Εν όσω η διά θαλάσσης κοινωνία ήτον ελευθέρα, ο στρατός,

αν και πολιορκούμενος διά ξηράς, δεν εστερείτο τροφών·

αλλά την 20 εφάνησαν έμπροσθεν του Λυκορρέματος 11 ένοπλα

πλοία τουρκικά εκ Χαλκίδος και ηνάγκασαν ελληνικά τινα

πλοιάρια ελλιμενίζοντα εκεί και έχοντα τροφάς ν'

αναχωρήσωσι πριν τας αποβιβάσωσι· προσορμήσαντα δε τα

εχθρικά απεβίβασαν κανόνια, άτινα ετέθησαν επί διαφόρων

υψηλών και καταλλήλων θέσεων. Τοιουτοτρόπως το τακτικόν,

στερούμενον τροφών, πολιορκούμενον και κανονοβολούμενον

διά ξηράς και θαλάσσης, έπεσεν εις άκραν αθυμίαν και

απελπισίαν· οι στρατιώται δεν υπήκουαν τους αξιωματικούς,

και οι αξιωματικοί εξετέλουν τα κοινά έργα των

στρατιωτών· μόνη η παρουσία του αρχηγού τους εθάρρυνεν

οπωσούν εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτούς δεινών· αλλ'

η έλλειψις της τροφής εγίνετο ημέρα τη ημέρα μάλλον

επαισθητή· αι σάρκες των ίππων και τα λάχανα ήσαν η τροφή

των, και ελάμβαναν και αυτό το νερόν πολλάκις ώνιον

αίματος. Καλή τύχη, γενομένου γνωστού του επικειμένου

κινδύνου, έσπευσεν η εν Αιγίνη επιτροπή των Ψαριανών να

στείλη τέσσαρα πλοία εις σωτηρίαν των κινδυνευόντων·

ήλθαν κατόπιν και δύο υδραϊκά, επροθυμήθησαν και έστειλαν

οι εν Σύρα έμποροι τροφάς, και ούτως απεμακρύνθησαν τα

εχθρικά πλοία, και εδόθησαν αι τροφαί. Έφθασαν μετ'

ολίγον και άλλα τρία πλοία φέροντα 500 στρατιώτας υπό τον

Κριεζώτην και τον Βάσσον μαθόντας εν Σύρα επί τη επανόδω

των εκ Βηρυτού την δεινήν θέσιν των τακτικών, και τότε

απεμακρύνθησαν ολοτελώς του παραθαλασσίου οι εχθροί,

ήνοιξεν η του ελληνικού στρατού και των πλοίων κοινωνία,

και την νύκτα της 21 εμβήκαν οι περί τον Φαβιέρον εις τα

πλοία, και τα μεν ελαφρά σώματα απεβιβάσθησαν εις

Αττικήν, τα δε τακτικά εις Κέαν, Άνδρον και Τήνον δεινώς

πάσχοντα. Οι δε εν Ναυπλίω απομείναντες τακτικοί,

πληροφορηθέντες τα δεινά των συστρατιωτών και του αρχηγού

των, έτρεξαν αυθόρμητοι εις τον στρατώνα, και δράξαντες

τα όπλα παρετάχθησαν εν τη έξωθεν αυτού πλατεία αξιούντες

μεγάλη τη φωνή να τους οδηγήσωσιν οι αξιωματικοί εις

Πεταλίους προς λύτρωσιν των συναδέλφων των· και επειδή

δεν εισηκούσθησαν, εξήλθαν του Ναυπλίου υπό την διοίκησιν

δεκανέως· αλλά, μαθόντες αυθημερόν την διάσωσιν των

κινδυνευόντων συστρατιωτών, επανήλθαν εις τον εν Ναυπλίω

στρατώνα.

Το έτος τούτο (1826) ηλλοιώθη η στρατιωτική κατάστασις

της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Προ πολλού υπερεπεθύμει ο σουλτάν Μαχμούτης, ως άλλοτε

διελάβαμεν, να μεταρρυθμίση τα της επικρατείας του επί το

ευρωπαϊκώτερον, και προ πάντων να εισάξη την τακτικήν εις

την στρατιωτικήν υπηρεσίαν του, θεήλατον μάστιγα θεωρών

εκ νεότητός του τον γενιτσαρισμόν, και έχων έκτοτε κατά

νουν την καταστροφήν του· αλλά τα παθήματα του προκατόχου

του Σελήμη, και αι προλήψεις του έθνους του, τον

ηνάγκαζαν να κρύπτη μέχρι πολλού τα φρονήματά του και να

προσποιήται τον φιλογενίτσαρην. Αποφασίσας δε να βάλη εις

πράξιν το κινδυνώδες σχέδιόν του το έτος τούτο εκέρδισεν

εν πρώτοις το τάγμα των πυροβολιστών, και μετά ταύτα

έφερεν έξωθεν και ετοποθέτησεν επί της μιας και της άλλης

όχθης του Βοσπόρου πάμπολλα επαρχιακά στρατεύματα, τα μεν

υπό τον Χουσεήμπασαν τα δε υπό τον Μεχμέτπασαν, προς

ασφάλειαν δήθεν της βασιλευούσης και αποστολήν αυτών κατά

των αποστατών· και ταύτα πράξας εκάλεσε παρά τω

Σεχουλησλάμη τους μεγιστάνας εις συμβούλιον (α), όπου

εθεωρήθη αναγκαία η εισαγωγή της εν χρήσει παρά τοις

Ευρωπαίοις στρατιωτικής τάξεως, ως της μόνης ικανής εις

υπεράσπισιν της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας. Τούτου δε

γενομένου, ανεγνώσθη βασιλικόν διάταγμα νομιμοποιούν την

στρατιωτικήν μεταρρύθμισιν, και μακρά διάταξις εξηγούσα

τας εκ της ευρωπαϊκής τάξεως ωφελείας, κανονίζουσα τα

περαιτέρω, οικονομούσα ευμενώς τα συμφέροντα των

γενιτσάρων, και διατάττουσα να εγγραφώσιν ως τακτικοί

7500 γενίτσαροι, ανά 150 εξ εκάστου των εν

Κωνσταντινουπόλει λόχων· εις δικαιολογίαν δε και

ενίσχυσιν της εισαγωγής της τακτικής και θρησκευτικώς,

ανέγνωσεν ο μουφτής φετφάν λέγοντα, ότι η μελέτη της

στρατιωτικής επιστήμης ήτο χρέος ιερόν παρά τοις πιστοίς.

Επευφημησάντων δε των παρεστώτων, καθυπεβλήθησαν εις

βαρείας ποινάς οι απειθείς και φιλοτάραχοι και

εδημοσιεύθησαν τα ορισθέντα. Αγογγύστως ενηργήθη η

εγγραφή· αλλά μέγας γογγυσμός ηγέρθη καθ' ήν ώραν ήρχισεν

η άσκησις του τακτικού βήματος και η χρήσις του

λογχοφόρου όπλου.

Ιούνιος Την εσπέραν της 2 ιουνίου συνήλθαν πολλοί γενίτσαροι

εις τους στρατώνας καταβοώντες παρρησία, και καλούντες

την στρατιωτικήν μεταρρύθμισιν παράβασιν των θείων

εντολών· κατηγόρουν δε ως πρωταιτίους αυτής τον

αρχιβεζίρην, τον γενιτσάραγαν, τον Νεσδτσίτ-φέντην,

επίτροπον του Μεχμέτ-Αλή, καί τινας άλλους· περί δε το

μεσονύκτιον ώρμησαν εις τας κατοικίας των, και μηδένα

ευρόντες τας διήρπασαν· και ο μεν αρχιβεζίρης, ο

γενιτσάραγας και ο Νεσδτσίπης κατέφυγαν εις το Γιαλί-

κιόσκι, όπου συνήλθαν, πρωίας γενομένης, και άλλοι

μεγιστάνες του κράτους, και εκείθεν μετέβησαν όλοι εις

Αρσλάν-Χανέν. Οι δε γενίτσαροι, αφέντες τους στρατώνας,

συνέρρευσαν, ως είκοσι χιλιάδες, εις το ιπποδρόμιον,

μετέφεραν εκεί κατά την επί των στάσεων συνήθειαν τα

κακκάβιά των, και εξηρεύγοντο στασιώδεις λόγους και κατ'

αυτού του σουλτάνου, όστις μαθών τα συμβάντα επανήλθεν εκ

Μπεσίκ-τασίου εις τα ανάκτορα. Εν ώ δε οι γενίτσαροι

κατεβόων, η Πύλη έφερεν εκ του κανονοστάθμου τους πιστούς

κανονοβολιστάς, απεβίβασε και τους ναυμάχους, έφερεν εις

την πόλιν και τα επί του Βοσπόρου στρατεύματα, μετεκόμισε

και την ιεράν σημαίαν εις το ζαμίον του σουλτάν-Αχμέτη,

και εκάλεσε περί αυτήν όλους τους πιστούς, ως αν

εκινδύνευεν η αυτοκρατορία· παρηκολούθησαν δε την ιεράν

σημαίαν εις το ρηθέν ζαμίον ο αρχιβεζίρης και οι λοιποί

μεγιστάνες, όπου και διέμειναν. Τρις εκλήθησαν οι

στασιασταί κατά διαταγήν του σουλτάνου υπό την ιεράν

σημαίαν και τον αρχηγόν των, και τρις παρήκουσαν

απαιτούντες μεγάλη φωνή την κατάργησιν του τακτικού

συστήματος και τας κεφαλάς του γενιτσάραγα, του

αρχιβεζίρη, του Καπητάμπασα, του Νεσδτσίπη, και άλλων.

Πλήρης τότε αγανακτήσεως ο σουλτάνος ως περιφρονούμενος

ανέκραξεν «ε ξ ο λ ο θ ρ ε ύ σ α τ ε - τ ο υ ς - α σ ε β

ε ί ς», και ευθύς ώρμησαν επί τους εν τω ιπποδρομίω

ασεβείς οι μεν κανονοβολισταί και ναυμάχοι από τον

καπητάμπασαν, τα δε λοιπά στρατεύματα υπό τους αρχηγούς

των Χουσεήμπασαν και Μεχμέτπασαν· συνέρρευσεν επί τη θέα

της ιεράς σημαίας και μέγα πλήθος κατά των γενιτσάρων,

και το αίμα επλημμύρησε, και οι γενίτσαροι ηττηθέντες

εγκατέλειψαν το ιπποδρόμιον και κατέφυγαν εις τους

στρατώνας· αλλά και εκεί κατεδιώχθησαν, πάμπολλοι

εφονεύθησαν, και οι στρατώνες εκάησαν. Την δε επαύριον,

ημέραν παρασκευήν, ο αρχιβεζίρης, ο μουφτής και άλλοι

μεγιστάνες, καθήμενοι εν τη μεγάλη αιθούση της αριστεράς

πτέρυγος του ρηθέντος ζαμίου, εξέδιδαν εντάλματα

συλλήψεως δικάζοντες και καταδικάζοντες. Την αυτήν ημέραν

υπήγεν ο σουλτάνος εις το ζαμίον συνοδευόμενος όχι, ως

πάντοτε, υπό γενιτσάρων, αλλ' υπό των κανυνοβολιστών, και

φορών κατά πρώτην φοράν ευρωπαΐζοντα ιματισμόν. Εξέδωκε

δε την επιούσαν και διάταγμα καταργούν το σώμα, το όνομα,

και την στολήν των γενιτσάρων, ασφαλίζον όμως τον μισθόν

όσων η διαγωγή και εντός και εκτός της βασιλευούσης δεν

ήτον επιλήψιμος· διέταξε δε συγχρόνως και την εκ βάθρων

ανατροπήν των στρατώνων και την συντριβήν των κακκαβίων.

Τούτων γενομένων, μετέβησαν ο αρχιβεζίρης και οι λοιποί

το δειλινόν της αυτής ημέρας εις τα ανάκτορα, και

εσκήνωσαν εν τη μεταξύ του Μπάμπι-χουμαγιούν και του

Ορτά-καπού αυλή, αμείλικτοι πάντοτε προς τους

καταδιωκομένους γενιτσάρους· ανεστήλωσαν δ' εκεί την ιεράν

σημαίαν και διέταξαν τον έντρομον και επί τρεις ημέρας

αφανή της Κωνσταντινουπόλεως λαόν να επαναλάβη άφοβος τα

έργα του.

Αύγουστος Αλλ', εν ώ εφαίνετο ότι επανήλθεν η ησυχία, αίφνης

ανεφάνη την 19 αυγούστου πυρκαϊά κατά το Μπαγτσέ-

καπουσού, διήρκεσε 36 ώρας, και τόσον διεδόθη εξ αιτίας

του πνέοντος σφοδρού βορέου, ώστε κατεφλέχθησαν, ως

ελέγετο, εξακισχίλιαι οικίαι. Η πυρκαϊά αύτη, ήτις κατά

πρώτον ανεφάνη έν τινι ψωμοπωλείω, αποδοθείσα εις τους

γενιτσάρους και εκληφθείσα ως σημείον ταραχών, εκίνησεν

εκ νέου την φονικήν οργήν του σουλτάνου, και αι

καταδιώξεις και αι εξορίαι και οι πνιγμοί και αι σφαγαί

διήρκεσαν μέχρι της 20, καθ' ήν, μη υπάρχοντος κινδύνου,

απετέθη η ιερά σημαία εν τω σκευοφυλακίω και το εν τη

αυλή των ανακτόρων στρατοπεδαρχείον διελύθη. Ο σουλτάνος

υπώπτευσε και τον οκτώβριον ότι εμηχανουργείτο αποστασία

εις κατάργησιν του νέου συστήματός του, και ότι πάμπολλοι

γενίτσαροι εισέφρησαν άγνωστοι εις τα σώματα των

συντεχνιών υποκινούμενοι υπό των ουλεμάδων και σοφτάδων

μετανοησάντων διά την εις κατάργησιν του γενιτσαρισμού

συνέργειάν των. Η υποψία αύτη, αληθής ή ψευδής, έγεινεν

αφορμή νέας και αφειδούς αιματοχυσίας· συνεμίγη δε την

φοράν ταύτην και το αίμα των υπηρετών του νόμου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'.

(α.)

Στυγερόν κακούργημα επράχθη την 16 του αυτού μηνός εν Πελοποννήσω.

Ο Κραββατάς, προεστώς του Μιστρά, απερχόμενος εις Καστρί,

εδολοφονήθη κατά την Κακήν Σκάλαν της επαρχίας του. Δύο κοινοί

άνθρωποι, εξ ών ο είς υπηρέτης του, εφωράθησαν φονείς και

υπελήφθησαν ως άλλοθεν υποκινηθέντες. Αλλ' ουδέν τοιούτον

ανακριθέντες ωμολόγησαν· είς δε αυτών κατεδικάσθη εις θάνατον.

(β.)

Ο Οδυσσεύς ήλθεν εις λόγους ιδιαιτέρως μετά των εχθρών αδεία των

συνοδιτών του και κατηγορήθη ως υπενεργήσας επί της συνεντεύξεώς

του διά ζηλοτυπίαν προς τους Πελοποννησίους την μη παράδοσιν

αυτών· παρέλαβε δε διά νυκτός δύο εξ αυτών και τους μετέφερεν

αυτεξουσίως εις Λεβαδίαν· και τον μεν απέλυσεν επί εξαγορά, τον δε

εφόνευσεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'.

(α.)

Κατά την κρίσιμον εκείνην περίστασιν εχαρίσθη τω Μάρκω το

λεγόμενον σαράι του Μεσολογγίου, όπου κατέλυαν προς της

επαναστάσεως οι κατά καιρούς διοικηταί.

(β.)

Ό εστιν έβαλαν κατά την συνήθη φράσιν κ α π ά κ ι· τούτο εγίνετο

συχνάκις επί της επαναστάσεως.

(γ.)

Περί της λίμνης όρα κεφάλαιον Μ'.

Μετωνόμασέ τις των ημάς το Ανατολικόν Αιτωλικόν και οι πλείστοι

ασκέπτως παρηκολούθησαν. Αγνοείται πόθεν ωρμήθη εις την μετωνυμίαν

ταύτην· πάντη ανίσχυρος φαίνεται ο υποτιθέμενος λόγος ότι κείται

εν τη Αιτωλία, διότι και τα λοιπά μέρη της επαρχίας ταύτης κείνται

υπό την αυτήν κατηγορίαν· ούτε πόλις ούτε κώμη υπήρξε το πάλαι υπ'

αυτήν την ονομασίαν, αλλ' ούτε γίνεται πούποτε μνεία του νησιδίου

τούτου. Ο Μελέτιος εν τη κατά το 1728 έτος εν Βενετία εκδοθείση

Γεωγραφία του καλεί το νησίδιον Αιτωλικόν ή κοινότερον Ανατολικόν.

Αδικαιολόγητος και αδέσποτος η κλήσις αύτη· ο αυτός θέλει και το

Μεσολόγγι Μεσολόγιον· οι συγγράψαντες προ αυτού Βενιαμίν ο εκ

Τολέδης και ο Πέτρος Γαρζώνης, εκείνος μεν το 1153 ούτος δε το

1684, ως ανεφέραμεν εν τη περιγραφή του Μεσολογγίου, καλούν

Νατολικόν εν τη ιδία αυτών διαλέκτω το νησίδιον τούτο· πασίγνωστον

δε ότι και επί Τουρκοκρατίας και επί του αγώνος Ανατολικόν αείποτε

εκαλείτο· χυδαϊστί δε και τότε και νυν Ανατολικόν. Ίσως ωνομάσθη

Ανατολικόν ως κείμενον ανατολικώς ως προς τον Αχελώον, τον

διαχωρίζοντα την Αιτωλίαν και την Ακαρνανίαν. Ο Μελέτιος λέγει

παράδοξόν τι δηλ. ότι προ ολίγου χρόνου εξήρχετο εκ της γης

ανακοχλάζον αίμα, και εγειρόμενον πολλή βία πλείον ενός πήχεως.

Τις σεβόμενος τον μέγαν και ιερόν αγώνα και την ιστορικήν

ακρίβειαν να μη γογγύση βλέπων ιστορικά ονόματα μεταποιούμενα οίον

το Καρπενήσι εις Ναλληδόμην, το Βραχώρι εις Αγρίνιον, τα Σάλωνα

εις Άμφισσαν· το Πατρατσίκι εις Υπάτην· το Ζητούνι εις Λαμίαν· την

Βοστίτσαν εις Αίγιον· την Τριπολιτσάν εις Τρίπολιν· την Καλαμάταν

εις Καλάμας· την Τσίμοβαν εις Αρεόπολιν, το Μαραθωνήσι εις Γύθειον

και άλλα παρόμοια; Ως και την Σύραν, εν τη μετονομασία των,

μετωνόμασαν Σύρον ως αν δεν ήσαν αμφότερα τα ονόματα επίσης

αρχαία· και μήπως αν δεν αντέλεγαν οι φιλότιμοι Σπετσιώται δεν

εγίνετο θύμα και το λαμπρόν όνομα της πατρίδος των; καλόν αν η

κυβέρνησις ή η Βουλή επί τη προτάσει ενός των μελών της έδιδε την

προσοχήν της εις το μέγα τούτο ατόπημα και εφιλοτιμείτο να

ικανοποιήση τον εξυβρισθέντα αγώνα επαναφέρουσα εις την κοινήν

χρήσιν τα ονόματα της ιστορίας του, άλλως αυτοί οι παθόντες τόποι

ας τα αναζωοποιήσωσιν αυθόρμητοι. Μετονομασία τόπων διακριθέντων

επί του αγώνος είναι ασέβεια. Παιδαριώδης δε και ο νους των

μετονομαστών και λιθίνη η καρδία των.

(δ.)

Ιδού η συνθήκη αυτολεξεί.

«Οι Τούρκοι, όσοι ευρέθησαν εις το κάστρον της Κόρθος, βιασμένοι

από την έλλειψιν της ζωοτροφίας και από την πείνα, και

απελπισμένοι από ιμιντάτι καταναγκάζονται να παραδώσουν το άνωθεν

κάστρο εις την εξουσίαν της ελληνικής διοικήσεως· διά τούτο οι

άνωθεν και οι πληρεξούσιοι της ελληνικής διοικήσεως ομού

εσυμφώνησαν ως ακολούθως.

«Αον. Η ελληνική διοίκησις υπόσχεται εις αυτούς να φυλάξη την ζωήν

και τιμήν όλων των Τούρκων, και να τους στείλη σίγουρα με καράβι

εις την Θεσσαλονίκην.

«Βον. Οι Τούρκοι υπόσχονται να αφήσουν το κάστρο με όλα τα άρματα

και με όλους τους τζιπχανέδες του, να αφήσουν και όλα τους τα

πράγματα και τους παράδες τους, έξω από τα φορέματά τους, και να

εύγουν με τα άρματά τους να δώσουν ρεέμια και να πάρουν ρεέμια διά

την σιγουριά τους, και ευγαίνοντες να ψαχθούν, και όποιος πιασθή

ότι έκρυψε τίποτε να παιδεύεται χωρίς να διαυθεντεύεται από τους

άλλους,

«Γον. Τα ρεέμια να αλλαχθούν, όταν οι Τούρκοι εμβαρκαρισθούν εις

το καράβι.

«Δον. Ο ναύλος του καραβιού και ο ζαερές του δρόμου να είναι εις

βάρος της ελληνικής διοικήσεως.

«Εον. Όσοι χριστιανοί ευρεθούν εις το κάστρον, είτε άνδρες, είτε

γυναίκες, να είναι ελεύθεροι και να εμποδισθούν.

«ΣΤον. Υπόσχονται οι Τούρκοι να δώσουν εις τον καπιτάνον του

καραβίου ένα αποδεικτικόν (ιλάμι) από την τοπικήν εξουσίαν και

κρίσιν της Θεσσαλονίκης διά το κατευόδιόν τους διά να το φέρη εις

απόδειξιν.

«Και διά βέβαιον της συμφωνίας αυτής έγειναν δύο όμοια, και

υπογράφονται και από τα δύο συμφωνούντα μέρη διά να λάβη κάθε

μέρος από έν, και διά να έχουν το κύρος και την ισχύν εν παντί

κριτηρίω δικαιοσύνης».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'.

(α.)

Ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, πολιτάρχης του Άργους και γυναικάδελφος

του Νικήτα, αφήρπασεν επιτηδείως των χειρών αυτού τα αρχεία και τα

απέδωκεν εις την βουλήν, ήτις ευγνωμονούσα τω προσήνεγκε μίαν

σπάθην.

(β.)

«Συνεργούς θέλετε έχει» (έγραφαν προς τους βουλευτάς οι πρόκριτοι

της Ύδρας) «εις το επιχείρημά σας τούτο πρώτον τον Θεόν, δεύτερον

τον λαόν της Ελλάδος, και τρίτον ημάς αυτούς, οίτινες θυσιάσαντες

την κατάστασίν μας υπέρ της φίλης πατρίδος κατά του εχθρού θέλομεν

υπερασπίσει διά της χύσεως και αυτής της τελευταίας ρανίδος του

αίματός μας το απαραβίαστον της βουλής, εις την οποίαν ενεπιστεύθη

η πατρίς τα ιερά δικαιώματά της. Αλλ' ανάγκη να κινήσωμεν κατά του

εχθρού δυνάμεις κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, και δυνάμεις δεν

κινούνται εν όσω αι πρόσοδοι της πατρίδος είναι εις χείρας

αχορτάστων πλεονεκτών, εν όσω οι άρπαγες ούτοι κατέχουσι τα εθνικά

φρούρια, και εν όσοι δεν έχομεν νόμιμον εκτελεστικόν».

«Ανδρίζου ω μήτερ» (έγραφαν προς την βουλήν οι πρόκριτοι των

Σπετσών), «μη προκαταλαβέτω σε δισταγμός και δειλία, διότι θέλεις

ίδει περί σε συνηγμένα τ' αγαπητά σου τέκνα εν αποφάσει αμεταθέτω

να ζήσωσιν ή ν' αποθάνωσιν. Εν τη ολιγομελεία σου είσαι το καθ'

αυτό έθνος· αι χείρες ημών είναι χείρες σου».

(γ.)

Προ της καταπατήσεως του βουλευτηρίου εγίνετο απόπειρα

συμβιβασμού, συνελθόντων των αντιφερρομένων εις Μέρπακα, αλλ'

ανωφελής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'.

(α.)

Άλλως πως διηγείται ο κύριος Κρητοβουλίδης εν τοις υπομνήμασί του

το συμβάν τούτο, και καθάπτεται καί τινων άλλων, εξ ών αναφέρω εν

τη ιστορία περί Κρήτης. Εις φωτισμόν δε των αναγνωστών μου και

τράνωσιν της αληθείας, δέον έκρινα να προσαρτήσω ενταύθα ην

εξέδωκεν η Πανδώρα εν τω αριθμώ 218 προς τον εκδότην αυτής

επιστολήν μου, και να προσθέσω επί τέλους καί τινας άλλας

διασαφήσεις.

«Μ' ερωτάτε αν ανέγνωσα τα νεωστί εκδοθέντα υπομνήματα του κ.

Κρητοβουλίδου, και πώς τα θεωρώ καθ' όσον καθάπτονταί τινων των εν

τη Ιστορία μου περί Κρήτης.

«Αποκρίνομαι, ότι ανέγνωσα αυτά εν μέρει, και ιδού πώς θεωρώ όσα

των εν αυτοίς μ' εφάνησαν λόγου τινός άξια.

«Περιπαθώς διηγηθείς εν τω ΙΒ' της Ιστορίας μου κεφαλαίω, εις ο

σας παραπέμπω· όσα υπέφεραν προ της επαναστάσεως δεινά οι Κρήτες

χριστιανοί ως πολύ δεινότερα όσων υπέφεραν οι αλλαχού της Ελλάδος,

και περιπαθέστερον ιστορήσας τα, αρχομένης της επαναστάσεως,

μεγάλα παθήματά των, απορώ πώς ο κ. Κρητοβουλίδης παρενόησε τας

προς τους δεινοπαθούντας τούτους ομογενείς θερμάς και προφανείς

συμπαθείας μου, και αλλ' αντ' άλλων παραναγνώσας έγραψεν

αγωνιζόμενος, αγνοώ διατί, να μετατρέψη επί κακού όσα είπα επί

καλού, καθώς εναργώς αποδεικνύεται εξ ών αναφέρω εν τω ρηθέντι

κεφαλαίω και εκ των εξής.

«Άδικος, λέγει ο κ. Κρητοβουλίδης, η προς τους Κρήτας μομφή μου

λέγοντος, ότι «αν και εξηκολούθει η επανάστασις καθ' όλην την

Πελοπόννησον, και διεδόθη και εις το Αιγαίον, αν και πλοία υπό

σημαίαν ελληνικήν εφαίνοντο κατά τα παράλια της Κρήτης, οι

κάτοικοι αυτής χριστιανοί δεν εσείσθησαν παντάπασι». Δεν αρνείται

ο κ. Κρητοβουλίδης την ακινησίαν των Κρητών, αλλά την δικαιόνει

λέγων, ότι «η Κρήτη περιείλεν ανδρείους Τούρκους και αρειτόλμους

πολεμιστάς». Αλλά μήπως και εγώ δεν δικαιόνω την ακινησίαν ταύτην,

λέγων εν τω ΙΒ' της ιστορίας μου κεφαλαίω, ότι οι αρχιερείς

κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις διατήρησιν της ησυχίας καθ' όλην την

νήσον εκδόσαντες εγκυκλίους, διότι έβλεπαν ό τ ι - π α ν - κ ί ν η

μ α - ε π α ν α σ τ ά σ ε ω ς - έ τ ε ι ν ε ν - ε ι ς - ε ξ ο λ ό

θ ρ ε υ σ ι ν - τ ω ν - χ ρ ι σ τ ι α ν ώ ν; *

«Διηγούμενος όσα κακά υπέστη η Κρήτη υπό την μακράν Σαρακηνήν

εξουσίαν, λέγω την ιστορικήν αλήθειαν, ότι «πάμπολλοι των

εγκατοίκων ηλλαξοπίστησαν, αλλ' επανήλθαν εις την θρησκείαν των

πατέρων των, αφ' ού επανήλθεν η πατρίς των εις την βυζαντινήν

αυτοκρατορίαν». Ο κ. Κρητοβουλίδης ομολογεί ότι ηλλαξοπίστησάν

τινες, «αλλ' άδικον», προσθέτει, «να κατακρίνεται διά τους ολίγους

το όλον». Αλλ' εγώ δεν είπα όλοι, είπα πάμπολλοι· επρόσθεσα

μάλιστα, ότι πολλοί επίστευαν εις Χριστόν εν τω κρυπτώ,

αποδεικνύων, ότι ερριζωμένη εν ταις καρδίαις των ήτον η πατρώα

πίστις των.

«Παραλληλίζων την διαγωγήν των κατά τας βορείους Σποράδας Ολυμπίων

και την των εν Γραμβούση επί της εξαλείψεως της πειρατείας εν έτει

1838, λέγει, ότι διέστρεψα την αλήθειαν ειπών ότι· «ο κατά τας

βορείους νήσους αποσταλείς Μιαούλης εις εξάλειψιν της εκεί

πειρατείας δεν εδοκίμασεν όσα οι κατά την Γραμβούσαν

πειρατοδιώκται, διότι οι παρεπιδημούντες κατά τας νήσους εκείνας

Ολύμπιοι, οι κύριοι όλων σχεδόν των επί πειρατεία πλοίων, τα

παρέδωκεν οικειοθελώς, 80 τον αριθμόν». Ποίαν δε εναντιότητα,

ερωτά, επέφεραν οι Κρήτες; Ουδεμίαν, αποκρίνομαι. Λέγω μάλιστα εν

τω ΟΒ' κεφαλαίω, ότι οι εν Γραμβούση υπεσχέθησαν να παραδώσωσιν

εις τον Άγγλον μοίραρχον και το φρούριον και τα πλοία των, αλλ'

απεποιούντο την παράδοσιν των δώδεκα, ους εζήτει ο μοίραρχος ως

ενόχους, επί λόγω ότι ουδείς αυτών ευρίσκετο εν τω φρουρίω. Δεν

αρκούμαι εις τούτο, αλλά μέμφομαι και τον Άγγλον μοίραρχον, ως μη

δεχθέντα την πρότασιν ταύτην, ούσαν κατά το πνεύμα των οδηγιών της

Συμμαχίας, και αποκαλώ αυτόν, διά την κατ' εμέ σφαλεράν ταύτην

ερμηνείαν, άνθρωπον του γράμματος μάλλον ή του πνεύματος των

οδηγιών του.

«Ο κ. Κρητοβουλίδης λέγει ότι, κατ' εμέ, οι εν Γραμβούση

Αγγλογάλλοι εκινδύνευαν να εξολοθρευθώσιν εν ρητή νυκτί δι'

υπονομής. Εγώ λέγω εν τω αυτώ κεφαλαίω, ότι ο - μ ο ί ρ α ρ χ ο ς

- Ά γ γ λ ο ς - ε ι δ ο π ο ι ή θ η ότι οι επί της ξηράς

Αγγλογάλλοι εκινδύνευαν να εξολοθρευθώσιν εν ρητή νυκτί δι'

υπονομής, και ότι ε π ί - τ η - ε ι δ ο π ο ι ή σ ε ι - τ α ύ τ η

έτρεξεν ο αρχηγός αυτών Στραγκουαίης εις τον υποδειχθέντα τόπον

της υπονόμου. Αυτά ταύτα λέγει ως έγγιστα και ο κ. Κρητοβουλίδης

εν τοις εξής· «ο δε φρούραρχος Στραγκουαίης διέδωκεν από

δυσμένειαν, ότι οι Έλληνες εμελέτων να βάλωσι πυρ διά να καύσωσι

τους αξιωματικούς Γάλλους τους ενοικούντας εις το οίκημα».

«Διηγούμαι εν τω ΜΣΤ' κεφαλαίω ότι οι περί το Κάνδακον, παραβάντες

τας σπονδάς εδολοφόνησαν τους Σεληνιώτας Τούρκους, προκαταλαβόντες

τα στενά επί της εις Χανιά διαβάσεώς των· αλλ' ο κ. Κρητοβουλίδης

αρνείται, ότι οι Τούρκοι παρεδόθησαν συμβιβασθέντες, ως εγώ

διηγούμαι, και λέγει ότι «μόνος εγώ αναφέρω τούτο, και ουδείς των

Κρητών το γνωρίζει».

(*) Διατί ο κατήγορος απέκρυψε την περίοδον ταύτην της Ιστορίας;

«Αν ανοίξετε την Ιστορίαν του Γόρδωνος, θα εύρετε ότι αναφέρει

αυτός το γεγονός λεπτομερέστερον, λέγων προς τοις άλλοις, ότι οι

παρά τω αρμοστή Τομπάζη φιλέλληνες, Χάστιγξ και Χαν,

κατεταράχθησαν επί τη απιστία ταύτη, και δεν συνηκολούθησαν·

συνενοχοποιεί δε και αυτόν τον Τομπάζην ως ενδόσαντα, εν ώ εγώ επί

τη μαρτυρία του παρ' αυτώ Σπανιωλάκη, τον αθωόνω ως μη ενδόσαντα.

Ιδού ότι δεν αναφέρω μόνος εγώ τούτο. Λανθάνεται επίσης ο κ.

Κρητοβουλίδης λέγων ότι ουδείς των Κρητών γνωρίζει ότι οι εν

Κανδάκω Τούρκοι παρεδόθησαν συμβιβασθέντες. Έχω προ πολλού εις

χείρας μου υπόμνημα του κυρίου Αναγνώστη Παναγιώτου, ενός των

πρωτίστων της Κρήτης οπλαρχηγών, ον πολλάκις και ο κ.

Κρητοβουλίδης αναφέρει εν ευφημίαις· λέγει δε ο διακεκριμένος

ούτος ανήρ εν τω υπομνήματί του τα εξής αυτολεξεί.»

«Ο δε αρμοστής, διορίσας επιστάτην του Καστελίου (της Κισάμου),

μετέβη εις Κάνδακον, όπου και αυτού ευρίσκοντο συγκεντρωμένοι

Τούρκοι. Π α ρ ε δ ό θ η σ α ν - δ ε - κ α ι - ο ύ τ ο ι - ω ς - κ

α ι - ο ι - τ η ς - Κ ι σ ά μ ο υ, και επέρασαν διά ξηράς και

ήλθαν εις το φρούριον των Χανιών». «Ιδού και αξιoπίστου Κρητός

μαρτυρία ότι παρεδόθησαν οι του Κανδάκου, ως και οι της Κισάμου.

Ότι δε οι της Κισάμου παρεδόθησαν συμβιβασθέντες, και απήλθαν

αβλαβείς εις Χανιά, δεν το αρνείται ο κ. Κρητοβουλίδης. Και

εσχάτως ερωτηθείς παρ' υμών, επί τη αιτήσει μου, ο παρά τω Τομπάζη

τον καιρόν εκείνον κ. Νικόλαος Καλλέργης περί της κατά τον Γόρδωνα

διαγωγής αυτού επί της παραδόσεως των εν Κανδάκω, απήντησε διά της

προς υμάς εκ Σύρας γαλλιστί επιστολής του της 18 ιανουαρίου 1859,

ην μοι διεβιβάσατε, τα εξής.

«Ω ς - π ρ ο ς - τ η ν - π α ρ ά δ ο σ ι ν δε (reddition) του

Κανδάκου, ήτις παρηκολούθησε την της Κισάμου, εγένετο τω όντι

λόγος περί τινος παρεννοήσεως, καθ' ήν το όνομα του Τομπάζη

παρεισήχθη υπό των εχθρών του, αλλ' οφείλω εν συνειδήσει να σας

βεβαιώσω ότι ούτ' εγώ, ούτ' άλλοι πολλοί, επίσης αμερόληπτοι,

δυνάμεθα ν' αποδώσωμεν τω Τομπάζη την παραμικράν ενοχήν εις τ ο ι

α ύ τ η ν - σ κ α ν δ α λ ώ δ η πράξιν».

«Θεωρήσας την εν Κρήτη δόξαν του αγώνος ελληνικήν δόξαν, αποδίδω

πολλάκις εν τη Ιστορία μου τον οφειλόμενον έπαινον εις τον

πατριωτισμόν, την ανδρίαν, και την εν τοις δεινοίς καρτερίαν των

εν Κρήτη Χριστιανών, τόσον ανίσως προς τους εχθρούς αγωνιζομένων,

και συχνάκις αναφέρω εν ευφημίαις τους οπλαρχηγούς Τσελέπην,

Αναγνώστην, Σήφακαν, Μελιδώνην, Πρωτοπαπαδάκην και άλλους· αλλ'

επαινών τα αξιέπαινα, κατέκρινα και τα αξιοκατάκριτα, όπως και

όπου της Ελλάδος τα απήντησα.

«Ικανά νομίζω ταύτα εις φανέρωσιν της αληθείας, ην απαιτεί προ

παντός άλλου η ιστορία, και εις απόδειξιν της αξίας των περί ων ο

λόγος υπομνημάτων. Συνάγεται δε εκ τούτων, ότι ο κ. Κρητοβουλίδης,

προθέμενος την αναίρεσιν όσων ανωτέρω μνείαν ποιώ, τα επικυροί δι'

ων διηγείται, εκτός ενός και μόνου περιστατικού, της εκ Κανδάκου

εις Χανιά μεταβάσεως των Σεληνιωτών· αλλ' επεθύμουν να είχε κατά

τούτο αυτός μάλλον δίκαιον ή εγώ.

«Εν Λονδίνω 13/25 μαρτίου 1859».

Μετά την έκδοσιν των υπομνημάτων του κυρίου Κρητοβουλίδου και της

εν τη Πανδώρα επιστολής μου, εξεδόθη το συγγραμμάτιον του κυρίου

Σπυρίδωνος Αντωνιάδου, «Ο ελληνικός αγών». Ιδού πώς ο συγγραφεύς

αυτού, Κρης την πατρίδα, διηγείται το περί ου ο λόγος συμβάν.

«Οι Σελινιώται Τούρκοι μεταβαίνουσιν υ π ό σ π ο ν δ ο ι μετά

των οικογενειών, ζώων και πραγμάτων αυτών εις το φρούριον των

Χανίων· καθ' οδόν δε φονεύονται πολλοί εξ αυτών παρά των Ελλήνων

προς εκδίκησιν διά την σκληρότητά των».

(β.)

Περί του διοργανισμού της Κρήτης όρα φυλλάδιον γ' συλλογής

ελληνικών πολιτευμάτων και νόμων υπό Μάμουκα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'.

(α.)

Μέγιστος και τρισμέγιστος φιλέλλην ανεδείχθη και ο συμπολίτης του

ενδόξου τούτου ποιητού Φρεδερίκος Νορθ, Κόμης Γυιλφόρδος· πολλά

των ετησίων εισοδημάτων του εδαπάνα προς εκπαίδευσιν Ελλήνων, ων

οι πλείστοι, καθηγηταί γενόμενοι εν τω ιονίω πανεπιστημίω, τω επ'

αγαθώ της Ελλάδος διά της αόκνου αυτού επιμελείας συστηθέντι και

διατηρηθέντι, διέδωκαν επί των παραμονών του εθνικού αγώνος τας

ωφελίμους γνώσεις των.

Ο ανήρ ούτος, ον η Ελλάς ευγνωμονούσα τάττει προσηκόντως εν τω

χορώ των ευεργετών της, διέπρεπε και διά την προς τους ξένους

φιλοφροσύνην του, και ετιμάτο παρά πάντων διά τας κοινωνικάς

αρετάς του.

(β.)

Ιδού το προς την κυβέρνησιν γράμμα του Βύρωνος.

«Έφθασαν εδώ διάφοροι εναντίαι φήμαι νέων ταραχών και διχονοιών

εις την ελληνικήν διοίκησιν, μάλιστα αρχής τινος εμφυλίου πολέμου.

Επιθυμώ εξ όλης καρδίας να ήναι ψευδείς, ή τουλάχιστον ολίγον

αληθείς, επειδή δεν ημπορώ να φαντασθώ άλλην δυστυχίαν φοβερωτέραν

διά την Ελλάδα παρ' αυτήν. Πρέπει να σας είπω ειλικρινώς την

γνώμην μου ότι εάν μία οποιαδήποτε ευταξία και ένωσις δεν

στερεωθή, όλαι περί δανείου ελπίδες θέλουν ματαιωθή, και όλαι αι

βοήθειαι, τας οποίας ημπορούσεν η Ελλάς να ελπίση από τους

αλλογενείς, και αι οποίαι τωόντι δεν ήθελον είσθαι ούτε ολίγαι,

ούτε ευκαταφρόνητοι, θέλουν αναβληθή και ίσως θέλουν εμποδισθή

διόλου· το δε χειρότερον είναι, ότι αι μεγάλαι Δυνάμεις της

Ευρώπης, από τας οποίας καμμία δεν είναι εχθρά της Ελλάδος εις την

στερέωσιν μιας ανεξαρτήτου αποκαταστάσεως αυτής, θέλουν

πληροφορηθή ότι οι Έλληνες δεν είναι ικανοί να διοικηθώσιν αφ'

εαυτών, και θέλουν ευρεί συμφώνως κανέν μέσον διά να δώσουν τέλος

εις τας αταξίας σας, το οποίον θέλει κόψει όλας τας πλέον χρηστάς

ελπίδας τας οποίας έχετε σεις και οι φίλοι της Ελλάδος.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ · 第 24 / 27 段