Εν τοσούτω, η αποτυχία των κατά ξηράν πολεμικών κινημάτων

ηνάγκασε τον Ιβραήμην να στρέψη την προσοχήν του όλην εις

την λίμνην, και επί τω σκοπώ τούτω ερρίφθησαν την 17 εν

αύτη 32 πολύκωπα και ανίστια πλοιάρια ελαφράς όλα

κατασκευής ένεκα των αβαθών νερών της λίμνης, και ο

στολίσκος ούτος ωρμίσθη παρά το νησίδιον Σκύλαν

προστατευόμενος υπό του επί της αντικρύ ξηράς

κανονοστασίου. Την αυτήν δε ημέραν τα εις Μοθώνην

αποπλεύσαντα προ ολίγων ημερών πλοία επανέπλευσαν εις

Πάτρας φέροντα στρατεύματα και τροφάς. Την δε 19 έπλευσεν

ο εν τη λίμνη στολίσκος κατά τον Προκοπάνιστον και

επανήλθεν αυθημερόν εις Σκύλαν. Την δ' επαύριον τα μεν

των πλοιαρίων εκανονοβόλησαν το Βασιλάδι, τα δε εβόλισαν

τα νερά της Κλείσοβας. Την δε 22 εξέπλευσε του κόλπου των

Πατρών το ατμόπλουν του εχθρού, σύρον σχεδίας και

λανσόνια, και την εσπέραν της αυτής ημέρας εμβήκαν διά

του Κ ό μ μ α τ ο ς του Προκοπκνίστου πέντε σχεδίαι

και εννέα λανσόνια. Εισέπλευσαν την επιούσαν και άλλαι

τρεις σχεδίαι και εννέα λανσόνια και δι' αυτών

απεκλείσθησαν στενώς όλα τα περάματα της λίμνης, εν ή

διέμενε και ο εχθρικός στολίσκος.

Αφ' ού δε ο Ιβραήμης διέθεσε τοιουτοτρόπως τα κατά

θαλασσαν διέταξε τον προ ολίγου ελθόντα εις το εκτός του

Μεσολογγίου εχθρικόν στρατόπεδον εκ της επαρχίας της

Γαστούνης Χουσεήμπεην να κινηθή εις άλωσιν του

Βασιλαδίου. Επ' αυτού έκειντο 14 κανόνια, εξ ών τα 2 των

18 λιτρών, τα δε λοιπά των 12· ήσαν δε οι υπερασπισταί

του 80, οι μεν 60 τουφεκοφόροι υπό τον Σπύρον Πεταλούδην,

οι δε 20 κανονοβολισταί υπό τον Αναστάσην Παπαλουκάν και

τον Ιταλόν Γιακουμούτσην. 40 πλοιάρια παρέλαβαν διά

νυκτός την 25 κατά την Άσπρην Αλικήν στρατεύματα και

εξημερώθησαν έμπροσθεν του Βασιλαδίου συνοδευόμενα υπό

δύο σχεδιών· και έκαστον μεν των πλοιαρίων έφερεν έν

κανόνι ελαφρόν και 30 μαχητάς Άραβας, εκάστη δε των

σχεδιών μίαν βομβοβόλον· συγχρόνως έπλευσαν προς το

Βασιλάδι και έξωθεν της λίμνης 18 λέμβοι του στόλου καί

τις σαλούπα φέρουσα μίαν βομβοβόλον. Ήρχισεν η μάχη και

διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, καθ' ήν πεσούσης μιας βόμβας

επί του Βασιλαδίου, άναψεν ο σάκκος των κανονοφυσεκίων·

κατεταράχθη η φρουρά, και οι Άραβες ευρόντες καιρόν, και

ωθούμενοι υπό των αξιωματικών, επάτησαν σωρηδόν το

νησίδιον, και οι φρουρούντες αυτό οι μεν εφονεύθησαν εν

οίς και ο Πεταλούδης, ο Σπύρος Ραζής και ο Ασημάκης

Ζορπάς, οι δε ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, τέσσαρες δε

ηχμαλωτίσθησαν· εφονεύθησαν και πολλοί Τούρκοι.

Μετά την κυρίευσιν του Βασιλαδίου ο εχθρός έστρεψε την

προσοχήν του εις το Ανατολικόν.

Η πόλις αύτη επολεμείτο συχνάκις, διαρκούσης της

πολιορκίας του Μεσολογγίου. Αφ' ού δε απεφάσισεν ο εχθρός

να κυριεύση την λίμνην, ο πόλεμος κατά του Ανατολικού

εγένετο σφοδρότερος, και στρατεύματα εχθρικά κατέλαβαν

διαφόρους θέσεις παρ' αυτό. Την δε 28 εκίνησεν ο εχθρός

διά ξηράς και θαλάσσης εις κυρίευσιν του μίαν ώραν

απέχοντος του Ανατολικού και ημιώριον της Φοινικιάς

νησιδίου Ντολμά, περιφερείας ενός μιλίου. Αντικρύ αυτού

κατ' ανατολάς προς την θέσιν της Φοινικιάς ύψωσαν οι

εχθροί τρία κανονοστάσια και επέθεσαν 18 κανόνια και

βομβοβόλους, δι' ων εκανονοβολείτο και εβομβοβολείτο ο

Ντολμάς. Συνήλθαν επί της θέσεως εκείνης δισχίλιοι εις

απόβασιν επί του νησιδίου, διότι και η απόστασις είναι

μόλις είκοσι βημάτων, και τα νερά ρηχά. Επί δε του Ντολμά

ήτο μόνον έν κανονοστάσιον και 200 μαχηταί υπό τον

Λιακατάν, Εν ώ δ' επολεμείτο το νησίδιον υπό των εν

Φοινικιά, εκανονοβολείτο και υπό των εχθρικών πλοιαρίων.

Μεγάλην καρτερίαν και γενναιότητα έδειξαν οι υπερασπισταί

πολεμούντες πανήμεροι, και αποκρούοντες τας κατά θάλασσαν

και ξηράν προσβολάς των εχθρών· τριακόσιοι ελογίσθησαν οι

φονευθέντες και πληγωθέντες εχθροί· εφονεύθη και ο

γνωστός Σέβρανης. Αλλ' οι Έλληνες όλοι σχεδόν εφονεύθησαν

πολεμούντες, και οι εχθροί εκυρίευσαν το νησίδιον την

νύκτα. Καθ' ήν δε ημέραν επολεμείτο ο Ντολμάς, εξώρμησαν

εις αντιπερισπασμόν 500 της φρουράς του Μεσολογγίου, υπό

τον Τσαβέλλαν, αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν εις την

πόλιν φέροντες τας κεφαλάς ενός Ευρωπαίου

αρχιπυροβολιστού και ενός χιλιάρχου Τούρκου.

Πεσόντος του Ντολμά, δεν απελείπετο ελπίς σωτηρίας του

Ανατολικού. Καλή τύχη, οι εχθροί ενόμιζαν ότι η πόλις

αύτη είχεν ως άλλοτε ικανήν φρουράν, εν ώ είχεν ολίγην.

Εμβάντων δε των πλοιαρίων έσωθεν του Ντολμά, οι εχθροί

εκινήθησαν την επαύριον προς το Ανατολικόν, οι μεν διά

ξηράς οι δε διά θαλάσσης. Εν ώ δε επλησίαζαν, είδαν

πλέοντάς τινας εκ της πόλεως και φέροντας λευκήν σημαίαν·

μαθόντες δε ότι ήρχοντο επί συμβιβασμώ τους ωδήγησαν εις

τον Ιβραήμην και δεν επροχώρησαν. Ο Ιβραήμης κατ' αρχάς

υπεσχέθη μόνον ασφάλειαν ζωής και τιμής εκάστου εκτός

ενός, χωρίς να τον ονομάση, αλλ' επί τέλους συγκατετέθη

να διατηρήση έκαστος εκ της περιουσίας του 100 γρόσια και

την πολυτιμοτέραν ενδυμασίαν του. Επεκύρωσε και ο

Κιουταχής τους όρους τούτους συναινέσας να μεταβώσιν οι

εν τω Ανατολικώ εις Άρταν, και υποσχεθείς να τους θρέψη

ένα μήνα. Υπό τους όρους τούτους τους και διατηρηθέντας,

παρεδόθη το Ανατολικόν. Επί δε της εξόδου των υποσπόνδων,

οι εχθροί, κατέχοντες την αποβάθραν, εψηλάφουν τους

διαβιβαζομένους και τους αφήρουν ό,τι επέκεινα των

συμφωνηθέντων έφεραν. Εν ώ δε εξήρχοντο άνδρες και

γυναίκες ανεπηρέαστοι, όλοι τρισχίλιοι, περιεκαλύφθη

αίφνης ωραία τις νεάνις, καθ' ήν στιγμήν έμελλε να

εξέλθη, και μετεκομίσθη εις την σκηνήν του Ιβραήμη. Η

νεάνις αύτη ήτον ο εξαιρεθείς του συμβιβασμού άνθρωπος.

Εκράτησε δε παρ' αυτώ και ο Κιουταχής τινας των

προεστώτων των μερών εκείνων περιποιούμενος αυτούς.

Η πτώσις του Βασιλαδίου, του δι' όλης της επαναστάσεως

ευτυχώς ανθέξαντος, προεμήνυε το θλιβερόν μέλλον του

Μεσολογγίου. Ο καπητάμπασας εζήτησεν άλλοτε, ως είδαμεν,

την μεσιτείαν πλοιάρχου Άγγλου προς την φρουράν του

Μεσολογγίου επί συμβιβασμώ. Υποθέτων ο μέγας αρμοστής των

Ιονίων νήσων Αδάμ, ότι ο καπητάμπασας είχε και τότε την

αυτήν διάθεσιν, και βέβαιος ότι πάσα ελπίς ευτυχούς

αντιφάσεως της φρουράς ήτον εις το εξής ματαία, και ότι

έντιμός τις συμβιβασμός ήτον ο μόνος τρόπος της σωτηρίας

της, κατέπλευσεν αυθόρμητος εις Κρυονέρι μετά την πτώσιν

του Ανατολικού, αλλά δεν ηύρε τον καπητάμπασαν ως άλλοτε

ευδιάθετον, βλέποντα ότι, διακοπείσης πάσης κοινωνίας της

λίμνης και της θαλάσσης, η πτώσις της πόλεως ήτον εγγύς.

Αναχωρήσαντος δε απράκτου του μεγάλου αρμοστού, ο

Κιουταχής και ο Ιβραήμης, οι πάσαν συνέντευξιν μετ' αυτού

αποφυγόντες, έστειλαν άνθρωπον προς τους πολιορκουμένους

προτρέπονντες αυτούς διά λόγου να προσκυνήσωσιν.

«Αποθνήσκομεν, αλλά δεν προσκυνούμεν», απήντησαν ούτοι.

Μάρτιος Λαβόντες οι πασάδες προφορικήν την απάντησιν ταύτην,

τοις επρότειναν εκ νέου εγγράφως την 21 μαρτίου να

παραδώσωσι το φρούριον, και ή ν' αναχωρήσωσιν όλοι

άοπλοι, ή να μείνωσιν οι εντόπιοι, αν ήθελαν, κατέχοντες

και την περιουσίαν των. «Οκτακισχίλια αιματωμένα όπλα δεν

παραδίδονται» απεκρίθησαν και τότε εγγράφως οι

πολιορκούμενοι (β).

Πεσόντος του Ανατολικού, έστρεψαν οι εχθροί τας δυνάμεις

των κατά της Κλείσοβας.

Το νησίδιον τούτο, 300 βημάτων περιφερείας, απέχει

ημιώριον του Μεσολογγίου μεσημβρινώς· έχει εκκλησίαν επ'

ονόματι της Αγίας Τριάδος, γύρωθεν δε της οροφής αυτής

ανήγειραν οι Έλληνες προμαχώνας, ύψωσαν επί του νησιδίου

πρόχωμα και επέθηκαν τέσσαρα κανόνια. Εκατόν

τουφεκοβολισταί και είκοσι κανονοβολισταί ήσαν οι

υπερασπισταί του και καθήκοντα φρουράρχου ετέλει ο

Παναγιώτης Σωτηρόπουλος· υπεράσπιζε δε το νησίδιον καί

τις πάσαρα υπό τον Κωνσταντίνον Τρικούπην. Αφ' ού δε

συνωμίλησαν οι δύο πασάδες περί του μελετωμένου κινήματος

κατά της Κλείσοβας, ανεδέχθη τον αγώνα ο Κιουταχής, και

την 25 μαρτίου πρωί έφερεν αυτοπροσώπως επί λέμβων

έμπροσθεν του νησιδίου δισχιλίους Οσμανλίδας και

Αλβανούς. Πριν δε φθάσωσιν ούτοι επρόφθασεν ο Κίτσος

Τσαβέλλας μετά 11 στρατιωτών· ώστε όλοι οι επί της ξηράς

υπερασπισταί της Κλείσοβας ήσαν 131, οι δε διά θαλάσσης

το πλήρωμα της πάσαρας του Τρικούπη. Μετά την άφιξιν του

Τσαβέλλα εκόπη πάσα κοινωνία της πόλεως και του νησιδίου·

αλλ' η τόλμη των ολίγων υπερασπιστών αυτού ανεπλήρονε την

ολιγότητα του αριθμού. Οι εχθροί, αφ' ού επλησίασαν όπου

τα ρηχά δεν ήσαν πλωτά, έπεσαν εις την θάλασσαν, και

προφυλαττόμενοι όπισθεν των πλοιαρίων τα ώθουν εις τα

έμπροσθεν κανονοβολούμενοι και τουφεκιζόμενοι.

Τοιουτοτρόπως επάτησαν το νησίδιον και μαχόμενοι

ηνάγκασαν τους επί του προχώματος να το εγκαταλείψωσι και

συγκεντρωθώσι και ούτοι εντός και επί της οροφής της

εκκλησίας· αλλ' ο τουφεκισμός εκείθεν κατά του εχθρού ήτο

τόσον φθοροποιός, ώστε εβιάσθησαν οι αποβάντες και το υπό

το πυρ της οροφής της εκκλησίας πρόχωμα να εγκαταλείψωσι,

και εις την θάλασσαν να πέσωσιν. Εις μάτην επροσπάθουν

οι αξιωματικοί να πειθαναγκάσωσι τους στρατιώτας εις

εγκαρτέρησιν και επάνοδον επί του νησιδίου·

ριψοκινδυνεύων και ο φιλότιμος Κιουταχής προς εμψύχωσιν

αυτών επληγώθη εις τον πόδα· αλλ' οι στρατιώται του,

κωφοί εις την φωνήν και τυφλοί εις το παράδειγμά του,

εμβήκαν εις τα πλοιάριά των, απεμακρύνθησαν και επανήλθαν

εις το στρατόπεδον.

Πλήρης χαράς ο Ιβραήμης διά την αποτυχίαν του αντιζήλου

του, ανέλαβεν αυτός τον αγώνα, διέταξε και επέβησαν

αμέσως εις πλοιάρια τρισχίλιοι Άραβες, και καλέσας τον

αλωτήν του Βασιλαδίου Χουσεήμπεην, «ιδού», τω είπεν, «η

ώρα να δείξωμεν πόσον ημείς υπερέχομεν των άλλων», και

ταύτα ειπών, τον ενηγκαλίσθη και τον επροβόδησεν. Ο

Χουσεήμπεης εκύκλωσε μετά των υπ' αυτόν όλον το νησίδιον,

οι δε υπερασπισταί αυτού ηναγκάσθησαν ν' αφήσωσι πάλιν το

πρόχωμα και συνασπισθώσιν όλοι εντός της εκκλησίας και

επί της οροφής της. Εκινδύνευαν δε να γένωσιν όλοι

ανάρπαστοι διά την ολιγότητά των· αλλά εύστοχος

τουφεκοβολή του Σωτηροπούλου τους έσωσεν. Ούτος

παρατηρήσας ότι οι εχθροί υπήκουαν και εφοβούντο κατ'

εξοχήν ένα των αξιωματικών, ετουφέκισεν αυτόν δις και τον

εφόνευσεν· ο δε φονευθείς ήτον ο Χουσεήμπεης, και τούτου

πεσόντος, οι εχθροί κατεταράχθησαν, και οι μεν κατέφευγαν

εις τα πλοιάρια, οι δε τα ώθουν εις τα έξω και τα

εξεκάθιζαν στρέφοντες τα νώτα προς την Κλείσοβαν·

εξώρμησαν τότε οι εν τη εκκλησία και οι επί της οροφής,

και προπορευομένου του Τσαβέλλα, ούτινος την σπάθην

έκοψεν εις δύο μετ' ολίγον εχθρική βολή (γ), κατέλαβαν το

κανονοστάσιον· και οι μεν κανονοβολούντες, οι δε

τουφεκίζοντες εις τον σωρόν κατέστρεφαν τους εχθρούς.

Χίλια περίπου πτώματα εφέροντο επί των κυμάτων.

Ήρως αυτόχρημα ανεδείχθη πας πολεμιστής της Κλείσοβας· η

δε πάσαρα του Τρικούπη, φέρουσα έν και μόνον κανόνι τριών

λιτρών και πολεμούσα εν μέσω τόσων εχθρικών κανονοφόρων,

εβυθίσθη κανονοβολουμένη, αλλ' οι εν αυτή πεσόντες εις

την θάλασσαν υπό την χάλαζαν των εχθρικών βολίων,

διεκολύμβησαν εις το νησίδιον. Διαρκούσης δε της δεινής

ταύτης πάλης, πολλοί των εν Μεσολογγίω εφιλοτιμήθησαν να

δράμωσιν εις αντίληψιν της ολίγης φρουράς της Κλείσοβας,

αλλ' εξ αιτίας του κυκλούντος το νησίδιον εχθρικού

στολίσκου, δύο μόνον μονόξυλα, το του Ράπεση και το του

Πέτρου Γαλιώτου, φέροντα τροφάς και πολεμεφόδια,

εδυνήθησαν να διαπλεύσωσι· και το μεν του Τάπεση

κατευωδώθη, το δε του Γαλιώτου εδιχοκόπη πλησίον του

νησιδίου υπό κανονοβολής, αλλ' οι εν αυτώ, εν οις και ο

Κώστας Δροσίνης και ο Γεώργης Κωνσταντίου Βαλτινός,

πεσόντες εις την θάλασσαν διεσώθησαν· μόνος ο Γαλιώτος

εφονεύθη επί του διάπλου.

Και επί της περί ης ο λόγος μάχης και επί πολλών, ως

είδαμεν, άλλων, ακαταδάμαστος εδείχθη η ανδρία και η

καρτερία της φρουράς του Μεσολογγίου, αλλ' η πείνα, η

δαμάζουσα την ανδρίαν και την καρτερίαν, ήρχισε να

δεικνύη όλα τα φόβητρά της. Ενατενίζοντες οι έγκλειστοι

εις την θάλασσαν, δι' ης ανέμεναν, ως και άλλοτε, την

θεραπείαν του κακού, δεν έβλεπαν ειμή εχθρικάς σημαίας

και διά μόνης της προσδοκίας της ταχείας ελεύσεως του

ελληνικού στόλου εζωογονούντο· αλλά τα εις κίνησιν του

στόλου και εις αγοράν και αποστολήν τροφών και

πολεμεφοδίων χρήματα έλειπαν· διά την κατεπείγουσαν δε

ταύτην ανάγκην και επί τη αιτήσει των παρά της φρουράς

του Μεσολογγίου αποσταλέντων οπλαρχηγών εξεδόθη νόμος την

10 φεβρουαρίου εις εκποίησιν εθνικών κτημάτων, δηλαδή γης

καλλιεργησίμου και μη, σταφιδώνων, αμπελώνων, ελαιώνων,

κήπων και παντός είδους δένδρων, αξίας ισπανικών ταλλήρων

800,000· αλλ' εχρειάζετο καιρός εις πραγματοποίησιν του

νόμου τούτου, εν ώ ο κίνδυνος επέκειτο· δεν ευρίσκοντο δε

πρόθυμοι αγορασταί διά τον γενικόν κίνδυνον της πατρίδος

και το μη νόμιμον της πωλήσεως· δι' όλα ταύτα ολίγοι οι

εντεύθεν πόροι, και εις προαιρετικήν συνεισφοράν

κυβερνώντες και κυβερνώμενοι εκλήθησαν· εισηκούσθη η φωνή

του κινδύνου, έδωκε και το εθνικόν ταμείον όσα είχε, και

ούτως εξέπλευσαν την 10 μαρτίου υδραϊκά τινα πλοία υπό

τον Μιαούλην και κατόπιν αυτών καί τινα σπετσιωτικά και

ψαριανά. Η μοίρα αύτη εκ 30 πλοίων έφερε και τους

απεσταλμένους της φρουράς, προς ους εδόθησαν διά τας

ανάγκας αυτής γρόσια 230,000. Αλλ' ουδέποτε ελληνική

μοίρα εξέπλευσε τόσον απαρασκεύαστος· πολλά πλοία δεν

είχαν πλειοτέρους των 20 ναυτών. Εν τούτοις, ο εχθρικός

στόλος, ειδοποιηθείς παρά των κατά την Ζάκυνθον

προφυλακίδων του, ότι η ελληνική μοίρα εφάνη την 31

μαρτίου προς εκείνα τα μέρη, εξέπλευσε του κόλπου· και

έπλεε μεταξύ των Εχινάδων και του Πάπα· η δε ελληνική

έπλευσε την εφεξής ημέραν προς τον Πεταλάν.

Αν και οι εχθροί κατείχαν όλους τους γνωστούς διάπλους

της λίμνης επαγρυπνούντες ημέραν και νύκτα, υπήρχε καί

τις αφύλακτος, στενός και αφανής, δι' ου εισέπλεαν ενίοτε

εκ του Πεταλά μικρά πλοιάρια·

Απρίλιος δι' αυτού διεβιβάσθη την 1 απριλίου εκ της πόλεως εις

την ναυαρχίδα ο πρώην φρούραρχος του Βασιλαδίου

Παπαλουκάς, έφερε προς τον Μιαούλην γράμματα, δι' ων

εξιστόρει η διοικητική επιτροπή την δεινήν θέσιν των

πολιορκουμένων διά την έλλειψιν των τροφών, και τω

επρόβαλε να στείλη όσας έφερε διά του διάπλου τούτου υπό

την οδηγίαν του Παπαλουκά. Εφορτώθησαν ευθύς αι τροφαί,

και αι τροχοφόροι λέμβοι εκίνησαν την εξής νύκτα·

εκίνησαν και τα εν Πεταλά πλοία, τα μεν προς τον Πάπαν τα

δε προς το Μεσολόγγι· αλλά, κακή τύχη, αι λέμβοι

σενήντησαν επί του διάπλου απροσδοκήτως εχθρικήν

φυλακήν, επολέμησαν, απέτυχαν, και επανήλθαν εις τα πλοία

των επαναφέρουσαι τας τροφάς. Την δε 3, 20 των ελληνικών

πλοίων υπό τον Μιαούλην, και 65 εχθρικά, εξ ών 15

φρεγάται και κορβέτται, εναυμάχησαν· εφονεύθησαν και

επληγώθησαν 30 Έλληνες, και εκάη και έν πυρπολικόν· αλλά

και η ναυμαχία και οι φονευθέντες Έλληνες και το

πυρπολικόν εις μάτην. Ο Μιαούλης, έχων προ οφθαλμών την

κρίσιμον περίστασιν της φρουράς, ούτ' εδειλίασε διά την

ολιγότητα, την αδυναμίαν και την αποτυχίαν του στολίσκου

του, ούτ' εμακρύνθη από του πεδίου της μάχης· αλλ' αι

προσπάθειαί του δεν ετελεσφόρησαν· αν δε ήνοιγε και τον

λιμένα, χρείαν είχε πολλών πλοιαρίων κανονοφόρων προς

διασκορπισμόν των εν τη λίμνη περιφερομένων και

παραφυλαττόντων 70 εχθρικών, εν ώ δεν είχεν ειμή τας

λέμβους του στολίσκου του· ώστε στενά πανταχόθεν. Αλλά

πώς να μη ελεεινολογήση ο ιστορικός την αξιοκατάκριτον

απρονοησίαν των κυβερνώντων την Ελλάδα τον καιρόν

εκείνον; δεν ήτον έλλειψις πόρων, ήτις έφερε την φρουράν

του Μεσολογγίου εις την εσχάτην ταύτην απελπισίαν, αλλ'

έλλειψις κυβερνητικής προνοίας. Διαρκούσης της πολιορκίας

του Μεσολογγίου, τρεις θαλάσσιοι εκστρατείαι εγένοντο εις

βοήθειαν αυτού, εν ώ μία ήρκει, και αύτη μόνον προς

εισκομιδήν των αναγκαίων. Είδαμεν, ότι και ηνοίχθη και

ανοικτός διέμεινε μέχρι πολλού ο λιμήν του Μεσολογγίου,

ώστε όσα επί ματαίω εξωδεύθησαν επί της δευτέρας και της

τρίτης ναυτικής εκστρατείας θα εξήρκουν ταύτα μόνα εις

πολυχρόνιον προμήθειαν των αναγκαίων, αν εστέλλοντο επί

της πρώτης, και όλη η κατά της Ελλάδος δύναμις θα

εσυντρίβετο προ των πυλών της πόλεως, διότι η φρουρά της,

χάρις εις την ακαταμάχητον καρτερίαν της, μόνην την

πείναν εφοβείτο, και θα εγίνετο επί μόνου του αγώνος της

πόλεως εκείνης η κρίσις όλου του εθνικού αγώνος, και θα

κατεστρέφετο και αυτός ο καταστρέψας την Πελοπόννησον

Ιβραήμης. Ηξεύρομεν ότι ο μεγαλότολμος ούτος σατράπης

είπεν επί της μετά την πτώσιν του Μοσολογγίου επανόδου

του εις Νεόκαστρον τω Δεριγνή ελθόντι εις επίσκεψιν του

και ερωτήσαντι αυτόν περί της εκστρατείας του· «βλέπεις

πώς λύεται η χιών εκείνη;» δακτυλοδεικτών χιονοσκεπή τινά

ακρώρειαν, «κατά τον αυτόν τρόπον θα ελυόμεθα και ημείς

όλοι, αν είχεν η φρουρά του Μεσολογγίου τροφάς τρεις έτι

εβδομάδας». Τόσον κακόν έπαθαν οι εχθροί εν τη μάχη της

Κλείσοβας, και τόσον απηλπίσθησαν του να κυριεύσωσιν

άλλως ειμή διά της πείνας την πόλιν.

Ας ίδωμεν τώρα και την τελευταίαν σκηνήν του μεγάλου

τούτου δράματος.

Η συνήθης τροφή προ ημερών έξέλειψε, και ευτυχείς

ελογίζοντο όσοι των εν τη πόλει εύρισκαν κρέατα ακαθάρτων

ζώων. Οι καρκίνοι και αι φυόμεναι εν τη λίμνη αλμύραι

ηγοράζοντο πολλάκις δι' αίματος εξ αιτίας των

περιφερομένων παρά την πόλιν εχθρικών πλοιαρίων. Οι

πολιορκούμενοι, ρακοφορούντες, τετραχηλισμένοι, αυχμηροί

και υπό της πείνας και κακουχίας κατεσκελετευμένοι, ήσαν

δυσδιάγνωστοι και πολλοί φασματώδεις· συχνάκις διά την

ακαθαρσίαν της τροφής ή την παντελή στέρησιν αυτής

έπιπτάν τινες λειποθυμούντες κατά γης· ασθενείς και

τραυματίαι εστερούντο πάσης θεραπείας· πτώματα έκειντο εν

ταις οδοίς, και οι ζώντες ανέπνεαν την αποφοράν των. Αλλά

και τοιαύτα πάσχοντες ανεκαρτέρουν, ελπίζοντες εις την

αντίληψιν του ελληνικού στόλου ανοίξαντος και άλλοτε τον

και ήδη κεκλεισμένον της πόλεως λιμένα. Αλλ', αφ' ού

εβεβαιώθησαν, ότι όλοι οι αγώνες του εματαιώθησαν, και

ότι και ο αφανής διάπλους της λίμνης, καταληφθείς και

αυτός παρά των εχθρών, δεν ηνοίχθη, απηλπίσθησαν, και

αποφασίσαντες να διεξέλθωσι ξιφήρεις έστειλαν δύο

στρατιώτας αλβανοφορούντας και αλβανολαλούντας διά νυκτός

προς τους έξω οπλαρχηγούς, τους διατρίβοντας τότε εν

Πλατάνω των Κραββάρων, ειδοποιούντες αυτούς, ότι εμελέτων

να διεξέλθωσι την νύκτα της 10, και τους εκάλουν εις

αντίληψιν επί της διεξόδου. Πρόθυμοι οι εν Πλατάνω

οπλαρχηγοί εις την αίτησιν των συναδέλφων των

απεκρίθησαν, ότι εις ευόδωσιν του σκοπού αυτών

πεντακόσιοι ήσαν έτοιμοι να πέσωσι την ορισθείσαν νύκτα

εις το στρατόπεδον του Κιουταχή το προς τους Μύλους,

πεντακόσιοι εις το του Ιβραήμη το προς τα Τριλάγκαδα, και

πεντακόσιοι να ευρεθώσι κατά τα Χίλια σπήτια φέροντες

πολλά ζώα εις χρήσιν των ασθενών, των τραυματιών, και των

αδυνάτων· παρήγγειλαν δε να μη εξέλθη η φρουρά ειμή αφ'

ού προσβάλωσιν εκείνοι πρώτοι τα δύο εχθρικά στρατόπεδα.

Λαβούσα η φρουρά την απάντησιν ταύτην προητοιμάζετο εις

την διέξοδον, και κατασκευάσασα τρεις ξυλίνους και

πλατείας γεφύρας ετρύπησε το τείχος και τας έθεσεν επί

της τάφρου έμπροσθεν του καρκινοειδούς προφράγματος και

των προτειχισμάτων του Μπότσαρη και του Μακρή· δεν τας

έβλεπε δε ο εχθρός, διότι τας εκάλυπτεν η πρόταφρος.

Υπερεννεακισχίλιαι ψυχαί ήσαν ταις ημέραις εκείναις εν τη

πόλει, διότι μετά την απομάκρυνσιν του Κιουταχή εθεωρήθη

η πολιορκία ως λελυμένη, και πολλαί καταφυγούσαι,

αρξαμένης της πολιορκίας, εις Κάλαμον οικογένειαι

επανήλθαν εις την πόλιν, και εκ της αιτίας ταύτης

εφθάρησαν ταχύτερον αι εν αυτή τροφαί. Εξ όσων δε

ευρίσκοντο εν τη πόλει, δισχίλιοι πεντακόσιοι ήσαν οι

οπλοφόροι, εν οις και πολλοί πάσχοντες· οι δε λοιποί

εργάται, γυναίκες, παιδία, γέροντες και ασθενείς· όλοι

δε, οπλοφόροι και μη, έχοντες προ οφθαλμών τον θάνατον

εξεπλήρωσαν όσα η θρησκεία προ της τελευτής κελεύει, και

έκαυσαν και πολλά πράγματα εξ όσων δεν εδύναντο να

μεταφέρωσιν.

Εν τούτοις ήλθεν η δεκάτη απριλίου· πάμπολλοι ήσαν οι

κατάκοιτοι· εξ αυτών, οι μεν μη δυνάμενοι να κινηθώσιν

ηναγκάζοντο να περιμείνωσι τον διά σφαγής θάνατον επί

κλίνης, οι δε οπωσούν ευρωστότεροι μετετέθησαν εντός

τινων των δυνατοτέρων οικιών, όπου ήσαν πολεμεφόδια, επί

σκοπώ να πολεμήσωσι μέχρι τελευταίας πνοής και έπειτα να

καώσιν· έμειναν δε παρ' αυτοίς και πολλοί στενοί

συγγενείς των μη υποφέροντες ν' αποχωρισθώσι και

προτιμήσαντες να συναποθάνωσι πολεμούντες· ήσαν δε καί

τινες των εναπομεινάντων οίτινες, θαρρυνόμενοι υπό των

επί της πολιορκίας συνήθων νικών, ήλπιζαν, ότι εξορμώσα

όλη διά μιας η ατρόμητος εκείνη φρουρά θα διεσκόρπιζε

τους πολιορκούντας και θ' απήλλαττε την πόλιν των

επικειμένων δεινών.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ · 第 22 / 27 段