είπε το Βασιλόπουλο. Περνούσα τις μέρες μου στο δώμα, κοιτάζοντας
τον ουρανό και τον κάμπο, ή κατέβαινα και τραβούσα σημάδι
με τη σφενδόνα μου, και μόνη μου συλλογή ήταν να ξεφύγω από
τους αιώνιους καβγάδες και τις μικροπρέπειες του παλατιού. Μα
τώρα, αφότου κατέβηκα από το βουνό μας και πήγα ανάμεσα στους
ανθρώπους, βλέπω, νιώθω την ανάγκη να μάθω... Και θα μάθω,
εξακολούθησε με δύναμη. Θα πάγω στο δάσκαλο, θα δουλέψω
μέρα-νύχτα, και θα μάθω! Αλλιώς δε θα εκτελέσω ποτέ το σκοπό
μου.
Κάμποση ώρα πήγαιναν τ' αδέλφια.
Παντού μοναξιά. Κανέναν άνθρωπο δεν αντάμωσαν, ούτε στα
χωράφια, ούτε στα δάση, για να ρωτήσουν από πού είχε περάσει ο
Τζοτζές.
Βγαίνοντας από το δάσος, πέρασαν από ένα σπιτάκι μοναχικό. Στην
πόρτα κάθουνταν ο νοικοκύρης με το κεφάλι μαντιλοδεμένο, και
κάπνιζε το τσιμπούκι του.
Το Βασιλόπουλο τον αναγνώρισε και στάθηκε να τον καλημερίσει.
- Πώς πάγει το κεφάλι, Κακομοιρίδη;
Ο άνθρωπος σηκώθηκε, άρπαξε το χέρι του αγοριού και το φίλησε.
- Η Παναγιά να σ' έχει καλά, παλικάρι μου, είπε συγκινημένος.
Δε θα ξεχάσω ποτέ τι σου χρεωστώ.
Και, βλέποντας την Ειρηνούλα, ρώτησε:
- Αδελφή σου είναι η παιδούλα;
- Ναι!
- Ορίστε στο φτωχικό μου λοιπόν, καθήστε να ξεκουραστείτε.
- Δεν έχω καιρό να σταματήσω, είπε το Βασιλόπουλο. Κυνηγώ
κάποιον που τρέχει μπροστά μου, και που πρέπει να τον φθάσω.
- Αν κυνηγάς κανένα σαν εσένα και μένα, θα τον πρόφθαινες
ίσως. Μ' αν κυνηγάς κανέναν παλατιανό, θα έπρεπε να έχεις το
άλογο του Τζοτζέ για να τον φθάσεις.
- Άλογο; Ο Τζοτζές έχει άλογο; Πού τον είδες;
- Πέρασε από δω την αυγή. Πιλαλούσε το άλογο του σα
δαιμονισμένο...
- Μα πού το βρήκε το άλογο; διέκοψε το Βασιλόπουλο.
Ο Κακομοιρίδης χαμογέλασε.
- Οι παλατιανοί όλα τα βρίσκουν, έννοια σου, είπε. Και ο
κυρ-Λαγόκαρδος με το άλογο πέρασε χθες τη νύχτα.
- Πήραν τον ίδιο δρόμο;
- Ναι! Και περνώντας σήμερα, μου φώναξε ο νάνος αν είχα
χαιρετίσματα για τον κυρ-Λαγόκαρδο, γιατί θα τον έβλεπε, λέει,
γρήγορα.
Και παρατηρώντας το Βασιλόπουλο που έστεκε μαραμένο, με τα
χέρια δεμένα:
- Μην κακοκαρδίζεις, παλικάρι μου, εξακολούθησε. Έλα μέσα με
την αδελφή σου. Του κάκου τον κυνηγάς, δεν τον προφθαίνεις πια!
Σαν μπήκαν λοιπόν στο σπίτι, η κόρη του Κακομοιρίδη έψησε
καφέ, τον εσερβίρισε σε σιδερένια κουπάκια, και τον ακούμπησε
μπροστά τους, σε σιδερένιο ταψί.
Το Βασιλόπουλο παρατήρησε πως όλα τα έπιπλα ήταν και αυτά
σιδερένια, και ρώτησε γιατί.
- Αμέ, σιδεράς είναι η τέχνη μου, παλικάρι μου, αποκρίθηκε ο
Κακομοιρίδης. Μια φορά κι έναν καιρό, εγώ έφτιανα όλα τα σπαθιά,
τις σαΐτες και τους θώρακες του βασιλείου, εγώ σκέπαζα με σίδερο
και τα τρανά καράβια, που γέμιζαν το ποτάμι και φοβέριζαν τη
γειτονιά. Μα πέρασαν τα καλά χρόνια, χάθηκαν τα καράβια, παν και
τα όπλα, και καινούρια δεν παραγγέλνει πια το παλάτι, κι έτσι
μένουν άχρηστα τα χέρια μου. Όσο σίδερο βρίσκουνταν στην αποθήκη
μου, το μεταχειρίστηκα κι έφτιασα τα έπιπλα μου, έτσι για να 'χω
δουλειά και να μην κάθομαι. Μα δεν έχω πια σίδερο. Και κάθομαι
διπλοχέρης, καπνίζοντας το τσιμπούκι μου, ενώ η κόρη μου πουλά
τα κεντήματα της για να φέρει λίγο ψωμί στο σπίτι. Όλα ανάποδα,
παλικάρι μου!
Τα μάτια του Βασιλόπουλου αχτινοβολούσαν από καινούριες ελ-
πίδες που είχαν γεννηθεί στην καρδιά του.
- Και πρώτα, τον καιρό που παράγγελνε σπαθιά το παλάτι, που
αγόραζες το σίδερο; ρώτησε.
- Δεν το αγόραζα εγώ. Το παλάτι μου το προμήθευε.
- Και το παλάτι από πού το έπαιρνε;
- Αχ, παιδί μου, ήταν τον καιρό που όλα πρόκοβαν εδώ! Τόσα
παλικάρια και φαμελίτες άνθρωποι ζούσαν από τα μεταλλεία του
Κράτους. Τους έβλεπες σα μερμήγκια και κατέβαιναν κάθε μέρα στα
πηγάδια κι έβγαζαν τις πέτρες, και άλλοι τόσοι δούλευαν στα
συνεργεία όπου χώριζαν το μέταλλο από την πέτρα. Εγώ τότε διεύθυνα
εκατό δουλευτάδες τεχνίτες, κερδίζαμε μπόλικα το ψωμί μας, δεν
ήταν ένας από μας που να μην είχε το βραστό του ή την κότα του
την Κυριακή. Παν και παν αυτοί οι καιροί! στέναξε ο Κακομοιρίδης.
- Και γιατί άραγε να μην ξανάρθουν οι καλές μέρες; είπε μ'
ενθουσιασμό το Βασιλόπουλο. Γιατί να μην ξαναρχίσει η δουλειά, να
βγάζουν πάλι σίδερο και να φτιάνεις εσύ σπαθιά και σαΐτες και λόγχες;
Ο Κακομοιρίδης χαμογέλασε:
- Και ποιος θα πληρώσει τους δουλευτάδες; Ο Βασιλιάς
μουφλούζεψε. Ούτε να φάγει πια δεν έχει.
Το Βασιλόπουλο έσκυψε το κεφάλι, καταθλιμμένο. Φλουριά του
χρειάζουνταν! Πού να βρει φλουριά;
Θυμήθηκε το χαμένο θησαυρό και σφίχθηκε η καρδιά του. Ση-
κώθηκε και αποχαιρέτησε τον Κακομοιρίδη και την κόρη του.
- Έλα, είπε της Ειρηνούλας. Πάμε ευθύς στου δασκάλου.
Μα δεν πρόφθασαν να πάνε ως το σπίτι του, τον αντάμωσαν
στο δρόμο.
- Ώρες καλές, παιδί μου, είπε ο δάσκαλος αναγνωρίζοντας τ'
αδέλφια. Για πού;
- Εσένα γύρευα, είπε το Βασιλόπουλο. Μια χάρη έχω να σου
ζητήσω κι έρχουμουν στο σπίτι σου.
- Κρίμα! Ίσα-ίσα πηγαίνω στου αδελφού μου που κάθεται στη
χώρα. Δεν κάνει άραγε να μου τα πεις στο δρόμο;
- Γιατί όχι; Κι εγώ πρέπει να γυρίσω στη χώρα με την αδελφή
μου, ώστε πηγαίνοντας τα λέμε. Έχω μια πρόταση να σου κάνω.
Θέλω να μάθω γράμματα. Με μαθαίνεις εσύ;
- Μπράβο! Μα πόσα μου πληρώνεις; Ξέρεις πως είμαι φτωχός
άνθρωπος. Δεν μπορώ χάρισμα να διδάσκω...
- Φλουριά δεν έχω, ούτε τίποτε άλλο, διέκοψε το Βασιλόπουλο,
μα θα σου προτείνω μια συμφωνία. Εσύ δεν έχεις για να ζήσεις
παρά λίγα χορταρικά που σου καλλιεργούν τα παιδιά...
- Όχι χορταρικά, μόνο ρίζες, διέκοψε ο δάσκαλος. Δε φυτεύω
πια παρά καρότα, κρεμμύδια και τέτοια πράματα, που ο καρπός
τους δε φαίνεται. Ειδεμή μου τα κλέβουν.
- Καλά. Σου προτείνω λοιπόν εγώ να σου φέρνω κανένα πουλί ή
λαγό ή κουνέλι, ή ό,τι άλλο κυνήγι σκοτώσω, για κάθε μάθημα που
θα μου κάνεις. Δέχεσαι;
- Ακούς λέει! είπε καταχαρούμενος ο δάσκαλος. Τόσα χρόνια
έχω να φάγω κρέας, που ξέχασα και τη γεύση του.
Περνούσαν από το δάσος.
Ο δάσκαλος πήρε ένα χοντρό ξερό κλαδί, το έκοψε σε μικρά
τετραγωνάκια και χάραξε από ένα γράμμα στο καθένα. Ύστερα
κάθησε στη ρίζα ενός δέντρου και τ' άπλωσε μπροστά του.
- Ελάτε, είπε, να σας μάθω τα ψηφία πρώτα-πρώτα.
Τ' αδέλφια κάθησαν κοντά του και το μάθημα άρχισε.
Ο δάσκαλος είχε υπομονή και οι μαθητές ζήλο και πόθο να μάθουν.
Ώστε ο ήλιος είχε βασιλέψει, και ακόμα κάθουνταν οι τρεις
στα πόδια του δέντρου, ανακατώνοντας και ξαναδιαλέγοντας τα
ξυλαράκια και σχηματίζοντας συλλαβές και λέξεις.
- Καλά, είπε ο δάσκαλος. Αν τα πηγαίνομε πάντα έτσι, γρήγορα
θα μάθετε περισσότερα και από μένα. Σε λίγο θα σας δώσω και
βιβλία να διαβάζετε μοναχοί σας.
Πήραν πάλι τό δρόμο της χώρας. Πηγαίνοντας κουβέντιαζαν.
- Τον καιρό του Συνετού Α', αν περνούσες από δω, θα έλεγες
πως όλη η χώρα ήταν ένα μεγάλο εργοστάσιο, είπε ο δάσκαλος.
- Τι δουλειά έκαναν; ρώτησε το Βασιλόπουλο.
- Καράβια, αποκρίθηκε ο δάσκαλος. Και πρωτομάστορης ήταν ο
αδελφός μου. Έκοβαν τα δέντρα, τα κατέβαζαν στο ποτάμι,
χτίζουνταν εκεί τα βασιλικά καράβια κι έμπαιναν στο ναύσταθμο...
- Πού είναι τώρα ο αδελφός σου; ρώτησε με λαχτάρα το Βασιλόπουλο.
- Στη χώρα βρίσκεται, εκεί πηγαίνω απόψε. Μα κουτσοζεί ο
κακομοίρης, με το μεροδούλι-μεροφάγι. Μια στραβή να του έλθει,
μια ν' αρρωστήσει, θα βρεθεί χωρίς ψωμί.
- Πώς τον λένε;
- Αμοιράκο-πρωτομάστορη, για να τον διακρίνουν από μένα που
είμαι Αμοιράκος-δάσκαλος.
- Ήθελα να τον γνωρίσω, είπε το Βασιλόπουλο.
- Γιατί όχι; Αντί να τρέχεις στο Σχολείο του Κράτους, έλα αύριο
στο σπίτι του να κάνεις το μάθημα σου. Αν έλθεις νωρίς θα με βρεις
εκεί.
- Καλά, θα έρθω.
Εμπρός στην πόρτα του πρωτομάστορη ο δάσκαλος τους αποχαιρέτησε,
και το Βασιλόπουλο με την Ειρηνούλα ανέβηκαν στο βουνό.
Ήταν πια αργά σαν έφθασαν στο παλάτι. Όλοι κοιμούνταν.
Μόνος ο Πολύκαρπος τους περίμενε με ανησυχία, και μια έβγαινε
ως έξω να δει αν φθάνουν, και μια γύριζε στον μπάγκο όπου
κοιμούνταν ξαπλωμένος ο Πολύδωρος, και του έλεγε τις ανησυχίες
του, που ο άλλος ούτε τις άκουε.
- Φύλαξα φαγί για σένα και την Αφεντιά του, τον αδελφό σου,
είπε χαρούμενα της Ειρηνούλας, μόλις την είδε. Έμπα στην τραπε-
ζαρία, κυρα-Βασιλοπούλα, έχω στρωμένο το τραπέζι.
Ο Πολύδωρος, ωστόσο, είχε ξυπνήσει με τις ομιλίες και άναβε
δαδί, για να τους φέξει ως την τραπεζαρία. Φανάρι δεν μπορούσε
να ανάψει, γιατί ούτε λαμπάδα, ούτε αλειμματοκέρι πια δε
βρίσκουνταν στο παλάτι. Ώστε έμπηξε το δαδί σε μια στάμνα και με
αυτό το φως κάθησαν τ' αδέλφια να φάγουν.
Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, πήγαν πάλι στο δάσος, όπου το
Βασιλόπουλο σκότωσε αγριόπουλα και κουνέλια, ενώ η Ειρηνούλα
ξεφώλιαζε αυγά και μάζευε οπωρικά και χόρτα.
Όταν γύρισαν, κανείς ακόμα δεν είχε σηκωθεί! Μόνος ο Πολύ-
καρπος πάλι ετοίμαζε το μαγειριό για την Ειρηνούλα.
Το Βασιλόπουλο πήρε από το μάτσο το μερδικό του δασκάλου
και αποχαιρέτησε την Ειρηνούλα.
- Δε θ' αργήσω, είπε. Το σπίτι του πρωτομάστορη είναι σχεδόν
στο ρίζωμα του βουνού, και θα γυρίσω μόλις τελειώσει το μάθημα.
Βρήκε το δάσκαλο και τον αδελφό του, καθισμένους στο σαχνισί
[Σαχνισί: σκεπαστός εξώστης κλεισμένος ολόγυρα με τζάμια]
του σπιτιού, που έτρωγαν ψωμί κι ελιές.
- Καλό στο παλικάρι, είπε ο δάσκαλος, και του σύστησε τον
αδελφό του.
Το Βασιλόπουλο αμέσως άρχισε ομιλίες με τον πρωτομάστορη,
ρωτώντας χίλιες-δυο λεπτομέρειες για τον τρόπο που έχτιζε άλλοτε
τα βασιλικά καράβια, και ο πρωτομάστορης μελαγχολικά ξαναθυμούνταν
τα παλιά του χρόνια, και με δάκρυα στα μάτια διηγούνταν
τη συγκίνηση που είχε κάθε φορά που έβλεπε στον ποταμό κανένα
καινούριο καράβι, που το είχαν φτιάσει τα δικά του χέρια.
- Δε θα είχες όρεξη να ξαναχτίσεις καράβια; ρώτησε το Βασιλόπουλο.
Ο πρωτομάστορης χαμογέλασε πικρά.
- Μην κάνεις τέτοια χωρατά, είπε, δεν έχουν νοστιμάδα.
- Μ' αν βρίσκουνταν κανένας... ας πούμε πάλι ο Βασιλιάς... και
σου ξαναπαράγγελνε καράβια, θα τα έκανες;
- Δε θα μου τα παραγγείλει ο Βασιλιάς, κι έννοια σου, είπε ο
πρωτομάστορης με περιφρόνηση. Ο Βασιλιάς όλη του τη ζωή δε
σκέφθηκε παρά την ησυχία του. Τώρα είναι αργά για να ξυπνήσει.
Ούτε να φάγει πια δεν έχει, ας είναι καλά οι αρχικαγκελάριοι, αρχι-
στράτηγοι, στόλαρχοι και συντροφιά.
- Τι έκανε ο αρχιστράτηγος, ξέρεις; ρώτησε το Βασιλόπουλο.
- Για τον Μασκαρόπουλο ρωτάς; Και ποιος δεν τα ξέρει! Έκανε
εκείνα που κάνουν όλοι στο παλάτι. Είχε στα χέρια του τις αποθήκες
του στρατού και τις άδειασε όλες. Σαν πούλησε τα όπλα, τις σκηνές
και τις φορεσιές, έκανε περιουσία κι έφυγε στα ξένα, χωρίς καν να
το νιώσει ο Αφέντης. Και οι πέτρες τα ξέρουν αυτά που σου λέγω.
Ο κόσμος τα έχει βούκινο. Μόνος ο Βασιλιάς βρίσκεται να μην τ'
ακούει, πρόσθεσε ο πρωτομάστορης.
- Τι φταίγει και ο Βασιλιάς, είπε το Βασιλόπουλο, γυρνώντας
τάχα να κοιτάξει τι γίνουνταν στο δρόμο, μα περισσότερο για να
κρύψει την κοκκινάδα του προσώπου του. Τι φταίγει ο Βασιλιάς, σα
δεν έχει παρά κλέφτες και μπερμπάντηδες γύρω του;
- Ας φρόντιζε να γνωρίσει τους υπαλλήλους του, πριν τους εμπιστευθεί
τα συμφέροντα του Κράτους, είπε με θυμό ο πρωτομάστορης. Και σαν
έβγαιναν μπερμπάντηδες, ας τους τιμωρούσε. Μα πότε νοιάστηκε τίποτα;
Έπειτα μας τρώγει εμάς η πονοψυχιά! Πώς να τιμωρήσεις κλέφτη ή
προδότη, ή ό,τι άλλο ασυνείδητο; «Τον κακόμοιρο τον άνθρωπο»,
σου λένε, «γιατί να καταστραφεί; Τόσοι άλλοι κάνουν χειρότερα!»
Και πάει λέγοντας. Και μόνο οι τίμιοι δε βρίσκουν εδώ ψωμί!
Το Βασιλόπουλο τον διέκοψε για να μην ακούσει άλλα εναντίον
του πατέρα του.
- Γιατί τρέχει ο κόσμος στο δρόμο; ρώτησε δείχνοντας δυο-τρεις
χωρικούς, που με τις γυναίκες τους έφευγαν βιαστικά προς το βουνό.
Οι δυο Αμοιράκοι έσκυψαν στο παράθυρο.
- Κανένας καβγάς θα είναι πάλι, είπε ήσυχα ο πρωτομάστορης.
Εμείς εδώ είμαστε συνηθισμένι σ' αυτά, δε μας κάνουν πια εντύπωση.
- Γίνονται πολλοί καβγάδες; ρώτησε το Βασιλόπουλο.
- Γίνονται βέβαια, γιατί αφότου χαλάρωσε και χάθηκε η
δικαιοσύνη, ο καθένας γυρεύει μόνος του να βρει το δίκαιο του και
να εκδικηθεί εκείνον που τον έβλαψε ή που νομίζει πως τον έβλαψε.
Κι έτσι κάθε μέρα πέφτει ξύλο στη χώρα και στα χωριά. Πολλές φορές
γίνονται και φόνοι. Μα πού να το νιώσει η δικαιοσύνη! Ούτε
χωροφύλακας πια δεν υπάρχει!
Το Βασιλόπουλο άκουε, και η ψυχή του θλίβουνταν όλο και περισσότερο
για τις δυστυχίες του τόπου του. Ό,τι και να έλεγε, πάντα
στο παράπονο γύριζε η ομιλία.
- Και το μάθημα; είπε ο δάσκαλος διακόβοντας την κουβέντα.
Πώς μου έφερες τόσο ορεκτικό κουνελάκι, αν δεν είναι να μάθεις
και τίποτα παρακάτω;
Το Βασιλόπουλο έβγαλε τα ξυλαράκια από την τσέπη του και το
μάθημα άρχισε.
- Αν μαθαίνεις τόσο δα κάθε μέρα, είπε ευχαριστημένος ο δά-
σκαλος, γρήγορα θα σου δώσω τα βιβλία που σου υποσχέθηκα και
που θα διαβάζεις μονάχος σου.
Έξαφνα άνοιξε η πόρτα με ορμή και ο υπασπιστής Πολύδωρος
μπήκε μέσα λαχανιασμένος και κατασκονισμένος.
- Αφέντη, είπε και η φωνή του έτρεμε, ο Βασιλιάς σε ζητά αμέσως.
Έφθασαν κακές ειδήσεις. Η Αφεντιά του τα 'χάσε, κλαίει και σε
φωνάζει, και μ' έστειλε η Βασιλοπούλα να σου πω να έλθεις ευθύς.
- Αφέντη; αναφώνησε ζαλισμένος ο δάσκαλος.
Ο πρωτομάστορης αναπήδησε.
- Αφέντη; επανέλαβε.
Το Βασιλόπουλο είχε σηκωθεί. Το πρόσωπο του ήταν κατάχλωμο.
- Ο θείος Βασιλιάς... μουρμούρισε.
- Ποιος είσαι! Ποιος είσαι! φώναξε ο πρωτομάστορης, που με
τρόμο θυμήθηκε τα λόγια που είχε ξεστομίσει πρωτύτερα.
- Είμαι ο γιος του Βασιλιά, είπε το Βασιλόπουλο τείνοντας του
το χέρι. Και τώρα σου το διατάζω εγώ, ν' αφήσεις τη δουλειά σου
και να χτίσεις καινούριο στόλο. Και αν δεν έχω φλουριά, και αν
περάσουν χρόνια και δέ σε πληρώσω, πάλι να μη σταματήσεις, παρά
να δουλέψεις ώσπου να σκεπαστεί πάλι το ποτάμι με καράβια. Ήλθε
η ώρα όπου θα κάνομε θυσίες. Ξέχασε το άτομο σου και το συμφέρο
σου, δούλεψε μόνο για το κοινό καλό του τόπου. Το ζητά η
Πατρίδα, και θα σου δώσω το παράδειγμα.
Ο πρωτομάστορης έπεσε στα γόνατα, άρπαξε το χέρι του αγοριού
και το φίλησε.
- Θα σου ξαναχτίσω στόλο, είπε με δύναμη, και θα δουλέψω
ώσπου ν' αποστάσω.
Και βγήκε έξω το Βασιλόπουλο με αναστατωμένη την ψυχή.
Ο Πολύδωρος τον ακολούθησε.
Τα τελευταία εκείνα λόγια τον είχαν εξάψει και η καρδιά του
φούσκωνε από αγάπη και θαυμασμό για τον νέον Αφέντη του που
τα είχε ξεστομίσει.
Η'. Η ΚΟΡΩΝΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ
Ο βασιλιάς πήγαινε κι έρχουνταν με νευρικά άτακτα βήματα, και
χοντρά δάκρυα κυλούσαν στα παχουλά τριανταφυλλιά του μάγουλα.
Καθώς είδε το γιο του, έβγαλε μια φωνή:
- Αχ, παιδί μου! Πλάκωσε η αντάρα!
Και πέφτοντας σε μια καρέγλα, έκρυψε το πρόσωπο του στα χέρια
του κι έκλαψε με λυγμούς.
Πλάγι του, ήσυχος και αδιάφορος, στέκουνταν ο κυρ-Κατρακυλάκος,
με τα χέρια διπλωμένα και ακουμπισμένα στο στομάχι του,
και περίμενε τις διαταγές του Άρχοντα με τη συνηθισμένη του
απάθεια. Το Βασιλόπουλο σίμωσε το Βασιλιά.
- Πατέρα, είπε, προσπαθώντας να κρύψει τη συγκίνηση του,
πατέρα, μην κλαις. Έχομε ανάγκη από όλο μας το θάρρος και τη
δύναμη. Πες μου, τι τρέχει; Δεν ξέρω ακόμα τίποτα!
Ο Βασιλιάς έκανε νόημα του πρωτοβεστιάριου να πει τις ειδήσεις.
- Είναι λίγη ώρα που έφθασαν τρομαγμένοι χωρικοί, άρχισε ο
κυρ-Κατρακυλάκος, και μας διηγήθηκαν πως ο εχθρός πέρασε τα
σύνορα και εισβάλλει στο βασίλειο μας...
- Ποιος εχθρός; διέκοψε το Βασιλόπουλο.
- Ο Βασιλιάς ο θείος σου, αποκρίθηκε ο κυρ-Κατρακυλάκος.
- Το περίμενα. Λέγε παρακάτω.
- ...Και σταμάτησαν οι εχθροί σα να φοβούνται να προχωρήσουν.
Μαζί τους είναι και ο δικαστής ο Λαγόκαρδος που τους οδηγεί,
και γυρεύει να τους πείσει πως ο δρόμος είναι ανοιχτός, και
μπορούν να προχωρήσουν ως το ποτάμι. Μα αυτοί φοβούνται και
στρατοπέδευσαν. Έστειλαν μερικούς προσκόπους προς το ποτάμι,
να βεβαιωθούν αν αλήθεια είναι ελεύθερος ο τόπος και αμέσως να
προχωρήσουν και να πιάσουν όλον εκείνο τον κάμπο. Αυτές είναι οι
ειδήσεις, πρόσθεσε ο κυρ-Κατρακυλάκος, και ξανάπεσε στη συνηθισμένη
του αταραξία.
Ο Βασιλιάς ανασηκώθηκε.
- Κατάλαβες, γιε μου; Τ' άκουσες; είπε αποκαμωμένος.
- Τ' άκουσα. Και τώρα, πατέρα, ήλθε η ώρα να ενεργήσομε. Τι
προτείνεις;
- Εσένα ρωτώ, γιε μου. Τι προτείνεις εσύ; Σου το είπα, στο μέλλον
εσύ θα διευθύνεις μαζί μου.
- Λοιπόν, πατέρα μου και Βασιλιά μου, προτείνω να πάγω αμέσως,
να γυρίσω από τη μιαν άκρη του βασιλείου ως την άλλη, να σηκώσω
όποιο νέο, γέρο ή παιδί μπορεί να βαστάξει λόγχη ή σπαθί,
να τους φέρω εδώ, να τους δώσομε ό,τι σίδερο βρεθεί στις χώρες
και στα χωριά, να τους ρίξομε αμέσως πέρα από το ποτάμι και να
τους οδηγήσω στον εχθρό. Προτείνω κι ένα άλλο. Την κορώνα σου,
πατέρα, να τη δώσεις αμέσως να πουληθεί στα ξένα.
Με τρομάρα την άρπαξε ο Βασιλιάς.
- Όχι, γιε μου, μη μου την πάρεις, φώναξε ταραγμένος, μη την
πουλήσεις, τη θέλω!
- Είναι απαραίτητο, πατέρα, επέμεινε το Βασιλόπουλο. Έχομε
πρώτα απ' όλα ανάγκη από φλουριά, και η κορώνα σου είναι το
μόνο πολύτιμο πράμα που βρίσκεται στο παλάτι. Ήλθε η ώρα όπου
όλοι μας θα κάνομε θυσίες. Κάνε συ αυτή. Δώσε μου την κορώνα
σου, πατέρα, τη ζητώ στ' όνομα της Πατρίδας!
Ο Βασιλιάς έκλαιγε.
- Μα εγώ, ωστόσο, πώς θα μείνω χωρίς στέμμα; είπε. Μου παίρνεις
τη δύναμη μου παίρνοντας το σύμβολο μου!
- Σου τη δίνω, απεναντίας, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Δίνοντας
τη κορώνα σου για ν' αγοράσεις όπλα, αποκτάς το δικαίωμα να
ζητήσεις θυσίες από κείνους που θα τα μεταχειριστούν για να
ελευθερώσουν τον τόπο μας. Δώσε μου την κορώνα σου, πατέρα,
σε παρακαλώ γονατιστός, δώσε μου την!
Έβγαλε ο Βασιλιάς το χρυσό του στέμμα και, γυρνώντας το
πρόσωπο του για να κρύψει τα δάκρυα που κατρακυλούσαν στα
μάγουλα του, το έδωσε του γονατισμένου γιου του.
Το Βασιλόπουλο σηκώθηκε με ορμή.
- Και τώρα, φώναξε, ένα παλικάρι ζητώ, κάποιον που, με κάθε
θυσία και γρήγορα σαν αστραπή, θα περάσει στα ξένα, θα την
πουλήσει και θα μου φέρει πίσω το αντίτιμο σε φλουριά.
Ο Πολύδωρος, από την πόρτα όπου στέκουνταν, είχε παρακολουθήσει
όλη αυτή τη σκηνή με πολλή συγκίνηση.
Η πρώτη του έξαψη είχε γίνει ακράτητος ενθουσιασμός.
Έκανε ένα βήμα κι έπεσε στα γόνατα εμπρός στο Βασιλόπουλο.
- Για χάρη ανεκτίμητη, είπε, σου ζητώ, Αφέντη, να μου
εμπιστευθείς εμένα την κορώνα και να με αφήσεις να φύγω, να
την πουλήσω, και να σου φέρω το αντίτιμο ή να χάσω τη ζωή μου.
- Φύγε λοιπόν, είπε το Βασιλόπουλο, πετάξου και γύρισε! Ο
Θεός μαζί σου!
Ο Πολύδωρος πήρε το στέμμα, φίλησε το χέρι που του το έδινε,
και βγήκε τρεχάτος.
Ίσια στο ποτάμι διευθύνθηκε, με την πολύτιμη κορώνα κρυμμένη
κάτω από το επανωφόρι του, κι έτρεξε, χωρίς να σταματήσει,
στο μέρος όπου ήταν δεμένες οι δυο παλιοφελούκες, ενωμένες με
την καρφωμένη σανίδα.
- Πατριώτη! ξεφώνισε. Ε!... Πατριώτη!...
Ο κουλός, που ξαπλωμένος στη ράχη, με το κεφάλι ακουμπισμένο
στο χέρι του, χαίρονταν την πρωινή λιακάδα, ανασηκώθηκε.
- Παρών! φώναξε.
- Τι θέλεις να σου δώσω για να με περάσεις αντίκρυ; ρώτησε ο
Πολύδωρος. Μόνο φλουριά μη μου ζητάς γιατί δεν έχω.
- Τι πας να κάνεις αντίκρυ; ρώτησε ο κουλός.
- Μυστική υπηρεσία του Κράτους, αποκρίθηκε ο υπασπιστής.
Χωρίς βία, πήρε ο κουλός το κοντάρι του, και βουτώντας το στο
νερό ως τον πάτο, έσπρωξε τις φελούκες του στην ακροποταμιά.
- Έμπα, είπε, και ο υπασπιστής πήδηξε στη βάρκα. Για πού;
- Για την πέρα όχθη. Βγάλε με όπου θες ή όπου μπορείς, φθάνει
να με περάσεις γρήγορα.
Ο κουλός έλυσε το σκοινί και ξανάπιασε το κοντάρι του, το
έμπηξε στον πάτο του ποταμού, και περπατώντας αργά-αργά, από
την πλώρη στην πρύμη, και σπρώχνοντας το κοντάρι, απομάκρυνε
τις φελούκες του από την όχθη.
- Και πας μακριά; ρώτησε.
- Ναι, πολύ μακριά!
Ο κουλός έφθασε στην άκρη της φελούκας και γύρισε πίσω
στην πλώρη, σέρνοντας πίσω του το κοντάρι. Το ξανάμπηξε, και ξα-
νάρχισε τον περίπατο του προς την πρύμη.
- Και πας έτσι, για το κέφι του Κράτους, με άλλα λόγια του
κυρ-Αστόχαστου, να δοκιμάσεις τι λογής τσιμπούν οι λόγχες του θείου
μας του Βασιλιά; Ή μήπως και δεν ξέρεις πως ξεμπαρκάρησε ο θειος
μας στα χώματα μας, χωρίς καν να μας πάρει άδεια;
- Το ξέρω, αποκρίθηκε ήσυχα ο Πολύδωρος.
- Και δε γυρνάς πίσω; ρώτησε τραγουδιστά ο κουλός, εξακολουθώντας
τον περίπατο του. Σε καλό σου, παλικάρι.
Λίγη ώρα δε μίλησε ούτε ο ένας ούτε ο άλλος.
Ο κουλός έσυρε πάλι το κοντάρι του από το νερό και γύρισε
στην πλώρη.
- Και τι σε πληρώνει η Αφεντιά του, για να πας ν' αφήσεις εκεί
κάτω τα κόκαλα σου; ρώτησε.
- Δε ζήτησα πληρωμή.
- Μπα; Από το φεγγάρι πρέπει να μας έπεσες εσύ. Και πας έτσι;
Για τα μαύρα μάτια του κυρ-Αστόχαστου;
- Όχι, αλλά για τα καστανά μάτια του γιου του.
- Μπα; Μπα; είπε ο κουλός και το φαρδύ του χαμόγελο χώρισε
το στόμα του από το ένα αυτί ως το άλλο.
Λίγη ώρα πάλι δε μίλησαν. Ο κουλός εξακολουθούσε να σπρώχνει
τις φελούκες του.
- Και με τι σε άναψε λοιπόν ο γιόκας του; ρώτησε σε λίγο.
- Έτσι! Μ' εκείνα που είπε. Τον άκουσα... τον είδα... αποκρίθηκε
ο υπασπιστής. Και με τράνταξε, εξακολούθησε, με πήρε όλον και μ'
έκανε δικό του. Και σα μου πει: «Ρίξου στη φωτιά», θα ριχθώ στη
φωτιά.
- Και τώρα σου είπε: «Ρίξου στις λόγχες», και ρίχνεσαι στις λόγχες,
είπε ο κουλός με τον ίδιο ατάραχο τρόπο του.
- Ναι, αποκρίθηκε απλά ο Πολύδωρος.
Και δε μίλησαν πια ώσπου έφθασαν αντίκρυ και άραξαν οι φελούκες.
Ο υπασπιστής πήδηξε στην ξηρά.
- Τι ζητάς λοιπόν για τον κόπο σου; ρώτησε.
- Την αγάπη σου, αποκρίθηκε ο κουλός μαζεύοντας πάλι το κοντάρι του.
- Πες μου τουλάχιστον τ' όνομα σου. Δε θέλω να σε ξεχάσω.
- Μονοχέρης.
- Ευχαριστώ.
Και ο υπασπιστής γύρισε να φύγει.
- Ε, πατριώτη, αμέ το δικό σου; φώναξε ο κουλός.
- Ποιο δικό μου;
- Τ' όνομα σου!
- Πολύδωρος.
- Καλά... Για άκουσε ακόμα. Σα γυρίσεις... γιατί θα γυρίσεις βέβαια...
- Ναι!
- Θα με βρεις μπροστά σου, αν πας στο σωστό μέρος· ειδεμή, -
και με το χέρι έκανε σχήμα μακροβουτιού -, πλουφ, στο ποτάμι.
Ο υπασπιστής, που είχε απομακρυνθεί, ξαναπλησίασε.
- Ποιο είναι το σωστό μέρος;
- Όχι εδώ, βέβαια! είπε ο κουλός. Γιατί, ως τότε, θα μας έχουν
έλθει και οι μουσαφιρέοι, και θα γίνουνταν κόσκινο το κορμί σου
πριν βρεις την «Τρομάρα» και την «Αντάρα». Θα με βρεις όμως, -
και με το χέρι έδειξε τ' απάνω του ποταμού -, εκεί που το Τρελόρεμα
σμίγει με το ποτάμι.
- Μα είναι κακό το μέρος, πώς θα πας εκεί; Το ρεύμα είναι πολύ
δυνατό, είπε ο Πολύδωρος.
- Γι' αυτό ίσα-ίσα δε θα συλλογιστούν να έλθουν ως εκεί να μας
χαιρετήσουν οι μουσαφιρέοι, αποκρίθηκε ήσυχα ο κουλός και με μια
σπρωξιά απομάκρυνε τις φελούκες του. Στο καλό, πατριώτη!
- Στο καλό!
Και με αργά βήματα, σπρώχνοντας το κοντάρι του, ξαναπήρε ο
κουλός τη διεύθυνση της αντικρινής όχθης, τραγουδώντας σιγανά:
Πέντε χρό-νια, πε-ερ-πα-α-τούσα,
πέντε χρό-νια, πε-ερ-πα-α-τούσα
στα βου-ουνά, βου-ον-ου-ου-νά,
αγάπη μ', στα-α βου-ου-νά, βουνά.
Θ'. ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΟΠΟΥ ΜΑΣ ΕΒΑΛΕ Η ΜΟΙΡΑ...
Στο μεταξύ το Βασιλόπουλο είχε ζητήσει το μεγάλο Κατάστιχο
όπου ήταν καταγραμμένοι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες.
Ο Βασιλιάς γύρισε στον πρωτοβεστιάριο.
- Φερ' το, πρόσταξε.
Ο πρωτοβεστιάριος βγήκε χωρίς βία από την τραπεζαρία και πήγε
στο μαγειριό, όπου ο Πολύκαρπος σκούπιζε με ζήλο μια πιατέλα
για την Ειρηνούλα που τσιγάριζε το κυνήγι.
- Φερ' το, πρόσταξε ο κυρ-Κατρακυλάκος.
- Ποιο; ρώτησε ο υπασπιστής.
- Το Κατάστιχο του Στρατού.
- Πού είναι;
- Όσα ξέρεις, τόσα ξέρω. 'Εβρε το και φέρ' το.
Ο υπασπιστής κοίταξε την Ειρηνούλα με μάτια σαστισμένα.
- Ποιος το θέλει; ρώτησε η Ειρηνούλα.
- Η Αφεντιά του ο αδελφός σου, κυρα-Βασιλοπούλα, αποκρίθηκε
ο πρωτοβεστιάριος.
- Αχ, Πολύκαρπε! Πρέπει να το βρεις! παρακάλεσε η Ειρηνούλα.
Δεν πρόφθασε να τελειώσει τη φράση της, και ο Πολύκαρπος
είχε παρατήσει πιατέλα και σφουγγοπάνα, κι έτρεχε στο κελάρι.
Κοίταξε, σκάλισε, αναποδογύρισε ό,τι είχε και δεν είχε στο κελάρι·
δε βρήκε τίποτα. Τρεχάτος και σκονισμένος ανέβηκε στο πρώτο
πάτωμα, άνοιξε ό,τι ντουλάπι, συρτάρι, σεντούκι ή κοφίνι
βρίσκουνταν στον πύργο, μα πάλι δε βρήκε τίποτα. Σα γάτα
σκαρφάλωσε στην όρθια ξύλινη σκάλα της σοφίτας, κι εκεί, αφού
σκάλισε σε όλες τις γωνιές, άνοιξε όλες τις αποθήκες, χώθηκε ως
τη μέση στα παλιοσέντουκα που κουτσοστέκουνταν, σαράβαλα
μουχλιασμένα και σαρακοφαγωμένα, στο τέλος έβγαλε, από κάτω από μια
στοίβα παλιόχαρτα κιτρινιασμένα και ζαρωμένα, ένα κουρελιασμένο
μακρύ βιβλίο, με το εξώφυλλο μισοφαγωμένο από τα ποντίκια και τόσο
σκονισμένο, που τα εξωτερικά χρυσά γράμματα μόλις διαβάζουνταν πια.
Το φόρτωσε στον ώμο του και θριαμβευτικά το κατέβασε στην
τραπεζαρία, όπου Βασιλιάς και Βασιλόπουλο συζητούσαν ακόμα,
ενώ με τα χέρια σταυρωμένα περίμενε ο κυρ-Κατρακυλάκος να
τελειώσει η συζήτηση, για να πάρει την άδεια να γυρίσει στο σπίτι
του, όπου ήξερε πως τον καρτερούσε μια ορεκτικότατη σκορδαλιά.
Ο υπασπιστής ακούμπησε το βιβλίο στο τραπέζι.
- Τι είναι αυτό το κουρέλι; ρώτησε το Βασιλόπουλο.
- Δεν ξέρω, είπε ο υπασπιστής, μα είναι το μόνο βιβλίο στο
παλάτι.
Ο Βασιλιάς το άνοιξε κι έριξε μια ματιά.
- Βέβαια, αυτό είναι, είπε. Βλέπω ονόματα και τίτλους. Και άρχισε
να διαβάζει εδώ κι εκεί:
- Πελεκάς, σωματάρχης, - Φοβέρας, στρατηγός - Ατρόμητος,
χιλίαρχος, - Βρόντος, εκατόνταρχος.
Γύρισε στον πρωτοβεστιάριο και πρόσταξε:
- Φώναξε ευθύς το στρατηγό Φοβέρα!
Ο κυρ-Κατρακυλάκος προσπάθησε να υποκλιθεί.
- Πέθανε, Αφέντη, από δω και οκτώ χρόνια.
- Α!... χμ!... έκανε ο Βασιλιάς, τότε φώναξε το σωματάρχη Πελέκα.
- Πέθανε, αφέντη, από δω και δώδεκα χρόνια.