Κομνιανάκαινα, αν και δεν είχε χρονίσει ακόμη η νύμφη της, η
μακαρίτις. Τα δύο ορφανά, μία κόρη οκταέτις και έν τετραετές παιδίον,
εφόρουν μαύρα, κατάμαυρα, όπου εστενοχώρουν κ' εχλώμιαιναν τα πτωχά
κάτισχνα κορμάκια των, και ήτον καϋμός καρδιάς να τα βλέπη τις.
Ενθύμιζαν το δημώδες δίστιχον:
Βαρύτερ' απ' τα σίδερα είνε τα μαύρα ρούχα,
γιατί τα φόρεσα κ' εγώ για μιαν αγάπη πούχα.
Η γραία έκειτο επί της κλίνης καθ' όλην την Εβδομάδα των Παθών,
γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Εβεβαίου ότι «αγγελιάστηκε» και
ητοιμάζετο ν' αποθάνη. Επέβαλλεν εις την Μόρφω, την μικράν εγγονήν
της, εργασίας ανωτέρας της ηλικίας του πτωχού κορασίου. Αίφνης εν
μέσω δύο γογγυσμών, έβαλλε μίαν φωνήν, κ' έκραζεν από της κλίνης προς
την εκτός του ισογείου θαλάμου πηγαινοερχομένην και υπηρετούσαν
παιδίσκην·
— Μη χύνης στην αυλή τα νερά· χίλιαις φοραίς σ' το είπα, στο
νεροχύτη!
Κ' επανελάμβανε τους αφορήτους στεναγμούς, επιτείνων μάλιστα αυτούς
οσάκις τυχόν, πτωχή γειτόνισσα, μη τολμώσα να εισέλθη, ήρχετο δειλώς
μέχρι της θύρας και ηρώτα πώς ήτο η ασθενής.
Βεβαίως η γρηά Κομνιανάκαινα έπασχεν, αλλ' ίσως εμεγαλοποίει το
πράγμα. Έκλαιε «τα νειάτα της», έλεγεν ότι δεν θα προφθάση να κάμη
εφέτος Πάσχα. Η γειτόνισσα η Μηλιά εβεβαίου ότι η γραία είχε και
«κομπόδεμα», αλλά πού να εμβάση μέσα καμμίαν εκ των γειτονισσών της!
Ελλείψει άλλης ασθενείας ήτο ικανή ν' αποθάνη από την φιλαργυρίαν
της. Δεν εβάστα η ψυχή της να δώση κάτι τι εις μίαν πτωχήν γυναίκα
διά να την «κυττάξη», κ' επέβαλλε βαρείαν αγγαρείαν εις την Μόρφω,
οκταετή παιδίσκην. Ενίοτε παρελήρει αληθώς. Είτα έβαλλε αγρίαν
κραυγήν. Έκραζε την παιδίσκην να την σκεπάση με το σινδόνιον, αλλά
χωρίς αύτη να την εγγίση καν, η γερόντισσα έβαλλε τοιαύτην ωρυγήν,
ώστε η μικρά κατετρόμαζεν.
Ο καπετάν Κομνιανός έλειπε με το γολεττί, κ' επεριμένετο να έλθη.
Είχε μαζύ του με το γολεττί και τον πρωτότοκον υιόν του, τον Γεώργην,
δωδεκαετή παίδα. Τούτο ήτο ένας από τους καϋμούς της γραίας, ότι
έμελλε ν' αποθάνη, ως έλεγε, χωρίς να επανίδη τον υιόν της και τον
εγγονόν της τον μεγάλον, όστις ωμοίαζε τόσον με τον μακαρίτην τον
πάππον του. Και ποίος να της σφαλήση τα μάτια; αι ανεψιαί της,
υπανδρευμέναι και αι δύο, της εβαστούσαν κακίαν διά κάτι κληρονομικάς
διαφοράς, και δεν έσπασαν το πόδι, «η λαχταριασμέναις, η
αχρόνιασταις!», να έλθουν να την ιδούν. Ούτω της ήρχετο και αυτής ν'
αποθάνη εις το πείσμα των, ν' αποθάνη χωρίς να της φιλήσωσι την
χείρα.
Ιατρός, πού να ευρεθή; Είχεν αυτή να πληρώνη; Αυτή ώφειλε να κάμνη
οικονομίαν διά τα ορφανά, και δεν έπρεπε να φθείρη το βιο του υιού
της εις τα γιατρικά, και δεν ξέρω τι. Ψευτογιάτρισσες! κάμε τη
δουλειά σου! Έχουν εμπιστοσύνην τώρα αυταί αι γυναίκες; Ο κόσμος
εχάλασε, τι τα θέλεις! Έμβαζε αυτή μες το βιο της, μες τα καλά της
ξένην γυναίκα; Της ήρχετο να επαναλάβη προς τας γειτονίσσας την ιδίαν
κραυγήν, δι' ης απεδίωκε το πάλαι παρείσακτον όρνιθα από τον ορνιθώνα
της: ξου, ξένη!
Ως τόσον επεθύμει να ήρχετο ο υιός της διά να τον νυμφεύση, να του
δώση και την ευχήν της. Σαράντα χρόνων άνθρωπος, κι' ο κόσμος είνε
πέλαγος, σαν εκείνο που αρμένιζε τώρα. Πώς να περάση την ζωήν του
χωρίς να έλθη εις δεύτερον γάμον; Και τα ορφανά, και αυτά θα εύρισκαν
μητέρα, μίαν οικοκυράν, ήτις από τώρα επροσφέρετο μάλιστα να έλθη να
την υπηρετήση, καλήν εις την ασθένειάν της. Αλλ' η γραία
Κομνιανάκαινα, μη θέλουσα να παραβή την αρχήν της, δεν εδέχθη την
εκδούλευσιν.
Το βέβαιον είνε ότι εκ των δύο ορφανών, η Μόρφω, ήτις είχεν ήδη
αίσθησιν, αν δεν επεθύμει ν' αποκτήση μητέρα, ενεθυμείτο κ' ελυπείτο
την μητέρα της. Ο Ευαγγελινός, νήπιον τριετίζον εν καιρώ της
συμφοράς, ούτε είξευρε τίποτε, ούτε ενεθυμείτο. Έκλαιε μόνον όταν η
μάμμη τον εβίαζε να φορέση τον κατάμαυρον σάκκον του. Η Μόρφω, λευκή
και ωχρά, με τα μαύρα φουστανάκια της, και με το μαύρον μανδήλιον το
σκεπάζον τα ξανθά της μαλλιά, ήτο κατηφής, κ' ενεθυμείτο το περυσινόν
Πάσχα, όταν έζη η μήτηρ της. Η ατυχής γυνή είχεν αποθάνει από την
γένναν της, το παρελθόν θέρος, και το βρέφος μετ' αυτής. Τώρα η
κορασίς είχεν αντί της καλής και πονετικής μητρός την μάμμην με την
αφόρητον παραξενιά της, ήτις, ενώ εβεβαίου ότι όλα της επόνουν,
κεφαλή, λαιμός, χείρες, πόδες, πλάται, κοιλία, μέση και τα λοιπά,
πνιγομένη δε από τον βήχα και γογγύζουσα δυνατά και βάλλουσα κραυγάς
αγρίας εφείδετο να δώση εις ιατρούς και φάρμακα, αίφνης ηγείρετο
υποβαστάζουσα την κοιλίαν της, εξήρχετο μέχρι της θύρας, έρριπτε
βλέμμα εις τον εκτός, κόσμον, κι' έλεγεν·
— Αχ! τι γλυκειά πούν' η ζωή!
Πέρυσι, ω! πέρυσι, την μεγάλην Πέμπτην πρωί, αφού εγύρισαν από την
εκκλησίαν, όπου είχον μεταλάβει όλοι, η καλή και προκομμένη μήτηρ,
καίτοι άγουσα ήδη τον έβδομον μήνα της εγκυμοσύνης της, ανεσφουγγώθη
και ήρχισε να βάφη εν τη χύτρα τα αυγά, με ριζάρι, κιννάβαρι και
όξος. Είτα ήρχισαν να έρχονται εις την θύραν ανά ζεύγη τα παιδία της
πολίχνης, με τον υψηλόν καλάμινον σταυρόν στεφανωμένον με ρόδα ευώδη
και με μήκωνας κατακοκκίνους, με δενδρολίβανον και με ποικιλόχροα
αγριολούλουδα, με τον αποσπασθέντα από τ' Οχτωήχι χάρτινον
εσταυρωμένον εις το μέσον του σταυρού, και με ερυθρόν μανδήλιον
κυματίζον, μέλποντα το άσμα:
Βλέπεις εκείνο το βουνό με κόκκινη παντιέρα;
Εκεί σταυρώσαν το Χριστό τον πάντιον βασιλέα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Σύρε, μητέρα μ', στο καλό και στην καλή την ώρα,
κ' εμένα να με καρτεράς το Σάββατο το βράδυ,
όταν σημαίνουν εκκλησιαίς και ψαίλνουνε παπάδες,
τότες και συ, μανούλα μου, νάχης χαραίς μεγάλαις.
Και τι χαραίς μεγάλαις, τω όντι, τι χαραίς δι' όλα τα παιδία! Και η
καλή η μήτηρ της προθυμότατα έδιδεν ανά δύο αρτιβαφή αυγά εις όλα τα
παιδία· δύο αυγά κόκκινα, και τι ευτυχία! τι νίκη! ενώ η μάμμη
εφώναζεν ότι αρκετά παιδία ήλθαν, και αρκετά ετραγούδησαν, και ότι
έπρεπε να υπάγουν και αλλού.
Μετά ταύτα η μήτηρ ήρχιζε να ζυμώνη, και έπλασε αρκεταίς κουλούραις
μετ' αυγών, διά τον σύζυγον, επιδημούντα τοτε, διά την πενθεράν της,
δι' εαυτήν, διά ταις κουμπάραις, ως και μικραίς «κοκκώναις» διά την
Μόρφω, διά τον Ευαγγελινόν, διά τ' αναδεξίμια της και διά τα πτωχά
παιδιά της γειτονιάς.
Κ' επειδή ο μικρός Ευαγγελινός έκλαιε, λέγων ότι δεν είνε αρκετά
μεγάλη η κοκκώνα του, η μήτηρ του έδιδεν άλλην να εκλέξη, αλλ' αυτός
δεν ημέρωνεν ούτε ήθελε να ταιριασθή. Το βέβαιον είνε ότι τας ήθελεν
όλας διά τον εαυτόν του. Και τότε η μήτηρ τον επαρηγόρει λέγουσα ότι
το Σαββάτο το βράδυ θαρθή η κουρούνα (κρα-κρα!) να φέρη το τυρί και
το κρέας (τσι-τσι!), και τότε να ιδής χαραίς ο Ευαγγελινός, σαν
ακούση κρα-κρα! την κουρούνα να χτυπά το παραθύρι. «Πάρε Βαγγελινέ το
τυρί, πάρε και το τσι-τσι να φάτε!» Και ο μικρός εψέλλιζε και αυτός,
«θα θη κουούνα να φέη του τσι-τσι» και συνάπτων τας χείρας, δακτύλους
μεταξύ δακτύλων, κατά το υπόδειγμα της μητρός, εμιμείτο την ειρεσίαν
των πτερών της κουρούνας, το δε παιδίον της γειτόνισσας της Μηλιάς,
εξαετές, άνιπτον, ρακένδυτον, οκλάζων εις μίαν γωνίαν, κρατούν την
κοκκώναν του, την οποίαν εσκέπτετο αν δεν ήτο καλόν να την φάγη τώρα
που είνε ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλίζον και λέγον: «Ναι! θαρθή η
κουρούνα! αμ' δε θαρθή!»
Και την Μεγάλην Παρασκευήν, περί την δύσιν του ηλίου, η μήτηρ ωδήγησε
τα δύο παιδία εις την εκκλησίαν, όπου, αφού έκαμναν τρεις
γονυκλισίαις προ του ανθοστεφούς κουβουκλίου, ησπάσθησαν τον
μυρόπνουν Επιτάφιον, το αργυρόχρυσον Ευαγγέλιον με τ' αγγελούδια, και
τον Σταυρόν με τ' ανθρωπάκια και της παναγίτσαις (τι χαρά, τι δόξα!),
και είτα επέρασαν τρις υπό τον υψηλόν, μεγαλοπρεπή Επιτάφιον, ο δε
Ευαγγελινός (όλα τα ενεθυμείτο η μικρά Μόρφω) ανέτρεψεν εξ απροσεξίας
πήλινον αμφορέα με ύδωρ, εξ εκείνων ους θέτουσιν υπό τον επιτάφιον
προς αγιασμόν, διά να μεταχειρισθώσι το ύδωρ εις το &καματηρό&, ήτοι
τους μεταξοσκώληκας, και εις άλλας χρείας αι νεώτεροι μυροφόροι,
γυναίκες διακαώς ποθούσαι «να ξενυχτίσουν το Χριστό» μένουσαι
άγρυπνοι εν τω ναώ πέραν του μεσονυκτίου, διότι η ακολουθία του
Επιταφίου ψάλλεται εκεί το Μέγα Σάββατον περί όρθρον βαθύν. Ο
αμφορεύς πεσών εθραύσθη, η δε γυνή ης ήτο κτήμα ωργίσθη και είπεν ότι
το έχει «σε κακό της». Τότε η μήτηρ του Ευαγγελινού, αφού επέπληξεν
αυστηρώς το παιδίον, πειραχθείσα είπεν ότι «αν είνε κακό ας είνε για
μένα!». Και την πτωχήν δεν την ηύρε ο χρόνος!
Το Μέγα Σάββατον δε, μικρόν μετά τα μεσάνυκτα, η μήτηρ εξύπνησε τον
Ευαγγελινόν και την Μόρφω, κ' ενώ εσήμαιναν διά μακρών οι κώδωνες,
επήγαν εις την εκκλησίαν, όπου εψάλη το «ω γλυκύ μοι έαρ» και άλλα
ακόμη παθητικά άσματα. Είτα οι πιστοί όλοι με αναμμένας λαμπάδας
εξήλθον εις το ύπαιθρον, υπό το αμαυρωθέν φέγγος της φθινούσης
σελήνης, ενώ η αυγή έλαμπεν ήδη ροδίνη και ξανθή, προπέμποντες τον
Επιτάφιον αγλαόφωτον με σειράς λαμπάδων. Και η αύρα πραεία εκίνει
ηρέμα τους πυρσούς, χωρίς να τους σβύνη, και η άνοιξις έπεμπε τα
εκλεκτότερα αρώματά της εις τον Παθόντα και Ταφέντα, ως να συνέβαλλε
και αυτή «ω γλυκύ μοι έαρ, γλυκύτατόν μοι τέκνον!» και η θάλασσα
φλοισβίζουσα και μορμύρουσα παρά τον αιγιαλόν επανελάμβαινε «οίμοι!
γλυκύτατε Ιησού!» Τα δε παιδία προπορευόμενα της πομπής μεγαλοφώνως
έκραζον: &Κύριε ελέησον! Κύριε ελέησον!& Ο Ευαγγελινός εψέλλιζε μετά
των άλλων: &Κύιε έησον! Κύιε έησον!&
Και ύστερον, όταν ανέτειλεν ο ήλιος του Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων την
απαραίτητον ομίχλην της Μεγάλης Παρασκευής (ήτις καθιστά μελαψήν
μιγάδα την ημέραν και παμμέλαιναν αράβισσαν την νύκτα), ο Ευαγγελινός
εξύπνησεν από τα βελάσματα του αρνίου, το οποίον ητοιμάζετο να σφάξη
διά την οικογένειαν του καπετάν Κομνιανού ο γείτονας Νικόλαος, ο
σύζυγος της Μηλιάς. Ο Ευαγγελινός και η Μόρφω εξήλθον εις το
προαύλιον. Τι ωραίον! τι ήμερον! τι λευκόμαλλον που ήτο το αρνί! Και
πώς εβέλαζε (μπε! μπε!) το καϋμένο. Εν τούτοις δεν εφαίνετο πολύ
δυσαρεστημένον, διότι έμελλε να σφαγή. Και άλλος Αμνός άμωμος, Αμνός
αίρων την αμαρτίαν του κόσμου, και άλλος ατίμητος Αμνός εσφάγη..
Την εσπέραν έφερεν οίκαδε ο πατήρ τας πασχαλινάς λαμπάδας, ωραίας,
λεπτάς, περιτέχνους. Τι χαρά, τι θρίαμβος! Φαντασθήτε ωραίας μικράς
λαμπάδας με άνθη τεχνητά, με χροσόχαρτα. Ο Ευαγγελινός ήθελε να πάρη
την της αδελφής του λέγων ότι εκείνη είνε μεγαλειτέρα. Η μήτηρ του
την έδωκεν, αλλ' ο μικρός την έσπασε, εκεί που έπαιζε με αυτήν,
έσπασε και την ιδικήν του, και ύστερον έβαλε τα κλάμματα. Ο πατήρ του
ηγόρασεν άλλην, αφού τον υποχρέωσε να υποσχεθή ότι δεν θα την πιάση
εις την χείρα έως τα μεσάνυκτα, όταν θα υπάγουν εις την Ανάστασιν.
Ο μικρός απεκοιμήθη κλαίων και χαίρων.
Μετά τα μεσάνυκτα, αφού έγεινεν η Ανάστασις, και ήστραψεν ο ναός
όλος, ήστραψε και η πλατεία από το φως των κηρίων, τα παιδία ήρχισαν
να καίουν μετά κρότου σπίρτα και μικρά πυροκρόταλα έξω εις τον
πρόναον καί τινες παίδες δεκαετείς επυροβόλουν με μικρά πιστόλια,
άλλοι έρριπτον εντός του ναού επί των πλακών του εδάφους τα βαρέα
καρφία με τα καψύλια καταπτοούντες και σκανδαλίζοντες τας πτωχάς
γραίας, αίτινες μεθ' όλον τον διωγμόν, ον εκίνουν κατ' αυτών την
Μεγάλην Εβδομάδα κατ' έτος οι επίτροποι αξιούντες να περιορίσωσιν
αυτάς εις τον γυναικωνίτην, ουχ' ήττον επέμενον και παρεισέδυον εντός
του ναού αριστερά, εις την μίαν κόγχην. Είς δ' επίτροπος της επάνω
ενορίας, άνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ότι όλοι οι εθελονταί ψάλται,
νεανίαι εικοσαετείς, εφοίτων κατά προτίμησιν εις την κάτω εκκλησίαν,
εις δε την επάνω ηναγκάζοντο να ψάλλωσιν οι ιερείς, τι εσοφίσθη;
Πιάνει και αποσπά από τον γυναικωνίτην τα &καφάσια&, τα δικτυωτά, δι'
ων εφράττοντο τέως αι γυναικείαι μορφαί από της όψεως των ανδρών, και
αφήνει τον γυναικωνίτην άφρακτον. Τότε διά μιας όλοι οι ευλαβείς και
μουσόληπτοι νεανίσκοι αφήκαν την κάτω εκκλησίαν έρημον ψαλτών, κ'
έτρεξαν όλοι εις την επάνω.
Είτα τα μικρά παιδία καί τινες παιδίσκαι τετραετείς, με τας κομψάς
πoικιλτάς λαμπάδας, ετάχθησαν ανά τον χορόν, περί τα δύο αναλόγια,
και παρά το εικονοστάσιον, και ήρχισαν να θορυβώσι, να παίζωσι, να
στάζωσιν εις τους λαιμούς αλλήλων, και να τσουγγρίζωσι τα αυγά των.
Και έν παιδίον εξαετές, πονηρότερον των άλλων (ήτο ο υιός της Μηλιάς
της γειτόνισσας), είχε πλαστόν αυγόν εις τον κόλπον του, πορώδη
λίθον, στρογγυλευμένον, κοκκινοβαφή, και δι' αυτού έσπαζε τ' αυγά
όλων των παιδιών, και τα έπαιρνε κατά την συμφωνίαν και τα έτρωγε.
Μία παιδίσκη και είς παις πενταετής, ήρχισαν να φιλονεικώσι περί του
τίνος η λαμπάδα ήτο ευμορφοτέρα.
— Όχι, η δική μου η λαμπάδα είνε καλλίτερη.
— Όχι, η δική μου.
— Εμένα ο πατέρας μ' την εδιάλεξε και είνε πιο καλή.
— Εμένα η μάνα μ' την εστόλισε μοναχή της.
— Και ξέρει να κάνη λαμπάδες η μάνα σ';
— Όχι, δε ξέρει; Σαν τη δική σ';
— Τέτοια παληολαμπάδα!
— Ναι, παληολαμπάδα;...να!...
— Να κ' εσύ!
— Να κι' άλλη μια!
Και ήρχισαν να τύπτουν αλύπητα τας κεφαλάς αλλήλων με τας λαμπάδας
των, εωσού έβαλαν τα κλάμματα και οι δύο.
Το απόγευμα πάλιν, αφού εψάλη η Β' Ανάστασις κ' έγεινεν η Αγάπη,
εξήλθαν όλοι εις την πλατείαν κ' εθεώντο την πυρπόλησιν του Εβραίου,
Τι άσχημος και τι ευμορφοκαμωμένος που ήτον ο Εβραίος! Είχε μίαν
χύτραν ως κεφαλήν, είχε και λινάρι ως γένειον. Έφερε και ζεύγος
γυαλιά (η Μόρφω τα ενεθυμείτο όλα) όμοια μ' εκείνα που φορεί η γραία
μάμμη όταν ράπτη ή εμβαλώνη τα παλαιά ρούχα της. Είχε κ' ένα σακκούλι
ή πουγγί κρεμασμένον εις το αριστερόν πλευρόν του. Εφόρει μακρυά-
μακρυά φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Και αφού τον εκρέμασαν υψηλά-
υψηλά, έως επτά οργυιάς επάνω, ήρχισαν οι άνδρες να τον ματιάζουν, να
τον τουφεκίζουν όλοι, έως ότου τον έκαυσαν.
Και ύστερον η μήτηρ έστρωσε την τράπεζαν εις την οικίαν, και παρέθεσε
τα αυγά τα κόκκινα, το τυρί, που είχε φέρει η κουρούνα, και το αρνί
ψημένο, και τα παιδία εκάθισαν εις την τράπεζαν και ήρχισαν να
τσουγγρίζουν τ' αυγά των. Τι χαρά! τι αγαλλίασις!
Εφέτος, δηλαδή κατά το έτος εκείνο της δυστυχίας διά τα δύο ορφανά,
δεν ήτο πλέον εκεί ούτε ο πατήρ των, όστις έλειπεν, ούτε η μήτηρ των,
ήτις επήγε μακρύτερα ακόμη. Αντί των δύο ήτο η γηραιά μάμμη,
ρογχάζουσα επί της κλίνης και γογγύζουσα. Αντί των κοκκίνων αυγών,
ήσαν αι φλέγουσαι εκ του πυρετού παρειαί της. Αντί των επιχρύσων
λαμπάδων, ήσαν οι δύο τρεμοσβύνοντες και βλοσυροί οφθαλμοί της. Αντί
της αθώας χαράς, αντί της αφάτου ευτυχίας του παιδικού Πάσχα, ήτο η
λύπη η βαρεία, η ανεπανόρθωτος συμφορά.
Ευτυχώς η γρηά Κομνιανάκαινα δεν απέθανε, και ο υιός της έφθασεν
απόπασχα με το γολεττί, και ήρχιζε να καλλωπίζηται και να στρίβη τον
μύστακα αποβλέπων εις δεύτερον γάμον. Αλλά, διά τα δύο παιδία, θα
επανήρχετο πάλιν η χαρά εκείνη, θ' ανέτελλεν εκ νέου γλυκεία η
παιδική Πασχαλιά; Διά τον Ευαγγελινόν ίσως, διά την Μόρφω ποτέ. Αύτη
ησθάνετο την απουσίαν της μητρός της και είξευρεν ότι δεν έμελλε να
την επανίδη πλέον επί της γης.
Γλυκεία Πασχαλιά! η μήτηρ της χαράς! Γλυκεία μήτηρ! της Πασχαλιάς η
ενσάρκωσις!
Αλλ' ο Χριστός υπεσχέθη να πίη με τους εκλεκτούς του καινόν το
γέννημα της αμπέλου εν τη βασιλεία του Πατρός του, και οι υμνωδοί
έψαλλαν: «Ω Πάσχα το μέγα και ιερώτατον, Χριστέ! δίδου ημίν
εκτυπώτερον σου μετασχείν εν τη ανεσπέρω ημέρα της Βασιλείας Σου!».
Η ΧΤΥΠΗΜΕΝΗ
Εις του Γιάννη της Παντελούς το στενό έβγαινε μία Καντίνα με τον
λευκόν φερετζέν και το γιασμάκι της και τούτο πολύ συχνά, σχεδόν κάθε
μήνα. Την είδε δύο φοραίς με τα μάτια της η γρηά Παντελού, και ο υιός
της ο Γιάννης, και διάφοροι άλλοι γείτονες. Ήτον ένα &κατάλυμα&,
παλαιά οικία καταρρεύσασα, χωριζομένη διά του στενού από της οικίας
εν ή κατωκει η γραία μετά του υιού της και της νύμφης της, είτα ένας
αυλόγυρος έρημος, μ' ένα φούρνον τον οποίον από πολλού έπαυσε να
&κολλά& η γερόντισσα και δύο ετοιμόρροποι οικίσκοι ακατοίκητοι, όλα
έρημα και σκοτεινά.
Της νύμφης της τής Γιάνναινας, «της είχεν έρθει άτυχα», εβεβαίου η
γρηά Παντελού. Μίαν εσπέραν, όπου είχε καταβή εις το κατάλυμα μοναχή
της, βλέπει έξαφνα την Καντίνα λευκόπεπλον, με το μέτωπον, την ρίνα
και τας σιαγόνας σκεπασμένα, με τα όμματα σπινθηροβολούντα, κ'
εκάθητο ως καλή οικοκυρά εις την αγκωνήν του ερειπίου, επί τινος
λίθου, καπνίζουσα το μικρό τσιμπουκάκι της, και πώς της έπρεπε τω
όντι! Ήτο άλλως η μόνη οικοκυρά του μέρους, διότι αφού ο χώρος είχε
μείνει από ετών έρημος ανθρώπων, επόμενον ήτο να ευρεθή μία καντίνα
να λάβη κατοχήν. Η παράδοσις έλεγεν, ότι το πάλαι, ότε είχον οικήσει
Τούρκοι εν τη νήσω, ο χώρος ούτος και πολλά κύκλω οικόπεδα ανήκον εις
ένα Αράπην, όστις έτρεφεν ουκ ολίγας γυναίκας, και το κατάλυμα τούτο
ήτο ακριβώς το χαρέμι του. Είνε αληθές ότι των Τούρκων οι νεκροί
γίνονται την νύκτα ζωντανοί σκύλοι, αλλ' ίσως η μία των γυναικών του
αράπη να ήτον εις το κρυφόν χριστιανή, και αν και εξεβαπτίσθη διά της
μετά του απίστου κοινωνίας, δεν είχε κατορθώσει να γίνη εντελώς
Τούρκισσα.
Άμα είδε το απίστευτον θέαμα, η πτωχή γυνή, έτρεξε με τρεμούσας
κνήμας, με την γλώσσαν κρεμαμένην έξω, λευκή ως σινδών, έτρεξεν επάνω
εις την οικίαν, κ' έπεσεν αμέσως εις την στρωμνήν πυρέσσουσα. «Της
ήρθε άτυχα». Είχε χτυπηθή. Και δεν της επήρε μεν η Καντίνα τη μιλιά
της, διότι με την γλώσσαν παραλυθείσαν δεν ηδυνήθη ν' αρθρώση
κραυγήν, αλλ' έμεινε τραυλή διά βίου.
Επί τρεις μήνας και πλέον την εδιάβαζεν ο ιερεύς της Παναγίας της
Κεχρεάς, και κατ' αρχάς αι φωναί της ήσαν ακατάληπτοι. Ύστερον όμως ο
τραυλισμός εμετριάσθη, και ηδύνατο μετά δυσκολίας να εκφράση τι
επεθύμει. Αλλά πέπλος βαθύς ηπλώθη επί της διανοίας της, όμοιον μ'
εκείνον όστις έκρυπτε τους χαρακτήρας της μορφής της Καντίνας.
Η πενθερά της «την είχε 'μόσιμο», τόσον πολύ την ηγάπα. Και την ηγάπα
δημοσία, εις το φανερόν, δεν το έκρυπτεν. Η γειτόνισσά της, η γρηά
Περμάχου, ηγανάκτει και διεμαρτύρετο κατά της τόσης αδυναμίας της
ομήλικός της προς την ασθενή νύμφην. Διότι η πτωχή Γιάνναινα,
τριακοντούτις γυνή, ωχρά, αναιμική εξ αρχής, εφύλαττε την στρωμνήν
επί μήνας πολλούς, μετά την όψιν του φαντάσματος. Της έλεγεν «ε! σαν
πεθάνη, και τι τάχα; θα ξελευθερωθή...» Αλλ' η γραία Παντελού ούτε
αστεϊσμού χάριν ηδύνατο να ακούση τοιαύτην ευχήν εκφερομένην. Ν'
αποθάνη η νύμφη της; Μη γένοιτο! Και είχεν άλλην νύμφην;
Και όμως, μ' όλους τους απαισίους κρωγμούς της γρηάς Περμάχου, η
Παντελού δεν έπαυε να την έχη έμπιστον, να της λέγη όλα τα μυστικά
της. Μίαν πρωίαν ελθούσα παρά την θύραν της καλύβης, όπου κατώκει η
απαίσιος γραία, υπό την φυλλορροούσαν κληματαριάν, της είπεν ότι η
νύμφη της είχε περάσει πολύ άσχημα την νύκτα, ότι δις ήλθεν εις
κίνδυνον, ότι «ακόμα λίγο και θελά σώσει», ότι εξύπνησαν τα μεσάνυκτα
τον εφημέριον διά να την μεταλάβη, και ότι μόλις τώρα τα χαράγματα
ησύχασεν ολίγον και απεκοιμήθη. Αλλ' ότι ακόμη είνε φόβος, φόβος και
κίνδυνος.
Στρέψασα τότε η γρηά Περμάχου πολυσήμαντον βλέμμα προς την
συνηλικιώτιν και ομότριχά της, της λέγει·
— Σα σ' ακούω, γειτόνισσα! Θα φάη κι' άλλη ψωμί!...
Εν τούτοις η ταλαίπωρος γυνή υπέφερε και ήτον αξία οίκτου. Έπασχεν
από συνεχή πνιγμονήν, είχε λήρους, λιποθυμίας, παραμιλήματα, έκλαιε
κ' εκόπεττο άνευ αιτίας παννυχί υπό τον σκληρόν εφιάλτην. Ετραύλιζεν,
ετραύλιζε πάντοτε. Εφώναζεν αίφνης: «Να την! την βλέπω!» Εφαντάζετο
ότι βλέπει πάντοτε την καντίναν με τον φερετζέν και με το τσιμπουκάκι
της. Έκραζεν, έξυπνος ή κοιμωμένη, την κόρην της, παιδίσκην επταετή:
«Έλα, μικλό μου! Κατελνιώ μου! καλδιά μ' πονεί...» Και η μικρά ήρχετο
πλησίον της και την ενηγκαλίζετο. Η κορασίς αύτη ήτο απαράλλακτον
αντίτυπον της μητρός της, μικρογραφία της αυτής εικόνος. Μακρά,
ισχνή, λευκοτάτη, κηρόπλαστος. Εν τούτοις η μάμμη της δεν την ηγάπα.
Επροτίμα τον αδελφόν της, τον μικρόν Πολυχρονάκην, τετραετές παιδίον
«με τέσσαρα μάγουλα», ακριβές αντίγραφον του πατρός του.
Ο χρηστός ούτος νοικοκύρης, γεωργοκτηματίας εκ των πρώτων της νήσου,
επαρχιακός σύμβουλος, βραχύσωμος, παχύς, προγάστωρ, επανήρχετο
πάντοτε την εσπέραν από το χωράφι (συνήθως ήρχετο πολύ μετά την δύσιν
του ηλίου, ενίοτε δύο-ώραις-νύχτα,) κουρασμένος, πεινασμένος,
ολιγόλογος, αλλ' όχι και οργίλος, ούτε παράξενος. Δεν ηρώτα ποτέ την
πάσχουσαν πώς επέρασε την ημέραν, αλλά και δεν εγόγγυζε ποτέ ούτε
παρεπονείτο διατί να είνε άρρωστη. Είχεν εργασίας, είχε σχέδια,
ειργάζετο ο ίδιος, αλλά και δεν έπαυε να έχη παραγυιούς, να
δανείζεται και να πληρώνη ημεροκάματα. Είχε δύο τρεις ελαιώνας
λαμπρούς, φθονετούς, κ' εύρισκε τους δανειστάς προθύμους. Εφαντάζετο
ότι η προθυμία αύτη ήτο εκ σεβασμού και αβροφροσύνης προς αυτόν, ως
πρόκριτον εκ καλής οικογενείας του τόπου. Όλον τον χρόνον δεν του
έλειπον οι εργάται. Είχε δύο βουνά ολόκληρα να καλλιεργήση. Είχε να
ξανοίξη, να ξεσκαλώση, να θαμνέψη, να βοτανίση, να φυτέψη, να
θηλιάση, να οργώση. Έπειτα είχε να συγκομίση τους καρπούς, να εκθλίψη
τα έλαια, να πατήση τας σταφυλάς. «Καιρός του φυτεύσαι και καιρός του
εκτίλλαι». Εδανείζετο λοιπόν κ' επλήρωνε. Έλεγε: «παίρνοντας και
δίνοντας». Συνήθειαν δεν είχε να λογαριάζεται ποτέ, αν και έδιδεν εις
τους τόκους ό,τι του επερίσσευεν. Οι δανεισταί του, ως εκ της
οφειλομένης αβροφροσύνης προς αυτόν, ως εκ προγόνων προεστώτα του
τόπου, δεν τω έλεγον ποτέ: «Έλα να λογαριασθής». Δεν εφαντάζετο ότι
όλα και όλα τα χρέη του θα υπερέβαιναν ποτέ τα χίλια τάλληρα. Εις την
πρώτην ελαιοφορίαν είχε σκοπόν να τα εξωφλήση όλα. Αλλά μίαν εσπέραν
πολύ δυσαρέστως εξεπλάγη, όταν, επανελθών από το χωράφι, εύρεν εις
την θύραν του τοιχοκολλημένην αγωγήν «περί πληρωμής, δραχ. 19,892 και
85% εντόκως, από της επιδόσεως μέχρις εξοφλήσεως». Ο αυθάδης κλητήρ,
όστις μόνος αυτός ετόλμησε να λησμονήση την οφειλομένην προς τον
απόγονον των προεστώτων αβρότητα, παρεπονέθη ότι δεν εύρισκε ποτέ τον
εναγομένον, ότι ήτο αιωνίως εις το χωράφι, ότι ποτέ ούτε κατά
Κυριακήν δεν κατέβαινεν εις την αγοράν, και επειδή αι γυναίκες δεν
είξευραν να υπογράψουν, ούτε ήθελαν να δεχθούν το έγγραφον,
προεικάζουσαι ότι θα ήτο φοβερόν τι, εκόλλησε την αγωγήν επί της
θύρας, κ' επήγε να πίη το ορεκτικόν του.
Και είνε παραδεδεγμένον ότι μία δυστυχία δεν έρχεται ποτέ μόνη της.
Μόλις είχε παρέλθει μην από του ανεξηγήτου παθήματος της γυναικός
του, και η αγωγή του εκοινοποιήθη. Εννοείται ότι, αν και ήτο
επαρχιακός σύμβουλος, δεν ενόει τίποτε από δικαστικά πράγματα, και οι
δικολάβοι τον εξεμεταλλεύοντο όπως ήθελαν αυτοί. Έπαυσε τους εργάτας
διά να πληρώση τους δικηγόρους. Η γρηά Παντελού ήλθεν εις την ακμήν
να μετανοήση ότι έπαυσε να κολλά τον φούρνον, ας ήτο και μήτηρ
συμβούλου επαρχιακού. Δεν της ήρκουν τα άλλα βάσανα, είχε και την
γραίαν στρίγλαν την γειτόνισσάν της, ήτις δεν έπαυε να επαναλαμβάνη
την σκληράν επωδόν: «Θα φάη κι' άλλη ψωμί!».
Και αυτή, την νύμφην της, «την είχε 'μόσιμο». Ηδύνατο να ακούη
τοιούτον κακόηχον κρωγμόν; Μίαν ημέραν έχασε την υπομονήν και της
λέγει: «Για να σου πω, γειτόνισσα, δεν μ' αρέσει να μ' το λες αυτό».
Τότε η γραία στραφείσα της απεκρίθη: «Το ξέρω δα πως αμόνεις στ'
όνομά της, γειτόνισσα· μα ησύχασε· το όνομά της δε θα χαθή!».
Ήτον ημέρα Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως, και η γρηά Παντελού,
επιστρέψασα εκ της λειτουργίας, όπου είχεν ακούσει «ταις γεννεαίς
δεκατέσσαρες», ανέβη εις την οικίαν. Η ασθενής ανέκειτο επί της
στρωμνής παρά την εστίαν, και η μικρά Αικατερίνη καθημένη παρά το
προσκέφαλόν της τής εκράτει την χείρα. Η γρηά Περμάχου είχεν έλθει να
κάμη την συνήθη πρωινήν επίσκεψιν, να δώση κανέν ψευτογιατρικόν εις
την πάσχουσαν και να πίη την φασκομηλιά της με το πετιμέζι· οκλάζουσα
εις μίαν γωνίαν αντικρύ της εστίας, ομοία με την κουκουβάγια,
προσήλου τους μεγάλους οφθαλμούς της επί την ασθενή, και κατεμέτρει
τους προϊόντας βαθμούς της φθοράς επί του προσώπου της. Είτα ηγείρετο
και κατέβαινεν εις την καλύβην της, και η γρηά Παντελού την προέπεμπε
συνήθως μέχρι της κλίμακος. Τότε η Περμάχου επανελάμβανε, ταπεινή τη
φωνή, την προφητείαν της ότι «θα φάη κι' άλλη ψωμί», η δε γραία
διεμαρτύρετο ασθενώς κατά της επιμονής της.
Και την ημέραν εκείνην το αυτό συνέβη, και το παράδοξον, ότι μόλις
εσηκώθη η Περμάχου, ευχομένη «περαστικά» κατά το σύνηθες, και η
ασθενής εστήλωσε τα ώτα, προσβλέπουσα διά της ημικλείστου μεινάσης
θύρας προς τον εξώστην, καθ' ην διεύθυνσιν εξήλθον αι δύο γραίαι.
Ήκουσε τους ψιθυρισμούς των, και η όψις της έγινε πελιδνοτέρα ή όσον
ήτο. Διέκρινεν άρα την δύσηχον φράσιν της γραίας κακομάντιδος;
Στραφείσα τότε προς την κόρην της, μετά κόπου και δυσκολίας της είπε
τραυλίζουσα·
— Αχ! παιδί μου, εγώ έχω ως τώλα πεθελά, και συ από δω κ' εμπλός θα
έχης... Και εστάθη.
— Τι θα έχω; ηρώτησε μετά παιδικής περιεργείας η παιδίσκη.
Η ασθενής ανένευσεν, ως να ήθελε να είπη· «Άφησέ τα, τώρα δεν είνε
καιρός». Αλλ' η μικρά επέμεινε·
— Τι θα έχω, μητέρα;
— Τι να σου πω, παιδί μου, εψιθύρισεν η πάσχουσα, ο Θεός ξέλει...
Ίσως ήθελε να είπη «μητρυιά», Αλλά δεν είχε το θάρρος να αρθρώοη την
λέξιν.
— Γιατί, μητέρα, επανέλαβεν η παιδίσκη, είπες πως έχεις πεθερά, σαν
να μην είσ' ευχαριστημένη; Και δεν σ' αγαπάει η μαμμίτσα μου;
Η ασθενής έσεισε την κεφαλήν, αλλά δεν είπε λέξιν.