του Ζυγού κατά το μέρος του αγίου Συμεώνος. Ο τουφεκισμός
ούτος, όστις εσήμαινεν ότι ήλθεν εκεί η έξωθεν βοήθεια,
έβαλε μεν εις κίνησιν την φρουράν ως προς την έξοδον,
αλλ' έβαλεν εν ταυτώ εις υποψίαν και τον εχθρόν μαθόντα
συγχρόνως διά τινος λειποτάκτου αλλοδαπού όσα εμελετώντο.
Περί δε την β' ώραν της νυκτός συνήχθησαν η φρουρά και το
πλήθος, όσον ήτο δυνατόν αταράχως, δοθέντος του σημείου,
όπου ετέθησαν αι γέφυραι προ ολίγου· αι πλείσται των
γυναικών ενεδύθησαν και ωπλίσθησαν ως άνδρες· ωπλίσθησαν
και όσα παιδία εδύναντο να οπλοφορώσι· λαμπρώς δ' εφώτιζε
την νύκτα εκείνην η σελήνη τον ορίζοντα. Οι δε
συναχθέντες διηρέθησαν εις τρία σώματα υπό την οδηγίαν το
μεν του Νότη Μπότσαρη, το δε του Κίτσου Τσαβέλλα, το δε
του Μακρή· εν τοσούτω εγίνετο και η υπηρεσία του φρουρίου
ως σύνηθες προς απάτην του εχθρού. Και εν πρώτοις εξήλθαν
χίλιοι της φρουράς και εκάθησαν σιωπηλοί υπό την
πρόταφρον· εξήλθαν κατόπιν και τα αδύνατα μέλη, αλλά
τόσον ατάκτως ωθούντα και ωθούμενα επί των γεφυρών, ώστε
πολλά έπεσαν εντός της τάφρου· εξήλθαν επί τέλους και οι
λοιποί οπλοφόροι· αλλά πολλοί των Μεσολογγιτών εξ αιτίας
των διά τας βαρείας ασθενείας εναπομεινάντων συγγενών
των εβράδυναν να εξέλθωσιν, αποχαιρετούντες οι πολυπαθείς
του θανάτου τον αποχαιρετισμόν και αποχαιρετούμενοι·
τινές δε αυτών ουδ' επρόφθασαν να εξέλθωσιν· ησύχαζαν δε
οι εκτός του τείχους συνενωθέντες, και ανέμεναν την
έναρξιν της έξωθεν προσβολής, ως προεσχεδιάσθη. Μετά τον
επί της δύσεως του ηλίου τουφεκισμόν ουδεμία άλλη
τουφεκία έπεσεν έξωθεν, και οι Τούρκοι υποπτεύοντες, ότι
οι Έλληνες εξήλθαν ήδη και ησύχαζαν όπισθεν της
προτάφρου, ήρχισαν να κανονοβολώσι και τουφεκίζωσι.
Πρηνείς έκειντο οι πυροβολούμενοι εις αποφυγήν του
επιρριπτομένου πυρός· αλλ' αφ' ού, αναμείναντες ικανήν
ώραν, είδαν ότι δεν επραγματοποίουντο όσα επροσδόκουν
έξωθεν, και ότι επυροβολούντο θανατηφόρως, ανεγερθέντες
όλοι, ε μ π ρ ό ς, ανέκραξαν, ε μ π ρ ό ς, και
αλαλάζοντες, και θαρρύνοντες αλλήλους επροχώρουν· και το
μεν υπό τον Μπότσαρην σώμα κατέλαβε την οδόν του
Μποχωρίου, το δε υπό τον Μακρήν την του Ανατολικού, το δε
υπό τον Τσαβέλλαν την μέσην· σκοπόν δε είχαν να ενωθώσι
τα τρία ταύτα σώματα προς τους πρόποδας του Ζυγού κατά
την άμπελον του Ραζοκότσικα την επί της οδού της επί του
όρους μονής του αγίου Συμεώνος δύο ώρας μακράν του
Μεσολογγίου. Αλλά μόλις επροχώρησαν, και αίφνης ηκούσθη
φωνή λέγουσα «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω», και επί τη φωνή
ταύτη οι όπισθεν ερχόμενοι Μεσολογγίται, άνδρες,
γυναίκες, παιδία καί τινες μη εντόπιοι, εν οις και ο
Γεώργος Τσαβέλλας, ανεστράφησαν· αλλ' οι λοιποί
επροχώρουν ως και προτέρον, και ούτε τα διπλά και τριπλά
χαρακώματα και ταφρεύματα των εχθρών, ούτε το ακοίμητον
κατ' αυτών πυρ ίσχυσαν ν' αναστείλωσι την ορμήν των.
Ηναγκάζοντο δε οι Τούρκοι να υποχωρώσιν επί τη ορμή και
ωρυγή των. Ημιώριον δε απομακρυνθέντες του φρουρίου,
έπεσαν εν μέσω του ιππικού του εχθρού, οι μεν υπό τον
Μακρήν και τον Τσαβέλλαν του υπό τον Κιουταχήν όπισθεν
ισταμένου του στρατοπέδου αυτού, οι δε υπό τον Μπότσαρην
του υπό τον Ιβραήμην ελθόντος επίτηδες από του Μποχωρίου·
και οι μεν υπό τον Μπότσαρην και Τσαβέλλαν ολίγην βλάβην
έπαθαν, οι δε υπό τον Μακρήν μεγίστην. Αφ' ού δε
διεπορεύθησαν, έφθασαν, οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν εις
τους πρόποδας του Ζυγού, ό εστιν εις ην εθεώρουν ως το
τέρμα των κινδύνων των θέσιν και υπό το πυρ των έξωθεν
εις αντίληψιν αναμενομένων Ελλήνων· αλλ' αντί φίλων ηύραν
πολυαρίθμους Αλβανούς υπό τον Μουστάμπεην και έπαθαν τα
πάνδεινα καταδιωχθέντες και επ' αυτού του όρους.
Πεντακόσιοι απωλέσθησαν εκ της φρουράς επί της διεξόδου·
όλαι δε αι συνακολουθούσαι γυναίκες, εκτός επτά, και όλοι
οι παίδες, εκτός τριών ή τεσσάρων, εφονεύθησαν ή
ηχμαλωτίσθησαν, τινές μεν επί της διά των εχθρικών
χαρακωμάτων και της ανάμεσον του ιππικού πορείας των, οι
δε πλειότεροι εν ταις υπωρείαις· διαρκούντος δε του
κινδύνου ουδεμίαν ηύραν έξωθεν βοήθειαν· 50 μόνον
στρατιώται υπό τον Δράκον και τον Πανομάραν τοις έφεραν
το μεσονύκτιον ολίγην τροφήν. Νυκτοπορούντες οι περί τον
Μπότσαρην, τον Τσαβέλλαν και τον Μακρήν εξημερώθησαν επί
της κορυφής του όρους κακήν κακώς εξ αιτίας της
ταλαιπωρίας, της πείνας και του κόπου. Την δε επαύριον
έφθασαν οι πλείστοι εις Δερβέκισταν, χωρίον του
Αποκούρου, όπου ουδένα ηύραν των κατοίκων, προς μικράν
περίθαλψιν, αλλά μόνον ολιγάριθμά τινα σώματα του Κώστα
Μπότσαρη και άλλων οπλαρχηγών δικαιολογουμένων, ότι διά
την ολιγότητα των περί αυτούς και την μη εμφάνισιν των
πολλών δεν εδυνήθησαν να τρέξωσιν εις βοήθειάν των.
Έμειναν δε οι διασωθέντες εν τω χωρίω όλην την ημέραν·
την δε επαύριον μετέβησαν εις Πλάτανον των Κραββάρων,
όπου διέμειναν 8 ημέρας αναμένοντες τους τήδε κακείσε
διασπαρέντας· εκείθεν υπήγαν εις Σάλωνα. Κακώς έχοντες
προ της εξόδου τόσον εταλαιπωρήθησαν μετά την έξοδον, και
τόσοι απέθαναν καθ' οδόν πεινώντες και κακουχούμενοι,
ώστε απαριθμηθέντες, αφ' ού έφθασαν ει τα Σάλωνα,
ευρέθησαν όλοι οι διασωθέντες 1300, εν ώ οι της φρουράς
μόνοι ήσαν επί της εξόδου των 2500.
Δεινότερα δε και ολεθριώτερα ήσαν τα παθήματα των εν τη
πόλει απομεινάντων και των επανελθόντων. Εν ώ η φρουρά
και οι παρακολουθούντες εξήρχοντο της πόλεως, οι εχθροί
εισήρχοντο· εισερχόμενοι δε απήντησαν τους συγχρόνως
επανερχομένους επί τη ακουσθείση φωνή «ο π ί σ ω, ο π ί σ
ω» και τους μεν άνδρας εθανάτωσαν, τας δε γυναίκας και τα
παιδία ηχμαλώτισαν· μόνοι οι υπό τον Γεώργον Τσαβέλλαν
επρόλαβαν και εξήλθαν εκ δευτέρου διά της παραλίας οδού,
και πεσόντες εν μέσω του εχθρικού ιππικού επιστρέφοντος
εις Μποχώρι, οι μεν απωλέσθησαν, οι δε διεσώθησαν. Αλλ' η
θανατηφόρος εκείνη προς τους στραφέντας εις τα οπίσω φωνή
δεν ήτο φωνή επιβούλων χειλέων. Τινές των προπορευομένων
επί της διεξόδου εθεώρησαν ως ανυπέρβλητα εμπόδια της
προόδου τα ελικοειδή χαρακώματα και ταφρεύματα των εχθρών
και ως τόσους τάφους ανεωγμένους· διά τούτο προτιμώντες
τον επί των πυροβολοστασίων του τείχους θάνατον ως
ενδοξότερον, έκραξαν «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω», και
εστράφησαν και αυτοί οπίσω.
Πατήσαντες δε οι εχθροί την πόλιν έστρεψαν εν πρώτοις το
πυρ του τείχους κατά των οικιών, και έπειτα διεσπάρησαν
εις λεηλασίαν, εις σφαγήν, και εις αιχμαλωσίαν.
Πυροβολισμοί, κραυγαί, ολολυγμοί, μαχαιροκτυπήματα και
εκπυρσοκροτήσεις ηκούοντο όλην την νύκτα. Η υπό το
προτείχισμα του Μπότσαρη μεγάλη πυριτοθήκη, εξαφθείσα
πρώτη διά χειρός Ελλήνων, διέρρηξε το προτείχισμα και
κατέστρεψε πολλούς εχθρούς· εξήφθη ωσαύτως και η προς το
δυτικόν παράλιον και ανέτρεψεν εκ βάθρων την παρακειμένην
οικίαν, όπου εξέπνευσεν ο Βύρων· διερράγησαν υπό πυρός
επίσης Ελλήνων και αι οικίαι, εν αις συνεσωρεύθησαν οι
πάσχοντες· επί δε τη διαρραγή εξετινάσσοντο συμμίγδην εις
τον αέρα οι εν αυταίς Έλληνες και οι πατούντες αυτάς
εχθροί. Όλη η πόλις εκυριεύθη την νύκτα εκείνην πλην ο εν
τω παρακειμένω νησιδίω Ανεμόμυλος, όπου εφυλάττετο πολλή
πυρίτις· διέμεινε δε σώος ο Ανεμόμυλος μέχρι της 12, καθ'
ήν διερράγη και αυτός υπό πυρός Ελλήνων. Παθόντες οι περί
τον Κιουταχήν και τον Ιβραήμην υπό των Ελλήνων, αν και
ψυχορραγούντων, έπαθαν και αφ' εαυτών αλληλοφονευόμενοι
χάριν των λαφύρων, έως ου υπερισχύσαντες οι περί τον
Ιβραήμην εκράτησαν αυτοί μόνοι την πόλιν και απεδίωξαν
τους περί τον Κιουταχήν. Οι γνωστότεροι δε των επί της
εξόδου θανατωθέντων ήσαν εκ μεν των εντοπίων ο Αναστάσιος
Παλαμάς, ο Πάνος Παπαλουκάς, ο Πέτρος Γουλημής, ο
Γεώργιος Ψαράντος, ο Κωνσταντίνος Καρπούνης, ο
Κωνσταντίνος Τρικούπης, και ο Αθανάσιος Ραζοκίτσικας,
γενικός αρχηγός των συμπολιτών του, και τα μέγιστα
διαπρέψας διά την πολλήν ικανότητά του, την ακλόνητον
καρτερίαν του και τον ακάματον ζήλον του· εκ δε των
λοιπών οι οπλαρχηγοί Στουρνάρης και Σαδήμας, ο τειχοποιός
Κοκκίνης, ο συντάκτης των ελληνικών χρονικών Ελβετός
Μέγερος, οι φιλέλληνες Γερμανοί, Στιτσεμβέργης,
Διττμάρης, Δελωνέης, Λουτσόφφης, Κλέμπης, Σίπανος,
Πολωνός τις, και ο επίσκοπος Ρογών Ιωσήφ. Ο αρχιερεύς
ούτος, ο καθ' όλην την πολιορκίαν διακριθείς διά τον
ένθερμον πατριωτισμόν του, δεν επρόφθασε να εξέλθη, και
φθάσας επί του τείχους καθ' ήν ώραν εισήρχοντο οι εχθροί
έρριψε δαυλόν είς τινα παρακείμενον φυσεκοφόρον πίθον,
ερρίφθη εις αυτόν καιόμενον, ημιεκάη, και ημίκαυστος
απεκεφαλίσθη. Εφονεύθη επί της εξόδου και ο
Παπαδιαμαντόπουλος (δ). Καθ' όν καιρόν εκινδύνευεν η
πόλις, διεβιβάσθη ούτος εις Ζάκυνθον επί προμηθεία
τροφών· ο κίνδυνος εκορυφώθη μετ' ολίγον και οι φίλοι του
τον εσυμβούλευσαν να μη επανέλθη· αλλ' ούτος επανήλθεν εν
μέσω των συναγωνιστών του, ειπών προς τους αποτρέποντας
αυτόν, «ή θα σωθώ ή θ' αποθάνω μετ' αυτών». Αξιοθαύμαστος
είναι και η επί της εξόδου διαγωγή και τελευτή του
Χρήστου Καψάλη, ενός των προκρίτων της πόλεως. Είδε το
πρωί της ημέρας εκείνης την προ πολλού πάσχουσαν σύμβιόν
του εκπνεύσασαν, την ησπάσθη ακλαυστεί, και στραφείς προς
τον υιόν του Αποστόλην παρόντα και κλαίοντα, «Μη κλαίε,
υιέ μου», είπε· «μάλλον χαίρε, διότι απέθανεν η μήτηρ σου
και δεν έπαθε τα δεινά της τουρκικής αιχμαλωσίας· άκουσε
τώρα τους τελευταίους λόγους του πατρός σου· διέξελθε
μετά των λοιπών την εσπέραν ταύτην, προσπάθησε να σωθής,
και μη φροντίσης περί εμού· εγώ είμαι ασθενής και
προβεβηκώς, ουδεμίαν ελπίδα έχω συνδιεξερχόμενος να σωθώ,
και προτιμώ ν' αποθάνω εντός της πόλεως ή να αιχμαλωτισθώ
επί της διεξόδου». Ταύτα είπε, τον ενηγκαλίσθη και τον
απεχαιρέτησε. Και ο μεν υιός απεχωρίσθη του πατρός
κλαίων, και διεξελθών εσώθη· ο δε πατήρ, στηριζόμενος επί
της βακτηρίας του, περιήλθε τας οδούς καλών ασθενείς και
γέροντας να τον συνακολουθήσωσι· πολλοί υπήκουσαν, και
συνελθόντες εις το φυσεκοδετείον εκλείσθησαν, και
ψάλλοντες οι μεν εξοδίους, οι δε πατριωτικούς ύμνους,
προσήνεγκαν εαυτούς ολοκαυτώματα επί τη εισβολή των
εχθρών.
Αλλ' η πόλις του Μεσολογγίου, η δοξάσασα την Ελλάδα ζώσα,
έμελλε να την αναστήση και πεσούσα· διότι αποδείξασα
πασιφανώς, ότι Έλληνες και Τούρκοι ήσαν εις το εξής
ασυμβίωτοι και αδιάλλακτοι, επετάχυνε διά της σωτηριώδους
παρεμβάσεως των τριών Δυνάμεων το ευτυχές τέρμα της
επαναστάσεως.
Χίλιοι εννεακόσιοι ηριθμήθησαν οι κατά διαφόρους τρόπους
αποθανόντες επί της πολιορκίας Έλληνες· άδηλον πόσοι οι
αποθανόντες εκ των υπό τον Κιουταχήν, διότι ως και άλλοτε
είπαμεν, δεν διατηρούνται παρά τοις ατάκτοις στρατολογία,
και άλλοι μεν αυτογνωμόνως έρχονται, άλλοι δε άνευ αδείας
απέρχονται· αλλ' οι υπό τον Ιβραήμην οπλοφορούντες
τακτικοί, απαριθμηθέντες μετά την άλωσιν της πόλεως,
ευρέθησαν 3500, εν ώ οι υπ' αυτόν ελθόντες εις πολιορκίαν
ήσαν κατά μέν τινας 8000, κατ' άλλους δε 10,000. Εντεύθεν
καταφαίνεται επί ποία τιμή ηγοράσθησαν τα ερείπια της
πόλεως και οποίοι εφάνησαν οι υπέρμαχοί της.
Ερχόμεθα τώρα να συγκεφαλαιώσωμεν τα γεγονότα.
Εισβαλόντος του Κιουταχή εις την Δυτικήν Ελλάδα, το παν
έκλινε γόνυ ενώπιόν του· μόνοι οι εν Μεσολογγίω ήραν
ακλινή την κεφαλήν των υπεράνω ασθενούς τείχους,
προκαλούντες μάλλον ή φοβούμενοι τον εχθρόν. Παμπληθή και
εμπειροπόλεμα στρατεύματα συνέρρευσαν πανταχόθεν έξω της
πόλεως· πολυειδείς και πολυμόχθους επιχειρήσεις εις
άλωσίν της επεχείρησαν· όρος υψηλόν προς τον σκοπόν
τούτον εχειροποίησαν· απτόητοι το τείχος πολλάκις
πανορμεί προσέβαλαν, και εις αυτήν την κορυφήν του
ξιφοφορούντες ανέβησαν· αλλ' ευρίσκοντες πάντοτε
ακαταμάχητον την φρουράν ουδέν κατώρθωσαν, και μετά
μακρούς και δεινούς αγώνας και αφειδείς αιματοχυσίας
κατησχυμένοι ανεστρατοπέδευσαν. Απελπισθείσα η Πύλη να
εκτελέση διά μόνων των υπό τον Κιουταχήν δυνάμεών της το
σκοπούμενον, εκάλεσε τον Ιβραήμην εις αντίληψιν.
Επαιρόμενος ούτος εφ' οις εν Πελοποννήσου διά του
τακτικού στρατού του διεπράξατο και επί τη οχυρωτική
επιστήμη των περί αυτόν ερειδόμενος, έτρεξε πρόθυμος μετά
πολλής δυνάμεως όπου εκλήθη, και ολιγωρών εν τη υπεροψία
του και πολιορκούντας και πολιορκουμένους και φράκτην
χλευαστικώς επονομάζων το τείχος, το ευτυχώς εις τας
επανειλημμένας προσβολάς του αντιζήλου του Κιουταχή
ανθέξαν, ανεδέχθη να το κυριεύση μόνος δεκαπενθήμερος·
αλλά και αυτός, πολλά πειραθείς, πολλά τολμήσας και πολλά
παθών, ηύρε την υπό τοιούτους φρουρούς φράκτην απόρθητον.
Συνηνώθησαν τότε οι δύο στρατάρχαι, και συνήνωσαν και
τους στρατούς των, αφήσαντες ενώπιον του κοινού εχθρού
τας αντιζηλίας των· απελπισθέντες δε του να κατισχύσωσι
των φρουρούντων το τείχος και συνηνωμένοι, έστρεψαν όλην
την προσοχήν των εις κυρίευσιν της λίμνης και εν πολλοίς
ευδοκίμησαν, στόλον πολυάρμενον έχοντες και στολίσκον
αυτάρκη εξ ελαφρών πλοιαρίων κατασκευάσαντες. Αλλά 140
άνδρες, κατέχοντες νησίδιόν τι εν τη λίμνη, ατείχιστον,
ανώχυρον και ανεφοδίαστον, κατήσχυναν όλας τας
επιπεσούσας δυνάμεις, και τα παράλιά του πτωμάτων
εσκέπασαν. Υπεραίρεται ο Έλλην διανοούμενος, ότι οσάκις η
δεινοπαθούσα φρουρά εκλήθη να παραδώση τα όπλα απήντησεν,
«αποθνήσκω, αλλά δεν παραδίδω τα αιματωμένα όπλα μου»,
και απέδειξε, δι' ων επί τέλους έπραξεν, ότι ήσθάνετο
ό,τι έλεγεν. Επήλθεν, εν τούτοις, άλλος δεινότατος
εχθρός, η πανδαμάτειρα πείνα· αλλ ουδ' αυτή ίσχυσε να
ταπεινώση το φρόνημά των και να τους φέρη εις υποταγήν.
Προς αποφυγήν δε του προφανούς εντεύθεν ολέθρου και
αμόλυντον διατήρησιν της τιμής των, επεχείρησαν
επιχείρημα κινδυνωδέστατον και ενδοξότατον· άνδρες,
γυναίκες, παιδία διήλθαν ξιφήρεις υπό το πανσέληνον φως
και εν μέσω ακοιμήτου πυρός ταφρεύματα, χαρακώματα,
πυροβολοστάσια, τακτικά και άτακτα στρατεύματα ειδότα την
έξοδόν των και γρηγορούντα εις καταστροφήν των.
Η καθ' όλην την δωδεκάμηνον πολιορκίαν ακλόνητος εν τοις
δεινοίς καρτερία των ανδρών τούτων, η ακάθεκτος εν ταις
εκδρομαίς ορμή, η εν ταις μάχαις ανυπέρβλητος ανδρία, και
η απόφασις του ν' αποθάνωσι μάλλον ή να παραδοθώσιν,
εξεθάμβησαν και εφόβησαν και αυτούς τους εχθρούς των
ομολογήσαντας, ότι θα διελύοντο κακώς έχοντες οι στρατοί
των, αν παρετείνετο τρεις έτι εβδομάδας η πολιορκία.
Τοιούτοι ήσαν οι άνδρες, ων τους άθλους, τους καθ' όλον
τον ελληνικόν αγώνα παντός άθλου λαμπροτέρους, και
ουδενός των εν ταις αρχαίαις και μεταγενεστέραις
πολιορκίαις φημιζομένων υποδεεστέρους (ε), ετίμησαν
επαξίως η ωδή των ποιητών, η ευγλωττία των ρητόρων, και η
ευφημία των λαών.
1825-26
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΘ'
&Αποτυχία των εις άλωσιν της Τριπολιτσάς και της Καρύστου
και λεηλασίαν της Βηρυτού κινημάτων Ελλήνων. — Εκστρατεία
των υπό τον Φαβιέρον τακτικών εις Εύβοιαν και αποτυχία
αυτής. Καταστροφή των γενιτσάρων και πράξις της
ευρωπαϊκής τακτικής εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν του
οθωμανικού κράτους.&
ΕΝ ώ ο Ιβραήμης ηγωνίζετο εις άλωσιν του Μεσολογγίου,
ηγωνίζετο και ο Κολοκοτρώνης εις την της Τριπολιτσάς,
όπου απέμεινεν ολίγη φρουρά. Εις κατασκοπήν δε της
αληθούς καταστάσεως της πόλεως ταύτης εισήλθε,
ριψοκινδύνως, λήγοντος του νοεμβρίου του 1825, ο Ιωάννης
Φιλήμων υπό πρόσχημα υποταγής, εφιλοφρονήθη, ενδιέμεινε
δύο ημέρας, και επί λόγω προτροπής και άλλων εις υποταγήν
εξήλθεν αβλαβής και ανέφερεν ό,τι παρετήρησε. Μεγάλη δε
στρατιωτική κίνησις κατέλαβεν όλην την Πελοπόννησον προς
ευόδωσιν του σκοπού τούτου, και λήγοντος του έτους
συνήχθησαν έξωθεν της Τριπολιτσάς πεντακισχίλιοι
Πελοποννήσιοι, και διαιρεθέντες εις τρία σώματα ώδευσαν
περί το μεσονύκτιον της 27 δεκεμβρίου προς την πόλιν,
φέροντες κλίμακας εις ανάβασιν· ήλπιζαν δε να επιπέσωσιν
απροσδόκητοι, αλλ' ηπατήθησαν, διότι οι Τούρκοι
προειδοποιηθέντες ευρέθησαν πέριξ των επάλξεων άγρυπνοι,
εν ώ προσηγγίζετο υπό τον Πλαπούταν και τον Νικήταν
πρώτον σώμα, και κραυγάσαντες, «σας είδαμεν, Ρωμαίοι»,
τους απεμάκρυναν απράκτους αυτοβοεί. Μόνοι οι
Τριπολιτσιώται, ως 250 επέμειναν και εξημερώθησαν πλησίον
της πόλεως· αλλ' επεξήλθαν 300 ιππείς και πεζοί και τους
έτρεψαν φονεύσαντες 28 και ζωγρήσαντες 3. Οι ευτυχείς
καταδιώκται επροχώρησαν μέχρι του χωρίου Μαντσαρά, όπου
ήσαν τινες του δευτέρου σώματος υπό τον Γενναίον και τον
Τσόκρην, και έτρεψαν και αυτούς· παρ' ολίγον δε συνέλαβαν
ζώντα και τον συν αυτοίς Αγαλόπουλον πεσόντα εκ του ίππου
του. Μετά την αποτυχίαν ταύτην δισχίλιοι Πελοποννήσιοι,
υπό τον Νικήταν και άλλους, κατέλαβαν το Μακρυπλάγι εις
παρεμπόδισιν των μετακομιζομένων εκ των μεσσηνιακών
φρουρίων εις Τριπολιτσάν τροφών.
Πρό τινος καιρού ήλθε τις απεσταλμένος εις την ελληνικήν
κυβέρνησιν παρά του κατά το Λιβάνιον όρος Εμήρ-Μπεσίρη
εις σύνδεσιν σχέσεων μετά της Ελλάδος, αλλά δεν είχε πώς
ν' αποδείξη την αποστολήν του, διότι πολλά παθών καθ'
οδόν απώλεσεν, ως έλεγε, τα εφοδιαστικά του. Λαβούσα
εντεύθεν αφορμήν η κυβέρνησις απέστειλε προς τον εμήρην
τον αρχιερέα Ευδοκιάδος Γρηγόριον, ίνα πληροφορηθή περί
της αποστολής ταύτης, και τον θαρρύνη εις αποστασίαν κατά
του κυριάρχου του. Ο εμήρης εδέχθη φιλικώς τον πρέσβυν
και υπεσχέθη να εκστρατεύση, αν έστελλεν η ελληνική
κυβέρνησις ναυτικήν δύναμιν προς τα παράλια της Συρίας·
αλλ', εξ αιτίας των δεινών περιστάσεων της Ελλάδος,
δύναμις δεν εστάλη, και το σχέδιον δεν ενηργήθη.
Αρχομένου δε του μαρτίου του 1820, εναύλωσεν ο Χατσή-
Μιχάλης πλοία τινα εξ ιδίων, συμπαρέλαβεν ως συναγωνιστάς
τον Βάσσον και τον Κριεζώτην, και συναποπλεύσαντες οι
τρεις μετά 800 προς τα παράλια της Συρίας, όχι επί
συμμαχία αλλ' επί λεηλασία, επάτησαν απροσδοκήτως την
Βηρυτόν· αλλ' απεκρούσθησαν και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσιν
άπρακτοι και κακώς έχοντες. Εν ώ δε ήσαν εκτός της πόλεως
εστρατοπεδευμένοι και εσχεδίαζαν να δοκιμάσωσιν αλλού την
τύχην των, κατέβη αίφνης πολλή δύναμις του εμήρη επί
σκοπώ ή να τους απομακρύνη, αν ήλθαν ως άρπαγες, ή να
τους δεξιωθή, αν ήλθαν ως σύμμαχοι κατά το άλλοτε
σχέδιον. Οι περί τον Χατσή-Μιχάλην υπεκρίθησαν ότι
ήλθαν ως σύμμαχοι, αλλ', εξ όσων έπραξαν, δεν
επιστεύθησαν, και ηναγκάσθησαν να αποπλεύσωσιν ως κακά
μελετώντες· κατήραν δε εις Κύπρον, και βλάψαντες τον
τόπον εκείνον επανήλθαν εις Σύραν.
Εν τούτοις, το τακτικόν της Ελλάδος ηύξανε και εβελτιούτο
χάρις εις την συνδρομήν της κυβερνήσεως και εις τον
ακάματον ζήλον του νέου αρχηγού Φαβιέρου. Ο φιλέλλην
ούτος και δι' άλλους λόγους και διά την επικρατούσαν εν
Ναυπλίω ασθένειαν μετέφερε το σώμα τούτο εις Αθήνας την 5
οκτωβρίου του 1825 προς εξάσκησιν, αφήσας έν τάγμα εν
Ναυπλίω ως φρουράν της κυβερνήσεως.
Καλλίστην υποδοχήν ηύρεν ο Φαβιέρος και παρά τοις
Αθηναίοις και παρά τω αρχηγώ Γκούρα, και πολλοί των
εντοπίων κατετάχθησαν ως νεοσύλλεκτοι· και αυτός ο
Γκούρας έλαβε προγυμναστήν, και ενεδύθη ένδυμα απλού
τακτικού. Το παράδειγμα αυτού εμιμήθησαν και άλλοι
ευρισκόμενοι εκεί οπλαρχηγοί, ως ο Μακρυγιάννης, ο
Μαμούρης και ο Ρούκης· καθ' ημέραν δε συνέρρεαν και
άλλοθεν νεοσύλλεκτοι και κυρίως εκ των νήσων του Αιγαίου,
ους επροτίμα ο Φαβιέρος των φερόντων ήδη όπλα λέγων, ότι
επιθυμητότερον να γράφη τις επί καθαρού ή μελανωμένου
χάρτου· αλλά δεν παρήλθαν τρεις εβδομάδες μετά την
μετάβασίν του εις Αθήνας, και κατ' έντονον διαταγήν της
κυβερνήσεως μετέβη εις Σπέτσας, όπου ελέγετο ότι ο
Ιβραήμης εμελέτα απόβασιν. Εκεί 40 ημέρας διέτριψεν και
αφ' ού εξέλειψε πάσα υποψία αποβάσεως, επανήλθεν εις
Αθήνας. Τόσον δε ηυξήθη ο στρατός του, ώστε, λήγοντος του
1825, συνίστατο εις 3700. Εκτός του τακτικού σώματος,
ωργάνισεν ο Φαβιέρος υπό την οδηγίαν του Μαμούρη, του
Δημήτρη Λέκκα και του Στέφου Σέρβου ελαφρά τινα σώματα,
λεγόμενα σταυροφορικά, διότι έφεραν οι στρατιώται επί του
στήθους πάνινον σταυρόν· ώφειλαν δε να παρευρίσκωνται
μόνον εις την γενικήν επιθεώρησιν του τακτικού. Εν όσω
εσώζοντο λείψανα του αγγλικού δανείου, η κυβέρνησις
εχορήγει προθύμως τα εις ύπαρξιν και διατήρησίν των υπό
τον Φαβιέρον· αλλ', αφ' ού εξηντλήθησαν, ο στρατός ούτος
εκινδύνευε να διαλυθή, ή ν' ατακτήση. Εις αποφυγήν του
κακού και εις ωφέλειαν της πατρίδος απεφάσισεν ο αρχηγός
του να εκστρατεύση ποριζόμενος άλλοθεν τα προς το ζην·
Φεβρουάριος και μετά μακράν σκέψιν περί του καταλληλοτέρου μέρους
εξεστράτευσε την 12 Φεβρουαρίου εις Εύβοιαν,
διατεινομένων πολλών ότι και τα προς διατροφήν ήσαν εκεί
ευπόριστα, και η νήσος ευάλωτος· συνεκροτείτο δε η
ακολουθούσα αυτόν δύναμις εκ του πρώτου τάγματος, δύο
ιλών του ιππικού, 80 ιππέων ανίππων, μιας κανονοστοιχίας
εχούσης τέσσαρα ορεινά κανόνια και 120 κανονοβολιστάς,
και 700 σταυροφόρων, ώστε όλοι οι συνεκστρατεύοντες ήσαν
2750. Το στράτευμα τούτο ηυλίσθη την 14 εις Ανηφορίτην· ο
δε αρχηγός του υπήγε το εσπέρας εις κατασκοπήν του
Καραμπαμπά επ' ελπίδι να τον κυριεύση εξ απροόπτου· αλλά
πεισθείς ότι δεν επραγματοποιείτο ό,τι ήλπιζε, παρητήθη
του σχεδίου του, μετέφερε την επαύριον το στράτευμά του
εις Ωρωπόν, την μεθαύριον εις Καπανδρίτι, και την εφεξής
εις Μαραθώνα και Βρανάν, όπου διέμεινε 15 ημέρας αναμένων
τα εις μεταβίβασιν του στρατεύματος του πλοία. Εκεί
διατριβών, εξέδωκε την 20 κήρυγμα εις αποκλεισμόν των
παραλίων Ευβοίας και Βώλου, και έστειλε προς ενίσχυσιν
αυτού την εν υπηρεσία του τακτικού γολέτταν, ήτις έφερε
μετ' ολίγον πλουσίαν λείαν. Διαρκούσης δε της
δεκαπενθημέρου ταύτης διατριβής του, το στράτευμα έπαθε
και φυσικώς και ηθικώς δι' έλλειψιν καταλυμάτων και άλλων
αναγκαίων εν καιρώ χειμώνος και διά το νοσώδες του μέρους
εκείνου· πολλοί ηρρώστησαν, τινές απέθαναν και ικανοί
ελειποτάκτησαν. Ο δε Φαβιέρος μετέφερεν άλλους προς
αναπλήρωσιν εξ Αθηνών· και επειδή τα αναμενόμενα πλοία
δεν εφαίνοντο, και πάσα περαιτέρω χρονοτριβή έβλαπτεν,
επεβίβασε το στράτευμά του εις όσα ηύρε παραπλέοντα τα
παράλια της Αττικής πλοιάρια,
Μάρτιος και τα απεβίβασε την 2 μαρτίου εις Στούρα, όπου και
διενυκτέρευσεν, αλλά δεν ηύρεν ην ήλπιζεν υποδοχήν. Πολλά
παθόντες οι χωρικοί εκείνων των μερών επί των μέχρι τούδε
εκστρατειών, και φοβούμενοι μη πάθωσι τα αυτά,
διεσκορπίσθησαν. Την δε επαύριον, αφήσας εκεί δύο λόχους,
εξεστράτευσεν εις Κάρυστον φρουρουμένην υπό 600 Τούρκων,
και κατέλαβε τους κήπους έν τέταρτον της ώρας απέχοντας
του φρουρίου· και το μεν πρώτον τάγμα ετοποθετήθη προς το
μεσημβρινόν μέρος του φρουρίου, το δε υπόλοιπον στράτευμα
προς το δυτικόν του προαστείου· Την 5 τέσσαρες λόχοι του
πεζικού και τα ελαφρά σώματα επλησίασαν την πύλην του
φρουρίου και την εκανονοβόλουν· αλλ' έσπασαν μετ' ολίγον
οι άξονες των υποστατών, και ο αρχηγός διέταξε την
υποχώρησιν. Εκ τούτου θαρρυνθέντες οι εχθροί ώρμησαν εις
κυρίευσιν των κανονίων και έβαλαν εις αταξίαν τους
στρατιώτας· αλλά χάρις εις την ετοιμότητα του λοχαγού
Βερεντιέρου απέτυχαν και έπαθαν. Εν τοσούτω, ο Φαβιέρος,
παρατηρήσας ότι το φρούριον δεν ήτον, ως ήλπιζεν,
ευάλωτον, και ότι χρεία ήτο τακτικής πολιορκίας,
ανήγειρεν αντικρύ του επί τινος ακρολοφίας προς το
μεσημβρινόν μέρος κανονοστάσιον, και μη έχων κανόνια
πολιορκίας, έστησε δύο ανήκοντα είς τι πλοίον ανεπιτήδεια
προς τον σκοπόν του· και το μεν πρώτον τάγμα έμεινεν όπου
ήτο, το δε λοιπόν του στράτευμα ωχυρώθη πλησιέστερον του
προαστείου· δύο δε λόχοι ετοποθετήθησαν προς το αρκτικόν
μέρος του φρουρίου, ώστε το φρούριον επολιορκείτο
πανταχόθεν· εκόπη και το εισρέον νερόν· εις στενοτέραν δε
πολιορκίαν, ο Φαβιέρος διέταξε την εξ εφόδου κυρίευσιν
του προαστείου, και την 12, όρθρου βαθέως, ο δ' λόχος υπό
τον Ανδριέτην, ο ς' υπό τον Βερεντιέρον, και ο των
ευζώνων υπό τον Κάρπον, προσβαλόντες το προάστειον,
εκυρίευσαν τας εν αυτώ οικίας εκτός των πλησίον του
φρουρίου· ημέρας δε γενομένης, έστειλεν ο Φαβιέρος και τα
λοιπά σώματα εις κυρίευσιν όλου του προαστείου· αλλά
δίωροι αλλεπάλληλοι προσβολαί κατά των υπό των εχθρών
κρατουμένων οικιών και υπό την προστασίαν του πυρός του
φρουρίου κειμένων όχι μόνον απέβησαν εις μάτην, αλλ'
επέφεραν και βαρείαν βλάβην. Οι δύο πρώτοι λόχοι απώλεσαν
το ήμισυ της δυνάμεώς των και σχεδόν όλους τους
αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των· επληγώθησαν οι
λοχαγοί Ανδριέτης, Βερεντιέρος και ο ανθυπολοχαγός
Καρατσάς, και εσκοτώθη ο λοχαγός Πίσσας· βαρείαν βλάβην
υπέφεραν και τα σώματα των σταυροφόρων και επληγώθη ο
αρχηγός αυτών Στέφος· πολλά υπέφεραν και οι ως επίκουροι
ελθόντες λόχοι. Μετά τα παθήματα ταύτα οι μεν ασθενείς
και τραυματίαι εστάλησαν εις τας νήσους προς ίασιν, οι δε
λοιποί μετέβησαν εις Λυκόρρεμα, παραλίαν θέσιν αντικρύ
των νησιδίων Πεταλιών, όπου ήσαν παλαιά χαρακώματα,
κοινώς λεγόμενα ταμπούρια του Κριεζώτη, χρησιμεύσαντα
πολλάκις ως καταφύγιον. Αλλ' η επίπονος πορεία εν μέσω
δυσβάτων τόπων και η στέρησις των αναγκαίων ηύξησαν τα
κατά την 12 παραλύσαντα τον στρατόν δεινά ασυνείθιστον
εις τα τοιαύτα διά την νεοσυλλεξίαν του. Φθάσαν δε περί
το μεσονύκτιον το στράτευμα εις Λυκόρρεμα ήρχισε να
επισκευάζη τα παλαιά εκείνα χαρακώματα· ο δε ακάματος
αρχηγός του, τοποθετήσας διαφόρους φυλακάς, περιήρχετο
φαιδρός εν μέσω των σκυθρωπαζώντων στρατιωτών θαρρύνων
αυτούς και συνεργαζόμενος· αλλά μόλις ανέτειλεν ο ήλιος
της 13, εφάνη αίφνης το εχθρικό ιππικόν, και προσβαλόν
την προφυλακήν κοιμωμένην κατέκοψεν επτά λογχίτας και τον
υπαξιωματικόν, και επροχώρησε προς το ελληνικόν
στρατόπεδον βοηθόν έχον και ολίγον πεζικόν. Ο Φαβιέρος,
παρατηρήσας την ολιγότητα του εχθρικού τούτου σώματος,
διέταξε τρεις λόχους και τα ελαφρά σώματα να εφορμήσωσι
και να προσποιηθώσι μετά μικρόν πυροβολισμόν ότι
υπεχώρουν· διέταξε δε και το ιππικόν να ενεδρεύη όπισθεν
λοφίσκου τινός και να μη επιπέση προτού φθάσωσιν οι
εχθροί είς τινα μικράν κοιλάδα διώκοντες τους
υποχωρούντας. Και το μεν πεζικόν ενήργησεν ακριβώς τα
διαταχθέντα, αλλά τινες του ιππικού επέπεσαν, πριν
καταβώσιν οι εχθροί εις την κοιλάδα. Το παράκαιρον τούτο
κίνημα ανεκάλυψε το στρατήγημα, και οι εχθροί δεν
επροχώρησαν, αλλά, μείναντες επί υψώματός τινος λόφου
εγκαταλειφθέντος υπό των Ελλήνων, ωχυρώθησαν· μετ' ολίγον
έφθασε και ο Ομέρπασας πανστρατιά. Δισχίλιοι ήσαν οι
πεζοί και τετρακόσιοι οι ιππείς. Οι πεζοί εστρατοπέδευσαν
αντικρύ των ελληνικών χαρακωμάτων και μετ' ολίγον
εφώρμησαν, αλλ' εβλάφθησαν και απεκρούσθησαν υπό των
πεζικών σωμάτων εξελθόντων, κατά διαταγήν του αρχηγού,
των χαρακωμάτων, και προσβαλόντων γενναίως και ευτυχώς
τον εχθρόν· το δε ιππικόν, ως μη αξιόμαχον διά την
ολιγότητά του, διετάχθη να μη κινηθή· αλλ' αυτό, ιδόν ότι
οι εχθροί απεκρούσθησαν και υπεχώρουν, επέπεσεν ατάκτως,
και οδηγούμενον υπό του αξιωματικού Ιμπροχώρη, απόντος
την ώραν εκείνην του ιππάρχου, δεν έπαυε καταδιώκον
αυτούς. Οι Τούρκοι, παρατηρήσαντες ότι οι καταδιώκοντες
ιππείς ήσαν μόλις 100, εστράφησαν και τους εκύκλωσαν.
Τότε συνήφθη κρατερά ιππομαχία. Επανελθών δ' εν τούτοις ο
ίππαρχος, και ιδών ότι οι υπ' αυτόν εκινδύνευαν,
διέσχισεν ορμήσας το εχθρικόν ιππικόν και ήλθεν όπου η
μάχη προς εμψύχωσιν των ολίγων ιππέων του· και επειδή το
εχθρικόν ιππικόν ήτο κατά πάντα ανώτερον, διέταξε την
υποχώρησίν των, και διά της στρατηγικής επιδεξιότητος και
αφοβίας του την έφερεν εις ευτυχές πέρας εν μέσω του
επιλειμένου κινδύνου. Είκοσιν ιππείς Έλληνες έπεσαν, και
έπεσεν εις χείρας των εχθρών και λαμπρά τις σημαία, ην
κεντήσασαι Παρίσιαι νεανίδες επρόσφεραν εις χρήσιν του
ιππικού της Ελλάδος. Εν τούτοις, το εχθρικόν πεζικόν, το
μη συμμεθέξαν της ιππομαχίας ειμή δι' ακροβολισμών,
κατεγίνετο να κυκλώση διά χαρακωμάτων το ελληνικόν
στρατόπεδον· τούτο ιδών ο Φαβιέρος διέταξε να επανέλθωσιν
όλα τα σώματα εις τα οχυρώματά των προς ενδυνάμωσιν.