- Γιατί είσαι κουτή; ψιθύρισε η άλλη. Απεναντίας, χάιδευε την,

για να σου ράβει καινούρια φουστάνια. Εγώ θα της πω όλα τα

καλοπιάσματα που ξέρω, μήπως και μου ράψει φόρεμα όμορφο σαν που

ήταν της Ζήλιως, προτού σκεπαστεί με λεκέδες.

Η Ζήλιω, βλέποντας καινούρια πάλι την τραχηλιά της, δεν ήξερε

αν έπρεπε να καταφρονήσει την αδελφή της. Η Πικρόχολη όμως

αισθάνθηκε απαραίτητη την ανάγκη να ξεστομίσει μερικά από τα

συνηθισμένα της λόγια.

- Δε φταίγει το καημένο το κορίτσι, είπε με φθόνο. Είναι μερικοί

άνθρωποι που γεννιούνται ταπεινοί και χυδαίοι.

- Ναι, λόγου χάρη σαν εσένα, είπε με κακία η Ζήλιω.

Η Πικρόχολη όρμησε και άρπαξε τον κότσο της.

Γύρισε η Ζήλιω και της έδωσε ένα μπάτσο που ακούστηκε ως το

μαγειριό, όπου η Ειρηνούλα κοκκίνιζε τα πουλιά, και ο Πολύκαρπος

ξέπλενε τα χόρτα.

Αμέσως ξέσπασαν και οι φωνές.

- Τα ίδια της συχωρεμένης! μουρμούρισε η Ειρηνούλα.

Και, αφήνοντας το χαρανί της στη φροντίδα του Πολύκαρπου,

έτρεξε στην τραπεζαρία, την ώρα που το Βασιλόπουλο είχε στριμώξει

τη Ζήλιω σε μια γωνιά, ενώ ο Βασιλιάς, πεσμένος στο σοφά,

βαστούσε από τη φούστα τη φουρκισμένη Πικρόχολη.

- Ντροπή, αδελφές μου, ντροπή! είπε με λύπη η Ειρηνούλα. Μη

φωνάζετε έτσι! Θ' αναστατώσετε τη χώρα!

Καθώς την είδαν οι αδελφές της, παράτησαν έξαφνα τον καβγά,

για να ρωτήσουν αν αλήθεια αυτή είχε ράψει τα σχισμένα τους

ρούχα, και πώς.

Η Ειρηνούλα λοιπόν έβγαλε τις βελόνες της και την κλωστή, και

κάθησε στο πεζούλι του παραθύρου να τους δείξει πώς τα

μεταχειρίζουνταν.

- Πατέρα, είπε τότε το Βασιλόπουλο, χθες βράδυ βρήκα ένα

γράμμα στο σπίτι του Λαγόκαρδου, μα δεν ξέρω να διαβάσω και

σου το έφερα.

Ο Βασιλιάς το πήρε, έβαλε τα γυαλιά του και διάβασε:

«Εξοχώτατε!

Άλλον από σένα δεν περιμένω σήμερα να έλθει στο σπίτι μου, κι

επειδή δεν προφθαίνω να έλθω εγώ στο δικό σου, σου αφήνω

τούτο το γράμμα εδώ, για να το βρεις αμέσως και να μάθεις πως

τρέχω και τρέχεις το μεγαλύτερον κίνδυνο. Το Βασιλόπουλο, που

μοιάζει λεονταράκι και αετουδάκι, ξέρει πως δεν πούλησες την αλυσίδα.

Ξέρει και μερικά άλλα, που μπορούν να σε βλάψουν αν μείνεις

εδώ. Εγώ το στρίβω αμέσως με την αλυσίδα και πάγω στου Αρχοντα

θείου, όπου ελπίζω, ύστερα από μερικές πληροφορίες που θα

του δώσω για την κατάντια του Κράτους μας, να τον καταφέρω να

με βοηθήσει με το στρατό του, να κατακτήσω το ωραίο κτήμα που

δε θέλησε να μου χαρίσει ο Βασιλιάς, και που είναι πέρα από το

ποτάμι. Σα θέλεις, έλα να με βρεις. Φέρε μαζί σου τα διαμαντένια

ποτήρια του Βασιλιά και τα τελευταία διαμαντικά της Βασίλισσας

που βρίσκονται στο κελάρι σου και που αξίζουν κάμποσα φλουριά.

Μη φοβάσαι τίποτα, μάχη δε μπορεί να γίνει χωρίς στρατιώτες, η

νίκη είναι δική μας. Μόνο φύγε αμέσως.

Ο πιστός σου Λαγόκαρδος»

Ο Βασιλιάς σήκωσε τα μάτια και κοίταξε το γιο του από πάνω

από τα γυαλιά του.

- Τι θα πει αυτό; ρώτησε παραζαλισμένος.

Το Βασιλόπουλο έκανε μερικά βήματα απάνω-κάτω και γύρισε

πάλι στο Βασιλιά.

- Θα πει, πατέρα, πως το γράμμα αυτό ήταν γραμμένο για τον

Πανουργάκο. Θα πει πως ο Λαγόκαρδος είναι όχι μόνο μπερμπάντης,

αλλά και προδότης, και πως σε λίγες μέρες, σε λίγες ώρες ίσως,

τα στρατεύματα του Άρχοντα θείου μας μπορούν να εισβάλουν

στο Κράτος μας. Θα πει κι ένα άλλο: πως αυτός μοιάζει να ξέρει

πράματα που δεν ξέρομε μεις, δηλαδή πως δεν έχομε στρατό και

πως δε θα γίνει καμιά αντίσταση στα σύνορα.

- Τι κάθεσαι και λες! είπε νευρικά ο Βασιλιάς. Δεν έχομε, λέει

στρατό! Κολοκύθια με τη ρίγανη! Χιλιάδες στρατιώτες ρίχνω στο

βασίλειο του θείου μου, οπόταν θελήσω. Κι εκατό καράβια, όλο

σίδερο σκεπασμένα, κατεβάζει το ποτάμι με την πρώτη μου προσταγή!

Δεν έχομε, λέει, στρατό! Θα τον κρεμάσω να τον φαν τα όρνια,

τον πρώτο που θα τολμήσει να ξαναπεί τέτοιο λόγο!

Κι έξω φρενών ο Βασιλιάς έσπρωξε την κορώνα στην κορυφή

του κεφαλιού του, και με μεγάλα βήματα πήγε και ήλθε δυο-τρεις

φορές στην κάμαρα.

Το Βασιλόπουλο κοίταξε με μάτια λυπημένα το γαϊδουρίσιο κεφάλι,

που από πάνω από την κονσόλα, με την τενεκεδένια κορώνα

περασμένη ανάμεσα στ' αυτιά του, έμοιαζε να τους κοροϊδεύει.

- Πατέρα, είπε στο τέλος, φώναξε τον αρχιστράτηγο. Εκείνος θα

μας δώσει τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε.

Ο Βασιλιάς χτύπησε το κουδούνι κι ευθύς παρουσιάστηκε ο

υπασπιστής Πολύδωρος.

- Φώναξε αμέσως τον αρχιστράτηγο, διέταξε ο Βασιλιάς, και

ξανάρχισε πάλι το νευρικό του περίπατο.

Ο υπασπιστής υποκλίθηκε κι έκανε να φύγει. Μα στην πόρτα

σταμάτησε.

- Αφέντη... μουρμούρισε, δεν ξέρω ποιος είναι ο αρχιστράτηγος.

- Δεν ξέρεις; φώναξε με θυμό ο Άρχοντας. Δεν ξέρεις;

Και αλλάζοντας τόνο:

- Χμ... ουτ' εγώ δεν ξέρω πια πώς τον λένε... Τι ήθελε τώρα να

πάγει να σκοτωθεί ο τενεκές ο Πανουργάκος! Αυτός τα φρόντιζε και

τα ήξερε όλα αυτά στα πέντε δάχτυλα!... Φώναξε λοιπόν τον

πρωτοβεστιάριο Κατρακυλάκο.

Ο Πολύδωρος υποκλίθηκε κι έφυγε.

Δυο λεπτά αργότερα επέστρεψε με τον πρωτοβεστιάριο.

Ο κυρ-Κατρακυλάκος ήταν κοντός και χοντρός, με πρισμένα

κρεμαστά μάγουλα, και τόσο μεγάλη κοιλιά, που δεν μπορούσε ποτέ

να περάσει από πόρτα ή από έπιπλο κοντά χωρίς να σκουντουφλήσει.

- Κατρακυλάκο, είπε ο Βασιλιάς επιτακτικά, φώναξε αμέσως τον

αρχιστράτηγο.

- Αφέντη, αποκρίθηκε ο Κατρακυλάκος, μάταια προσπαθώντας

να λυγίσει τη μέση του για να υποκλιθεί. Αφέντη, πάνε δυο χρόνια

που δεν έχομε πια αρχιστράτηγο.

Ο Βασιλιάς παρά λίγο να πνιγεί από την αγανάκτηση του. Όλο

του το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι, και μελάνιασε.

- Τι λες;... Τι λες; ψέλλισε, και η φωνή του κόπηκε και τίποτε

άλλο δεν μπόρεσε ν' αρθρώσει.

- Αφέντη, επανέλαβε ατάραχα ο Κατρακυλάκος, ο τελευταίος

μας αρχιστράτηγος ήταν ο κυρ-Μασκαρόπουλος. Είναι παραπάνω

από δυο χρόνια που ξεπούλησε το σπίτι του και πήγε στα ξένα,

όπου όλοι τον ξέρουν για τον πιο πλούσιο τραπεζίτη.

- Και πού βρήκε τα φλουριά; βροντοφώνησε ο Βασιλιάς.

- Μυστήριο, Αφέντη μου.

- Φώναξε αμέσως το στόλαρχο, διέταξε νευρικά ο Βασιλιάς.

Και άρχισε πάλι να περπατά απάνω-κάτω.

Μα καθώς γύρισε, με τα χέρια σταυρωμένα και το μέτωπο

σκυμμένο και συννεφιασμένο, σκουντούφλησε στη βαρελόμορφη

κοιλιά του κυρ-Κατρακυλάκου, που δεν είχε προφθάσει να την

παραμερίσει.

- Τι κάνεις λοιπόν; Φώναξε, σου είπα, το στόλαρχο! είπε θυμωμένα.

Χωρίς να ταραχθεί, δοκίμασε πάλι να υποκλιθεί ο πρωτοβεστιάριος.

- Δεν έχομε στόλαρχο, Αφέντη, είπε ήσυχα.

Ο Βασιλιάς έπεσε στο σοφά. Τα γόνατα του κόπηκαν, μαζί και η

φωνή του, κι έμεινε αφανισμένος.

- Τι γίνηκε ο στόλαρχος; ρώτησε το Βασιλόπουλο.

- Μεγαλέμπορος στα ξένα, Αφέντη μου, αποκρίθηκε ο πρωτοβεστιάριος.

Κάνει σίδερα.

- Πού βρήκε και αυτός τόσα φλουριά; φώναξε φρενιασμένος ο

Βασιλιάς.

- Τα έκανε τώρα τελευταία.

- Μα με τι; Με τι;

- Με τα σίδερα των καραβιών.

Ο Βασιλιάς ανατινάχθηκε. Σηκώθηκε μ' έναν πήδο κι έτρεξε

κατά την πόρτα.

- Τρελάθηκαν όλοι! Όλοι! φώναξε.

Και βλέποντας τον υπασπιστή Πολύδωρο στην πόρτα:

- Σήμανε το προσκλητήριο αμέσως, διέταξε, να μαζευθεί ο

στρατός όλος, απ' όλες τις άκρες του βασιλείου!

Και βγήκε τρεχάτος, με το μανδύα του που πετούσε απλωμένος

πίσω του, σα φουσκωμένο πανί καραβιού.

Το Βασιλόπουλο τον ακολούθησε, και πίσω μακριά, λαχανιασμένος

και ολοστρόγγυλος, κατρακυλούσε ο πρωτοβεστιάριος.

Ο Πολύδωρος, από τον πύργο, εσήμανε το προσκλητήριο με τη

μεγάλη σάλπιγγα.

Ο Βασιλιάς και ο γιος του έτρεξαν χωρίς να σταματήσουν ως

τους στρατώνες.

Εμπρός στην πόρτα βρήκαν το γερο-φρούραρχο, αγουροξυπνημένο

και μισοντυμένο, σαστισμένο, σαν αποβλακωμένο. Γύρευε να

καταλάβει την έννοια του σκοπού της σάλπιγγας, που τόσα χρόνια

δεν την είχε ακούσει.

- Πού είναι οι στρατιώτες; Σύναξε τους όλους εδώ, αμέσως!

πρόσταξε ο Βασιλιάς.

Τα γόνατα του γερο-φρούραρχου κόπηκαν κι έπεσε χάμω καθιστός.

Δεύτερη φορά, από πάνω από τον πύργο, ο υπασπιστής εσήμανε

το προσκλητήριο. Κι έξαφνα, στη γωνιά της πλατείας, από ένα

κρασάδικο βγήκε ένας κουτσός, έτρεξε στους στρατώνες, τράβηξε

από κάτω από το στρώμα του μια σκουριασμένη λόγχη χωρίς μύτη,

και φθάνοντας κούτσα - κούτσα μπροστά στο Βασιλιά και το

Βασιλόπουλο, παρουσίασε τα όπλα.

- Τι είναι αυτός; ρώτησε ο Βασιλιάς.

- Ο στρατός, Αφέντη, αποκρίθηκε ο κουτσός.

- Δεν έχω όρεξη για αστεία, είπε ο Βασιλιάς. Ξέρεις σε ποιον μιλάς;

- Στον Αφέντη μου και Βασιλιά μου, αποκρίθηκε πάλι ο κουτσός,

χωρίς ν' αλλάξει τη στάση του.

- Λοιπόν εξαφανίσου πριν θυμώσω. Τώρα θα βγει ο στρατός,

και κουρελιάρηδες σαν και σένα δεν πρέπει να είναι στη μέση.

- Εγώ είμαι ο στρατός, Αφέντη, είπε πάλι ο κουτσός.

- Είναι τρελός ή αυθάδης; ρώτησε ο Βασιλιάς, γυρίζοντας στο

φρούραρχο που έμενε καθισμένος εκεί που είχε πέσει, με τα πόδια

γυμνά μες στις πατημένες του παντούφλες.

Ο γέρος χωρίς να κουνήσει, αποκρίθηκε ζαλισμένα:

- Ούτε τρελός ούτε αυθάδης. Είναι ο στρατός.

- Πού είναι η φρουρά; Πού είναι το ιππικό και οι λογχοφόροι;

ρώτησε σιγά το Βασιλόπουλο, νομίζοντας πως από την τρομάρα του

ο φρούραρχος τα είχε χάσει.

Αλλά ο γέρος άπλωσε το χέρι κι έδειξε τον κουτσό.

- Να η φρουρά, να και ο στρατός, αποκρίθηκε. Άλλο στρατιώτη

δεν έχω. Ανεβείτε, σα θέλετε, στους στρατώνες, να δείτε αν σας

λέγω ψέματα.

Κι επειδή Βασιλιάς και Βασιλόπουλο έμεναν ακίνητοι, μη θέλοντας

να πιστέψουν, ο γέρος εξακολούθησε:

- Θυμάστε ακόμα τα παλιά χρόνια, Αφεντάδες μου. Πέρασαν και

πάνε και ούτε θα ξανάρθουν πια.

Εκείνη την ώρα κατάφθανε ο κυρ-Κατρακυλάκος, κόκκινος και

ιδρωμένος από το τρέξιμο.

Ο Βασιλιάς του έδειξε το γερο-φρούραρχο, που εξακολουθούσε

να κάθεται χάμω, και με το χέρι του έκαμε νόημα πως έπαθε το

κεφάλι του.

- Δεν είναι καλά, είπε σιγά.

- Καλά είναι, Αφέντη, αποκρίθηκε ο πρωτοβεστιάριος, και σου

λέγει την αλήθεια. Δεν έχει στρατιώτες...

- Μα τι παραμύθια λες! διέκοψε ο Βασιλιάς που άρχισε πάλι να

θυμώνει. Ας φωνάξει τους αξιωματικούς και θα σου δείξω εγώ τι

είναι ο στρατός μου.

Και γυρίζοντας στο γέρο:

- Φέρε ευθύς το στρατηγό... το στρατηγό... πώς τον λεν; Δεν

πειράζει τ' όνομα, φέρε ένα στρατηγό, ξεφώνισε εξαγριωμένος.

- Δεν έχει εδώ στρατηγό, Αφέντη, αποκρίθηκε τρέμοντας ο

φρούραρχος.

- Λοιπόν φώναξε το σωματάρχη!

- Δεν έχει σωματάρχη!

- Φώναξε όποιον θέλεις, μα φώναξε κάποιον! ξεφώνισε ο Βασιλιάς

έξω φρενών.

- Όλοι εδώ είμαστε, Αφέντη! είπε ο γέρος με ύφος αξιοθρήνητο.

- Μα ο στρατός...

- Δεν έχει στρατό πια, πέρασε ο στρατός, τελείωσε ο στρατός,

του κάκου τον γυρεύεις, Αφέντη μου! Μείναμε μεις οι δυο, ο

μάγειρας μου κι εγώ!

Ο Βασιλιάς έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια.

- Τρελάθηκα εγώ; Μήπως δεν καταλαβαίνω;... Μα λες παραμύθια!

ξέσπασε πάλι με θυμό. Ξέρω πως έχω στρατό, γιατί κάθε χρόνο

πληρώνω γι' αυτόν...

Και αλλάζοντας τόνο:

- Τι πληρώνω γι' αυτόν; ρώτησε τον πρωτοβεστιάριο.

- Δεν ξέρω, Αφέντη. Τους λογαριασμούς αυτούς τους έκανες με

τον αρχικαγκελάριο. Εγώ δεν τους έβλεπα ποτέ.

- Πληρώνω... χμ... πληρώνω πολλά, εξακολούθησε ο Βασιλιάς

νευρικά. Και για το στόλο μου πληρώνω... άλλα τόσα. Πού είναι ο

στόλος; Στα καράβια θα βρίσκονται και οι στρατιώτες! Πού είναι

τα καράβια;

Κανείς δεν ήξερε να του πει.

Με τη γωνιά του μανδύα του σκούπισε τον ιδρώτα που έστεκε

σα χάντρες στο μέτωπο του.

- Πάμε στο ναύσταθμο, πρόσταξε.

Και με το γιο του, βιαστικά πήγε στον ποταμό, ενώ πίσω,

μακριά, κατρακυλιστά, ακολουθούσε ο δυστυχισμένος ο

πρωτοβεστιάριος.

Έφθασαν στο ποτάμι που έτρεχε ήσυχο και διάφανο, ανάμεσα

στις πράσινες δασωμένες όχθες, όπου σπίτι δε φαίνουνταν, όσο

μακριά και αν πήγαινε το μάτι.

Μόνο δυο παλιοφελούκες δεμένες στην ξηρά μ' ένα μακρύ σκοινί,

κουνιούνταν τεμπέλικα στ' ασημένια νερά, ενωμένες και

βασταγμένες πλάγι-πλάγι με μια καρφωμένη φαρδιά σανίδα.

Στην πλώρη της μιας κοιμούνταν ένας κουλός με το στόμα

ανοιχτό.

Ο Βασιλιάς κοίταξε πάνω και κάτω του ποταμού, μα άλλο δεν

είδε παρά χορτάρι πράσινο, δέντρα πολλά, και μερικές πέτρες

πεσμένες από έναν ερειπωμένο τοίχο, μαύρες πια από τον καιρό

και την υγρασία.

- Πάμε παρακάτω, είπε κι έκανε μερικά βήματα.

Μα δε βρήκε καράβια, ούτε ναύσταθμο.

- Ξέρεις εσύ πού είναι; ρώτησε ο Βασιλιάς τον κυρ-Κατρακυλάκο,

που έφθανε μισοπεθαμένος από τον ασυνήθιστο κόπο της

πρωινής του.

- Δεν ξέρω, Αφέντη, ποτέ μου δεν ήλθα τόσο μακριά, αποκρίθηκε

λαχανιασμένος. Μα να ρωτήσομε αυτόν τον ψαρά που κοιμάται.

Και βάζοντας τα χέρια εμπρός στο στόμα, σα χωνί, φώναξε:

- Ε!... βαρκάρη!... ξύπνα!...

Ο κουλός αργοκούνησε το μόνο του χέρι, μα δεν ξύπνησε.

- Στάσου, είπε το Βασιλόπουλο.

Και τραβώντας το σκοινί, πλησίασε τις φελούκες στη γη.

- Βαρκάρη! Ε, βαρκάρη! φώναξε πάλι ο κυρ-Κατρακυλάκος.

Ο κουλός ξύπνησε, ανασηκώθηκε κι έτριψε τα μάτια.

- Τι τρέχει; ρώτησε με νυσταγμένη φωνή.

- Πού είναι ο στόλος και ο ναύσταθμος; ρώτησε ο Βασιλιάς.

Μ' έναν πήδο σηκώθηκε ο κουλός και χαιρέτησε στρατιωτικά.

- Παρών! φώναξε.

- Πού είναι ο στόλος και ο ναύσταθμος; ρώτησε πάλι ο Βασιλιάς

νομίζοντας πως δεν είχε καταλάβει.

- Παρών! επανέλαβε ο κουλός λίγο πιο δυνατά, χωρίς να κόψει

το χαιρετισμό του.

- Δεν καταλαβαίνει! είπε αποθαρρυμένος ο Βασιλιάς. Άνθρωπε

μου, ακούς τι σου λέγω; Πού είναι τα καράβια και οι ναύτες;

- Παρών, παρών, παρών, ξεφώνισε ο κουλός με τόση δύναμη,

που πρήστηκαν οι φλέβες του λαιμού του, ενώ σα σανίδα τεντωμέ-

νος εξακολουθούσε να χαιρετά στρατιωτικά.

Το Βασιλόπουλο προσπάθησε να συνεννοηθεί μαζί του.

- Γυρεύομε τα καράβια του Βασιλιά, εξήγησε.

- Παρών! επανέλαβε ο κουλός. Ο Βασιλικός στόλος, «Τρομάρα»

και «Αντάρα», παρών! Το ναυτικό της Αφεντιάς του του Βασιλιά,

παρών!

Ο Αστόχαστος αναπήδησε.

- Τι; φώναξε με φρίκη. Τι ονόματα είπες;

- «Τρομάρα» και «Αντάρα», η τραπεζαρία και η κρεβατοκάμαρα

μου. Στη διάθεση σας, σα θέτε να τις επισκεφθείτε, είπε ο κουλός μ'

ένα χαμόγελο που χώριζε το στόμα του από το ένα αυτί ως το άλλο.

Το Βασιλόπουλο χλώμιασε.

- Και ο ναύσταθμος; Πού είναι ο ναύσταθμος; ρώτησε.

- Παρών! αποκρίθηκε πάλι ο κουλός, δείχνοντας τις μαυρισμένες

πέτρες που έφθαναν ως το ποτάμι.

- Στάσου, είπε νευρικά ο Βασιλιάς παραμερίζοντας το γιο του.

Δε σε καταλαβαίνει. Άκου δω, άνθρωπε μου, πες μου πού κάθεται ο

στόλαρχος;

Ο κουλός άπλωσε το χέρι του κατά τη δύση.

- Στα ξένα, είπε σύντομα.

- Και ο ναύαρχος... ο ναύαρχος... ένας ναύαρχος που να πάρει η

ευχή!

- Δεν έχομε τέτοιο πράμα εδώ.

- Κυβερνήτες, ναύτες, καράβια, για το Θεό, που είναι όλα αυτά;

- Παρών, είπε πάλι ο κουλός.

Και δείχνοντας με καμάρι τις φελούκες:

- Στόλος, παρών.

Ύστερα χτυπώντας το στήθος του:

- Κυβερνήτης, ναύτης και τα λοιπά, παρών! Άλλο μη γυρεύεις,

Αφέντη, δεν έχει.

Μάζεψε από μέσα από τη φελούκα του μια σανίδα και την

έσπρωξε στη στεριά, όπου τη στήριξε.

- Κοπιάστε στο παλατάκι μου, είπε με το φαρδύ του χαμόγελο,

λυγισμένος ως κάτω και απλώνοντας το χέρι του στο στήθος με όλα

τα δάχτυλα ανοιχτά. Δούλος σας, Αφεντάδες μου!

- Πάμε σπίτι, πατέρα, είπε το Βασιλόπουλο, εμάθαμε όσα θέλαμε

να ξέρομε.

Και με σκυφτό κεφάλι πήραν το δρόμο του πύργου.

Ζ'. ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

Όταν έφθασαν, μες στην κάψα του μεσημεριού, είδαν την

Ειρηνούλα, που από την πόρτα τους έγνεφε να σιμώσουν.

- Το φαγί είναι έτοιμο, είπε χαρούμενη, να μου πείτε αν επέτυχα

το γιαχνί.

Ο Βασιλιάς σταμάτησε.

- Εσύ μαγείρεψες; ρώτησε κατσουφιασμένος. Καλά την έχομε

σαν το μάθει η Βασίλισσα.

Όλη η χαρά της Ειρηνούλας έσβησε. Μαραμένη ακολούθησε

τον πατέρα της.

Το τραπέζι ήταν στρωμένο, το γιαχνί σερβιρισμένο, τα ποτήρια

και τα πιάτα σε καθενός τη θέση.

Ο υπασπιστής Πολύκαρπος έβαλε τα οπωρικά σε μια γαβάθα και

τ' ακούμπησε μπρος στη Βασίλισσα.

- Αχ, τι ωραία σμέουρα και φράουλες! είπε χαρούμενη η Παλάβω.

Ποιος βασιλιάς ή μεγιστάνας μας τα έστειλε άραγε;

- Εσύ όλο μεγιστάνες και βασιλιάδες ονειρεύεσαι, είπε με

παραξενιά ο Βασιλιάς, που συλλογίζουνταν τα καράβια του και

το θείο του το Βασιλιά και το γράμμα του Λαγόκαρδου, και ήταν

στις κακές του. Ο χαριστής απέθανε, κυρά μου, και ο γιος του

δε χαρίζει.

Η Βασίλισσα τα κρέμασε. Έσπρωξε το πιάτο της πέρα και

ακούμπησε στη ράχη της καρέγλας της με μεγαλοπρέπεια.

Μα έξαφνα της μύρισε το γιαχνί και της άνοιξε η όρεξη.

- Πουλιά! Πουλιά με μαρούλια! φώναξε ξεχνώντας κακιώματα

και καμώματα. Το αγαπημένο μου φαγί! Μα μπράβο του του μάγειρα

που το θυμήθηκε! Φωνάξετε τον γρήγορα. Θα τον διορίσω...

τι να τον διορίσω, Βασιλιά μου;

- Περιττό να γυρεύεις τίτλους, είπε απότομα ο Βασιλιάς. Ο

μάγειρας δεν το έψησε, ούτε έχομε, φαίνεται, μάγειρα πια. Η

Ειρηνούλα έβαλε με το νου της να τον αναπληρώσει.

Η Βασίλισσα ξεφώνισε από τη φρίκη της:

- Η κόρη μου! Η κόρη μου μαγείρισσα!

Την έπιασαν πάλι τα νεύρα της, σηκώθηκε από το τραπέζι κι

έτρεξε στην κάμαρα της.

Η Ειρηνούλα κοίταξε τον αδελφό της και αντάμωσε τη λυπημένη

του ματιά. Κρυφοσκούπισε ένα δάκρυ και κάθησε στο τραπέζι

αναστενάζοντας.

Έξαφνα ακούστηκαν κουδουνίσματα που τους ξεκούφαναν.

- Τρεχάτε, είπε ο Βασιλιάς στις παρακόρες, η Βασίλισσα σας

φωνάζει.

Σηκώθηκαν αυτές κατσουφιασμένες, ρίχνοντας λαίμαργες ματιές

στο γιαχνί.

- Ειρηνούλα, είπε κολακευτικά η μελαχρινή, φύλαξε μου λίγο, να

χαρείς τα λαμπρά σου ματάκια!

- Και μένα, είπε η ξανθή.

Μα βαρέθηκε να προσθέσει τίποτε άλλο. Πήγε ως την πόρτα,

άφησε την άλλη να περάσει, και τεμπέλικα γύρισε και κάθησε στη

θέση της.

Τρεχάτη γύρισε η πρώτη παρακόρη.

- Η Βασίλισσα ζητά γιαχνί και κάρδαμα, είπε κάνοντας το μάτι

της Πικρόχολης. Να μην ξεχάσομε, λέει, και φράουλες, γιατί τις έχει

λαχτάρα.

- Τα νεύρα της Βασίλισσας δε βαστούν μπροστά στο φαγί, είπε

με ειρωνεία η Πικρόχολη.

- Σ' αυτό, αποκρίθηκε η Ζήλιω, μοιάζει της αφεντιάς σου...

Πριν τελειώσει τη φράση της, το ποτήρι της Πικρόχολης πέταξε

από πάνω από το τραπέζι και τη βρήκε στο μέτωπο.

- Στρίγλα! φώναξε η Ζήλιω.

Και σ' ένα λεπτό το τραπέζι έγινε άνω-κάτω, τα πιάτα και τα

ποτήρια διέσχιζαν την κάμαρα, και θα 'σπαζαν και τα τελευταία, αν

δεν πρόφθαινε το Βασιλόπουλο να σπρώξει τη Ζήλιω στην κάμαρα

της και να κλειδώσει την πόρτα. Ύστερα έπιασε και τη μανιασμένη

Πικρόχολη και την κλείδωσε σε άλλη κάμαρα.

Ο Βασιλιάς, με το πηρούνι του όρθιο στο χέρι, κοίταζε ατάραχος

όλη τη σκηνή.

Σαν έκλεισαν οι δυο πόρτες και ησύχασε πάλι η κάμαρα, πήρε

ένα δεύτερο πουλί στο πιάτο του και άρχισε να το τρώγει.

- Εσύ δεν τρως; ρώτησε το γιο του, που συλλογισμένος κοίταζε

το γαϊδουρίσιο κεφάλι πάνω από την κονσόλα.

- Συλλογίζομαι, πατέρα, πως πρέπει να κατεβούμε στο σπίτι του

Πανουργάκου, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο, να σκαλίσομε αμέσως

στο κελάρι του και να βρούμε τα πράματα που μας έκλεψε. Πρέπει

ευθύς να τα πουλήσουμε, για να μπορέσομε, με τα φλουριά που θα

πάρομε, να οπλίσομε το έθνος...

- Α, σε βαρέθηκα πια! Από το πρωί γυρνώ μαζί σου! διέκοψε

στενοχωρεμένος ο Βασιλιάς. Άφησε με λιγάκι στην ησυχία μου, δεν

ξέρω τι σ' έχει πιάσει!

Σηκώθηκε και πήγε και ξαπλώθηκε στο σοφά.

- Πήγαινε συ όπου θέλεις, πρόσθεσε, φθάνει να μ' αφήσεις εμένα

στην ησυχία μου.

Και γυρίζοντας από τη μέσα μεριά αποκοιμήθηκε.

Από πάνω από την κονσόλα το κρεμασμένο γαϊδουρίσιο κεφάλι

εξακολουθούσε να τους κοιτάζει κοροϊδευτικά.

Ωστόσο, στο μαγειριό η Ειρηνούλα και ο υπασπιστής Πολύκαρπος,

κουβεντιάζοντας και γελώντας, ξέπλεναν και σκούπιζαν τα

ποτήρια και τα πιάτα.

Εκεί τους βρήκε το Βασιλόπουλο.

- Ειρηνούλα, είπε, θα πάγω στη χώρα. Έρχεσαι μαζί μου;

Ευθύς παράτησε την ποδιά της και τον ακολούθησε.

- Πάμε στου Πανουργάκου, της είπε.

Και της διηγήθηκε τι έλεγε το γράμμα του Λαγόκαρδου και πόση

ανάγκη ήταν να βρεθεί αμέσως ο κλεμμένος θησαυρός, για ν'

αγοράσουν όπλα.

Κατέβηκαν στη χώρα και πήγαν ίσια στο σπίτι του αρχικαγκελάριου.

Η πόρτα ήταν ανοιχτή.

- Παράξενο! είπε το Βασιλόπουλο. Πώς έφυγε αυτός χθες, χωρίς

να κλειδώσει;

Μπήκαν μέσα και γύρισαν όλα τα δωμάτια. Μα δε βρήκαν άλλο

παρά μερικά παλιά ξύλινα έπιπλα. Άνοιξαν όλα τα συρτάρια και

ντουλάπια, μα ήταν άδεια.

Κοντά στην εξώπορτα η Ειρηνούλα πάτησε κάτι σκληρό. Έσκυψε,

το σήκωσε, και το έδειξε του αδελφού της.

- Ένα κυπρί, είπε.

Το Βασιλόπουλο το πήρε και το κοίταξε.

- Είναι του Τζοτζέ, αποκρίθηκε. Φαίνεται ακόμα το βασιλικό

στέμμα, αν και ξεχρυσωμένο. Τίποτα παράξενο να το βρήκε και να

το πήρε ο Πανουργάκος με την ελπίδα πως θα έχει και αυτό αξία.

Πάμε τώρα στο κελάρι.

Κατέβηκαν μια στενή πέτρινη σκαλίτσα κι έφθασαν μπροστά σε

μικρή σιδερένια πόρτα.

Το Βασιλόπουλο εξέτασε την κλειδαριά με προσοχή.

- Καλά είχε κρυμμένα αυτός τους θησαυρούς του! είπε. Θα

χρειαστεί να φωνάξομε σιδερά, για ν' ανοίξει τέτοια πόρτα...

- Περιττό, είπε η Ειρηνούλα, να και το κλειδί. Και από χάμω

μάζεψε ένα κομψό κλειδάκι που χωρούσε σωστά στην κλειδαριά.

- Λες και το έριξε δω επίτηδες, για να το βρούμε πιο εύκολα,

πρόσθεσε γελώντας.

- Όπως άφησε και την εξώπορτα ανοιχτή, για να μπούμε μέσα

ανεμπόδιστοι. Σαν πολύ εύκολα μου φαίνονται όλα, μουρμούρισε το

Βασιλόπουλο.

Γύρισε το κλειδί, και η πόρτα άνοιξε.

Η κάμαρα όπου μπήκαν τ' αδέλφια ήταν μικρή, με χαμηλή στέγη

και χωρίς παράθυρο.

Καταγής έκαιε ένα φανάρι, και η τρεμουλιάρικη φλόγα του φώτιζε

τους τέσσερεις γυμνούς πέτρινους τοίχους.

Πλάγι στο φανάρι, ένα άδειο ξύλινο σεντούκι έχασκε με το

σκέπασμα ανοιχτό.

Το Βασιλόπουλο κοίταξε γύρω του.

Χάμω, σε μια γωνιά, κάτι σα ν' άσπριζε. Το σήκωσε και το εξέτασε

στο φως του φαναριού.

Ήταν ένα ξεχρυσωμένο μπαστουνάκι με κουκλίστικο κεφάλι

στην άκρη, και στολισμένο με κορδέλες και κυπριά.

- Τι βρήκες; ρώτησε η Ειρηνούλα.

- Την υπογραφή του κλέφτη, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Με

άλλα λόγια, το σκήπτρο του Τζοτζέ. Εφθάσαμε αργά, Ειρηνούλα! Ο

θησαυρός χάθηκε!

- Τι λες! φώναξε η αδελφή του.

- Λέγω, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο, δείχνοντας το παιχνίδι που

είχε βρει, πως ετούτο μας εξηγεί γιατί βρήκαμε την εξώπορτα

ανοιχτή, το κυπρί καταγής, το κλειδάκι εμπρός στην πόρτα, το

φανάρι αναμμένο και το κελάρι αδειανό. Μας εξηγεί και την παρουσία

του Τζοτζέ κοντά στο πτώμα του Πανουργάκου. Παλαβός δεν ήταν

ο νάνος, αλλά πρέπει να υποψιάζουνταν ή να ήξερε την ύπαρξη του

θησαυρού στο κελάρι του αρχικαγκελάριου, και, πρωί-πρωί, την

ώρα που πηγαίναμε μεις ανυποψίαστοι να βρούμε φαγί, άλλα κυνηγούσε

αυτός. Κατέβαινε στο βάραθρο κι έβρισκε το κλειδί εκεί που

ήξερε πως είναι, δηλαδή στον κόρφο του πεθαμένου...

Περίλυπη κοίταζε η Ειρηνούλα το σκήπτρο του Τζοτζέ.

- Και τώρα; ρώτησε.

- Τώρα πάμε να ρωτήσομε αν τον είδε κανείς και από πού πήγαινε.

Δεν πιστεύω να είναι δυνατόν να τον προφθάσω. Μα θέλω να

δοκιμάσω.

Έκλεισαν το κελάρι και βγήκαν έξω.

Αντίκρυ από το σπίτι, στην πόρτα ενός φτωχικού μπακάλικου,

ένα παιδί κουρελιασμένο και χλωμό μασούσε λίγο μαύρο ξερό ψωμί.

Το Βασιλόπουλο το σίμωσε και ρώτησε αν ήταν του μαγαζιού.

- Ναι! αποκρίθηκε το παιδί, είναι το μπακάλικο του θειου μου,

και σα λείπει στην ταβέρνα, το φυλάγω εγώ.

- Πες μου, είπε το Βασιλόπουλο, ξέρεις αν σήμερα το πρωί πέρασε

από δω ο Τζοτζές του Βασιλιά;

- Ναι! Ήλθε στο σπίτι του εξοχώτατου κυρ-Πανουργάκου.

- Τον είδες να φεύγει; Βαστούσε τίποτα;

- Ναι! Στον ώμο κρατούσε ένα σακούλι.

- Δεν τον ρώτησες τι είχε μέσα;

- Μπα! Πού να τολμήσω! Και άλλες φορές ήλθε στου

κυρ-Πανουργάκου φορτωμένος, μα θύμωνε αν τον ρωτούσες τι είχε

στο σακούλι του. Πού να ρωτήσω! Είναι κακός και πονηρός.

- Και πού πήγε; ρώτησε το Βασιλόπουλο.

Το παιδί έδειξε με το χέρι:

- Γύρισε κατά τον κάμπο. Ήταν βιαστικός κι έτρεχε.

Τ' αδέλφια ευχαρίστησαν κι έφυγαν.

- Ώστε αυτός ήταν συνένοχος του Πανουργάκου, είπε το

Βασιλόπουλο. Αυτός πρέπει να του κουβαλούσε τα πράματα που

λίγα-λίγα τα έκλεβε από το παλάτι.

- Λες να τον προφθάσομε; ρώτησε η Ειρηνούλα.

- Ποιος ξέρει;

Πήραν βιαστικά το δρόμο του κάμπου.

- Ωστόσο, δεν έχομε τύχη, είπε μελαγχολικά η Ειρηνούλα. Αν

εφθάναμε λίγο νωρίτερα, θα βρίσκαμε το θησαυρό!

- Δεν παραδέχομαι τύχη και ατυχία σε αυτά, αποκρίθηκε το

Βασιλόπουλο. Τύχη έχει εκείνος που ξέρει να κυβερνά τη βάρκα

του σε μια φουρτούνα. Αν έχασα το θησαυρό, τον έχασα από λάθος

μου... Και ξέρεις τι συλλογίζομαι, Ειρηνούλα; εξακολούθησε

αποθαρρυμένος. Πως ποτέ δε θα καταφέρω να εκτελέσω το σκοπό μου,

γιατί δεν ξέρω γράμματα! Χθες βράδυ, όταν βρήκα το γράμμα του

Λαγόκαρδου, αν ήξερα να διαβάσω, θα τον κυνηγούσα ευθύς, ίσως τον

πρόφθαινα. Και τότε θα τον εμπόδιζα να πάγει στους εχθρούς και να

προδώσει. Αν ήξερα να διαβάσω, θα ερχόμουν αμέσως στο σπίτι

του Πανουργάκου, θα σπούσα την πόρτα του κελαριού και θα έβρισκα

το θησαυρό, που μας είναι τόσο αναγκαίος για να ξαναφτιάσουμε και

να οπλίσομε στρατό. Τότε πρόφθαινα ακόμα. Ενώ σήμερα, όταν διάβασε

ο πατέρας το γράμμα, ήταν πια αργά. Ο Λαγόκαρδος ήταν μακριά και

το κελάρι άδειο. Και τώρα θα έχει φθάσει ο Λαγόκαρδος στο βασίλειο

του θείου Βασιλιάς θα έχει προδώσει. Και ποιος ξέρει τι φουρτούνες

θα ξεσπάσουν στο δόλιον τόπο μας, φουρτούνες που μπορούσα να

προλάβω αν ήξερα γράμματα!...

Η Ειρηνούλα έριξε τα χέρια της γύρω στο λαιμό του.

- Μη μιλάς έτσι! Μη λυπάσαι τόσο! είπε με δάκρυα στα μάτια.

Δε φταις εσύ αν δεν ξέρεις γράμματα!

Παραμύθι χωρίς όνομα · 第 3 / 9 段