτονας ο Πανάγος· έτσ'

είπανε.

— Τι &είπανε&; Είνε σίγουρο, σας λέω, επανέλαβεν ο παπά-Φραγκούλης.

Οι βλοημένοι, δεν θα βάλουν ποτέ γνώσι. Επήγαν με τέτοιον καιρό να

κατεβάσουν ξύλα, απάν' απ' του Κουρούπη τα κατσάβραχα, στο Στοιβωτό,

εκεί που δεν μπορεί γίδι να πατήση. Καλά να τα παθαίνουν!

— Μυαλό δεν έχουν, αυτός ου κόσμους, θα πω, είπεν η θειά το Μαλαμώ.

Τώρα οι αθρώποι γεινήκαν απόκοτοι.

— Να είχανε τάχα τίποτα κ'μπάνια μαζί τσ'; είπεν η παπαδιά.

— Ποιος του ξέρ'; είπεν η θειά το Μαλαμώ.

— Θα είχανε, θα είχανε κουμπάνια, υπέλαβεν ο Πανάγος ο μαραγκός.

Αλλοιώς δε γένεται. Πήγανε με τα ζεμπίλια τους γεμάτα. Και τουφέκι θα

είχαν, και θηλειαίς στένουν για τα κοτσύφια. Είχαν πάρει κι' αλάτι

μπόλικο μαζί τους, για να τ' αλατίσουν για τα Χριστούγεννα.

— Τώρα Χριστούγεννα θα κάμουν απάν' στο Στοιβωτό τάχα; είπε μετ'

οίκτου η παπαδιά.

— Να μπορούσε κανείς να τους έφερνε βοήθεια; εψιθύρισεν ο ιερεύς,

όστις εφαίνετο κάτι μελετών μέσα του.

Ήτον έως πενήντα πέντε ετών ο ιερεύς, μεσαιπόλιος, υψηλός, ακμαίος

και με αγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εις την νεότητά του υπήρξε ναυτικός,

κι εφαίνετο διατηρών ακόμη λανθανούσας δυνάμεις, ήτο δε τολμηρός και

ακάματος.

— Τι βοήθεια να τους κάμουνε; είπεν ο Πανάγος ο μαραγκός. Από τη

στεριά, ο τόπος δεν πατιέται. Έρριξε, έρριξε χιόνι, κι ακόμα ρίχνει.

Χρόνια είχε να κάμη τέτοια βαρυχειμωνιά. Ο Άη-Θανάσης έγιν' ένα με τα

Καμπιά. Η Μυγδαλιά δεν ξεχωρίζει απ' του Κουρούπη.

Ο Πανάγος ωνόμαζε τέσσαρας απεχούσας αλλήλων κορυφάς της νήσου. Ο

πάπα-Φραγκούλης επανέλαβεν ερωτηματικώς·

— Κι απ' τη θάλασσα, μάστρο-Πανάγο;

— Απ' τη θάλασσα, παπά, τα ίδια και χειρότερα. Γραιολεβάντες

δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ. Όλο και φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Πού

μπορείς να ξεμυτίσης έξ' απ' το λιμάνι κατά τ' Ασπρόνησο!

— Από Σοφράν, το ξέρω, Πανάγο, μα από Σταβέτ;

Ο ιερεύς επρόφερεν ούτω τους όρους sopra vento και sotto vento, ήτοι

το υπερήνεμον, και υπήνεμον, εννοών ειδικώτερον το βορειοανατολικόν

και το μεσημβρινοδυτικόν.

— Από Σταβέτ, παπά... μα είναι φόβος μην τονέ γυρίση στο μαΐστρο.

— Μα ... τότε πρέπει να πέσουμε να πεθάνουμε, είπεν ως εν

συμπεράσματι ο ιερεύς. Δεν είναι λόγια αυτά, Πανάγο.

— Ε! παπά μ', ο καθένας τώρα έχει το λογαριασμό τ'. Δεν πάει άλλος

να βάλη το κεφάλι του στον τρουβά, κατάλαβες, για να γλυτώσ' εσένα.

Ο πάπα-Φραγκούλης εστέναξεν, ως να ώκτειρε την ιδιοτέλειαν και

μικροψυχίαν, ης ζώσα ηχώ εγένετο ο Πανάγος.

— Και τι θα πάθουνε το κάτω-κάτω; επανέλαβεν, ως διά ν' αναπαύση την

συνείδησίν του ο μαραγκός. Να, θα είναι χωμένοι σε καμμιά σπηλιά,

τσακμάκι θάχουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι να μούχε κι εμέ η

Πανάγαινα απόψε στην παραστιά μου τη φωτιά που θενάχουν αυτοί. Για

μια βδομάδα, πάντα θα είχανε κουμπάνια, και δεν είναι παραπάν' από

πέντε μέρες που αγρίεψε ο χειμώνας.

— Να πήγαινε τώρα κανένας να λειτουργήση το Χριστό, στο Κάστρο,

επανέλαβεν ο ιερεύς, θα είχε διπλό μισθό, που θα τους έφερνε κι

αυτούς βοήθεια. Πέρσι, που ήταν ελαφρότερος ο χειμώνας, δεν πήγαμε...

φέτος που είναι βαρύς...

Και διεκόπη, ως να είπε πολλά. Ο αγαθός ιερεύς είχεν ήθος ανθρώπου

λέγοντος οιονεί κατά δόσεις ό,τι είχε να είπη. Εκ των υστέρων θα

φανή, ότι είχε την απόφασίν του και ότι όλα τα προοίμια ταύτα ήταν

μεμελετημένα.

— Και γιατί δεν κάνει καλόν καιρό ο Χριστός, παπά, αν θέλη να πάνε

να τον λειτουργήσουνε στην εορτή του, είπεν αυθαδώς ο μάστρο-Πανάγος.

Ο ιερεύς τον εκοίταξε με λοξόν βλέμμα, και είτα ηπίως του είπε·

— Ε! Πανάγο, γείτονα, δεν ξέρουμε, βλέπω, τι λέμε... Πού είμαστε

ημείς ικανοί να τα καταλάβουμε αυτά!... Άλλο το γενικό, και άλλο το

μερικό και το τοπικό, Πανάγο. Η βαρυχειμωνιά γίνεται για καλό, και

για την ευφορίαν της γης, και για την υγείαν ακόμα. Ανάγκη ο Χριστός

δεν έχει να πάνε να τον λειτουργήσουνε... Μα όπου είναι μια μερική

προαίρεσις καλή, κι έχει κανείς και χρέος να πληρώση, ας είναι, και

τόλμη ακόμα, και όπου πρόκειται να βοηθήση κανείς ανθρώπους, καθώς

εδώ, εκεί ο Θεός έρχεται βοηθός, και εναντίον του καιρού, και με

χίλια εμπόδια... Εκεί ο Θεός συντρέχει και με ευκολίας πολλάς, και με

θαύμα ακόμα, τι νομίζεις, Πανάγο; Έπειτα, πώς θέλεις να κάμη ο

Χριστός καλόν καιρό, αφού άλλες φορές έκαμε, κι ημείς από αμέλεια δεν

πήγαμε να τον λειτουργήσουμε;

Όλοι οι παρόντες ηκροάσθησαν εν σιωπή την σύντομον και αυτοσχέδιον

ταύτην διδαχήν του παπά. Η θειά το Μάλαμα έσπευσε να είπη·

— Αλήθεια, παπά μ', δεν είναι καλό πράμα αυτοδά, θα πω, ν' αφήσουν

τόσα χρόνια τώρα το Χριστό αλειτούργητο την ημέρα της Γέννας του...

Για ταύτο θα μας χαλάσ' κι ου Θεός!

— Κι είχαμε, κάμει κι ένα τάξιμο πέρυσι το Δωδεκάμερο, αλήθειά,

παπαδιά; είπεν αίφνης, στραφείς προς την συμβίαν του ο ιερεύς.

Η παπαδιά τον εκοίταξεν ως να μην ενόει.

— Οπού ήταν άρρωστος αυτός ο Λαμπράκης, επανέλαβεν ο ιερεύς,

δεικνύων τον δωδεκαετή υιόν του. Θυμάσαι το τάμα που κάμαμε;

Η παπαδιά εσιώπα.

— Έταξες, αν γλυτώση, να πάμε, ίσα-μπροστά, να λειτουργήσουμε το

Χριστό, την ημέρα της εορτής του.

— Το θυμούμαι, είπε σείουσα την κεφαλήν η παπαδιά.

Τω όντι, ο μόνος υιός του παπά, ο δωδεκαετής Σπύρος, ον αυτός

απεκάλει ειρωνικώς και θωπευτικώς Λαμπράκην, ένεκα της άκρας

ισχνότητος και αδυναμίας, εξ ης έφεγγεν οιονεί το προσωπάκι του, είχε

κινδυνεύσει να αποθάνη πέρυσι τας ημέρας των Χριστουγέννων. Η

παπαδιά, ήτις ήγγιζεν ήδη το πεντηκοστόν, και τον είχε μόνον και

υστερόγονον, κατόπιν τεσσάρων επιζώντων κορασίων, ων αι δύο πρώται

ήσαν υπανδρευμέναι ήδη, και μετά οκτώ γέννας, ων αι δύο διδύμων, και

πέντε θανάτους, η παππαδιά είχε τάξει, αν εγλύτωνε το αγόρι της, να

υπάγη του χρόνου να λειτουργήση τον Χριστόν.

Το ενεθυμείτο και το εσυλλογίζετο προ ημερών, και απ' αρχής της

ομιλίας του παππά αυτό μόνον εσκέπτετο. Αλλ' έβλεπεν ότι εφέτος θα

ήτο δυσκολώτατον, φοβερόν, ανήκουστον τόλμημα, ένεκα του βαρέος

χειμώνος, και εφρόνει ότι ο Χριστός θα ήτο συγγνώμων και θα παρεχώρει

νέαν προθεσμίαν.

Εν τούτοις, γνωρίζουσα την συνήθη τακτικήν του παπά, ως και την

ισχυρογνωμοσύνην του, απεφάσισεν ενδομύχως να μη αντιλέξη. Και ου

μόνον τούτο, αλλά και άλλο τι ηρωικώτερον και εις πολλούς απίστευτον·

όπου αποφασίση να υπάγη ο παπάς, να υπάγη κι' αυτή μαζί του.

Ήτο γυνή δειλοτάτη, αλλά μόνον ενόσω ευρίσκετο μακράν του παπά. Όταν

ήτο πλησίον του παπά της, ελάμβανε θάρρος, η καρδία της εζεσταίνετο,

και δεν εφοβείτο τους κινδύνους. Εάν τυχόν ανεχώρει ο παπάς, χωρίς

αυτής, να υπάγη εις το Κάστρον, η καρδούλα της θα έτρεμεν ως το

πουλάκι το κυνηγημένον. Αλλ' εάν την έπαιρνε μαζί του, θα ήτο

ησυχωτάτη.

Η μεγάλη κόρη, η εικοσαέτις, το Μυγδαλιώ, ενόησεν αμέσως τα τρέχοντα,

και ήρχισε, παρά το πλευρόν της μητρός της καθημένη, πλησίον της

εστίας, να ολολύζη ταπεινή τη φωνή εις το ους της μητρός της.

— Πού θα πάτε, θα πω; Παλαβώσετε, θα πω; Με τέτοιον καιρό!... Να

πάτε στο Κάστρο! Ωχ! καϋμένη... Τι να γείνω;

Η νεωτέρα κόρη, η δεκαεξαέτις, το Βασώ, αρχίσασα και αυτή να εννοή,

υπεψιθύρισε·

— Τι λέει;... θα πάνε στο Κάστρο;... Κι' άρχισες τα κλάμματα!

Μουρλάθηκες! Σιώπα, θα με πάρουν κ' εμέ μαζί... θα με πάρετε, μα;...

— Σουτ! Λ'φάξτε! είπεν αυστηρώς η παπαδιά.

— Τι τρέχει; είπεν η θειά το Μαλαμώ, ακούσασα τους ψιθυρισμούς

εκείθεν της εστίας.

— Τίποτε, Μαλαμώ, είπε με αυστηρόν βλέμμα ο παπάς· ησύχασε. Πανάγο,

είπε στραφείς προς τον γείτονα τον μαραγκόν, εύρων εύσχημον τρόπον να

τον αποπέμψη, δεν πας, νάχης την ευχή μου, να πης του μπάρμπα-Στεφανή

του Μπέρκου, ναρθή από δω, τόνε θέλω να τ' πω;...

Ο Πανάγος ο μαραγκός ηγέρθη υψηλός, μεγαλόσωμος, ολίγον κυρτός,

τινάξας τα σκέλη του.

— Πηγαίνω, παπά, είπε. Θέλω κ' εγώ να πάω να ιδώ μη μώχη τίποτα η

Πανάγαινα για να φάμ' απόψε.

— Πήγαινε να του πης πρώτα, κ' ύστερα γυρίζεις και τρώτε.

— Η ευχή σας. Καληνύχτα, παπαδιά.

Κ' εξήλθε.

— Τι λέει, θα πω, είπεν η θειά το Μαλαμώ, μετά την αναχώρησιν του

Πανάγου, θα πας στο Κάστρο, παπά;

— Να ιδούμε τι θα μας πη κι' ο μπάρμπα-Στεφανής ο Μπέρκος.

— Ηγώ, ένας-ιμ, είπεν η θειά το Μαλαμώ, α θε πας, έρχουμη.

— Κ' εγώ, είπεν η παπαδιά.

— Δεν είνε για ναρθής εσύ, παπαδιά, είπεν ο ιερεύς. Φτάνει που θα

κακοπαθήσω εγώ... Δεν πρέπει να λείψουμε κ' οι δύο από το σπίτι.

— Ηγώ τώκαμα του τάμα, είπεν η παπαδιά.

— Μα αν πάω εγώ το ίδιο είνε.

— Δεν είμαι ήσυχη αν δεν είμαι κοντά σου, παπά μ', είπεν η παπαδιά.

— Κ' ημάς πού θα μας αφήσετε! έκραξε με δάκρυα εις τους οφθαλμούς το

Μυγδαλιώ.

— Σιώπα, καϋμένη, είπε το Βασώ. Θα με πάρ'νε κ' εμένα μαζί, σιώπα!

— Ναι, εσένα σ' φαίνεται πως είσ' ακόμα μικρή, χαδούλα μ'! Γιατί

έτσ' σ' μάθανε. Δεν φταις εσύ! είπε το Μυγδαλιώ, εκχύνουσα την

ενδόμυχον ζήλειαν της επί τη τύχη της αδελφής της, ήτις, ως

μικροτέρα, δεν είχε &κρυφθή& ακόμη, ήτοι δεν απείργετο της κοινωνίας

ως αι προς γάμον ώριμοι, και απήλαυε σχετικής τινος ελευθερίας.

Ο μικρός Λαμπράκης είχε πέσει επί τον τράχηλον της μητρός του.

— Θα με πάρετε κ' εμένα μαζί, μάνα; εψιθύρισε περιπτυσσόμενος τον

λαιμόν της.

— Τι λες, χαδούλη μ'! τι λες, πηδί μ'; απήντησε φιλούσα αυτόν η

παπαδιά. Εγώ, αν πάω, για σένα θα πάω, γυιέ μ'· κι' αν απομείνω, για

σένα θ' απομείνω, γυιόκα μ', για να μην κρυώσης. Όπως αποφασίση ο

παπάς σ' και να κάμης μετάνοια του παπά σ', να πλαγιάσης, για να μη

μαργώνης, κανάρι μ'!

— Ναι θα πας· αμ δε θα πας! έκραξε το Μυγδαλιώ, απαντώσα εις έν ρήμα

της μητρός της.

— Σιωπάτε! ακόμα δεν αποφασίσαμε τίποτε, κ' εσηκώσατ' επανάστασι,

είπεν ο παπάς. Να ιδούμε τι θα μας πη κι' ο μπάρμπα-Στεφανής.

Είτα στραφείς προς την παπαδιά.

— Μας φέρανε τίποτε λειτουργιαίς, μπάριμ;

Η παπαδιά έδειξε διά του βλέμματος, σκεπασμένας με ράβδω την δίχρουν

σινδόνα, τας ολίγας προσφοράς όσας είχαν φέρει εις την οικίαν του

ιερέως τινές των ενοριτισσών, μέλλουσαι να μεταλάβωσι την επαύριον,

παραμονήν των Χριστογέννων. Η θειά το Μαλαμώ τας είχεν ιδεί προ

πολλού, και προσεπάθει να τας ξεσκεπάση οιονεί με τας ακτίνας του

βλέμματος, να μαντεύση ως πόσαι να ήσαν.

— Μας βρίσκεται και τίποτα παξιμάδι; ηρώτησε πάλιν ο ιερεύς.

— Θα έμεινε κάτι ολίγο απ' της Παναγιάς. Όλο το Σαρανταήμερο

ζυμώνομε κη τρώμε απ' τα βλογούδια, είπεν η πρεσβυτέρα.

Βλογούδια ήσαν οι μικροί σταυροσφράγιστοι αρτίσκοι, οι προσφερόμενοι

υπό των ενοριτών εις τους οίκους των ιερέων κατά το Σαρανταήμερον.

Αντί όμως αρτίσκων, αι περισσότεροι ενορίτισσαι, κατά τους

τελευταίους χρόνους, επροτίμων να προσφέρωσιν απλούν άλευρον, και διά

τούτο η παπαδιά είπεν ότι «εζύμωναν από τα βλογούδια».

Βήμα ηκούσθη εις τον πρόδομον. Ηνοίχθη η θύρα και εισήλθεν ο μπάρμπα-

Στεφανής ο Μπέρκος, υψηλός, στιβαρός, σχεδόν εξηκοντούτης, με παχύν

φαιόν μύστακα, με σκληρόν και ηλιοκαές δέρμα, φορών πλατύν κούκκον

και καμιζόλαν μαλλίνην βαθυκύανον, με το ζωνάρι κόκκινον δύο πιθαμαίς

πλατύ. Κατόπιν τούτου εφάνη και άλλη μορφή, ορθή, ισταμένη παρά την

θύραν. Ήτο ο Πανάγος ο μαραγκός, όστις, αν και είχεν αφήσει την καλήν

νύκτα ειπών ότι θα μετέβαινεν οίκαδε να δειπνήση, ουχ' ήττον,

κεντηθείσης, φαίνεται της περιεργείας του να μάθη τι τον ήθελαν τον

μπάρμπα-Στεφανή τον Μπέρκον, ανέβη και πάλιν εις την οικίαν του παπά.

— Καπετάν-Στεφανή, είπεν ο ιερεύς, τι λες, μ' αυτόν τον καιρό,

μπορεί κανείς να πάη στο Κάστρο, με τ' βάρκα, από Σταβέτ;

— Από Σταβέτ;... με τ' βάρκα;... στο Κάστρο;... ηκούσθη από της

θύρας ως καινή τις πρωθύστερος και ανάστροφος ερωτηματική ηχώ. Ήτο ο

μάστρο-Πανάγος ο μαραγκός, με την κεφαλήν προέχουσαν εις το ανώφλιον,

με την μίαν πλευράν οιονεί κολλημένην επί του παραστάτου.

Αλλ' ο μπάρμπα-Στεφανής, μόλις ήκουσε την ερώτησιν του ιερέως, και

χωρίς να σκεφθή πλέον του δευτερολέπτου, με την χονδρήν, ταχείαν, κ'

εμπερδεμμένην προφοράν του ανέκραξε·

— Μπράβο! μπράβο! ακούς! ακούς! Στο Κάστρο; μετά χαράς! όρεξι νάχης,

όρεξι νάχης, παπά!

— Να, άνθρωπος! είπεν ο παπάς. Έτσι σε θέλω, Στεφανή! Τι λες, είνε

κίνδυνος;

— Κίντυνος, λέει; Ντιπ, καταντίπ, καθόλ'! Εγώ σας παίρνω απάνου μ',

παπά! Μονάχα πως μπορεί να κρυώσετε, τίποτε άλλο. Θαρθή, θαρθή κ' η

παπαδιά, θαρθή κι' άλλος κόσμος, πολύς κόσμος; Η βάρκα είνε μεγάλη,

κατάλαβες, παίρνει και τριάντα νομάτοι, κη σαράντα νομάτοι, κη μ'

ούλαις της κουμπάνιες σας, με τα σέγια σας, με τα πράμματά σας. Κ' η

φουρτούνα τώρα, κατάλαβες, όσον πάει κη πέφτ'. Ταχιά θάχουμε

καλοσύνη, μπουνάτσα, κάλμα. Όλο κη καλοσ'νεύει, να, τώρα,

καλοσύνεψε!

Ως διά να ψεύση την διαβεβαίωσιν του γέροντος πορθμέως, οξύς συριγμός

παγερού βορρά ηκούσθη σείων τα δένδρα του κήπου και τους ξυλοτοίχους

του μαγειρείου επί του σκεπαστού εξώστου της οικίας, αι ύελοι δε και

τα παράθυρα απήντησαν διά γοερού στεναγμού.

— Να! ακούς; καλοσύνεψε! είπε καγχάζων θριαμβευτικώς ο μάστρο-

Πανάγος.

— Σιώπα εσύ, δεν ξέρ'ς εσύ, ανέκραξεν ο Στεφανής. Εσύ ξέρ'ς να

πελεκάς στραβόξυλα και να καρφώνης μαδέρια. Αυτή είνε η στερνή δύναμι

της φουρτούνας, είν' αέρας που ψ'χομαχάει. Αύριο θα μαλακώσ' ο

καιρός, σας λέω εγώ! Μπορεί νάχουμε ακόμη και καμμιά μικρή χιονιά, δε

σας λέω, μα ημείς, από Σταβέτ, ανάγκη δεν έχουμε.

— Και σαν τονέ γυρίση στο μαΐστρο; επέμεινεν ο μαραγκός.

— Κη χωρίς να τονέ γυρίση στο μαΐστρο, εγώ σ' λέω, πως απ' την

Κεχρεά κ' εκεί θε νάχουμε θαλασσίτσα, είπε τρίβων τας χείρας ο

Στεφανής. Αυτά είνε αποθαλασσιαίς και δεν λείπουν, κατάλαβες, κι' ο

κόρφος μπουκάρει ολοένα, κι' ούλο στρήβει. Μα δε μας πειράζ' ημάς

αυτό. Εγώ σας παίρνω απάνω μ', ο Στεφανής σας παίρνει απάν' τ'!

— Μπράβο, Στεφανή, τώρα μ' έκαμες ν' αποφασίσω. Ήπιες ρακή; τράβα

κι' άλλο ένα, είπεν ο παπάς.

— Έχω πιή πέν' έξ ως τώρα, έτσι νάχω την ευχή σ', παπά.

Πιε κι' άλλο ένα να γίνουν εφτά.

Ο μπάρμπα-Στεφανής ερρόφησε γενναίαν δόσιν εκ της μικράς φιάλης, της

πάντοτε κενουμένης και ουδέποτε στειρευούσης, του ιερατικού μελάθρου.

— Είσαστ' έτοιμοι; είσαστ' έτοιμοι; είπεν ακολούθως. Πήρες τα ιερά

σ', παπά, τα χαρτιά σ' ούλα, τάχεις έτοιμα; Έχετε τίποτε πράμματα να

σας κουβαλήσω, για νάμαστ' &α-σένιο&;

— Από τώρα; είπεν ο παπά-Φραγκούλης.

— Από τώρα! Τί λες; Να είμαστ' &α-πρόντο&, παπά, Εγώ σταις δύο θαρθώ

να σας φωνάξω, κ' εσείς να είσατ' &α-λέστα&. Διάβασε, τι θα διαβάσης,

παπά, κη σταις τρεις να μπαρκάρουμε.

— Εγώ θα είμαι ξυπνητός απ' τη μια, είπεν ο ιερεύς, γιατί έχω το

ξυπνητήρι μου... κ' έπειτα είμαι και μοναχός μου ξυπνητήρι. Μα σταις

τρεις είνε πολύ νωρίς. Να χαράξη, Στεφανή, και μπαρκάρουμε.

— Σταις τρεις, σταις τέσσαρες, παπά, για να μην πέση αέρας, να τον

έχουμε πρίμα ως ταις Κουκ'ναριαίς, νάχουμε μέρα μπροστά μας. Από κει

ως το Μανδράκι, κι' ως τον Ασέληνο, τραβούμε σιγά-σιγά με το κουπί.

Από κει ως της Κεχρεαίς κι' ως την Αγίαν Ελένη, θα μας παίρνη αγάλι-

αγάλια με το πανάκι. Κι' απ' την Αγία Ελένη κι' εκεί, αν δεν

μπορέσουμε, να μ'ντάρουμε...

— Ε, ύστερα;

— Εγώ θαλασσώνω και βγαίνω στη στεριά, και σας τραβώ με τη μπαρούμα

ως τον Άι-Σώστη.

Εκάγχασαν όλοι προς τον αστεϊσμόν του απλοϊκού ναύτου, ο δε παπάς,

όστις εφοβείτο και αυτός την τροπήν του ανέμου εις το μέρος περί ου ο

λόγος, παρετήρησε προς παραμυθίαν των ακροατών·

— Μα εγώ λέω ότι θα μπορέσουμε στεριά να τραβήξουμε στην ακρογιαλιά,

τον κρεμνό τον ανήφορο. Όσο ψηλά κι' αν το στήβαξε στα βουνά το

χιόνι, σταις ακρογιαλιαίς ο τόπος πατιέται.

Έμειναν σύμφωνοι να έλθη ο λεμβούχος να τους δώση, είδησιν εις τας

τρεις, διά να ετοιμασθούν, και εις τας τέσσαρας να εκκινήσωσιν. Ο

παπά-Φραγκούλης διέταξε να τεθώσιν εις σάκκους αι προσφοραί όσας

είχε, καί τινα δίπυρα, και εις δύο μεγάλα κλειδοπινάκια έθεσεν ελαίας

και χαβιάρι. Εγέμισε δύο επταοκάδους φλάσκας με οίνον από την

εσοδείαν του. Ετύλιξεν εις χαρτία δύο ή τρία ξηροχτάποδα, και μικρόν

κυτίον το εγέμισεν ισχάδας και μεγαλόρραγας σταφίδας. Τα δύο

παπαδοκόριτσα με τα παράπονα και τους γογγυσμούς της η μία, με τους

κρυφίους γέλωτας και την ελπίδα της συμμετοχής του ταξειδίου η άλλη,

έβρασαν όσα αυγά είχαν, έως τέσσαρας δωδεκάδας, και τα έθεσαν εις τον

πάτον ενός καλαθιού, το οποίον απεγέμισαν είτα με δύο πρόσφορα

τυλιγμένα εις οθόνας με κηρία και με λίβανον. Προσέτι ο παπά-

Φραγκούλης είχε παρακαλέσει τον μπάρμπα-Στεφανήν να περάση από τα

σπίτια δύο εμποροπλοιάρχων φίλων του, εκ των παραχειμαζόντων με τα

πλοία των εις τον λιμένα, να τους παρακαλέση εκ μέρους του να του

στείλουν, αν τους ευρίσκετο, ολίγον κρέας &σαλάδο&, εξ εκείνου το

οποίον μαγειρεύρουν εις τα πλοία τα εκτελούντα μακρούς πλους. Εκείνοι

φιλοτιμηθέντες έστειλαν δύο μεγάλα τεμάχια, έως πέντε οκάδας τα δύο.

Όλας ταύτας τας προμηθείας έκαμνεν ο παπάς προβλεπτικώς διά τους

αποκλεισθέντας εις το βουνόν από την χιόνα, περί ων έγινε λόγος εν

αρχή, καθώς και δι' εαυτόν και τους μεθ' εαυτού συνεκδημήσοντας

προσκυνητάς, καθ' όσον ενδεχομένον ήτο να θυμώση και πάλιν ο καιρός,

και να τους κλείση ο χειμών εις το Κάστρον, αν εν τοσούτω έμελλον να

φθάσουν σώοι και υγιείς.

Πριν κατακλιθή, ο παπά-Φραγκούλης έστειλε μήνυμα εις τον συνεφημέριόν

του τον παπ' Αλέξην, όστις άλλως ήτο και ο εφημέριος της εβδομάδος,

ότι δεν θα ήτο συλλειτουργός την επιούσαν, παραμονήν των

Χριστουγέννων, εν τω ενοριακώ ναώ, καθόσον απεφάσισε, συν Θεώ βοηθώ,

τα υπάγη να λειτουργήση τον ναόν του Χριστού, εις το Κάστρον.

Είχαν πάρει είδησιν αφ' εσπέρας δύο-τρεις ενορίτισσαι, γειτόνισσαι

του παπά, διότι ο Πανάγος εξελθών ανεκοίνωσε το πράγμα εις την

γυναίκα του, και αύτη το διηγήθη εις τας γειτόνισσας. Επίσης και η

θειά το Μαλαμώ εστάλη να φέρη είδησιν εις τον κυρ-Αλεξανδρήν τον

ψάλτην, μεθ' ο εξελθούσα έσπευσε να προσηλυτίση δύο ή τρεις

πανηγυριστάς και άλλας τόσας προσκυνητρίας.

Όταν έμελλον να επιβιβασθώσιν, ευρέθησαν δεκαπέντε άτομα. Η απόφασις

του παπά και η γενναιότης του μπάρμπα-Στεφανή μετά την πρώτην

έκπληξιν ενέβαλε θάρρος εις άνδρας και γυναίκας. Ήσαν δε όλοι εξ

εκείνων, οίτινες συχνά τρέχουσιν, άρρητον ευρίσκοντες ηδονήν εις

πανηγύρια και εις εξωκκλήσια. Ήσαν ο παπά-Φραγκούλης μετά της

παπαδιάς, της Βασώς και του Σπύρου, ο μπάρμπα-Στεφανής μετά του

δεκαεπταετούς υιού του, όστις ήτο και ο ναύτης του, η θειά το Μαλαμώ,

ο κυρ-Αλεξανδρής ο ψάλτης, τρεις άλλοι πανηγυρισταί και τέσσαρες

προσκυνήτριαι. Την τελευταίαν στιγμήν προσετέθη και δέκατος έκτος.

Ούτος ήτο ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο αδελφός του Αργύρη, του

αποκλεισμένου από τας χιόνας. Ήλθεν εις την αποβάθραν με σάκκον πλήρη

τροφίμων και με άλλα τινά εφόδια διά την εκδρομήν. Ιδών αυτόν ο

ιερεύς,

— Πώς το έμαθες, Βασίλη; του λέγει.

— Το έμαθα, παπά, απ' τον μάστρο-Πανάγο τον μαραγκό.

— Τι ώρα και πού τον είδες;

— Κατά τας δέκα τον ηύρα εις το καπηλειό του Γιάννη του Μπουμπούνα.

Είχε φάει ψωμί κ' εβγήκε να πιή δύο τρία κρασιά με το ισνάφι. Έλεγε

πως αποφασίσατε να πάτε στο Κάστρο, και σας εκατάκρινε για την τόλμη.

Μα εγώ το χάρηκα, γιατί ανησυχώ για κείνον τον αδερφό μου, και θέλω

ναρθώ μαζί σας, αν με παίρνετε.

— Ας είνε, καλώς ναρθής, είπεν ο ιερεύς.

Εξέπλευσαν. Εστράφησαν προς το μεσημβρινοδυτικόν του λιμένος, έβαλαν

πλώρη το ακρωτήριον Καλαμάκι. Ο άνεμος ήτο βοηθητικός, και ο πλους

ευοίωνος ήρχιζε. Ναι μεν εκρύωναν πολύ, αλλ' ήσαν όλοι βαρέως

ενδεδυμένοι. Ο παπάς εκάθησεν εις το πηδάλιον φορών την γούναν του. Η

πρεσβυτέρα είχε το σάλι της το διπλό, η θειά το Μαλαμώ είχε το βαρύ

γουνάκι και την κουζούκα της. Ο μπάρμπα-Στεφανής ήτο με την

&νιτσεράδα& του, με τον κηρωτόν πίλον του, με τον ιμάντα δεδεμένον

υπό τον πώγωνα, με τα μακρά πτερύγια σκεπάζοντα τα ώτα, και ο υιός

του Σπύρος, ο καλούμενος κοινώς το Μπερκάκι, με τας πρεκνάδας και με

τας βούλας εις το πρόσωπον, ήτο με τα μανίκια της μαλλίνης καμιζόλας

του ανασφουγγωμένος ως τους αγκώνας.

Η νοσταλγός · 第 4 / 9 段