νευρικά ο Βασιλιάς.
- Ο γιος του δεν ήταν στο στρατό, Αφέντη. Έφαγε τους παράδες του
και μπήκε κοπέλι στου αρχιστράτηγου Μασκαρόπουλου κι έφυγε μαζί
του στα ξένα.
- Μα τι λοιπόν έφερες αυτό το παμπάλαιο Κατάστιχο, όπου δεν
έχει παρά πεθαμένους! ξέσπασε φουρκισμένος ο Βασιλιάς.
Γύρισε μερικά φύλλα προς το τέλος:
- Α, να και άλλες καταγραφές, είπε ευχαριστημένος, να και ονόματα
στρατιωτών. - Κούκος - Κουκάκης - Κουκίδης - Κουκόπουλος -
Κουκιάδης - Κουκουβάγιας... Να στρατιώτες ένα σωρό! Ποιος λέγει
πως δεν έχω στρατό;
Και γυρνώντας στον υπασπιστή Πολύκαρπο:
- Διάταξε αμέσως να πάγει κάποιος να φωνάξει... να μαζέψει
όλους αυτούς τους στρατιώτες, πρόσταξε.
Μα ο Πολύκαρπος έμεινε με στόμα ανοιχτό.
- Ποιος να πάγει; Και πού; ρώτησε σαστισμένος.
- Όχι, όχι! είπε το Βασιλόπουλο. Αν είναι δυνατόν να βρεθούν,
θα τους βρούμε μεις. Πάμε στη χώρα, πατέρα.
- Τώρα; διαμαρτυρήθηκε ο Βασιλιάς. Μα τώρα θα φάμε! Είναι
μεσημέρι!
- Θα φάμε με περισσότερη όρεξη αργότερα, αποκρίθηκε το
Βασιλόπουλο.
Και ο Βασιλιάς, κατσουφιασμένος και μουρμουρίζοντας, τον
ακολούθησε που κατέβαινε τρεχάτος, ενώ σιωπηλά ξέκοβε ο
κυρ-Κατρακυλάκος για να πάγει στη σκορδαλιά του.
Εμπρός στους στρατώνες βρήκαν τον κουτσό, που με γλύκα
έτρωγε βρεχτοκούκια.
Καθώς τους είδε σηκώθηκε, και, κρατώντας αγκαλιά την ξυλοπινάκα
του, χαιρέτησε στρατιωτικά.
- Πήγαινε να φωνάξεις το φρούραρχο, πρόσταξε ο Βασιλιάς.
- Άρρωστος με συνάχι στο κρεβάτι, πίνει φλαμούρι, αποκρίθηκε
με τηλεγραφική συντομία ο κουτσός.
- Άκουσε δω, είπε σιγά το Βασιλόπουλο, μήπως ξέρεις πού μπορώ
να βρω τους καταγραμμένους στρατιώτες;
- Δεν έχει στρατιώτες.
- Πού είναι ο Κούκος; ρώτησε πάλι το Βασιλόπουλο.
- Παραγιός του μπαλωματή, αποκρίθηκε βιαστικά ο κουτσός.
- Τι λες; είπε με θυμό ο Βασιλιάς. Με τίνος άδεια έφυγε από
τους στρατώνες να γίνει παραγιός; Και ο Κουκάκης...
- Παραμάγειρας του Κουκίδη που σκότωσε τον Κουκόπουλο, για να
του πάρει το πουγγί που είχε βρει στη μπαλάσκα του Κουκουβάγια
που κέρδισε τρία τάληρα στην ταβέρνα, κι έφυγε στα ξένα,
αποκρίθηκε ο κουτσός με μιαν αναπνοή.
Ο Βασιλιάς άρπαξε τα λιγοστά μαλλιά του και τράπηκε σε φυγή
κατά το βουνό.
Με μαύρη καρδιά εξακολούθησε το Βασιλόπουλο να εξετάζει.
- Και οι άλλοι στρατιώτες πού είναι;
- Δεν είναι, αποκρίθηκε ο κουτσός.
- Μα τι γίνηκαν;
- Δε γίνηκαν, γιατί δεν ήταν.
- Από πότε έπαυσε να υπάρχει στρατός; ρώτησε το Βασιλόπουλο
χωρίς να χάσει την υπομονή του.
- Δεν έπαυσε, αποκρίθηκε με υπερηφάνεια ο κουτσός. Εγώ είμαι
στρατός, και θα πεθάνω στρατός.
Το Βασιλόπουλο κατάλαβε πως του κάκου έχανε τον καιρό του.
Με σκυμμένο κεφάλι και βαριά καρδιά, τράβηξε κατά το σπίτι του
Κακομοιρίδη.
Πού να πάγει δεν ήξερε. Κανένα δε γνώριζε στη χώρα που να
του γυρέψει βοήθεια ή συμβουλή. Και όμως έπρεπε αμέσως να βρει
άντρες και όπλα!
«Ο Βασιλιάς επλήρωνε στρατό», είπε μέσα του με πίκρα, «και οι
στρατιώτες γίνονταν μάγειροι ή παραγιοί, ή κλέφτες και φονιάδες.
Και τα φλουριά πήγαιναν στην τσέπη των Πανουργάκηδων, και οι
αρχιστράτηγοι πουλούσαν τα όπλα, και οι στόλαρχοι ρήμαζαν το
ναύσταθμο και σπούσαν τα καράβια για να κλέψουν λίγο σίδερο!»
Και γύρευε να εννοήσει και να εξηγήσει την αιτία όλου του κακού.
Θυμούνταν τα λόγια του πρωτομάστορη για τους καβγάδες και
τις αντεκδικήσεις που γίνουνταν παντού, στα χωριά και στις χώρες.
Θυμήθηκε τα λόγια του δασκάλου, πως είναι ώρες όπου χρειάζεται
ηρωισμός για να κάνει κανείς το καθήκον του.
Δε βρίσκουνταν λοιπόν στο λαό του κανένας, που να είχε την
υπερηφάνεια να κάνει το καθήκον του ηρωικά;
Θυμούνταν τις κλεψιές και τις ατιμίες, μικρές και μεγάλες, που
παντού έβλεπε γύρω του, και σκέφθηκε: «Λοιπόν μόνο στην ευτυχία
θα είναι τίμιος ο λαός μου;»
Του ήλθε μαύρη απελπισία. Μπήκε στο δάσος και χώθηκε στα
πυκνά δέντρα και ξαπλώθηκε στο δροσερό χορτάρι κι έκλεισε με
κούραση τα μάτια του.
- Αξίζει άραγε ο κόπος να εργαστώ για τέτοιους ανθρώπους, να
πονώ για τέτοιον τόπο; μουρμούρισε.
- Ναι! είπε σιγά μια γυναικεία φωνή. Αξίζει.
Άνοιξε τα μάτια του και ανασηκώθηκε ξαφνισμένος.
Μπροστά του στέκουνταν η Γνώση.
- Πώς βρέθηκες εδώ; τη ρώτησε.
- Δεν ήλθες πια στην καλύβα μου, και ήξερα πως ήσουν μονάχος.
Σε φανταζόμουν δυστυχισμένο και αποθαρρυμένο, και ήλθα να σε
βρω. Σε είδα από το δρόμο που μπήκες στο δάσος και σε ακολούθησα.
Ναι, αξίζει να κοπιάζεις για τον τόπο σου.
Το Βασιλόπουλο έκρυψε το πρόσωπο του στα χέρια του.
- Αν ήξερες τι είναι αυτοί οι άνθρωποι! είπε με κούραση.
- Λοιπόν, θέλεις να γίνεις και συ όπως είναι αυτοί;
- Τι θες να πεις; ρώτησε.
- Θέλω να πω πως τους περιφρονείς αυτούς τους ανθρώπους
που είναι λαός σου, γιατί είναι κλέφτες ή δειλοί, ή μόνο και μόνο
γιατί δεν έχουν ζωή αρκετή, ώστε να παλέψουν εναντίον της
δυστυχίας και της γενικής αποχαυνώσεως. Και θέλεις λοιπόν κι εσύ να
γίνεις ένα μαζί τους, να παρατήσεις την πάλη, από τις πρώτες
δυσκολίες, ν' αφήσεις τη θέση σου, να δειλιάσεις μπρος στον κόπο
και στην ευθύνη; Ο λαός σου είναι σαν όλους τους λαούς, ούτε
καλύτερος ούτε χειρότερος. Μα έχει ανάγκη από διοίκηση. Μήπως λοιπόν
δεν είσαι αρκετά δυνατός να γίνεις εσύ αρχηγός;
Και τον κοίταζε η Γνώση με μάτια γεμάτα σκέψη.
- Στη θέση όπου μας έβαλε η μοίρα, εξακολούθησε, εκεί πρέπει
να μείνομε. Εσένα σ' έβαλε η μοίρα αρχηγό. Στη θέση σου πρέπει
να μείνεις, και, αν είναι ανάγκη, εκεί να πεθάνεις υπερήφανα. Και
τότε, μα μόνο τότε, θα έχεις γίνει ανώτερος από κείνους που
περιφρονείς. Να φύγεις όμως, όχι! Θα ήταν λιποταξία!
Το Βασιλόπουλο ανατινάχθηκε.
- Θα μείνω! είπε με λαχτάρα. Θα δουλέψω! Ναι, θα τους σώσω,
έστω και αν αυτοί δεν το θέλουν. Τον τόπο μου θα τον κάνω μεγάλο,
θα του ξαναδώσω ζωή ή θα πεθάνω με αυτόν. Έχε γεια, Γνώση,
κι ευχαριστώ για το θάρρος που τα λόγια σου ξύπνησαν μέσα μου.
Και με μεγάλα βήματα βγήκε από το δάσος, χωρίς να κοιτάξει
πίσω του.
Ι'. ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ
Έτρεξε στο σπίτι του Κακομοιρίδη και τον βρήκε στο τραπέζι
με την κόρη του. Καθώς τον είδαν, σηκώθηκαν και οι δυο.
- Κάθησε ν' ανασάνεις, φαίνεσαι κουρασμένος, είπε ο Κακομοιρίδης,
προσφέροντας του ένα σιδερένιο σκαμνί. Έφαγες;
- Δεν πεινώ, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο.
- Καταδέξου το φτωχικό μας φαγί, παρακάλεσε ο Κακομοιρίδης.
Και για να μην τον κακοκαρδίσει, κάθησε το Βασιλόπουλο στο
τραπέζι και του έφερε η κόρη ένα σιδερένιο πιάτο.
- Κακομοιρίδη, είπε τότε χωρίς περιφράσεις, είμαι ο γιος του Βασιλιά
και ήρθα να σου ζητήσω μια χάρη.
Ο Κακομοιρίδης πήδηξε από την καρέγλα του.
- Ο γιος του Βασιλιά; φώναξε.
- Το Βασιλόπουλο! μουρμούρισε η κόρη.
Και οι δυο έπεσαν στα γόνατα, παραζαλισμένοι.
- Όχι, όχι, μην κάνετε έτσι, είπε το Βασιλόπουλο σηκώνοντας
τους, δε σας το είπα για να σας τρομάξω, αλλά για να ζητήσω τη
βοήθεια σας. Κακομοιρίδη, άκουσες τις κακές ειδήσεις; Ο θείος μας
ο Βασιλιάς πέρασε τα σύνορα και προχωρεί προς το ποτάμι.
- Παναγιά μου! φώναξε η κόρη.
Ο Κακομοιρίδης έπιασε το κεφάλι του.
- Λοιπόν, ήλθε το τέλος! μούγκρισε.
- Όχι, δεν ήλθε το τέλος! είπε με δύναμη το Βασιλόπουλο. Φθάνει
να το θέλομε όλοι, και θα διώξομε τον εχθρό.
- Πώς; ρώτησε αποθαρρυμένος ο Κακομοιρίδης. Όπλα δεν έχεις,
στρατιώτες δεν έχεις...
- Γι' αυτό ήλθα σε σένα, διέκοψε το Βασιλόπουλο. Όπλα θα μου
κάνεις, και στρατιώτες θα σηκώσω, φθάνει να μου πεις πού κρύβονται
όλοι οι άντρες του τόπου. Γιατί ένα δεν είδα, μήτε στα χωράφια
μήτε στους δρόμους!
Ο Κακομοιρίδης χαμογέλασε πικρά.
- Αν πήγαινες στην ταβέρνα, θα τους έβρισκες όλους, είπε.
- Θα πάγω λοιπόν στην ταβέρνα. Εσύ ωστόσο μη χάνεις στιγμή.
Φτιάσε μου όπλα.
- Μα με τι, με τι! είπε απελπισμένα ο Κακομοιρίδης. Ούτε μιαν
οκά σίδερο δεν έχω πια!
Το Βασιλόπουλο έριξε μια ματιά στα σιδερένια έπιπλα γύρω του.
Ο Κακομοιρίδης μπήκε στο νόημα και χαμογέλασε:
- Να χαλάσω τελειωμένη δουλειά; είπε μελαγχολικά.
- Γιατί όχι, αν είναι ανάγκη; αποκρίθηκε με φωτιά το Βασιλόπουλο.
Μα βλέποντας τη λύπη στο πρόσωπο του σιδερά, σηκώθηκε
βιαστικά:
- Θα ήταν καθήκον σου και θα το έκανες όσο και αν σου κόστιζε,
είπε. Αλλά δεν είναι ανάγκη να χαλάσεις τελειωμένη δουλειά.
Δείξε μου που είναι το μεταλλείο, πες μου πως να βγάλω το σίδερο,
και σου φέρνω αμέσως όσο θες!
Ο Κακομοιρίδης ηλεκτρίστηκε.
- Θα ξυπνούσες πεθαμένο, εσύ, με την ψυχή σου! είπε μ' ενθουσιασμό.
Δικά σου είναι τα έπιπλα μου, δική σου και η ζωή μου!
Και αρπάζοντας δυο αξίνες βγήκε έξω.
- Πάρε τη χειράμαξα, ένα σκοινί και το φανάρι, και ακολούθα
μας! φώναξε της κόρης του.
Και με μεγάλα βήματα πήρε με το Βασιλόπουλο το δρόμο του
μεταλλείου, ενώ πίσω ακολουθούσε η κόρη με τη χειράμαξα.
Πηγαίνοντας αντάμωσαν ένα παιδί αδύνατο και χλωμό, που σαν
τους είδε άπλωσε το χέρι.
- Γιατί ζητιανεύεις; ρώτησε το Βασιλόπουλο.
- Δεν έχω ψωμί, αποκρίθηκε το παιδί.
- Έλα μαζί μας. Φλουριά δεν έχω να σου δώσω, μα αν δουλέψεις
καλά, θα σου δώσω φαγί να χορτάσεις.
Και το παιδί τους ακολούθησε.
Έφθασαν στα πηγάδια.
Η κρεμαστή σκάλα ήταν σπασμένη και ο Κακομοίρης δεν μπόρεσε
να κατέβει.
- Δέσε το σκοινί γύρω μου, είπε το Βασιλόπουλο, θα κατέβω
εγώ.
Πήρε την αξίνα, σκάλωσε το φανάρι στη ζώνη του και τον κατέβασε
ο Κακομοιρίδης στο πηγάδι.
Σαν έφθασε κάτω στο μεταλλείο, είδε πως δεν ήταν καν ανάγκη
να σκάψει για να βγάλει σίδερο. Πλήθος σιδερόπετρες ήταν κομμένες
και μαζεμένες σωροί, και δυο-τρία πανέρια ήταν γεμάτα, παρατημένα
εκεί.
Το Βασιλόπουλο φώναξε του Κακομοιρίδη να κατεβάσει το μικρό
διακονιάρη, και μαζί έσυραν ένα από τα πανέρια ως το πηγάδι,
το έδεσαν με το σκοινί και είπαν του Κακομοιρίδη να το τραβήξει
απάνω, και αφού το αδειάσει, να τους το ξανακατεβάσει πάλι.
- Τώρα, μικρέ, κάνε κι εσύ το ίδιο, είπε το Βασιλόπουλο αφού
γέμισαν μερικά πανέρια. Και σαν τελειώσεις τη δουλειά, έλα να σου
δωσω φαγί.
Και δέθηκε πάλι το Βασιλόπουλο με το σκοινί, και ανέβηκε.
Βρήκε τον Κακομοιρίδη, που με την αξίνα του κομμάτιαζε τις
σιδερόπετρες, χώριζε το μέταλλο από το χώμα και το έριχνε μέσα στη
χειράμαξα.
- Πήγαινε τώρα στο σπίτι, είπε της κόρης του, άδειασε κει το σίδερο
και φέρε μου πίσω τη χειράμαξα.
Και ρώτησε το Βασιλόπουλο:
- Φεύγεις, Αφέντη;
- Ναι! πηγαίνω στην ταβέρνα. Η ώρα περνά και πρέπει να μαζέψω
στρατιώτες, για να πολεμήσουν με τα σπαθιά και τις λόγχες που
θα φτιάσεις εσύ, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο.
Και ξεκίνησε με την κόρη του Κακομοιρίδη.
Στο δρόμο κουβέντιαζαν.
- Του κάκου ελπίζεις πως θα μπορέσεις να πολεμήσεις τους
εχθρούς, Αφέντη, είπε περίλυπη η κόρη. Δεν έχεις στρατιώτες.
- Θα βρω, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Γι' αυτό πάγω στην ταβέρνα.
- Δε θα σε ακολουθήσουν, δεν τους μέλει πια για τον τόπο και
αν χαθεί, δεν έχουν στο κεφάλι άλλο παρά παιχνίδι και κρασί. Μα
και αν σε ακολουθούσαν, πώς θα προφθάσει μόνος ο πατέρας μου,
να φτιάσει τόσα όπλα; Ύστερα ο πατέρας μου είναι σιδεράς, ξέρει
βέλη να κάνει και λόγχες, όχι όμως τόξα και κοντάρια. Δε δουλεύει
το ξύλο.
- Σωστό αυτό που λες, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Μα τι γίνηκαν
όλοι οι τεχνίτες που δούλευαν πρωτύτερα με τον πατέρα σου;
- Άλλος έφυγε, άλλος έπιασε άλλη δουλειά. Ο καλύτερος, που
ήταν ο αδελφός του, άνοιξε δικό του συνεργείο. Μα πήγαν στραβά
οι δουλειές του και τώρα δεν κάνει πια τίποτα.
- Πού είναι; ρώτησε το Βασιλόπουλο. Θα πάγω να τον βρω και
θα τον φέρω...
Η κόρη αργοκούνησε το κεφάλι.
- Του κάκου θα χάσεις τα λόγια σου, δε θα έλθει κανείς χωρίς
φλουριά!
- Θα δοκιμάσω. Ο θείος σου δουλεύει το ξύλο;
- Βέβαια, είναι από τους πιο επιτήδειους τεχνίτες για όπλα.
- Και πού μπορώ να τον βρω;
- Στην ταβέρνα, σαν όλους τους άλλους.
- Πάγω να τον πάρω. Ψήσε φαγί για περισσότερους, είπε ζωηρά
το Βασιλόπουλο, θα σου τον φέρω στο δείπνο.
Κι έφυγε τρεχάτος κατά τη χώρα.
Ίσα στην ταβέρνα πήγε.
Η πόρτα ήταν ανοιχτή.
Μερικοί νέοι, χλωμοί και κακορίζικοι, έπιναν γύρω σ' ένα βρώμικο
σανιδένιο τραπέζι. Άλλοι, πεσμένοι χάμω, κοιμούνταν βαριά, και
άλλοι πάλι, μισοξαπλωμένοι στο τραπέζι, έπαιζαν ζάρια ή ρουχάλιζαν
με το κεφάλι ακουμπισμένο στα διπλωμένα τους χέρια.
Ένας άνθρωπος, με το ποτήρι στο χέρι, διηγούνταν τα νιάτα
του με βραχνή φωνή.
Το Βασιλόπουλο κάθησε αντίκρυ του. Από την ομοιότητα, κατάλαβε
πως αυτός ήταν ο αδελφός του Κακομοιρίδη.
- Ήταν τα καλά χρόνια εκείνα, σα ζούσε και βασίλευε ο Συνετός
Α', Θεός σχωρέσ' τον, έλεγε αναστενάζοντας ο άνθρωπος. Τότε
ποιος κάθουνταν σε ταβέρνες να πίνει; Ούτε πατούσαμε το πόδι
μας.
- Και ποιος σε αναγκάζει να έρχεσαι τώρα, γέρο; ρώτησε το
Βασιλόπουλο.
- Ποιος; Η κακοριζικιά του τόπου. Πώς να σκοτώσει κανείς την
ώρα του, αν δεν έλθει και στην ταβέρνα; Τότε ήταν αλλιώτικα. Τότε
δουλεύαμε. Όχι σαν τούτα δω τα παιδιά!...
- Γιατί δε δουλεύεις και τώρα;
Ο άνθρωπος στέναξε.
- Βαρέθηκα να δουλεύω άσκοπα, είπε με κούραση.
Τα μάτια του Βασιλόπουλου άναψαν.
- Δούλεψε λοιπόν για ένα σκοπό, είπε και η καρδιά του χτυπούσε
δυνατά στα στήθια του.
- Αμ' αν ήταν να έβρισκα σκοπό, δε θα κάθουμουν εδώ! αποκρίθηκε
ο άνθρωπος.
- Ούτ' εμείς, γερο-Κακομοίρη! είπε ένας νέος με μάτια που
σπιθοβολούσαν από το κρασί. Δωσ' μας λίγο κέρδος, και να δεις
με τι καρδιά δουλεύομε!
- Για το σκοπό ή για το κέρδος; ρώτησε το Βασιλόπουλο.
- Το ίδιο κάνει.
- Όχι, δεν κάνει το ίδιο, είπε με φωτιά το Βασιλόπουλο, γιατί
όποιος από σας εδώ θέλει να δουλέψει, εγώ να του δώσω δουλειά.
Μα θα είναι για ένα σκοπό μεγάλο και ιερό που δεν αφήνει κέρδος.
- Κοροϊδεύεις, πατριώτη! είπε γελώντας ο νέος.
- Δεν κοροϊδεύω. Ο εχθρός είναι μέσα στον τόπο!
Ο νέος σηκώθηκε, έσκυψε από πάνω από το τραπέζι και κοίταξε
το Βασιλόπουλο.
- Τι δουλειά μας προτείνεις; ρώτησε σοβαρά.
- Τη δουλειά που έχει χρέος να κάνει κάθε πατριώτης την ώρα
του κινδύνου.
- Μας προτείνεις δηλαδή να γίνομε στρατιώτες και να πάμε να
σκοτωθούμε για του δεσπότη τα ποδήματα;
- Όχι, αλλά για την Πατρίδα και για το Βασιλιά!
- Μα δε μ' αφήνεις ήσυχο! είπε ο νέος με αναμμένα μάτια. Η
Πατρίδα είναι λέξη, και ο Βασιλιάς είναι κούτσουρο!
Η προσβολή έτσουξε το Βασιλόπουλο σαν καμτσικιά.
Σηκώθηκε από την καρέγλα του, και τρέμοντας από αγανάκτηση
αποκρίθηκε:
- Πατρίδα είναι ο τόπος σας και ο Βασιλιάς είναι αρχηγός σας!
Γενικό γέλιο του αποκρίθηκε.
- Ο τόπος μας εδώ πέρα είναι σίγουρος, ο εχθρός δεν περνά το
ποτάμι! είπε ένας με φωνή βραχνή από το μεθύσι. Όσοι κάθονται
από την άλλη μεριά, ας φροντίσουν για τον εαυτό τους.
- Για δες αρχηγό που τον έχομε! φώναξε άλλος. Κρυμμένος
πίσω από τα παράθυρα του θα μας πάγει στον πόλεμο!
- Και χωρίς όπλα! πρόσθεσε τρίτος χαχανίζοντας.
- Ας βγει ο Βασιλιάς πρώτος, να μας δείξει πώς πολεμάνε! φώναξε
κάποιος.
- Ας βγει ο Βασιλιάς κι εγώ να του φτιάσω όπλα! είπε ο
γερο-Κακομοίρης.
Χλωμός σαν το κερί, και με σταυρωμένα χέρια, στέκουνταν ανάμεσα
τους ο γιος του Βασιλιά.
- Γερο-Κακομοίρη, είπε με τρανταχτερή φωνή, έχω το λόγο
σου! Ο Βασιλιάς εγέρασε και δε βαστά στον κόπο. Μα ο γιος του θα
βγει και θα του φτιάσεις όπλα!
- Μπράβο, είπε ο γέρος. Φθάνει όμως να βγει το Βασιλόπουλο.
- Ας βγει το Βασιλόπουλο, είπε ο νέος με τ' αναμμένα μάτια, και
όλοι μας να τον ακολουθήσομε.
Το Βασιλόπουλο γύρισε και τον κοίταξε στο πρόσωπο.
- Θυμήσου τα λόγια που είπες, σαν έλθει η ώρα, είπε βαθιά ταραγμένος,
και γυρνώντας στον άλλο: Γερο-Κακομοίρη, είπε, ο αδελφός σου άρχισε
να φτιάνει τα όπλα που χρειάζεται το Βασιλόπουλο για να βγει με
στρατό. Δε θα τον βοηθήσεις;
Ο γέρος ξαφνίστηκε.
- Μιλάς σοβαρά; ρώτησε.
- Σοβαρότατα, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Οπόταν θελήσεις,
έλα στο σπίτι σου να βεβαιωθείς.
Και βγήκε χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
Ο γέρος τον κυνήγησε και τον πρόφθασε λίγα βήματα παρακάτω.
- Δε μου εξηγείς τα λόγια σου; ρώτησε.
- Είμαι ο γιος του Βασιλιά, είπε το Βασιλόπουλο. Φλουριά δεν
έχω να σε πληρώσω, μα σου το ζητώ στ' όνομα της Πατρίδας,
φτιάσε μου όπλα!
Ο γερο-Κακομοίρης τα έχασε. Έπεσε στα γόνατα κι έμεινε άφωνος.
- Έρχεσαι; ρώτησε το Βασιλόπουλο.
- Διάταξε, Αφέντη! μουρμούρισε ο γέρος. Είμαι δικός σου!
Το Βασιλόπουλο τον σήκωσε.
- Έχεις εργαλεία; ρώτησε.
- Έχω!
- Έλα λοιπόν στου αδελφού σου. Δεν πρέπει ούτε μιαν ώρα να
χάσομε, και ο Κακομοιρίδης μας περιμένει.
Και πήγαν μαζί στο σπίτι του σιδερά.
Τους περίμενε τωόντι, αν και ήταν πια αργά. Μόνο το φτωχόπαιδο
είχε φάγει και αποκοιμηθεί σε μια γωνιά του μαγειριού.
- Αύριο θα έχομε και άλλους τέτοιους εργάτες, είπε χαμογελώντας
ο Κακομοιρίδης. Επιστρέφοντας απαντήσαμε ένα-δυο ζητιανόπαιδα,
και ο μικρός τους διηγήθηκε πώς κέρδισε, δουλεύοντας, το
βραδινό του φαγί, και όλα μου ζήτησαν δουλειά με την ίδια πληρωμή.
Τους είπα να έλθουν. Μας συμφέρει, εξακολούθησε ο Κακομοιρίδης.
Την ώρα που ανεβάζουν σιδερόπετρες από τα πηγάδια, εγώ δουλεύω
εδώ και δε χάνεται καιρός.
Κάθησαν στο τραπέζι. Μα το Βασιλόπουλο δε θέλησε να μείνει.
Ζήτησε μόνο ένα κομμάτι ψωμί να φάγει στο δρόμο, πηγαίνοντας
στου δασκάλου, όπου ήθελε ακόμα να μελετήσει πριν πιάσει
δουλειά με τους δυο αρχιμαστόρους.
Το σπίτι του δασκάλου ήταν μακριά. Πήγε τρεχάτος, μελέτησε,
έγραψε, και τρεχάτος πάλι γύρισε στου Κακομοιρίδη το σπίτι, όπου
για ώρες δούλεψαν το σίδερο που έβγαινε πυρωμένο από το φουρνέλο.
Τα μεσάνυχτα, οι δυο αδελφοί παράτησαν σφυρί και τόρνο.
Ο Κακομοιρίδης θέλησε να δώσει στο Βασιλόπουλο το δικό του
κρεβάτι. Μ' αυτό δε δέχθηκε. Έπρεπε, είπε, να γυρίσει στο παλάτι,
να μάθει τα νέα.
Βιαστικά πήρε πάλι το δρόμο της χώρας. Μα ήταν τόσο κουρασμένος,
που δυο-τρεις φορές κάθησε στο χώμα να ξεκουραστεί. Τον έπαιρνε
τότε ο ύπνος, και, για να μην κοιμηθεί, σηκώνουνταν πάλι και
ξανάρχιζε το τρέξιμο.
Με κόπο έφθασε στο ρίζωμα του βουνού και τράβηξε για το
παλάτι. Προσπάθησε να τρέξει, μα η κούραση τον νίκησε. Κάθησε
σε μια πέτρα ν' ανασάνει, τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους, και
αποκοιμήθηκε βαθιά.
ΙΑ'. ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ Ή ΞΥΛΟΚΟΠΟΣ;
Εκεί τον βρήκε η Ειρηνούλα, πρωί-πρωί, καθώς πήγαινε στο
δάσος.
Τον ξύπνησε και μαζί κατέβηκαν.
Την ρώτησε αν είχε άλλα νέα.
- Όχι, του αποκρίθηκε. Οι εχθροί δε φάνηκαν ακόμα στον ποταμό.
- Ο Θεός να δώσει! είπε το Βασιλόπουλο από μέσα από την καρδιά
του. Για μας, κάθε ώρα είναι κέρδος.
Σκότωσε με τη σφενδόνα του κουνέλια και αγριόπουλα, και τα
μοίρασε σε δυο μάτσα. Μοίρασε και τ' αυγά, και πήρε τα μισά στο
μαντίλι του.
- Κάτω εκεί, στου Κακομοιρίδη το σπίτι, θα στρωθεί σήμερα μεγάλο
τραπέζι, και πρέπει κι εκεί να πάγω φαγί, είπε της αδελφής του.
Και της διηγήθηκε πως πήγε και βρήκε τον αδελφό του Κακομοιρίδη,
που δούλευε τώρα και αυτός να φτιάσει όπλα, και πως μερικά
αλητόπαιδα ήταν να έλθουν να δουλέψουν στο μεταλλείο και
να πληρωθούν με το φαγί που θα τους έφερνε.
- Τι ωραία! είπε η Ειρηνούλα συγκινημένη. Έτσι τρέφεις ένα
πλήθος πεινασμένους και συνάμα τους μαθαίνεις να δουλεύουν για
να μη ζητιανεύουν.
- Μα αυτό γυρεύω ίσα-ίσα, αποκρίθηκε απλά το Βασιλόπουλο,
να ξαναμάθει ο κόσμος να δουλεύει.
Αποχαιρέτησε την αδελφή του και κατέβηκε τρεχάτος στη
χώρα.
Πήγε στου δασκάλου, έκανε το μάθημα του και άφησε δυο
πουλιά για πληρωμή. Ύστερα τράβηξε στου Κακομοιρίδη.
Τους βρήκε όλους στη δουλειά.
Γύρω στους τοίχους της κάμαρας κρέμουνταν διάφορα νεόφτιαστα
όπλα.
- Καλή αρχή! είπε με χαρά το Βασιλόπουλο. Ο εχθρός δε φαίνεται
ακόμα να πλησιάζει. Θάρρος! Θα γίνουν τα όπλα.
Και αφού παρέδωσε το κυνήγι στην κόρη του Κακομοιρίδη, σήκωσε
τα μανίκια του κι έπιασε το σφυρί και την τσιμπίδα.
Έξαφνα όμως ακούστηκαν έξω φωνές.
Το Βασιλόπουλο παράτησε τα εργαλεία του, βγήκε τρεχάτος και είδε
ένα από τα παιδιά του μεταλλείου, που πάλευε γενναία να σώσει τη
φορτωμένη χειράμαξα του από δυο κλέφτες.
Το Βασιλόπουλο αναγνώρισε τον αφιλόξενο άνθρωπο που τους
είχε διώξει, με την Ειρηνούλα, από το κατώφλι του, και το παιδί
του, που είχε κλέψει τ' ωρολόγι του Κακομοιρίδη.
- Παλιάνθρωπε! φώναξε και ρίχθηκε πάνω του, τον άρπαξε από
το λαιμό και τον έστρωσε στο χώμα.
Ο Κακομοιρίδης, ακούοντας τις φωνές, βγήκε και αυτός κι έφθασε
την ώρα που το παιδί του κλέφτη ξέκοβε στο δάσος. Το κυνήγησε,
το έπιασε και το έφερε πίσω με τις σπρωξιές.
- Δώστε μου ένα σκοινί! φώναξε το Βασιλόπουλο.
Και με τη βοήθεια του Κακομοιρίδη, τους έδεσε πισθάγκωνα, και
μαζί γύρισαν στο σιδηρουργείο σπρώχνοντας μπροστά τους δυο
κλέφτες.
Το Βασιλόπουλο άφησε απ' έξω το κλεφτόπαιδο, με το
γερο-Κακομοιρίδη να το φυλάγει.
- Είναι αμαρτία αυτό που κάνετε! φώναξε ο κλέφτης. Τι μας δέσατε
τα χέρια σαν κακούργους, αντί να δείρετε αυτό το παλιόπαιδο
που γύρευε να ζημιώσει καλούς και ήσυχους νοικοκυρέους;
- Αυτό θα το δούμε αργότερα, είπε το Βασιλόπουλο. Τώρα πες
μου πώς σε λένε.
Έξαφνα ο κλέφτης θυμήθηκε το πρόσωπο του Βασιλόπουλου και
αναστέναξε με ανακούφιση. Από ένα τέτοιο παιδί τι είχε να
φοβηθεί;
- Μπα! είπε χαρούμενος. Εσύ είσαι, παλικάρι, που ήλθες προχθές
και χτύπησες την πόρτα μου; Και τι γίνεται η κοπελίτσα που
ήταν μαζί σου; Αδελφή σου δεν είναι;
- Και αυτό θα μείνει για αργότερα. Τώρα πες μου τ' όνομα σου.
- Με λένε Κατεργαρίσκο. Μα δε βλέπω γιατί με ρωτάς εμένα
εκείνα που θα έπρεπε να ζητήσεις αυτουνού που γύρευε να μας
ζημιώσει...
- Θα τον ρωτήσω και αυτόν ύστερα. Τώρα πες μου εσύ, γιατί
προσπάθησες να πάρεις τη φορτωμένη χειράμαξα;
- Μα δεν είναι έτσι τα πράματα, παλικάρι μου, είπε ο άνθρωπος,
με αλεπουδίσιο χαμόγελο. Άφησε με να σου πω τι έγινε. Εγώ
δούλευα στο δάσος, έσκαβα κι έβγαζα... αυτά, πώς τα λένε...
πέτρες. Και το παιδί μου ήταν εκεί και με βοηθούσε. Σα γέμισα
λοιπόν το αμαξάκι, είπα στο παιδί μου να το πάγει στο σπίτι...
- Τι τις ήθελες τις πέτρες; ρώτησε το Βασιλόπουλο.
- Να χτίσω ένα κοταριό, να σε χαρώ, γιατί το δικό μου γκρέμισε.
Λοιπόν άκουσα φωνές, βγήκα έξω και είδα το παιδί αυτό που
γύρευε να κλέψει τις πέτρες από το γιο μου, και το έριξα κάτω για
να γλιτώσω το πράμα μου. Να, παλικάρι μου, η ιστορία πώς είναι,
να σε χαρώ! Λύσε μου τα χέρια μου, γιατί μούδιασαν έτσι δεμένα.
- Στάσου εκεί τώρα, έχομε και άλλον ν' ακούσομε πριν σε λύσομε,
είπε το Βασιλόπουλο.
Και φώναξε το γερο-Κακομοιρίδη, που για να μη χάνει καιρό
γυάλιζε ένα σπαθί φυλάγοντας το κλεφτόπαιδο.
- Φερ' τον μέσα, γέρο, είπε.
Και ρώτησε το αγόρι:
- Πώς σε λένε και τι συνέβηκε;
- Με λένε Μήτσο, αποκρίθηκε τρέμοντας το παιδί, και μυστικά
έκανε νόημα του πατέρα του πως δεν ήξερε τι να πει.
Το Βασιλόπουλο το αντιλήφθηκε, και ανάγκασε τον Κατεργαρίσκο
να γυρίσει την πλάτη.
- Πες, παιδί μου, δεν πήγαινες... άρχισε ο κλέφτης.
- Εσύ να σωπάσεις ή σου στουμπώνω το στόμα! φώναξε το Βασιλόπουλο.
- Μα, παλικάρι μου, θέλω μόνο την αλήθεια να πει το παιδί μου,
να πιστέψετε πως πήγαινε...
Μα πριν προφθάσει να πει περισσότερα, ο Κακομοιρίδης του
είχε δέσει το στόμα μ' ένα πεσκίρι.
- Ναι, είπε ο Μήτσος νομίζοντας πως κατάλαβε την έννοια του
πατέρα του, πήγαινα να βοηθήσω το παιδί που έσερνε το φορτωμένο
αμαξάκι...
Με μια κλωτσιά στο πάτωμα ο πατέρας του τον σταμάτησε.
- Θέλω να πω, πως πήγαινα τις πέτρες στη χώρα για να τις
πουλήσω του πρωτομάστ...
Άλλη μια κλωτσιά στο πάτωμα, και το παιδί τα έχασε ολότελα
και άρχισε τα κλάματα.
- Φθάνει, είπε το Βασιλόπουλο.
Και φώναξε το παιδί του μεταλλείου:
- Λέγε, Θάνο, τι έτρεξε;
- Γύριζα από τα πηγάδια με το σίδερο, είπε ο Θάνος, και βγήκε
αυτός από το δάσος και μου άρπαξε τη χειράμαξα. Φώναξα πως
ήταν ξένο πράμα, μα την ίδια ώρα έφθασε ο άλλος, μ' έριξε χάμω
και θα έπαιρνε το αμαξάκι αν δεν έφθανες εσύ.
- Τ' άκουσες, κυρ-Κατεργαρίσκο; είπε το Βασιλόπουλο. Δεν ήξερες
βέβαια πως η χειράμαξα είναι δική μας, και πως το παιδί αυτό
δουλεύει στο συνεργείο μας, ειδεμή θα έβρισκες άλλην εξήγηση να
μας δώσεις. Και συ, Μήτσο, εξακολούθησε γυρνώντας στο κλεφτόπαιδο,
τώρα που έχεις την καλή τύχη να ξανανταμώσεις τον κυρ-Κακομοιρίδη,
δεν του δίνεις πίσω τ' ωρολόγι του, που το φυλάγεις τώρα τόσες
μέρες στον κόρφο σου;
Όλοι παραξενεύθηκαν με τα λόγια του Βασιλόπουλου. Μόνος ο
Κατεργαρίσκος κατάλαβε, του λύθηκαν τα γόνατα κι έπεσε σε μια
καρέγλα.
Το Βασιλόπουλο πήρε από την τσέπη του κλέφτη το ασημένιο
ωρολόγι με την αλυσίδα του και τα έδωσε του Κακομοιρίδη.
- Τ' ωρολόγι μου! αναφώνησε χαρούμενος ο σιδεράς. Πώς βρέθηκε
σ' αυτουνού την τσέπη;
Με δυο λόγια το Βασιλόπουλο του διηγήθηκε τι είχε ακούσει και
δει από μέσα από τα ερείπια, πίσω από το σπίτι του κλέφτη.
- Και τώρα, είπε, εμπρός! Περπατάτε!
Τους πήγε πισθάγκωνα δεμένους στη φυλακή, και βρήκε το δεσμοφύλακα
που κουβέντιαζε στην πόρτα ενός καφενείου μ' ένα παλικάρι.
Με δυσαρέσκεια αναγνώρισε το Βασιλόπουλο τον πιωμένο νέο
με τα γυαλιστερά μάτια, που στην ταβέρνα είχε πει τόσο υβριστικά
λόγια εναντίον του Βασιλιά.
Και αυτός τον αναγνώρισε, και ρώτησε ειρωνικά:
- Ε, πατριώτη, βγήκε ο γιος του Βασιλιά;
Το Βασιλόπουλο δεν αποκρίθηκε. Ζήτησε τα κλειδιά, και ο δεσμοφύλακας
του τα έδωσε και τον χαιρέτησε ως κάτω.
Ύστερα πήγε στο αντικρινό μέρος της πλατείας όπου ήταν οι
φυλακές, άνοιξε την πόρτα κι έβαλε μέσα τους κλέφτες.
Ο νέος και ο δεσμοφύλακας το κοίταζαν που πήγαινε.
- Δε μου λες, γιατί υποκλίθηκες τόσο βαθιά, σαν του έδωσες τα
κλειδιά; ρώτησε ο νέος. Ποιος είναι;