φιλόδοξον, τον πολεμομανή, και τον επί τη ευτυχεί εκβάσει
των κατά την Πελοπόννησον επιχειρημάτων του επαιρόμενον
Ιβραήμην εις το να επιχειρήση εν τη ακμή του χειμώνος
ό,τι δεν εδυνήθη να κατορθώση επί του καλοκαιρίου ο
αξιώτερος αρχιστράτηγος του σουλτάνου, την άλωσιν του
Μεσολογγίου· αφήσας δε φρουράν ικανήν εν Τριπολιτσά και
εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις έβαλεν εις κίνησιν τα
λοιπά στρατεύματα προς τον σκοπόν τούτον, και άλλα μεν
αυτών καθώς και το πυροβολικόν έστειλε διά θαλάσσης υπό
την συνοδίαν του στόλου, άλλα δε συμπαρέλαβεν αυτός διά
ξηράς·
Νοέμβριος και ο μεν στόλος απάρας την 3 και 4 νοεμβρίου εκ
Νεοκάστρου εφάνη την 6 έξωθεν του Μεσολογγίου· αυτός δε
διέβη ανενόχλητος το Κλειδί, και την 8 έφθασεν εις
Αγουλινίτσαν, όπου μαθών ότι κατέφυγαν εις τα εν τη λίμνη
αυτής νησίδια πάμπολλοι κάτοικοι των πλησιοχώρων μερών,
διέταξε την κυρίευσιν αυτών· και πρώτος αυτός έφιππος και
παρακολουθούμενος υπό του ιππικού εισήλασεν εις την
λίμνην εξ ενός μέρους, το δε πεζικόν του εξ άλλου,
βλέποντες δε οι επί των νησιδίων τα γινόμενα, εμβάντες
εις πολλά μονόξυλα, αντέκρουσαν και τους ιππείς και τους
πεζούς γενναίως, και πολλούς αυτών εθανάτωσαν· διήρκεσεν
η μάχη σχεδόν πανήμερος· οι ιππείς υπέφεραν υπέρ τους
λοιπούς, διότι εκόλλησαν οι ίπποι των εις την βορβορώδη
λίμνην και εβιάσθησαν να καταβώσιν· εξετραχηλίσθη και ο
Ιβραήμης και διεσώθη διά της συνδρομής των δορυφόρων του·
127 εχθρικά πτώματα και 80 ίπποι ευρέθησαν μετά την μάχην
εν τη λίμνη· έλειψαν δε και 140 Έλληνες, εξ ών οι μεν
εφονεύθησαν πολεμούντες, οι δε ηχμαλωτίσθησαν, και πολλαί
γυναίκες και παιδία έπεσαν εις την λίμνην αυθόρμητοι και
επνίγησαν εις αποφυγήν ατιμίας και αλλαξοπιστίας. Την δε
υστεραίαν επέρασαν οι εχθροί τον Αλφειόν και έκαυσαν τον
Πύργον. Εξεστράτευσαν συγχρόνως και οι περί τον εν
Πάτραις Ισούφην, έπεσαν αυθημερόν οι μεν εντεύθεν οι δε
εκείθεν εις την πόλιν της Γαστούνης, την ηύραν έρημον,
την έκαυσαν και διεσπάρησαν εις την λοιπήν επαρχίαν
καίοντες, λεηλατούντες, φονεύοντες και αιχμαλωτίζοντες·
ηύραν όμως κάπου αντίστασιν, προ πάντων δε εν Βαρθολομιώ,
όπου επιπεσόντες ολίγοι απεκρούσθησαν υπό των εγχωρίων.
Ούτοι, δράξαντες επί της αποκρούσεως την ευκαιρίαν,
μετεκόμισαν τας γυναίκας και τα τέκνα των εις Χλουμούτσι,
καί τινες μεν αυτών ενδιέμειναν, άλλοι δε, πλήρεις
θάρρους διά την επιτυχίαν των, επέστρεψαν αυθεσπερί εις
προφύλαξιν του χωρίου, αν επανήρχοντο οι εχθροί. Την
επαύριον επανήλθαν οι εχθροί πολυπληθέστεροι,
εναπέκλεισαν τους επανελθόντας και τους επολέμουν.
Μαθόντες οι εν Χλουμουτσίω τα γινόμενα έστειλαν αμέσως
150 εκλεκτούς εις αντίληψιν των κινδυνευόντων· αλλ' ούτοι
φθάσαντες εις τους αμπελώνας του χωρίου εκυκλώθησαν υπό
των εχθρών, και πολεμούντες γενναίως όλοι σχεδόν
απωλέσθησαν, συναπωλέσθησαν και 56 εκ των εντός του
χωρίου δι' όλης της ημέρας πολεμησάντων· έπαθαν και οι
εχθροί βαρείαν ζημίαν.
Προχωρούντες δε οι περί τον Ιβραήμην έφθασαν την 17 παρά
το μεταξύ Ρίου και Αντιρρίου στόμιον του κορινθιακού
κόλπου, όπου και εσκήνωσαν· και ούτος μεν επέρασεν εις
Ναύπακτον προς έντευξιν του καπητάμπασα και του Κιουταχή,
περιμενόντων αυτόν εκεί, και διέταξε τον Χουσεήμπεην να
επανέλθη εις την επαρχίαν της Γαστούνης, να καλέση τους
κατοίκους εις υποταγήν και να κυριεύση διά της πειθούς ή
της βίας τας επί της παραλίας κρατουμένας υπ' αυτών
εισέτι θέσεις. Ο δε εν Πάτραις Ισούφης, ο δι' όλης
τετραετίας ευτυχώς αγωνισθείς, απεχαιρέτησε ταις ημέραις
εκείναις την Πελοπόννησον κληθείς εις την σατραπείαν της
Μαγνησίας· τον διεδέχθη δε ο Δελή Αχμέτπασας.
Μεθ' ημέρας δ' επτά της εμφανίσεως του εχθρικού στόλου
έξωθεν του Μεσολογγίου, εφάνη και ο ελληνικός υπό τον
Μιαούλην πλέοντα επί του Θεμιστοκλέους, διότι το πλοίον
του, συγκρουσθέν μετά τινος άλλου και βλαφθέν, εστάλη εις
Ύδραν προς επισκευήν. Αλλ', εν ώ τα οθωμανικά πολεμικά
πλοία ήσαν 90, εν οίς πολλαί φρεγάται και κορβέτται, τα
ελληνικά ήσαν 2 τρικάταρτα και 25 βρίκια και γολέτται·
ήσαν δε όλα υδραϊκά, και ανεμένοντο ημέρα τη ημέρα και τα
των άλλων νήσων. Αλλ', αν και τόσον δυσανάλογος ο
αριθμός, τα ελληνικά ώρμησαν την 13 επί τα οθωμανικά
πλέοντα υπό το ακρωτήριον του Πάπα και εναυμάχησαν. Κατά
την ναυμαχίαν ταύτην έσπασεν έν των κανονίων του
Θεμιστοκλέους και εσκότωσε και επλήγωσεν 11 ναύτας. Την
δε εφεξής νύκτα εκάθησε προς τας Σκρόφας το πλοίον του
Ζάκα, αλλά διά της αντιλήψεως των λέμβων του στόλου
ανέπλευσε. Επανελήφθη η ναυμαχία και την επαύριον, καθ'
ήν ο Μπούτης ίθυνε το πυρπολικόν του είς τινα κορβέτταν,
αλλά πριν το ανάψη, οι εχθροί κανονοβολούντες του έρριψαν
κάτω τα κατάρτια. Την δε 15 μαθών ο Μιαούλης ότι οι
καταφυγόντες εις Χλουμούτσι επί της διαβάσεως του Ιβραήμη
κατεστενοχωρούντο, έστειλε πλοίον προς μετακόμισιν αυτών
εις Κάλαμον. Έμαθε δε την αυτήν ημέραν ότι η φρουρά του
Μεσολογγίου εστερείτο τροφών· και αγοράσας διά
συνεισφοράς ιδίας και των πλοιάρχων ηγωνίζετο να τας
αποστείλη εις την πόλιν· αλλ' ηγωνίζοντο και οι εχθροί
εις ματαίωσιν του σκοπού του κατέχοντες τους είσπλους της
λίμνης· ώρμησαν δε την 17 επί τους Έλληνας πλέοντας υπό
τας Σκρόφας, εναυμάχησαν υπό καλόν άνεμον, αλλ'
απεμακρύνθησαν άπρακτοι· εναυμάχησαν και την επιούσαν
προς το αυτό μέρος, και μετά την δύσιν του ηλίου
απεμακρύνθησαν επίσης άπρακτοι· εκάη δε κατά λάθος
ανωφελώς την αυτήν νύκτα το πυρπολικόν του Δημαμά. Την δε
20 εισεβιβάσθησαν αι αγορασθείσαι τροφαί εις Μεσολόγγι
επί των λέμβων των διαφόρων πλοίων διά του Πεταλά. Το
πρωί της 21 έπλεαν τα ελληνικά πλοία παρά τα νησίδια του
Δραγαμέστου. Ευρών ο εχθρικός στόλος καλόν άνεμον
επέπλευσε μετά μεσημβρίαν, προπορευομένων των πυρπολικών
του· ήρχισεν η ναυμαχία· η θέσις ήτο στενή και διάφορα
πλοία ελληνικά ηναγκάσθησαν να διαπλεύσωσι τα νησίδια εις
αντιπαράταξιν. Έν δε των εχθρικών πυρπολικών έπλεεν επί
το πλοίον του Λαλεχού· έτρεξαν αι λέμβοι των ελληνικών
πλοίων εις άλωσιν ή φθοράν του πυρπολικού, δε δειλοί και
ανεπιτήδειοι ναύται του ιδόντες τον κίνδυνον, το
εγκατέλειψαν άκαυστον και έφυγαν εμβάντες εις την λέμβον,
αυτό δε έπεσεν είς τι νησίδιον, όπου οι Έλληνες το
έκαυσαν· ο δε εχθρός μετά την αποτυχίαν του πυρπολικού
του απεμακρύνθη. Εν τη ναυμαχία ταύτη εσκοτώθησαν δύο
πλοίαρχοι του εχθρικού στόλου, επληγώθησαν και διάφοροι
Έλληνες ναύται και ο πλοίαρχος Λάζαρος Πινότσης εις τον
μηρόν. Την 23 εισεβιβάσθησαν πάλιν ολίγαι τροφαί εις
Μεσολόγγι διά του Πεταλά. Την δε 25 ηκούσθησαν πολλοί
τουφεκισμοί κατά Γλαρέντσαν. Επλησίασεν ο Μιαούλης, και
μαθών ότι πολλοί των επί της παραλίας κατοίκων της
επαρχίας Γαστούνης, θέλοντες να περάσωσι χάριν ασφαλείας
εις Ζάκυνθον, εκινδύνευαν να αιχμαλωτισθώσιν, έστειλε τας
λέμβους και έσωσε πολλούς αυτών. Εν ώ δε οι ναύται
ητοιμάζοντο ν' αποβώσι προς καταδίωξιν των καταδιωκόντων,
εφάνη ο εχθρικός στόλος· ανεκλήθησαν τότε οι ναύται και
ήρχισε περί την εσπέραν ναυμαχία καθ' ήν είς των
πυρπολητών, ο Θεοδωράκης Βώκου, βαστών την πυρφόρον
εσχάραν εντός του εφολκίου του υπό την πρύμνην του
πυρπολικού του πλησίον εχθρικής φρεγάτας, έπεσεν εις την
θάλασσαν και επνίγη, αποκοπεισών των δύο χειρών του υπό
κανονοβολής· έπεσε δε εις χείρας των εχθρών συγχρόνως και
το πυρπολικόν του, κοπέντος δι' άλλης κανονοβολής του
σχοινίου δι' ου ερρυμουλκείτο, αλλ' οι ναύται όλοι
εσώθησαν. Την νύκτα διεχωρίσθησαν οι στόλοι επελθούσης
τρικυμίας. Όσον δε μικρός και αν ήτον ο αριθμός των
ελληνικών πλοίων, όσον ολίγη και αν ήτον η δύναμίς των, η
ευτολμία των εν αυτοίς κατά την εκστρατείαν ταύτην εφάνη
αξιοθαύμαστος. Όχι μόνον τα πλοία αλλά και αυτά τα
πλοιάρια τόσον κατεφρόνουν τον επί τω πλήθει και τω
μεγέθει των πλοίων του αλαζονευόμενον εχθρόν, ώστε επί
της κατά των 22 ναυμαχίας το παρευρεθέν πλοιάριον του
μοιράρχου Κωνσταντίνου Τρικούπη (α) πλησιάσαν την
εχθρικήν ναυαρχίδα ήρχισε και εκείνο να κανονοβολή την
πρύμνην αυτής. Εν τούτοις, ούτε τροφάς ούτε πολεμεφόδια η
υδραϊκή αύτη μοίρα διά τας επικρατούσας κακοκαιρίας
ελάμβανεν, αν και εν καιρώ εξ Ύδρας εστάλησαν, ουδέ τα
των Σπετσών πλοία διά τον αυτόν λόγον εφαίνοντο, αν και
εξέπλευσαν· ώστε ο Μιαούλης ηναγκάσθη, να επαναπλεύση εις
τα ίδια και ν' αφήση την πόλιν του Μεσολογγίου υπό
στενότατον αποκλεισμόν. Μετ' ολίγας δε ημέρας απέπλευσεν
εις τα ίδια και η εν Πάτραις υπό τον καπητάμπασαν
αλγερινή μοίρα και παρ' ολίγον κατεποντίσθησαν έμπροσθεν
του Πάπα δύο κορβέτται, επελθούσης δεινής τρικυμίας.
Εν τούτοις, ο Χουσεήμπεης βαστών, καθ' ας έλαβε διαταγάς
παρά του Ιβραήμη, διά της μιας χειρός το ξίφος και διά
της άλλης τα αμνηστήρια, περιέτρεχε την επαρχίαν της
Γαστούνης· αλλά τα αμνηστήρια δεν ίσχυαν, και το ξίφος
του εφαίνετο η μόνη ισχύς του. Εκτός των επί της
διαβάσεως του Ιβραήμη καταφυγόντων εις Χλουμούτσι, τινές
κατέλαβαν και την Σκαφιδιάν υπό τον Γεώργην Μίτσου. Οι
εχθροί επολέμησαν την 3 δεκεμβρίου, αλλ' εστράφησαν εις
τα οπίσω βλαφθέντες μάλλον ή βλάψαντες. Άλλοι δέ τινες
εστράτευσαν, οι μεν εις το Φραγκοπήδημα και έτρεψαν τους
εκεί Έλληνας εις φυγήν, οι δε εις το Πυργί, όπου έκαυσαν
έν ζακύνθιον πλοιάριον και εφόνευσαν και τους ναύτας ως
συμπολεμιστάς των Ελλήνων.
Ο δε Ιβραήμης, συλλαλήσας μετά του καπητάμπασα και του
Κιουταχή εν Ναυπάκτω, εισέπλευσε τον κορινθιακόν κόλπον
μέχρι Γαλαξειδίου και Σαλώνων συνοδευόμενος υπό μιας
μοίρας του στόλου, κατέστρεψε 30 πλοιάρια, απέβη εις την
ξηράν, δεν επροχώρησεν εις τα ενδότερα, επανήλθεν εις
Πάτρας την 27 νοεμβρίου και έστειλε το πλείστον του
πεζικού εις Κρυονέρι· τα δε πλείστον του ιππικού
εξεχείμαζεν εν Πάτραις και Γαστούνη, υπό τας διαταγάς του
Δελή Αχμέτη, αφανίσαντος επί του χειμώνος τας επαρχίας
Γαστούνης και Πύργου και πατήσαντος και την Καρύταιναν.
Δεκέμβριος Την δε 12 δεκεμβρίου διεβιβάσθη ο Ιβραήμης εις
Κρυονέρι, όπου έστησε το στρατοπεδαρχείον του· και την
επιούσαν προς το εσπέρας εφάνησαν οι Άραβες κατά πρώτον
έξωθεν του Μεσολογγίου υπό τον ήχον της μουσικής και των
τυμπάνων, προπορευομένου του πυροβολικού, ακολουθούντος
του πεζικού, και ουραγούντος του ιππικού· εσκήνωσαν δε
χωριστά των άλλων, και κατεγίνοντο δύο εβδομάδας εις
οπλασκίας.
Ουδέν άξιον ιστορικού λόγου συνέβη καθ' όλον το μεταξύ
της μεταστρατοπεδείας του Κιουταχή και της αφίξεως των
Αράβων. Κρότοι κανονίων ηκούοντο συχνάκις, και
ακροβολισμός τις εγένετο κατά τον άγιον Αθανάσιον,
εξορμησάντων τινών των εν τη πόλει υπό τον Βέικον· αλλ'
εφωράθη εν τω διαστήματι, τούτω υπεράλλοτε η ωμότης του
θηριώδους Κιουταχή. Συλλαβών ούτος Χριστιανούς τινας
αόπλους κατά το Βενέτικον εσούβλισε την 8 και ανεστήλωσεν
έμπροσθεν των κανονοστασίων του εις το θεαθήναι ένα ιερέα
και δύο γυναίκας, εσούβλισε και ανήλικά τινα παιδία προς
τιμωρίαν των πατέρων.
Την δε 20 αφίχθη ο Ιβραήμης έξωθεν του Μεσολογγίου και
έστησε την σκηνήν του πλησίον της του Κιουταχή, αφήσας
μέρος του στρατού κατά το Κρυονέρι υπό τον γενικόν
φροντιστήν Βιλάλαγαν εις φύλαξιν των τροφών. Δυσηρέστησεν
εις άκρον η έλευσις της νέας ταύτης δυνάμεως τον
Κιουταχήν και δικαίως, διότι όλη η δόξα θ' απεδίδετο εις
τον Ιβραήμην, αν ευδοκίμει η πολιορκία· αυτός δε θα
κατεκρίνετο ως ανάξιος. Τον δυσηρέστει δε και ο προς
αυτόν αγέρωχος εκείνου τρόπος, διότι γαυριών διά τα κατά
την Πελοπόννησον πρόσφατα κατορθώματά του, τω είπεν επί
της πρώτης συνεντεύξεως, ότι ηπόρει πώς διά τόσων
στρατευμάτων, και εν οκταμήνω διαστήματι δεν εδυνήθη να
κυριεύση την φ ρ ά κ τ η ν - ε κ ε ί ν η ν, δεικνύων το
Μεσολόγγι, εν ώ ούτος εκυρίευσε φρούριον οχυρόν, το του
Νεοκάστρου, εν ολίγαις ημέραις. Λογοτριβής δε μεταξύ
αυτών σφοδράς γενομένης, τω επρόβαλεν ο Ιβραήμης να
εκλέξη έν των δύο, ή ν' αναδεχθή την άλωσιν της πόλεως
άνευ της συνδρομής του εντός ενός μηνός, ή να παραιτηθή,
και την ανεδέχετο αυτός εντός 15 ημερών. Εξεμάνη ο
φιλότιμος Κιουταχής επί τη θρασυστομία του αντιζήλου του,
εζήτησε καιρόν να σκεφθή, και συγκαλέσας τους
γνωστοτέρους των οπλαρχηγών του εις συμβούλιον, τοις
εκοινοποίησε βαρυθυμών όσα ήκουσε, και τους εξώρκισε να
μη καταισχυνθώσι και καταισχύνωσι, και αυτόν επιτρέποντες
ν' αφαρπάση άλλος την δόξαν των. «Ο αρχηγός των Αράβων»,
απεκρίθη ο Ταχήρ-Αμπάζης εκ στόματος όλων, «φρονεί ότι
πολεμούμεν ανθρώπους ομοίους εκείνων ους επολέμησεν εν
Πελοποννήσω. Ημείς εδοκιμάσαμεν τους εν Μεσολογγίω,
εγνωρίσαμεν την αξίαν των, και δεν επιθυμούμεν να τους
δοκιμάσωμεν εκ νέου· ας τους δοκιμάση αν αγαπά, η
Υψηλότης του, και τότε θα κρίνει περί αυτών ορθότερον».
Την γνώμην ταύτην ακούσας ο Ιβραήμης, ανεδέχθη προθύμως
αυτός μόνος τον αγώνα, αλλ' απήτησε ν' απομακρυνθώσι και
τα υπό τον Κιουταχήν στρατεύματα και αυτός ο Κιουταχής.
Συγκατετέθη ούτος υπό τον όρον να απαλλαγή πάσης προς τον
σουλτάνον ευθύνης· έστερξεν ο Ιβραήμης, και απέστειλε τας
περί τούτου αναγκαίας αναφοράς εις Κωνσταντινούπολιν.
Μετά δε την αποχώρησιν του Κιουταχή, κατεβίβασεν ο
Ιβραήμης δύο λόχους όπου ήσαν τα κανονοστάσια και έλαβεν
υπό την εξουσίαν του αυθημερόν τα της ανατολικής πλευράς·
αλλ' εδοκίμασεν ευθύς την τόλμην των φρουρούντων την φ ρ
ά κ τ η ν, διότι, εν ώ εξεφόρτοναν οι Άραβες τα σκεύη
των, εξελθόντες της πόλεως τινες ήρπάσαν 8 καμήλους υπό
τους οφθαλμούς και υπό τον τουφεκισμόν αυτών. Την 29
παρέλαβαν οι Άραβες όλα τα άλλα κανονοστάσια.
Προ της ενάρξεως δε των εχθροπραξιών, ήτοι την 1
ιανουαρίου, επρότεινεν ο Ιβραήμης τη φρουρά να στείλη
τινάς προς αυτόν επί συμβιβασμώ λαλούντας και άλλας
γλώσσας παρά την ελληνικήν· υπέσχετο δε ανταποστολήν
οικείων του προς ασφάλειαν των ζητουμένων «Ημείς»,
απήντησεν η φρουρά, «είμεθα αγράμματοι, γλώσσας δεν
εμάθαμεν, εμάθαμεν μόνον να πολεμώμεν». Μετά την
απάντησιν ταύτην ήρχισεν ο πρώτος κανονοβολισμός.
Ο δε καπητάμπασας, ο και τον παρελθόντα ιούλιον προτείνας
συμβιβασμόν τη φρουρά του Μεσολογγίου διά του διοικητού
της αυστριακής φρεγάτας Ήβης, ηθέλησε να επαναλάβη τα
αυτά και μετά τον εμφανισμόν των Αράβων. Επί τω σκοπώ
τούτω ο διοικητής της βρεττανικής κορβέττας, Ρόδου,
έστειλε την 15 προς την φρουράν επιστολήν λέγουσαν, ότι ο
καπητάμπασας τω επρόβαλε να ειδοποιήση τας εν Μεσολογγίω
Αρχάς, ότι όλαι αι προπαρασκευαί εις έφοδον ετελείοναν εν
διαστήματι 8 ημερών· αλλ' ότι επεθύμει εις αποφυγήν
αιματοχυσίας να μάθη αν η φρουρά συγκατετίθετο να
συνθηκολογήση και υπό ποίους όρους· προσειδοποίει δε ο
πλοίαρχος, ότι γνώμην αυτός περί τούτου δεν έδιδεν, ουδ'
εγγυητής της προβαλλομένης συνθήκης εγίνετο. Λαβούσα η
φρουρά την επιστολήν απήντησεν, ότι οι Έλληνες
ακαταλογίστους ζημίας υπέφεραν, αίμα αφειδώς έχυσαν, οι
τόποι των ερημώθησαν, και ουδέν άλλο τους ικανοποιεί παρά
την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν των· είχαν δε κυβέρνησιν,
εις ην και μόνην απέκειτο να διαπραγματευθή ειρήνην ή
πόλεμον, και εις ην υπακούοντες χρέος είχαν να πολεμήσωσι
και αποθάνωσιν.
Εν ώ δε η υδραϊκή μοίρα επανέπλεεν εις τα ίδια, η των
Σπετσών έπλεε προς το Μεσολόγγι, και φθάσασα κατά τας
Σκρόφας περιέπλεε περιμένουσα τας άλλας, ηναγκασμένη εξ
αιτίας της ολίγης δυνάμεώς της ν' αφήση τους διάπλους της
λίμνης του Μεσολογγίου εις την διάκρισιν του εχθρικού
στόλου. Ανυπόμονος ήτον ο Μιαούλης να επανέλθη εις τον
αγώνα· οι ναύται δεν εζήτουν μισθούς, αλλά τοις έλειπαν
τροφαί και πολεμεφόδια· το δε ταμείον ήτο κενόν, και μόνη
ελπίς εφαίνετο η προαιρετική συνεισφορά· η ελπίς αύτη
επληρώθη. Πρώτοι οι βουλευταί, οι νομοτελεσταί και οι
υπουργοί έδωκαν το αξιέπαινον παράδειγμα συνεισφέροντες
γρόσια 144,000. Το παράδειγμα τούτων εμιμήθησαν και οι εν
Σύρα έμποροι συνεισφέροντες και αυτοί 30,000,
συνεισέφεραν και άλλοι πολίται, και τοιουτοτρόπως η
υδραϊκή μοίρα εξ 20 πλοίων εξέπλευσεν υπό τον Μιαούλην
την 19 δεκεμβρίου. Συνεξέπλευσαν και 4 ψαριανά· ηλπίζετο
δε να ευρεθώσι παρά την πολιορκουμένη πόλιν και τα
σπετσιωτικά, αλλά ταύτα είχαν αναχωρήσει.
Τρία μόνον εξ αυτών απαντήσαντα τα υπό τον Μιαούλην
επέστρεψαν προθύμως.
Ιανουάριος Μεγάλη τρικυμία επήλθε την νύκτα της 5 Ιανουαρίου,
πλέοντος του ελληνικού στόλου έξωθεν της Ζακύνθου, και
εβυθίσθη το πυρπολικόν του Πιπίνου, αλλ' όλοι οι εν αυτώ
διεσώθησαν. Εχάρη χαράν μεγάλην η φρουρά του Μεσολογγίου
λαβούσα γράμμα του Μιαούλη λέγον, ότι ο ελληνικός στόλος
έφθασεν εις Σκρόφας, και ότι έφερε τροφάς και πολεμεφόδια
προς χρήσιν αυτής. Έπασχαν δε οι της φρουράς κατ' εκείνας
τας ημέρας τόσην έλλειψιν τροφών, ώστε, αφ' ού έφαγαν όλα
τα εντός της πόλεως ζώα, εμοίραζαν το καθημερινόν ψωμίον
προς 50· και μετά ταύτα προς 30 δράμια τον άνθρωπον. Την
9 ηγκυροβόλησεν ο ελληνικός στόλος εν τω λιμένι του
Μεσολογγίου· αλλ', εν ώ κατεγίνετο εις αποβίβασιν των
τροφών και των πολεμεφοδίων, και τα πλοία εσάλευαν επί
δύο αγκυρών εξ αιτίας της διαρκούσης δεινής τρικυμίας,
εφάνησαν εξερχόμεναι του κόλπου και ιστιοδρομούσαι επί τα
εν τω λιμένι του Μεσολογγίου πλοία υπό ούριον άνεμον 14
φρεγάται και κορβέτται και 2 βρίκια. Ο Μιαούλης,
συλλογισθείς ότι ο εχθρός επροσπάθει ν' απομακρύνη τα
ελληνικά πλοία και εμποδίση την εισαγωγήν των τροφών,
απεφάσισε να ναυμαχήση επ' αγκύρας. Δύο εχθρικαί φρεγάται
επλησίασαν περί την μεσημβρίαν της 10 την μικράν
ελληνικήν ναυαρχίδα μέχρι βολής πιστόλας, επέρριψαν τους
κεραυνούς των, και οι ναύται της φοβηθέντες έκοψαν εν
αγνοία του ναυάρχου τας δύο αγκύρας· κατά το παράδειγμα
τούτο έκοψαν και των άλλων πλοίων τας αγκύρας οι ναύται
αυτών, και ούτως ο ελληνικός στόλος ανήχθη όλος, διέρρηξε
την εχθρικήν γραμμήν υπό τον σφοδρόν αυτής κανονοβολισμόν
και έπλευσε προς τας Σκρόφας φεύγων· διάφορα ελληνικά
πλοία εβλάφθησαν, ενός δε έσπασε και το κατάρτιον. Αφ' ού
δε απεμακρύνθησαν, έμαθεν ο Μιαούλης ότι εκάθησεν εις τα
ρηχά του Προκοπανίστου μία βυζαντινή κορβέττα 26
κανονίων, έπλευσε προς εκείνα τα νερά, και την νύκτα της
15 ο πυρπολητής Πολίτης την έκαυσεν, οι δε εν αυτή 300
Τούρκοι, και 30 ναυτολογηθέντες κατά το σύνηθες διά της
βίας Χριστιανοί, οι μεν εκάησαν οι δε επνίγησαν, τινές δε
εμβάντες εις τας λέμβους των διεπέρασαν ως απηλπισμένοι
ανάμεσον του ελληνικού στόλου, και εξ αυτών ολίγοι
διεσώθησαν. Η θέα εν τοσούτω της πυρκαϊάς και η βροντή
της εκραγής τόσον εφόβησαν τον εχθρόν, ώστε 20 πλοία, υπό
το ακρωτήριον του Πάπα πλέοντα, αντί να δράμωσι κατά των
Ελλήνων, ετράπησαν εις αισχράν φυγήν εντός του κόλπου.
Την δε 16 το πρωί 60 εχθρικά πλοία απέπλευσαν εκ νέου εκ
Πατρών και Κρυονερίου. Ο ελληνικός στόλος, πλέων έξωθεν
του Μεσολογγίου επ' ελπίδι να εύρη ευκαιρίαν εις
εισαγωγήν των τροφών, έδραμεν εις συνάντησίν των, και
μεσουρανούντος του ηλίου ήρχισεν ο κανονοβολισμός· δυο
εχθρικά πυρπολικά επλησίασαν τον ελληνικόν στόλον·
απέδραμαν οι Έλληνες εμβάντες εις τας λέμβους· έντρομοι
οι ναύται του ενός το παρήτησαν εις χείρας των Ελλήνων
σώον και έφυγαν, το δε άλλο ελυτρώθη φεύγον. Το δειλινόν
διεχωρίσθησαν οι στόλοι, και ο μεν τουρκικός επανέπλευσεν
εις τον λιμένα των Πατρών, ο δε ελληνικός εις τον του
Μεσολογγίου, ανείλκυσε τας αγκύρας του και έστειλεν εις
την πόλιν όσα έφερεν εις χρήσιν της φρουράς τρόφιμα και
πολεμεφόδια και επτακισχίλια κοιλά αραβοσίτου, άτινα
παρέλαβεν εν τω νησιδίω του Πεταλά. Τοιουτοτρόπως
προμηθεύθη η φρουρά μόλις διμήνου τροφής. Καθ' ήν δε
ημέραν έτοιμος ήτον ο ελληνικός στόλος να επαναπλεύση,
εις τα ίδια ως αποπερατώσας ευτυχώς το έργον της
αποστολής του, ό εστι την 23, εξέπλευσεν ο εχθρικός.
Ανήχθη και ο ελληνικός και αντιπαρετάχθη. Ολίγον
διήρκεσεν η ναυμαχία, οι στόλοι διεχωρίσθησαν, και ο
ελληνικός επανέπλευσεν εις Ύδραν, ως εσκόπευε, φέρων τους
οπλαρχηγούς Ίσκον, Βέικον, Ζέρβαν, Μήλιον και Κουσουρήν,
αποστελλομένους προς την κυβέρνησιν παρά της φρουράς του
Μεσολογγίου διά τας χρείας αυτής και του τόπου. Πέντε
Έλληνες εφονεύθησαν και δεκατέσσαρες επληγώθησαν εν ταις
επί της ναυτικής ταύτης εκστρατείας μάχαις. Οι τέσσαρες
δε εκ των φονευθέντων και οι εννέα εκ των πληγωθέντων
ήσαν εκ του πληρώματος της κορβέττας Θεμιστοκλέους
παθόντες εκ της εκ δευτέρου εκραγής ενός των κανονίων
της, διαρκούσης της μάχης. Την δε 30 ανεχώρησαν εκ Πατρών
45 εχθρικά πλοία εις Μοθώνην και απεβίβασαν ασθενείς και
πληγωμένους.
Ο δε Ιβραήμης ησχολείτο εις ανέγερσιν πυροβολοστασίων εις
επισκευήν και κατασκευήν πλοιαρίων και εις μετακόμισιν
πολεμεφοδίων· εν ελλείψει δε αμαξών και αμαξιτών οδών, οι
Άραβες μετεκόμιζαν εκ Κρυονερίου επί των χειρών τας
σφαίρας· και επειδή διεπέρων τον Φίδαρην και ώδευαν οδόν
αλλού μεν πετρώδη άλλου δε βαλτώδη, ήτο δε και ο καιρός
βροχερός και η απόστασις 12 μιλίων, οι δυστυχείς
μετακομισταί κοπιώντες και κακοπαθούντες ηρρώστουν καί
τινες απέθνησκαν· εγίνοντο δε και αίτιοι ακουσίως συχνών
πυρκαϊών εν τω στρατοπέδω ανάπτοντες εις θέρμανσιν πολλά
και μεγάλα πυρά.
Φεβρουάριος Εν τούτοις, εργαζόμενοι οι περί τον Ιβραήμην αδιακόπως
ύψωσαν την 6 φεβρουαρίου εντός 400 βημάτων από του
τείχους τρία κανονοστάσια αντικρύ το μεν της δεξιάς
πλευράς, το δε της αριστεράς, το δε έμπροσθεν του μετώπου
του τείχους. Επτά κανονοθυρίδας είχεν έκαστον
κανονοστάσιον· μεταξύ δε αυτών ανηγέρθησαν προμαχώνες.
Τούτων δε τελειωθέντων, κατεσκευάσθη κυκλοειδές οχύρωμα
εκ χωμάτων όπισθεν του κανονοστασίου του επί του μετώπου
600 οργυιάς μακράν του προτειχίσματος του Μπότσαρη εις
επίθεσιν βομβοβόλων· και επειδή διά των νέων τούτων
πυροβολοστασίων και προμαχώνων οι εχθροί ήλθαν πολλά
πλησίον του τείχους, συνέβαιναν συχνοί αλλά μικρού λόγου
ακροβολισμοί. Οι εχθροί κατεσκεύασαν μετά ταύτα και άλλο
κανονοστάσιον προς τα παράλια της Άσπρης Αλικής αντικρύ
του νησιδίου της Σκύλας· κατεσκεύασαν δε τα κανονοστάσια
ταύτα ογκώδη, ώστε να μη τα διαπερώσιν αι μικραί σφαίραι
των Ελλήνων. Αφ' ού δε τα ώπλισαν, ήρχισεν, ανατείλαντος
του ηλίου της 13, βαρύς πυροβολισμός κατά του τείχους και
της πόλεως, και διήρκεσε μέχρι της 15 ακατάπαυστος και
σφοδρότατος ημέραν και νύκτα. 40 κανόνια και βομβοβόλοι
ήσαν εν χρήσει την 14 και 8000 σφαίραι, βόμβαι, και
βομβίδες ερρίφθησαν· 60 λιτρών ήσαν αι σφαίραι και
υπερμεγέθεις αι βόμβαι και αι βομβίδες· προσεβάλλετο δε
συγχρόνως και το επί του νησιδίου της Μαρμαρούς
κανονοστάσιον. Απτόητοι και καρτερικοί οι της φρουράς
απέδειξαν, κανονοβολούντες και τουφεκίζοντες αδιακόπως,
ότι δεν εφοβούντο τους νέους πολιορκητάς, αν και οι
κανονοβολισταί των ήσαν επιδεξιώτεροι των άλλων και
επροξένουν μεγάλην φθοράν, όχι όμως και μεγάλην
αιματοχυσίαν, διότι οι έγκλειστοι έμαθαν εξ ών έπαθαν πώς
να προφυλάττωνται. Την δε 15 εμετρίασαν οι εχθροί τον
πυροβολισμόν και ησχολήθησαν εις ανέγερσιν προμαχώνων
πλησιέστερον του τείχους μεταξύ του προτειχίσματος του
Φραγκλίνου και του μηνοειδούς προφράγματος. Τόσον δε
επλησίασαν, ώστε πρός τινα μέρη έστησάν τινας 20 μόνον
βήματα μακράν του τείχους· αφ' ού δε τοιουτοτρόπως
ητοιμάσθησαν, επεχείρησαν ην εμελέτων έφοδον.
Δευτέραν ώραν μετά το μεσονύκτιον της 16, διαρκούντος
σφοδρού κανονοβολισμού και τουφεκισμού, και ασελήνου
ούσης της νυκτός, οι πλησιέστεροι εχθροί ώρμησαν επί το
προτείχισμα του Μπότσαρη, ρίπτοντες βομβίδας διά χειρός
έσω του τείχους· κατέλαβαν και το ως προφυλακτήριον αυτού
υψωθέν πρόχωμα, και ήρχισαν εκείθεν μανιωδώς να
τουφεκίζωσιν· ήτο δε και το πυρ των πυροβολοστασίων
ακοίμητον. Ήρχισε τότε έσωθεν επίσης σφοδρός
κανονοβολισμός και τουφεκισμός, και υπό το σκότος της
νυκτός και το μέγα και παχύ νέφος του καπνού της
πυρίτιδος δεν διεκρίνετο ειμή λάμψις ασβέστου πυροβολής
και εκρηγνυομένων βομβών και βομβίδων· συνεστώσης δε της
μάχης, οκτώ λόχοι Αράβων ήλθαν εις βοήθειαν των επί του
προχώματος μαχομένων, και ο πόλεμος διήρκεσεν όλην την
νύκτα· ανατείλαντος δε του ηλίου, ήλλαξεν η θέσις των
μαχομένων. Ενθουσιώσα η φρουρά εξήλθε του φρουρίου, έπεσε
ξιφίρης επί τους εχθρικούς προμαχώνας και τους όπισθεν
του προχώματος συσσωρευμένους εχθρούς, εσκέπασε το μέρος
εκείνο εχθρικών πτωμάτων, εζώγρησέ τινας, επήρε σημαίας,
άπειρα οχυρωτικά εργαλεία, πάμπολλα όπλα και άλλα είδη,
απεμάκρυνεν όλους τους εχθρούς, εκυρίευσε το πρόχωμα και
επέστρεψε τροπαιούχος και λαφυροφόρος. Ο δε Ιβραήμης,
ιδών τα γινόμενα, άφησε την προς τας υπωρείας σκηνήν του
και κατέβη εις το πεδίον της μάχης θαρρύνων τα
δειλιάσαντα στρατεύματά του να εφορμήσωσι και εκ
δευτέρου· εφώρμησαν και κατέλαβαν το πρόχωμα· αλλ' οι
Έλληνες άναψαν μικράν υπόνομον προπαρασκευασμένην, και
έφθειραν πολλούς, οι δε διασωθέντες επτοήθησαν και
ετράπησαν. Αλλ' η φρουρά του σατράπου, όχι μόνον τους
φεύγοντας ηνάγκασε διά της μάστιγος να επιστρέψωσιν αλλά
και άλλους άλλοθεν εις το πεδίον της μάχης έφερε.
Τοιουτοτρόπως επεσωρεύθησαν και εκ τρίτου οι εχθροί επί
το πρόχωμα· αλλά, δύσαντος του ηλίου, εξώρμησαν πάλιν οι
Έλληνες και έπεσαν εις τον σωρόν θύοντες, διασκορπίζοντες
και καταδιώκοντες τους εχθρούς μέχρι των χαρακωμάτων
αυτών· και άλλοι μεν υπό το σκότος της νυκτός συνήλθαν
επί της δευτέρας παραλλήλου τουφεκίζοντες, άλλοι δε
ανέτρεπαν τα πλησιέστερα του φρουρίου έργα των εχθρών
συνάξαντες δε πάλιν πολλά λογχοφόρα όπλα και πολεμεφόδια
και άλλα πολυειδή λάφυρα επανήλθαν εις την πόλιν.
Έντρομος ο εχθρός δι' όσα έπαθεν, έπαυσε κανονοβολών, εν
ώ απ' εναντίας τα ελληνικά πυροβολοστάσια εκανονοβόλουν
παννύχια. Οι Άραβες, ως δούλοι και ως τακτικοί, έδειξαν
άκραν υπακοήν εις τους αρχηγούς των, αλλά πολεμούντες
εφάνησαν ανανδρότατοι· πολλάκις πτοούμενοι εκ μόνων των
κραυγών των Ελλήνων επιπιπτόντων παρέδιδαν τα λογχοφόρα
όπλα των φωνάζοντες Α μ ά ν - κ α π η τ ά ν. Άδηλος αλλά
πολύς ο αριθμός των παθόντων εχθρών. Εκ δε των Ελλήνων 17
εφονεύθησαν και 11 επληγώθησαν, εν οίς και ο οπλαρχηγός
Σουλτάνης.
Τελειωθείσης δε της μάχης, ο Κιουταχής, όστις μακρόθεν
ιστάμενος εθεώρει εν αγαλλιάσει τα γενόμενα, επεσκέφθη
τον Ιβραήμην· «φρονείς», τω είπε, «και σήμερον ό,τι χθες
εφρόνεις περί της φράκτης;» «Σήμερον έμαθα», απεκρίθη ο
Ιβραήμης, «ότι όσα είπες ήσαν αληθή, και εύχομαι να
δυνηθώμεν ηνωμένοι να κατορθώσωμεν ό,τι ούτε συ χωρίς
εμού, ούτ' εγώ χωρίς σου δυνάμεθα». «Έτοιμος είμαι να
συμπράξω», επανέλαβεν ο Κιουταχής, «αν γράψης εις
Κωνσταντινούπολιν ότι ανάγκην έχεις της συμπράξεώς μου».
Υπήκουσε προθύμως ο Ιβραήμης, και έκτοτε τα δύο
στρατόπεδα συνέπραξαν εις άλωσιν της πόλεως. Συνέτρεξαν
δε εις την συνδιαλλαγήν και δύο επίσημοι άνδρες,
σταλέντες επί τούτω εκ Κωνσταντινουπόλεως, γνωσθείσης της
διαφωνίας.