επιθυμώ άλλο ειμή το καλόν της Ελλάδος, και θέλω προσπαθήσει με
κάθε δυνατόν μέσον να το βεβαιώσω. Αλλά δεν στέργω ούτε θέλω
στέρξει ποτέ, ώστε το δημόσιον και το μερικόν των Άγγλων να ήναι
εις άγνοιαν της αληθούς καταστάσεως των ελληνικών πραγμάτων. Το
επίλοιπον, κύριοι, εξαρτάται από υμάς. Σεις επολεμήσατε ενδόξως,
φερθήτε και με τιμήν προς τους συμπατριώτας σας και προς τον
κόσμον, και τότε δεν θέλει πλέον ημπορεί τις να λέγη, καθώς εις
δύο χιλιάδων χρόνων διάστημα πολλάκις ερρέθη με τους Ρωμαίους
ιστορικούς, ότι «Ο Φιλοποίμην εστάθη ο τελευταίος των Ελλήνων».
«Μη θελήσετε να συγχωρήσετε μηδέ αυτήν την συκοφαντίαν (και ποίος
ημπορεί να την αποφύγη μάλιστα εις τοιούτον δεινόν αγώνα) να
ημπορέση τις να συγκρίνη τον Οθωμανόν σατράπην με τον Έλληνα
πατριώτην εν ειρήνη, αφ' ού αυτός τον κατέστρεψεν εν πολέμω.
«Παρακαλώ να δεχθήτε την ειλικρινή μου ταύτην γνώμην ως σημείον
της προσηλώσεώς μου εις τα αληθή σας συμφέροντα».
(γ.)
Δύο ή τρία φύλλα μόνον εφημερίδος υπό το όνομα ε λ λ η ν ι κ ή ς
- σ ά λ π ι γ κ ο ς είχαν εκδοθή εν Καλαμάτα το πρώτον έτος του
αγώνος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'.
(α.)
Επτά μίλια μακράν του Μεσολογγίου έπεσε την 5 του αυτού μηνός εις
τα ρηχά δικάταρτον τουρκικόν πολεμικόν αλλά προτού κινηθώσιν εις
κυρίευσιν αυτού οι Έλληνες, ήλθαν δύο εχθρικά πλοία εκ Πατρών, το
αφώπλισαν, και το έκαυσαν.
(β.)
Τρεις μήνας προ της τελευτής του, ήτοι την 10/22 Ιανουαρίου ημέραν
των γενεθλίων του, απεχαιρέτησε την Μούσαν γράψας εν Μεσολογγίω το
τελευταίον των ποιημάτων του· είπε δε προς ους το απήγγειλεν
αυθημερόν ότι το εθεώρει ως έν των δοκιμωτέρων του. Εξελληνίσαντες
ημείς αυτό τω καιρώ εκείνω το εξεδώκαμεν διά των Ελληνικών
Χρονικών, αλλά δέον κρίνομεν σκιαγραφούντες ήδη τον εν Ελλάδι βίον
του να το εκδώσωμεν εκ νέου, επιθεωρηθέν εις πασιφανή απόδειξιν
προς τους Έλληνας ειλικρινούς αγάπης του και της εις τον αγώνα
παντελούς αφοσιώσεώς του, και τω όντι εν ώ διά του επιθανατίου
τούτου και ενθουσιώδους άσματος εξεικονίζει την γηράσκουσαν, κατά
το λέγειν του, εν τη ακμή της νεότητός του και σχεδόν νεκρωθείσαν
αλλ' εισέτι αιχμάλωτον των παθών καρδίαν του, ανακηρύττει και τον
διακαή πόθον του ν' αποθάνη μαχόμενος υπέρ της Ελλάδος.
Η καρδιά μου καιρός είναι ανερώτευτη να ζη·
αφού έπαυσε ν' ανάφτη 'ς' άλλους φλόγα ερωτική.
Πλην κι' αν έπαυσε ν' ανάφτη 'ς άλλους φλόγα ερωτική
η καρδιά μου πάντα θέλει με τον έρωτα να ζη.
Μου εμαράθηκαν τα νειάτα πάνε τ' άνθη κι' οι καρποί
των ερώτων το σαράκι κι' ο καϋμός με καρτερεί
φλογοβόλο νησί μοιάζει αυτή η μαύρη μου η καρδιά
φλέγεται και δεν φλογίζει είνε νεκρική πυρά.
Φόβοι, ελπίδες, ζήλιαις, πόνοι την καρδιά μου δεν κινούν
ουδ' ο έρως την κινάει στον ζυγόν πλην με κρατούν.
Μακρυά τώρα απ' την ψυχήν μου μακρυά τέτοιοι στοχασμοί
εις τον τάφον τώρα η δόξα τον ανδρείον προβοδεί
και του κλει τα μάτια αν πέση θύμα της ελευθεριάς,
κύττα γύρω μας τουφέκια, λάβαρα, δόξα, Ελλάς.
Ο Σπαρτιάτης βαστασμένος στην ασπίδα έναν καιρόν
πλειο ελεύθερος δεν ήτον απ' τον τωρινόν Γραικόν.
Ξύπνησε ψυχή μου, ξύπνα την Ελλάδα δεν ξυπνώ
έξυπν' είναι, να, η Ελλάς μου, ψυχή ξύπνα απ' τον βυθό
πόθεν έρρευσε το αίμα εις ταις φλέβαις σου ενθυμού
γόνε ενδόξων προπατόρων γόνος ένδοξος φανού.
Πάθη όπου ξανανειόνουν καταπάτατα ψυχή
άχρηστο για σε το γέλοιο είν' του κάλλους και η οργή.
Αν τα νειάτα σου λυπάσαι γιατί θέλεις πλειο να ζης
της τιμής εδώ 'ναι ο τόπος άξιος δείξου μαχητής·
ζήτα κ' εύρε ανδρείου μνήμα κι' αν ζητήσης θα τ' ευρής,
κύττα γύρω, πιάσε θέσι, στάσ' εκεί ν' αναπαυθής,
(γ)
Ιδού η απόφασις της επιτροπής.
«Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης επειδή απ' αρχής ευρέθη σύντροφος των
αρμάτων εις τον ιερόν όπερ της ελευθερίας αγώνα, η πατρίς τον
ετίμησε με αξιώματα· πώς εφέρθη έως την εκστρατείαν του Σκόνδρα
είναι γνωστόν εις όλους. Μ' όλον τούτο η πατρίς παρέβλεψε τα
σφάλματά του διά να τον τραβήξη εις μεταμέλειαν. Ήλθεν εις τας δύο
χώρας επί προφάσει της ασθενείας του και τον υπεδέχθησαν
φιλοφρόνως· αλλ' αυτός δεν εφέρθη ως πατριώτης και ως χριστιανός·
αυθαδίασε να πιάση άρματα εναντίον της πατρίδος· έκαμεν
εκστρατείαν εναντίον του Μεσολογγίου· έπιασε το φρούριον του
Βασιλαδίου διώξας εκείθεν την φρουράν· οι στρατιώται του έλαβαν
δύο εκ των προκρίτων της πόλεως ως αιχμαλώτους υπό τους οφθαλμούς
της διοικήσεως, και έφεραν τούτους προς αυτόν την νύκτα
ευρισκόμενον εις το Ανατολικόν· εξηγήθη δε και εις πολλούς ότι
θέλει εμβάσει Τούρκους εις την πατρίδα.
«Διά ταύτα υποπτευθείσα η διοίκησις έλαβε τα ανήκοντα μέτρα και
διώρισεν επιτροπήν τόπον επέχουσαν στρατιωτικού δικαστηρίου,
συνθεμένην από στρατηγούς και χιλιάρχους, οίτινες εξετάσαντες
αυτόν τε και όλα τα αίτια, τα όποια καθ' ημέραν ηύξαναν τας
υποψίας εναντίον του ευρήκαν, ότι ο Καραϊσκάκης είχε κρυφήν
ανταπόκρισιν με τους εχθρούς της πίστεως και της πατρίδος· ότι από
τον Ομέρπασαν εζήτησε μπουγιουρτί διά να γίνη καπιτάνος των
Αγράφων· ότι υπέσχετο εις τον εχθρόν να πιάση την Τατάραιναν με
χιλίους στρατιώτας, και εσυμβούλευε να εύγη ο αποστάτης
Βαρνακιώτης με χιλίους εις το Ξηρόμερον· ότι υπέσχετο εις τον
εχθρόν να τραβήξη προς εαυτόν στρατηγούς και χιλιάρχους Έλληνας
εναντίον της πατρίδος· ότι, εν ώ εγένοντο αυτά εις Μεσολόγγιον,
συγχρόνως ευγήκεν ο εχθρικός στόλος από Π. Πάτρας και άραξεν εις
το Βασιλάδι, και έγινε μυστική εκστρατεία Τούρκων από Καστέλια και
Ναύπακτον εναντίον του Μεσολογγίου, η οποία δεν ευδοκίμησε, διότι
ολίγοι σταθεροί Έλληνες τους εκτύπησαν εις την Κακήν Σκάλαν και
τους εγύρισαν οπίσω. Η επιτροπή έλαβε τέλος πάντων πολλά διδόμενα
διά να γνωρίση αυτόν επίβουλον της πατρίδος και προδότην.
«Επειδή όμως η πατρίς αγαπά τα τέκνα της και μακροθυμεί διά να τα
ελευθερώση από την απάτην, και να τα φέρη εις μετάνοιαν να
γνωρίσουν τα χριστιανικά χρέη των, απεφασίσθη παρά της
διορισθείσης επιτροπής τη συναινέσει όλων των παρευρεθέντων
αρχηγών των αρμάτων και πολιτικών, και εδόθη προσταγή προς τον
αυτόν Καραϊσκάκη να αναχωρήση αμέσως απ' εδώ, μ' όλον όπου είναι
και ασθενής, όστις και ανεχώρησε σήμερον.
«Αν μετανοήση αληθώς και αν επιστρέψη εις τα χριστιανικά και
ελληνικά χρέη του, η πατρίς θέλει λάβει την ευχαρίστησιν ότι τον
εκέρδισεν· ειδέ επιμείνη εις την κακίαν του, ας όψεται.
«Σεις δε, αδελφοί, ειδοποιείσθε διά του παθόντος, ότι ο
Καραϊσκάκης είναι διωγμένος από την πατρίδα, και δεν έχει καμμίαν
εξουσίαν παρά της διοικήσεως, μάλιστα εστερήθη όλων των βαθμών και
αξιωμάτων ως αμαρτήσας. Όσοι δε απατηθέντες ηκολούθησαν αυτόν
προσκαλούνται να γυρίσουν εις τα οπίσω και να ενωθούν με τους
αρχηγούς τους υπερασπιστάς της πατρίδος· πάντες δε οι λοιποί
Έλληνες να απομακρυνθούν της συναναστροφής του και να τον
στοχασθούν ως εχθρόν ενόσω να μετανοήση και να προσπέση εις το
έλεος του έθνους και να ζητήση συγχώρησιν.
Στρατηγοί Χιλίαρχοι.
Ν. Μπότσαρης Γ. Λιακατάς.
Μ. Στουρνάρης Α. Καραγιάννης.
Γ. Τσόγκας Σ. Κατσαρός.
Α. Σκαλτσάς
Α. Βλαχόπουλος Καπητάνοι.
Δ. Μακρής Κ. Βλαχόπουλος
Γ. Γιολδάσης Γ. Σουλτάνης».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ΄.
(α.)
Ο νυν κόμης &Hardwicke&, παρ' ού ήκουσα το φρικτόν τούτο διήγημα.
(β.)
Λέγεται Καβο-Κολόνναις διά τας σωζoμένας εκεί στήλας του ναού
της Ήρας.
(γ.)
Μεσούντος του μηνός τούτου, οι Υδραίοι εβύθισαν περάματά τινα εν
τω πορθμώ της Ευβοίας.
(δ.)
Επειδή ο κύριος Ανάργυρος Ανδρέου Χ. Αναργύρου λέγει εν τοις
Σπετσιωτικοίς, ότι εσφαλμένως ιστόρησα τα των εις σωτηρίαν της
Σάμου ναυμαχιών, συμπεριλαμβανομένης και της κατά τον Γέροντα,
ειδοποιώ τον αναγνώστην, ότι ηρύσθην την ύλην και άλλοθεν μεν αλλ'
ιδίως εκ των σωζομένων ημερολογίων του Σαχτούρη και του Σαχίνη,
αμφοτέρων παρόντων εν ταις ναυμαχίαις ταύταις. Είναι αληθές, κατά
το λέγειν του κυρίου Αναργύρου, ότι τα έμπροσθεν της Σάμου
σπετσιωτικά πλοία ήσαν 28· αλλ' εν τη τυπώσει του μέρους τούτου
του συγγράμματός μου παρελείφθη κατ' απροσεξίαν ο πρώτος των δύο
αριθμών, και απέμεινεν ο αριθμός 8· τοιαύτη παράλειψις είναι
ευκατάληπτος, ανεπληρώθη δε εν τη β' εκδόσει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'
(α.)
Ο κύριος Ανάργυρος, συγγραφεύς των Σπετσιωτικών, δυσφορεί ότι
περιορίζω τον αριθμόν των κατά την Αλικαρνασόν πλοίων της πατρίδος
του εις 14· λανθάνεται. Ιδού τι λέγω· «συνηνώθησαν την 14 και τα
πλοία των Σπετσών, και όλα ομού ηγκυροβόλησαν την 21 υπό την
Λειψόν» (όρα Τόμον Γ' σελίδα 121), ώστε ο κύριος Ανάργυρος εξέλαβε
την απλήν ημερομηνίαν αριθμόν των πλοίων.
(β.)
Τον μοίραρχον τούτον κατ' αρχάς οι Έλληνες επεριποιήθησαν· αλλά
μετά ταύτα τον εσκότωσαν, υποπτεύσαντες ότι υπενήργει την
δραπέτευσίν του
(γ.)
Τα συμπλέοντα ψαριανά πλοία είχαν ήδη αποχωρήσει του στόλου· μόνον
απελείφθη το του Νικοδήμου. Ερωτηθείς δε ούτος διατί, απήντησεν,
ότι υπήκουεν εις την φωνήν της πατρίδος του μάλλον ή του ναυάρχου
του.
(δ.)
Δικαίως δυσφορών ο Γουβερνάτης απήλθεν εις Αίγυπτον, όπου ανεδέχθη
υπηρεσίαν, αλλ' υπό τον όρον να μη πολεμήση τους Έλληνας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ'.
(α.)
Ιδού η απρεπής αύτη επιστολή ταυτολεξεί.
«Γενναιότατοι Καπηταναίοι Ρουμελιώται·
Ημείς με το να έχωμεν δικαίωμα και ιντερέσα της πατρίδος μας
Πελοποννήσου εκινήθημεν εναντίον της τυραννίας μερικών ατόμων· και
επειδή είμεθα πατριώται δεν επιθυμούμεν να κινηθώμεν μεταξύ μας
εις εμφύλιον πόλεμον. Όθεν αν ήσθε Έλληνες και πατριώται δεν
πρέπει ν' ανακατωθήτε εις τα της Πελοποννήσου πράγματα, αλλά να
σταθήτε αδιάφοροι και αν έχετε κανένα δίκαιον θέλει το λάβετε εν
καιρώ τω δέοντι· ειδέ και θελήσετε να ανακατωθήτε εις τα της
Πελοποννήσου πράγματά μας, ό,τι σας ακολουθήσει όψεσθε, και ημείς
μένομεν ανεύθυνοι.
Αναγνώστης Δηληγιάννης· Θ. Κολοκοτρώνης.»
(β.)
Ο Φωτίλας κατέφυγεν εις τα όρη της Δίβρης επί της εις τα Καλάβρυτα
εισβολής των Σουλιωτών, επρόσπεσεν έπειτα εις την κυβέρνησιν και
έλαβε την άδειαν να μείνη εν τη οικία του ανενόχλητος·
συνελήφθησαν και γράμματα ενοχοποιούντα εις τα της ανταρσίας τον
βουλευτήν Ανασιάσιον Λόντον, όστις και απεκλείσθη της βουλής.
Συνελήφθη και ο Π. Πατρών Γερμανός, ομόφρων των Ανδρεών,
κατεδιώχθη, εγυμνώθη, εξευτελίσθη, έπαθε τα πάνδεινα υπό των περί
τον Γκούραν, και έλαβε την άδειαν να διαμείνη μετά τα παθήματά του εν
Γαστούνη αφυλάκιστος.
(γ·)
Ιδού η γραφή.
«Αδελφοί·
«Κατατρέχομαι μέχρι ζωής δι' αιτίας τας οποίας θέλει δικάσει η
αδέκαστος ιστορία, και εγώ θέλω σας εκθέσει διά λόγου όταν σας
ενταμώσω· καταφεύγω λοιπόν προς υμάς ζητών άσυλον, και τούτο
επειδή ωρκίσθην να αποθάνω επάνω εις την φίλην μου πατρίδα
μαχόμενος υπέρ αυτής, και επειδή έχω φίλους τους περισσοτέρους των
σημαντικωτέρων πολιτικών και πολεμικών της Δυτικής Ελλάδος
γνωρίζοντας κάλλιστα τον χαρακτήρα μου. Δεν έρχομαι με σκοπόν
άλλον παρά να μείνω παρ' υμίν ως ενέχυρον διά να δώσω λόγον των
πράξεών μου εις το αδέκαστον κριτήριον, την εθνικήν συνέλευσιν, αν
το έθνος θελήση να την κάμη, εις την απόβασιν του οποίου θέλω
κλίνει άφωνος τον αυχένα. Ευχαριστηθήτε λοιπόν να με αποκριθήτε
διά να φύγω προς εντάμωσίν σας. Ήθελα έλθη μόνος μου, αλλ' οι
σύντροφοί μου δεν μ' αποχωρίζονται. Τους επήρα μαζή μου. Είναι δε
περίπου των εκατόν.
Από του πλοίου την 21 δεκεμβρίου 1824,
Μένω, ο Αδελφός σας,
Ανδρέας Ζαήμης.
«Και εγώ σας ασπάζομαι αδελφικώς και έρχομαι και εγώ ομοίως
προς εντάμωσίν σας,
Νικήτας Σταματελόπουλος».
Ιδού η απάντησις.
«Κύριε!
«Ελάβαμεν το από 21 τρέχοντος γράμμα σας σημειωμένον εκ του πλοίου,
το οποίον, επειδή ευρέθημεν εις τοπικήν συνέλευσιν, επαρουσιάσθη
εις αυτήν. Λυπούμεθα διά τας δυστυχίας σας, και επειδή δεν
ελησμονήσαμεν τας προτητερινάς σας εκδουλεύσεις ιδιαιτέρως προς
την πατρίδα μας, πιστεύετε βέβαια πόσον επιθυμούμεν να μετριάσωμεν
τας θλίψεις σας κατά το δυνατόν· αλλά το δυνατόν τούτο
περιορίζεται μεγάλως από το απαραίτητον χρέος κάθε πολίτου να
πείθεται εις τον νόμον και να υποτάσσεται εις την διοίκησιν, την
οποίαν ενέκρινεν η θέλησις του έθνους· και επειδή εκ πρώτης αρχής
της συνελεύσεώς σας κατεκρίναμεν και κατηράσθημεν κάθε ένοπλον
κίνημα κατά της διοικήσεως, δεν ημπορούμεν να διαυθεντεύσωμεν
καμμίαν από τας αρχάς, τας οποίας δημοσία κατεδικάσαμεν. Εκ τούτων
λοιπόν συμπεραίνετε ότι δεν ημπορούμεν να σας δώσωμεν υπόσχεσιν
άλλην παρά να μεσιτεύσωμεν υπέρ υμών εις την σεβαστήν διοίκησιν.
«Η εθνική συνέλευσις δεν ηξεύρομεν πότε γίνεται, και διά τούτο εάν
αποφασίσητε αφ' όπου ευρίσκεσθε να έλθητε εδώ, ημπορείτε μεν να
έλθητε, αλλά πάντοτε γνωρίζοντες ότι εάν ζητηθήτε από την
διοίκησιν, πρέπει να υπακούσετε και να υπάγετε. Εάν δεν
αμφιβάλλετε εις την ευγνώμονα διάθεσιν των δυτικοελλαδιτών και εις
την προθυμίαν των του να πράξουν ό,τι είναι δυνατόν εις αυτούς,
συγχωρητέον όμως από τους νόμους, διά να παρηγορήσουν τας θλίψεις
σας, δεν θέλετε δυσαρεστηθή από την ειλικρινή εξήγησίν των, η
οποία μόνη τους συγχωρείται από τα ιερά χρέη, εις τα οποία ο νόμος
υποβάλλει κάθε καλόν πολίτην.
«Εάν αποφασίσετε να έλθετε κατά τον τρόπον τούτον, πρέπει να μας
αποκριθήτε πρότερον εγγράφως.
Την 21 δεκεμβρίου 1824, εν Ανατολικώ».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'.
(α.)
Ιδού το υπόμνημα.
«Μετά την κατάπαυσιν των κατά την μεσημβρινήν Ευρώπην ταραχών,
αίτινες τόσον επικινδύνως προώδευσαν, ο αυτοκράτωρ φρονεί ότι
ήλθεν η ώρα και της ειρηνεύσεως της Ελλάδος· η παύσις των ταραχών
αυτής είναι αναγκαιοτάτη, διότι εξ αιτίας αυτών βλάπτεται καιρίως
το κατ' εκείνο το μέρος εμπόριον της Ρωσσίας και παραλύεται η
βιομηχανία μεγάλου μέρους των επαρχιών του ρωσσικού κράτους.
«Χάρις εις την ικανότητα του λόρδου Στραγγφόρδου, η Πύλη παρεδέχθη
τα αιτήματα της Ρωσσίας, και επί τη παραδοχή αυτών έστειλεν ο
αυτοκράτωρ εις Κωνσταντινούπολιν τον σύμβουλον της επικρατείας
Μιντσιάκην· αν δεν έστειλε πρέσβυν, είχε λόγους ισχυρούς· την
παρουσίαν του πρέσβεως θα εξελάμβαναν οι Τούρκοι θρίαμβον κατά των
Ελλήνων· αν ενίκων οι Έλληνες, η Πύλη Θα υπώπτευε τον πρέσβυν, θα
υπέθετε σχέσεις αυτού προς τους αποστάτας, και η θέσις του θα
ωμοίαζε την επί του αξιοκατακρίτου κινήματος του πρίγκηπος
Υψηλάντου θέσιν του βαρώνου Στρογονόφου αναγκασθέντος ν' αναχωρήση
εκ της Κωνσταντινουπόλεως, διότι δεν εισηκούσθησαν οι λόγοι του·
αν δε εξ εναντίας ενίκων οι Τούρκοι, πώς εδύνατο ο πρέσβυς της
Ρωσσίας να μένη θεατής των αναποφεύκτων κακουργημάτων βαρβάρου
λαού; θα έδιδεν η παρουσία του αφορμήν εις συκοφαντίας κατά του
αυτοκράτορος, ως σκοπεύοντος να θέση τους Έλληνας υπό εξουσίαν
αναρχικήν και βάρβαρον, και ως θεωρούντος εξίσου τους Μωαμεθανούς
και τους Χριστιανούς. Αναγκαίον είναι προς τούτοις να φροντίσωσιν
αι καταπαύσασαι τας ταραχάς της Ιταλίας και της Ισπανίας Δυνάμεις
ίνα μη υποστηρίζεται ο ελληνικός αγών υπό της επιρροής των
ταραχοποιών των τόπων όπου επανήλθεν η ευταξία· διά μόνης δε της
ετοίμου συμπράξεως των συμμάχων είναι δυνατόν να προληφθώσιν νέα
δυστυχήματα, και να παύση η δι' όλης τριετίας επικρατήσασα
αιματοχυσία. Καθ' όλας τας εικασίας και η επί του δ' τούτου έτους
εκστρατεία δεν θα παύσει τον αγώνα. Η Πύλη αλαζονευομένη διά τας
άλλοτε νίκας της θέλει να επανορθώση την πεσούσαν απόλυτον επί των
Ελλήνων εξουσίαν της. Εν τω μέσω των δύο άκρων ευρίσκεται η λύσις
του προβλήματος. Η αυλή της Ρωσσίας προβάλλει ως μέσον όρον τον
ακόλουθον τρόπον της ειρηνεύσεως παρέχοντα τοις μεν τας αναγκαίας
εγγυήσεις, τη δε ωφελείας πραγματικάς αντί κυριαρχίας σαλευούσης.
Φρονεί λοιπόν, ότι κατά τα παραδείγματα αυτού του τουρκικού
κράτους συμφέρει να συστηθώσι τρεις υποτελείς τη Πύλη ηγεμονείαι
επί της στερεάς Ελλάδος, η μεν εκ Θεσσαλίας, Βοιωτίας και Αττικής,
ό εστι της ανατολικής Ελλάδος, η δε εξ Ηπείρου και Ακαρνανίας, ό
εστι της δυτικής Ελλάδος, της άλλοτε ενετικής παραλίας,
εξαιρουμένου του υπό το σκήπτρον της Αυστρίας μέρους· η δε εκ
Πελοποννήσου και Κρήτης, ό εστιν εκ της μεσημβρινής Ελλάδος· αι δε
νήσοι να διοικώνται δημογεροντικώς, καθώς και μέχρι τούδε. Εν έτει
1405 οι Τούρκοι, κυριεύσαντες την Βλαχίαν, την κατέστησαν
ηγεμονείαν υπό την κυριαρχίαν των, και απηγόρευσαν την είσοδον
τουρκικών στρατευμάτων. Εν έτει 1536 Σουλεημάνης ο α', νικήσας
τους Μολδαυούς, τοις εχάρισε τα αυτά προνόμια. Τα προνόμια ταύτα
ετροποποιήθησαν, του καιρού προϊόντος, ηυξήθησαν και ετέθησαν υπό
την εγγύησιν της Ρωσσίας. Εν έτει 1774 Μουσταφάς ο γ' ηθέλησε να
καταστήση την Πελοπόννησον ηγεμονείαν· απέθανε κατά δυστυχίαν το
αυτό έτος, και το σχέδιόν του δεν επραγματοποιήθη. Ίσως αντείπουν
αι Δυνάμεις ότι η Πύλη εδείχθη πάντοτε εναντία προς πάσαν ξένην
μεσολάβησιν επί των τελευταίων διαπραγματεύσεων, αλλά, κατά τα
χρονικά των παρελθόντων καιρών, εδέχθη άλλοτε την ξένην
μεσολάβησιν, και εν έτει 1774 επί της ειρήνης του Καϊναρτσίου, και
εν έτει 1779 και 1802. Φρονεί δε η Ρωσσία, ότι και αι ελπίδες των
Ελλήνων περιορίζονται ευλόγως εντός τούτων των όρων, διότι υπ'
αυτούς ελεύθεροι θα είναι και αυτοί και ελεύθερον διόλου και το
εμπόριόν των υπό την εθνικήν σημαίαν των· ο δε Πατριάρχης των
Ελλήνων, όστις θα εδρεύει εις το εξής εν Κωνσταντινουπόλει, θ'
αντιπροσωπεύει κατά τινα τρόπον το έθνος. Φρουραί τουρκικαί θα
κάθηνται μόνον εντός τινων φρουρίων εν ωρισμένη περιφερεία, αλλ'
ούτε πασάς ούτε διοικητής Τούρκος θα στέλλεται· πάσα δε ηγεμονεία
θα δίδει φόρον ανάλογον ως προς την έκτασίν της και τους πόρους
της· δευτέρα δε σύσκεψις των Δυνάμεων θα κανονίσει τα του
εσωτερικού διοργανισμού των ηγεμονειών. Αληθή ωφέλειαν παρέχει ο
συμβιβασμός ούτος· η επί του δ' τούτου έτους εκστρατεία δεν θα
είναι πιθανώς ευτυχεστέρα των παρελθουσών, εν ώ ο προβαλλόμενος
συμβιβασμός ασφαλίζει την ειρήνην, την ησυχίαν και τα τακτικά
εισοδήματα της Πύλης διά της πληρωμής των φόρων των διαφόρων
ηγεμονειών. Μέχρι της σήμερον οι απειθείς πασάδες ετάρατταν
αδιακόπως την ησυχίαν της Πύλης, και ιδιοποιούντο τα συναζόμενα
πλούτη· αι ανταρσίαι αύται και αι παρεισπράξεις των απλήστων και
φιλάρχων πασάδων θα παύσουν.
Μωάμεθ ο β' ανέδειξε τας νήσους απλώς υποφόρους· το σχέδιον τούτο
είναι τόσω μάλλον άξιον της παραδοχής των συμμάχων, καθ' όσον,
εγγυώμενον την λύτρωσιν των Ελλήνων εμμένει εντός των όρων της
πολιτικής των συμμάχων, και δεν φαίνεται ενισχύον τας περί πλήρους
ανεξαρτησίας αξιώσεις των Ελλήνων.
Προβάλλει λοιπόν η Ρωσσία, α', να παραδεχθώσιν αι Δυνάμεις τα εν
τω υπομνήματι τούτω ενδιαλαμβανόμενα· β', να δοθώσιν ανάλογοι
οδηγίαι τοις εν Κωνσταντινουπόλει αντιπροσώποις των· γ', να δοθή
αυτοίς η περί της πραγματοποιήσεώς των εν αυτώ όρων απαιτουμένη
εξουσία· δ', να κοινοποιήσωσιν εκ συμφώνου τω σουλτάνω
αλληλοδιαδόχως όλους τους περί ειρηνεύσεως του σχεδίου τούτου
όρους· ε', να ειδοποιήσωσιν αι αυλαί τους αντιπροσώπους των, ότι
περί πολλού ποιούνται την παρά του σουλτάνου παραδοχήν της
μεσολαβήσεως των αυλών· στ', να παραστήσωσι τω σουλτάνω, ότι η
σύστασις τριών ηγεμονειών διαιρεί τας δυνάμεις της Ελλάδος, και
επειδή θ' ανατεθή εις αυτόν ο διορισμός των ηγεμόνων, θ'
αποβλέπουν εις αυτόν αι επισημότεραι οικογένειαι των Ελλήνων».
(β.)
Η Ρωσσία επίστευεν, ότι η Μολδοβλαχία θ' απηλλάττετο ευθύς των
τουρκικών στρατευμάτων, καθ' ας έδωκεν επανειλημμένας υποσχέσεις ο
σουλτάνος. Τα πλείστα των στρατευμάτων ανεχώρησαν έκτοτε· αλλ' η
κένωσις δεν επραγματοποιήθη ειμή της μεν Βλαχίας τον ιούλιον, της
δε Μολδαυίας το τέλος του έτους τούτου, αλλ' ουδέ και τότε
ολοτελής.
(γ.)
«Ο πρέσβυς ο ημέτερος φίλος» (έγραψεν η Πύλη προς τον πρέσβυν της
Αγγλίας την 28 μαρτίου) «δεν παύει επαναλαμβάνων προς την υψηλήν
Πύλην, ότι οι νόμοι του τόπου του απαγορεύουν να εμποδίση η αυλή
του τους Άγγλους του να βοηθήσωσι τους αποστάτας Έλληνας και
πολεμήσωσι τους Μουσουλμάνους, και ότι δεν έχει την άδειαν να
παιδεύση τόσον αδίκους πράξεις. Αν άλλος τις, όχι τόσον συνετός
όσον ο πρέσβυς ο ημέτερος φίλος, έλεγε τοιαύτα, θα ενομίζαμεν ότι
ήθελε να μάθη πόσον είμεθα εύπιστοι. Ατοπώτατον να λέγη τις, ότι
μία κυβέρνησις, οποίοι και αν ήναι οι περί της εσωτερικής
διοικήσεως νόμοι της, δεν έχει άδειαν να εμποδίση τους υπηκόους
της του να πράττωσιν έργα πολέμου κατά την αρέσκειάν των, και
παραβαίνωσι τας μεταξύ της κυβερνήσεώς των και άλλης Δυνάμεως
συνθήκας. Οι εσωτερικοί νόμοι της Αγγλίας αφορούν μόνους τους
Άγγλους, και δεν δύναταί τις, επί λόγω των ιδιαιτέρων διατάξεών
τινος κράτους, να δικαιώση την διαγωγήν των υπηκόων μιας Δυνάμεως
προς άλλην. Η διαγωγή αύτη πρέπει να κανονισθή κατά το δημόσιον
δίκαιον, βάσιν όλων των σχέσεων κυβερνήσεως προς κυβέρνησιν και
έθνους προς έθνος, και όχι κατά τους ιδιαιτέρους νόμους και τα
έθιμα ενός τόπου. Ας υποθέσωμεν, ο μη γένοιτο, ότι υπήκοοί τινες
της μεγάλης βρεττανίας επανίστανται κατά του βασιλέως των, και ότι
υπήκοοι άλλου βασιλέως έχοντος ειρηνικάς και φιλικάς σχέσεις προς
την Αγγλίαν, ως οι της υψηλής, φέρ' ειπείν, Πύλης, έστελλαν
αναφανδόν προς εκείνους παντός είδους βοηθήματα, ήγουν
πολεμεφόδια, τροφάς, χρήματα, προσέτι και αξιωματικούς εν υπηρεσία
της Πύλης· ικανοποιείτο άρα η Αγγλία, αν η Πύλη τη έλεγεν, ότι δεν
είχεν εξουσίαν να επαγρυπνή τας αξιοκατακρίτους ταύτας πράξεις των
υπηκόων της, διότι κατά τους νόμους του τόπου πας Μουσουλμάνος
εδύνατο δικαιωματικώς να κινήση πόλεμον καθ' ούτινος η θρησκεία
δεν ήτον η αυτή;
«Αν ενεκρίνοντο τα τοιαύτα, ποία θα ήτον η θέσις των εθνών προς
άλληλα; Η γενική ειρήνη, περί ης η Αγγλία, κατά το λέγειν της,
τόσον φροντίζει, δεν θα εκρέματο πλέον από των συνθηκών και των
αρχών του δημοσίου δικαίου, αλλά θ' αφίετο όλως διόλου εις τας
ορέξεις και τα πάθη των λαών. Πάσα κυβέρνησις θα ενόμιζε τότε, ότι
έπραξε παν ό,τι εκρέματο απ' αυτής, αν διετήρει την φιλίαν κατά το
φαινόμενον, και ότι έπραξε παν ό,τι εκ των καθηκόντων της, αν
έλεγε προς την γείτονά της, «είμαι αφιλοκερδής φίλος σου, είμαι
όλη εις σε αφοσιωμένη, ευαρεστήσου εις ταύτην μου την ομολογίαν
και μη με μεμφθής αν αφίνω τους υπηκόους μου να κόπτωσι τον
λάρυγγα των υπηκόων σου». Μας νομίζει τάχα ο πρέσβυς ο ημέτερος
φίλος τόσον μωρούς ώστε να πιστεύωμεν ότι η κυβέρνησίς του δεν
έχει εξουσίαν να επαγρυπνή την διαγωγήν των υπηκόων της; Είχε
βεβαίως η αγγλική κυβέρνησις την δύναμιν και επροθυμήθη εις χρήσιν
αυτής, ότ' επρόκειτο να εμποδίση τα αγγλικά πλοία του να φέρωσιν
ολίγα άλευρα εις τροφήν των οθωμανικών φρουρών, αίτινες απέθνησκαν
της πείνας και είχεν τουλάχιστον την πειποίθησίν των εις την
φιλανθρωπίαν παλαιού φίλου. Τοιαύτην δύναμιν είχε τότε η αγγλική
κυβέρνησις, και ο οδυνηρός θάνατος τόσων Μουσουλμάνων είναι τρανή
απόδειξις της αδιαφορίας της. Αν έχωμεν ειρήνην μετά της Αγγλίας,
έχομεν αναμφιβόλως και το δικαίωμα να απαιτήσωμεν παρά της αυλής
της να μη αφίνη τους υπηκόους της να μας πολεμώσιν. Αν αποδοκιμάζη
την προς ημάς εχθράν διαγωγήν των υπηκόων της, διατί δεν τοις
λέγει άπαξ διά πάντα. «Η Πύλη είναι φίλη μας προ αιώνων, δεν
έχομεν παράπονα κατ' αυτής, είναι λοιπόν δίκαιον να μη τη δώσωμεν
αιτίαν να έχη και αύτη παράπονα καθ' ημών. Εκτελεί τας μεθ' ημών
συνθήκας, δίκαιον είναι να τας εκτελώμεν και ημείς». Διατί να μη
λαλήση προς τους υπηκόους της την γλώσσαν ταύτην; διατί δεν τοις
είπε ποτέ λόγον φιλικόν υπέρ ημών; Ο πρέσβυς, ο ημέτερος φίλος,
απορεί διότι δεν ακούομεν τας συμβουλάς του; διατί απορεί; πάντοτε
μας λαλεί φιλικώτατα, αλλά νομίζει τάχα ότι δεν ηξεύρομεν πόσον οι
συμπατριώται του αγωνίζονται να μας βλάψωσι; πώς συμβιβάζονται οι
λόγοι τούτου προς την διαγωγήν εκείνων; θεωρούντες τας τοιαύτας
αντιφάσεις δεν καταλαμβάνομεν τη αληθεία τι τρέχει. Η υψηλή Πύλη
απαιτεί ό,τι έχει δίκαιον ν' απαιτή, και ό,τι η Αγγλία δεν έχει
δίκαιον να αρνήται· ήγουν την απαγόρευσιν του να πράττωσιν οι
Άγγλοι κατά των Μουσουλμάνων έργα πολέμια είτε διά της προσωπικής
συνδρομής των, είτε δι' αποστολής χρημάτων και πολεμεφοδίων, ως
επί του παρόντος, και του να επιβουλεύωνται τα συμφέροντα αυτών
υπό τους οφθαλμούς της ιονικής κυβερνήσεως. Φανερόν είναι, ότι η
αγγλική κυβέρνησις δύναται να εμποδίση όλα ταύτα αν θελήση, και
είναι καιρός να θελήση».
(δ.)
Επιστολή της ελληνικής κυβερνήσεως προς την αγγλικήν.