(Εισέρχεται ο ΤΙΥΒΑΛΤΗΣ μετ' άλλων).

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Ελάτε, φίλοι μου, κοντά, και θα πιασθώ μαζή των.

— Καλή εσπέρα. Μ' ένα σας, παρακαλώ, δυο λόγια.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Και μόνον δύο λόγια μ' ένα μας; Ζευγάρωσέ τα με

τίποτε άλλο· δεν προτιμάς λόγια με σπαθιαίς;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Θα μ' εύρης και εις αυτό πρόθυμον, φθάνει να μου

δώσης αφορμήν.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Και δεν ημπορείς να την πάρης μόνος σου την αφορ-

μήν; Να σου την δώσουν πρέπει;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Μερκούτιε, συχνολαλείς με τον Ρωμαίον!

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Συχνολαλώ! Παιγνιδιάτορα μ' έκαμες εμένα, να λα-

λώ; Αν με κάμης παιγνιδιάτορα, κύτταξε καλά να μη

σου ταις παίξω! Το βλέπεις το βιολί μου; Να μη σε

κάμω μ' αυτό να χορεύσης, εσύ! Ακούς εκεί, συχνο-

λαλώ!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

'Σ τον δρόμον ευρισκόμεθα· εδώ περνά ο κόσμος·

ή τραβηχθήτε πούποτε παράμερα, ή 'πήτε

αγάλια, όσα έχετε να 'πήτε μεταξύ σας,

ή ησυχάσετε. Εδώ ο κόσμος όλος βλέπει.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Τα μάτια τάχει ο καθείς να βλέπη, και ας βλέπη!

Δεν το κουνώ από εδώ εγώ διά κανένα.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Καλά! Μαζή σου ο Θεός! Ο άνθρωπός μου να τος.

(Εισέρχεται ο Ρωμαίος).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Αν άνθρωπός σου ήν' αυτός, να κόπτης τον λαιμόν μου.

Σύρε αν θέλης το σπαθί και θα σ' ακολουθήση·

μόνον και μόνον εις αυτό θα ήναι άνθρωπός σου.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Ρωμαίε, την αγάπην μου θα σου την αποδείξω

μ' αυτάς τας δύο λέξεις μου: Ένας αχρείος είσαι!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τυβάλτη, έχω αφορμήν να σ' αγαπώ εσένα,

και δεν σε συνερίζομαι δι’ όσον πάθος δείχνεις

μ' αυτόν σου τον χαιρετισμόν. Δεν είμ' εγώ αχρείος.

Ώρα καλή σου το λοιπόν. Ακόμη δεν με 'ξεύρεις.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Εκείνο που μου έκαμες, δεν μου το διορθόνεις

μ' αυτά τα λόγια. Γύρισε, και σύρε το σπαθί σου.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Να σε πειράξω τίποτε δεν έκαμα ποτέ μου,

και σ' αγαπώ πλειότερον απ' ότι συ νομίζεις.

Θα έλθη ώρα και καιρός τον λόγον να τον μάθης.

Λοιπόν, ω Καπουλέτε μου, ησύχασε, διότι

το όνομά σου τ' αγαπώ ωσάν το ιδικόν μου.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Τι ταπεινή υποταγή! Τι εντροπή! Χαράς το!

Αυτός που παίζει ταις σπαθιαίς θα κάμνη ό,τι θέλει!

Εδώ, Τυβάλτη· κόπιασε· εδώ ποντικοπιάστη!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Τι θέλεις απ' εμένα, συ;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Αγριόγατε, θέλω μίαν από ταις επτά σου ζωαίς!

Μου χρειάζεται τώρα η μία, και κατά το φέρσιμόν σου

σου κοπανίζω κατόπιν και ταις επίλοιπαις. Τράβα το

σπαθί σου από τ' αυτί, και δείξέ μου το, ειδεμή σου κό-

πτω εγώ τ' αυτιά με το σπαθί μου!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ, σύρων το ξίφος.

Εδώ είμαι εγώ, να σου δείξω εσένα.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Μερκούτιέ μου, κρύψε το σπαθί σου.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Έλα, Κύριε· να ιδώ την τέχνην σου.

(Μάχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ξεσπάθωσε, Μπεμβόλιε, και κτύπα τα σπαθιά των

είν' εντροπή σας, άρχοντες· είν' εντροπή· σταθήτε·

Τυβάλτη! ω Μερκούτιε! Επρόσταξεν ο Πρίγκηψ

να παύσουν τα μαλώματα 'ς τους δρόμους της Βερώνας·

Τυβάλτη, κάτω το σπαθί! Μερκούτιε καλέ μου!

(Ενώ ο ΡΩΜΑΙΟΣ προτείνει το ξίφος μεταξύ αυτών όπως τους

χωρίση, ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ πληγόνει τον ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΝ υπό τον βραχίονα

του ΡΩΜΑΙΟΥ και απέρχεται μετά των φίλων αυτού).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Μ' επλήγωσε! ς' τ' ανάθεμα τα δύο σπιτικά σας!

Από την μέσην μ' έβγαλε μιαν και καλήν! — Κ' εκείνος,

απλήγωτος το έστρηψε.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Τι; πληγωμένος είσαι;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Δεν είναι παρά ξέγδαρμα· ναι, ξέγδαρμα· πλην φθάνει!

Πού είν' ο δούλος μου; Μωρέ, τρέχα ιατρόν να φέρης.

(Εξέρχεται ο υπηρέτης).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Θάρρος, ω φίλε· ελαφρά θα ήναι η πληγή σου.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Ναι· δεν είναι βαθειά 'σαν πηγάδι, ούτε πλατειά 'σαν

εκκλησίας πύλη, αλλά είναι αρκετή, και θα κάμη την

δουλειάν της. Αν με γυρεύης αύριον, θα μ' εύρης πα-

ραχωμένον. Μ' εδιόρθωσε περίφημα, σου λέγω· 'ς τ' α-

ανάθεμα και τα δύο τα σπιτικά σας! Να πάρη η ζάλη!

Ένας σκύλος, ένας παληόγατος, ένας ποντικός να με

σκοτώση εμένα με μίαν τσουγγρανιάν! Ένας καυχη-

σιάρης, ένας αχρείος, ένα κνώδαλον, που παίζει το

σπαθί του με την αριθμητικήν! — Τι ήθελες να χωθής

μεταξύ μας; Μου έδωκε την σπαθιάν κάτω από το χέ-

ρι σου.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Διά καλόν το έκαμα.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Ωχ! εις κανένα σπίτι

βοήθησέ με να χωθώ, πριν να λιγοθυμήσω,

Μπεμβόλιε· — ’ς τ' ανάθεμα τα δύο σπιτικά σας!

Μ' επρόκοψε περίφημα!...τα δύο σπιτικά σας... (37)

(Εξέρχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αυτός ο νέος ο καλός, ο ακριβός μου φίλος,

ο συγγενής του πρίγκηπος, πληγήν θανατηφόρον

επήρεν εξ αιτίας μου· και την υπόληψίν μου

μου την κατεκηλίδωσεν η γλώσσα του Τυβάλτη·

κ' εξάδελφόν μου σήμερον τον έχω τον Τυβάλτην!

Ω Ιουλιέτα μου γλυκειά, ιδέ, η ευμορφιά σου

καρδιάν μου βάζει γυναικός 'ς τα στήθη μου, και κάμνει

την κόψιν του την ανδρικήν να χάση το σπαθί μου.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, επανερχόμενος.

Ρωμαίε! Ο Μερκούτιος απέθανε, Ρωμαίε!

Την γην την εβαρέθηκε πριν έλθη ο καιρός του,

και η γενναία του ψυχή ανέβηκε 'ς τα νέφη.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Είναι αρχή της συμφοράς η μαύρη τούτη 'μέρα·

εδώ αρχίζει ο καϋμός κι’ αλλού θα τελειώση.

(Εισέρχεται εκ νέου ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Να! λυσιασμένος έρχεται και πάλιν ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Α! ο Μερκούτιος νεκρός, και τούτος θριαμβεύει!

Φύγ' απ' εδώ Υπομονή, και γείνου οδηγός μου

εσύ Μανία φοβερά, πώχεις φωτιάν 'ς τα μάτια!

Τυβάλτη, 'πίσω πάρε τον τον λόγον που μου είπες

και ο αχρείος είσαι συ! Επάνω μας πλανάται

του Μερκουτίου η ψυχή, και συντροφιάν προσμένει

την ιδικήν σου την ψυχήν εκεί να του την στείλω.

Κατόπιν του ο ένας μας θα 'πάγη, ή κ' οι δυο μας!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Εσύ παληόπαιδον, εσύ θα τον ακολουθήσης,

εσύ, που είχε συντροφιάν εκείνος κ' εδώ κάτω!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Το ποιος θα 'πάγη, το σπαθί θα το αποφασίση.

(Μάχονται· φονεύεται ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ρωμαίε, φύγε· πήγαινε! Νεκρός είν' ο Τυβάλτης,

κι ο κόσμος εσηκώθηκε. Τι στέκεσαι και βλέπεις;

Ο πρίγκηψ σ' εθανάτωσε αν σε συλλάβη... Φύγε!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ω! Είμαι τ' αναγέλασμα της Μοίρας!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Τι προσμένεις;

(Απέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

(Εισέρχονται πολίται κ.τ.λ.).

ΕΙΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Τον είδες; πού εξέφυγε; πού είν' ο δολοφόνος

του Μερκουτίου; λέγε μας, πού είναι ο Τυβάλτης;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Να ο Τυβάλτης, καταγής.

Ο ΠΟΛΙΤΗΣ

Τυβάλτη, σε προστάζω

εις τ' όνομα του πρίγκηπος να με ακολουθήσης.

(Εισέρχεται ο πρίγκηψ μετά της συνοδείας του, ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ, ο

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά των συζύγων αυτών, και έτεροι).

ΠΡΙΓΚΗΨ

Πού είναι οι πρωταίτιοι αυτής της παραζάλης;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ω άρχον, ευγενέστατε, να σου τον φανερώσω

όλης αυτής της ταραχής τον αίτιον τον πρώτον..

αυτός, που τον εσκότωσεν ο νέος ο Ρωμαίος,

αυτός που τον Μερκούτιον εσκότωσε, — ιδέ τον.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Τυβάλτη μου! ανεψιέ! παιδί του αδελφού μου!

Ω άρχον! ω εξάδελφε! ω άνδρα μου! Το αίμα

του συγγενούς μας έχυσαν! Δικαιοσύνη, πρίγκηψ!

Ξεπλήρωσε το αίμα του με του Μοντέκη αίμα.

Ανεψιέ, ανεψιέ!

ΠΡΙΓΚΗΨ

Μπεμβόλιε, ποιος ήτον

η αφορμή; ποιος ήρχισεν ο πρώτος;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ο Τυβάλτης!

Αυτός, που τον εφόνευσε το ξίφος του Ρωμαίου.

Φρόνιμα λόγια και σωστά του είπεν ο Ρωμαίος·

του είπεν ότι αφορμήν δεν είχε να μαλώση·

τον υψηλόν σου ορισμόν να 'θυμηθή του είπε·

και του τα έλεγεν αυτά με γλύκαν 'ς την φωνήν του,

με 'μάτι ημερώτατον, μ' ευγένειαν 'ς τους τρόπους.

Αλλ' όμως ο αράθυμος Τυβάλτης δεν ακούει,

κι αντί τα λόγια του αυτά να τον καθησυχάσουν,

'ς του Μερκουτίου χύνεται το στήθος το γενναίον

με το σπαθί του το γυμνόν. Κ' εκείνος αναμμένος

το σίδερον 'ς το σίδερον αμέσως αντικρύζει,

και μ' ένα χέρι πολεμά τον θάνατον να διώξη,

κ' εις τον Τυβάλτην προσπαθεί με τ' άλλο να τον δώση

κι αυτός πασχίζει τεχνικά να του τον στείλη 'πίσω.

Και ο Ρωμαίος δυνατά φωνάζει: «χωρισθήτε,

σταθήτε, φίλοι»· και γοργά το χέρι του σηκόνει,

απ' ό,τι τους τα έλεγε γοργώτερος ακόμη,

και χύνεται 'ς την μέσην των και τους κτυπά με βίαν

τα κοπτερά των τα σπαθιά, να τους τα χαμηλώση.

Πλην κάτω απ' το χέρι του προκάμνει ο Τυβάλτης

και τον καλόν Μερκούτιον θανάσιμα πληγόνει

με μιαν επίβουλην σπαθιάν, κ' ευθύς τρεχάτος φεύγει.

Αλλ' εις ολίγον έρχεται οπίσω 'ς τον Ρωμαίον,

που τον επήρεν ο θυμός κ' εκδίκησιν γυρεύει,

και πιάνονται και πολεμούν 'σαν αστραπή κ' οι δύο.

Πριν σύρω έξω το σπαθί κ' εγώ να τους χωρίσω,

θανατωμένος έπεσε 'ς το χώμα ο Τυβάλτης,

κ' εκεί αμέσως στρέφεται και φεύγει ο Ρωμαίος.

Εάν σου είπα ψεύματα, να χάνω την ζωήν μου.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Ω πρίγκηψ, είναι συγγενής και τούτος του Μοντέκη

κλίνει εκεί που αγαπά κι’ αλήθειαν δεν σου λέγει.

Ήσαν καμμιά εικοσαριά που τον επολεμούσαν,

κ' οι είκοσι κατώρθωσαν τον ένα να σκοτώσουν.

Δικαιοσύνην σου ζητώ, ω πρίγκηψ! πλήρωσέ μου

με του Ρωμαίου την ζωήν τον φόνον του Τυβάλτη!

ΠΡΙΓΚΗΨ

Αυτόν εδώ που κείτεται τον 'σκότωσ' ο Ρωμαίος,

και τούτος τον Μερκούτιον — κ' εμένα ποίος τώρα

θα μου πληρώση την τιμήν του αίματος που κλαίω;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Όχι εκείνος, ο πιστός του Μερκουτίου φίλος.

Αν ο Ρωμαίος την ζωήν επήρε του Τυβάλτη

και έπταισε, το πταίσμα του επρόλαβε τον νόμον.

ΠΡΙΓΚΗΨ

Τον εξορίζω απ' εδώ διά το πταίσμα τούτο.

Ιδού· επλήρωσα κ' εγώ της έχθρας σας τον φόρον,

και χύνεται το αίμα μου με τα μαλώματά σας.

Αλλά ποινή τόσον βαρειά επάνω σας θα πέση,

που όλοι σας θα κλαίετε και θα μετανοήτε!

'Σ τα δικαιολογήματα και εις τα παρακάλια

είμαι κωφός· δεν ωφελούν τα δάκρυα κ' οι θρήνοι·

δεν διορθόνεται μ' αυτά το πράγμα, και ας λείψουν.

Θέλω να φύγη απ' εδώ αμέσως ο Ρωμαίος·

ειδέ, αν μείνη κ' ευρεθή, θα ήν' υστερινή του (38)

η ώρα οπού ευρεθή! — Το πτώμα του Τυβάλτη

σηκώσατέ το απ' εδώ, κι’ ας γείνη όπως λέγω.

Όποιος φονέα συγχωρεί, τον φόνον προστατεύει!

(Απέρχονται πάντες).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.

Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Πίσω 'ς του Φοίβου την σκηνήν γυρίσετε τρεχάτα,

ω άλογά του σεις γοργά, φλογοκαλιγωμένα!

Ω! τώρα ήτον ο καιρός να έλθη ο Φαέθων

να σας κεντρόνη τα πλευρά, να τρέξετε 'ς την Δύσιν

την Νύκτα να μου φέρετε την παχνοσκεπασμένην!

Έλα ν' απλώσης τα πυκνά παραπετάσματά σου,

ω Νύκτα, και σκοτείνιασε, που τ' αγκαλιάσματά μας

να μη 'μπορή να τα ιδή ο Έρως ο δραπέτης(39),

κι ο άνδρας μου να πεταχθή κρυφά 'ς την αγκαλιάν μου,

χωρίς κανείς να τον ιδή, κανείς να τον ακούση.

Δεν θέλουν φως οι ερασταί τα κάλλη των τους φέγγουν!

Είναι τυφλός, και προτιμά τα σκοτεινά ο Έρως.

Έλα, ω νύκτα ήσυχη και ταπεινή, ω! έλα

με την σεμνήν σου φορεσιάν, 'ς τα μαύρα βουτημένη,

και μάθε μου να νικηθώ, εις τρόπον να νικήσω,

'ς την πάλην την ερωτικήν δυο καρδιών παρθένων.

Το αίμα που τα μάγουλα μ' ανάπτει, κάλυψέ το

ως που να γείνη θαρρετή η 'ντροπαλή καρδιά μου,

και μόνον την αγνότητα σεμνού κι’ αθώου πόθου

να βλέπη 'ς τα αγκαλιάσματα συζυγικής αγάπης.

Ω! έλα Νύκτα, σίμωσε! Έλα, Ρωμαίε, έλα,

εσύ, ημέρα της Νυκτός! διότι θα μου έλθης

εις ταις πτερούγαις της νυκτός, λευκότερος ακόμη

και από χιόνι, 'ς τα πτερά του κόρακος στρωμένον.

Έλα, γλυκειά, ερωτική και μαυροφρείδα Νύκτα,

ω! έλα, έλα νύκτα μου και δος μου τον Ρωμαίον!

Κι αν αποθάνη, κόψε τον να κάμης αστεράκια·

και τότ' η όψις τ' ουρανού θα ευμορφαίνη τόσον,

που με την Νύκτα όλ' η γη θα ήν' ερωτευμένη,

και πλέον δεν θα προσκυνή την λάμψιν του ηλίου.

Ένα παλάτι μ' έλαχε του Έρωτος, κι’ ακόμη

εγώ δεν το εχάρηκα· 'πουλήθηκα, πλην είμαι

ανέγγικτη. Ω! βαρετή που είναι η ημέρα!

Έτσι εορτής παραμονήν βαρύνεται την νύκτα

το ανυπόμονον παιδί, που όταν 'ξημερώση

να πρωτοβάλη φόρεμα καινούριον περιμένει. —

Α! να η παραμάνα μου! ειδήσεις του μου φέρνει.

Μου φαίνονται ουράνια τα όσα κι’ αν μου λέγη

η γλώσσα, οπού τ' όνομα προφέρει του Ρωμαίου!

(Εισέρχεται η παραμάνα κρατούσα σχοινία).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Τι νέα, παραμάνα μου; Τι έφερες; την σκάλαν

που ο Ρωμαίος έστειλε;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ναι! μάλιστα· την σκάλαν.

(Την ρίπτει κατά γης).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αλλοίμονον! Τι έπαθες; και τι κτυπάς τα χέρια;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Απέθανε! απέθανε! Ώρα κακή που ήλθε!

Ώρα κακή! 'χαθήκαμεν, 'χαθήκαμεν σου λέγω.

Ω πίκρα! εσκοτώθηκε! αποθαμμένος είναι.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Μ' εφθόνησεν ο Ουρανός;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Σ' εφθόνησ' ο Ρωμαίος.

Ποιος να το έλεγε ποτέ, Ρωμαίε — ω Ρωμαίε!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ποια είσαι συ; τι δαίμονας, και τι με βασανίζεις;

Δεν έχει τέτοια βάσανα η κόλασις η μαύρη!

Ειπέ μου, εσκοτώθηκε μονάχος ο Ρωμαίος; (40)

Νεκρός αν ήναι, 'πέ μου ναι· — αν όχι, 'πέ μου όχι.

Μια λέξις μόνη ας μου 'πή να ζω, ή ν' αποθάνω.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Την είδα με τα 'μάτια μου, την είδα την πληγήν του!

μα τον σταυρόν! 'ς το στήθος του την είδα το γενναίον!

Τον είδα μέσ' τα αίματα, κατάχλωμον 'σαν στάκτην,

ελεεινόν, ελεεινόν κ' αιματοκυλισμένον!

Τον είδα, κ' έμεινα ξερή και απολιθωμένη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Σχίσου καρδιά μου, ράγισε! Καρδιά καμμένη σχίσου.

Κλεισθήτε μάτια μου! το φώς ποτέ μη ξαναϊδήτε!

Ω χώμα, γύρισε ‘ς την γην. Σταμάτησε πνοή μου.

Κ' εμέ και τον Ρωμαίον μου μια πλάκα να σκεπάση!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Τυβάλτη μου, Τυβάλτη μου! Καλλίτερε μου φίλε,

ευγενικέ Τυβάλτη μου, ω νέε τιμημένε,

να ζήσω μ' έμελε νεκρόν να σε μοιρολογήσω!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Τι συμφορά είναι αυτή και τι ανεμοζάλη;

'Σκοτώθηκ' ο Ρωμαίος μου, κι’ απέθαν' ο Τυβάλτης;

Κι ο ακριβός εξάδελφος, κι’ ο ποθητός μου άνδρας;

Ας αντηχήση το λοιπόν Δευτέρα Παρουσία!

Εάν απέθαναν κ' οι δυο, τότε ζωή πού μένει;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Νεκρός είν' ο Τυβάλτης μας, νεκρός· και ο Ρωμαίος,

που του επήρε την ζωήν, εξωρισμένος είναι.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Τι; ο Ρωμαίος έχυσε το αίμα του Τυβάλτη;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Εκείνος τον εσκότωσε, αλλοίμονον! εκείνος.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Καρδιά φιδιού που μ' έκρυπταν τα άνθη της μορφής σου!

Τέτοια χιλιόκαλλη σπηλειά να κρύπτη τέτοιον δράκον!

Ω δαίμον' αγγελόμορφε, ω τύραννε ωραίε,

ω κόρακα, που με πτερά περιστεριού πετούσες·

αρνί με λύκου λύσσιασμα, ουσία σιχαμένη

με παρουσίαν θεϊκήν εις όλα εναντίος

απ' ό,τι μου εφαίνεσο κι’ απ' ό,τι εθαρρούσα!

Ω κολασμένε άγιε, κι’ αχρείε τιμημένε!

Ω φύσις, απ' την κόλασιν τι ήθελες να πάρης

ενός διαβόλου την ψυχήν, να την μεταφυτεύσης

εις τέτοιον γλυκοαίματον χαριτωμένον κήπον;

Πώς έτσι να χρυσοδεθή τέτοιον αισχρόν βιβλίον;

Πώς η ψευτιά να κατοική τόσον λαμπρόν παλάτι;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

'Σ τους άνδρας πού εχάθηκε τιμή και πιστοσύνη;

Είν' όλοι των επίορκοι και ψεύται και προδόται. —

Πού είν' ο Πέτρος; ήθελα 'λίγον ρακί. — Η λύπη

και ο καϋμός μ' εγήρασαν· 'ντροπή εις τον Ρωμαίον!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Άφτραις να βγάλ' η γλώσσα σου διά τον λόγον τούτον!

Δεν εγεννήθηκε αυτός να ήν' εντροπιασμένος!

Η εντροπή εντρέπεται να ιδή το μέτωπόν του.

'Σ το μέτωπόν του η Τιμή στεφανοθρονιασμένη

'σάν βασιλεύς όλης της γης 'ς την δόξαν μέσα λάμπει!

Τι τέρας, νάχω την καρδιάν να τον κακολογήσω!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Καλόν να λέγης ημπορείς διά τον δολοφόνον

του εξαδέλφου σου;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Κακόν πώς ημπορώ να λέγω

διά τον άνδρα μου, εγώ; Κακόμοιρέ μου άνδρα,

ποιος τ' όνομά σου το καλόν θα 'πή, αφού μονάχη,

τριών ωρών γυναίκα σου, εγώ σου το ξεσχίζω;

Πλην τον Τυβάλτην διατί, κακέ, να τον σκοτώσης;

Διότι θα εσκότονε τον άνδρα μου εκείνος·

Ανόητά μου δάκρυα, γυρίσετε οπίσω.

Της λύπης φόρος έπρεπε να ήν' οι σταλαγμοί σας,

και κατά λάθος προσφοράν εις την χαράν τους χύνω·

διότι ζη ο άνδρας μου, που ήθελ' ο Τυβάλτης

να τον σκοτώση· και νεκρός είν' ο εξάδελφος μου

που τον Ρωμαίον ήθελε να μου τον θανατώση.

Παρηγοριά είν' αυτό· λοιπόν εγώ τι κλαίω;

Ω! μία λέξις μ' έσφαξε, χειρότερη ακόμη

κι απ' του Τυβάλτη την σφαγήν. Να την ξεχάσω θέλω,

αλλά την μνήμην μου βαρειά μου την καταπλακόνει,

καθώς τον νουν αμαρτωλού βαραίνει αμαρτία.

Είν' ο Τυβάλτης έκραξε, νεκρός, και ο Ρωμαίος

εξωρισμένος! Η φωνή αυτή, εξωρισμένος,

μου ήλθε 'σαν να έσφαξαν Τυβάλτιδες χιλίους.

Μου έφθανε τον θάνατον να κλαύσω του Τυβάλτη,

ή εάν πρέπη συντροφιάν η συμφορά να έχη,

κ' η πίκρα συνοδείαν της να έχη κι’ άλλην πίκραν,

πώς, όταν έλεγεν αυτή, νεκρός είν' ο Τυβάλτης,

δεν είπε: κι’ ο πατέρας σου κατόπιν, ή δεν είπε:

κ' η μάνα σου, ή και οι δυο. Αυτό καϋμός θα ήτο,

αλλά καϋμός υποφερτός. Αλλά εις του Τυβάλτη

τον θάνατον, να έρχεται κατόπιν, κι’ ο Ρωμαίος

εξωρισμένος! Με αυτό και μάνα, και πατέρας,

και ο Τυβάλτης, και εγώ, και ο Ρωμαίος κι’ όλοι,

όλοι μου φαίνονται νεκροί, και όλοι σκοτωμένοι!

Εξωρισμένος! Θάνατος η λέξις είναι τούτη!

ω! Θάνατος αμέτρητος κι’ οπού δεν έχει άκρην!

λόγια δεν έχει τον καϋμόν αυτόν να τον εκφράζουν....

— Πού είναι ο πατέρας μου; η μάνα μου πού είναι;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Εις του Τυβάλτη τον νεκρόν μοιρολογούν και κλαίουν.

Θέλεις και συ να τον ιδής; Εγώ να σ' οδηγήσω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ας πλύνουν με τα δάκρυα εκείνοι ταις πληγαίς του.

Εγώ θ' αρχίσω να θρηνώ όταν εκείνοι παύσουν.

Θα κλαίω του Ρωμαίου μου εγώ την εξορίαν. —

Πάρε τα τούτα τα σχοινιά. Πτωχά σχοινιά, κ' οι δυο μας

είμεθα τώρα περιττοί. Εξωρισμένος είναι

εκείνος που σας ήθελε 'ς την κλίνην μου γεφύρι.

Αλλά, παρθένος έμεινα εγώ, και θ' αποθάνω

παρθένος χήρα... Ω σχοινιά, ελάτε! — Παραμάνα,

έλα και συ· 'ς την κλίνην μου την νυμφικήν πηγαίνω,

να εύρω Χάρου αγκαλιάν αντί Ρωμαίου χάδια.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

'Σ τον θάλαμόν σου πήγαινε. Να σε παρηγορήση

θα φέρω τον Ρωμαίον σου· 'ξεύρω εγώ πού είναι.

Ακούεις; τον Ρωμαίον σου απόψε θα τον έχης.

Είναι κρυμμένος 'ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ω! εύρς μου τον! Δόσε του αυτό το δακτυλίδι·

'πέ του να έλθη να με ιδή, να μ' αποχαιρετήση.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.

Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου.

(εισέρχεται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ και ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Έλα, Ρωμαίε. Άνθρωπε της δυστυχίας, έλα.

Η λύπη ερωτεύθηκε, κακότυχε, μαζή σου,

και έγεινεν η συμφορά γυναίκα σου.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ω πάτερ,

τι έμαθες; του πρίγκηπος το θέλημα τι είναι;

Ποια πίκρα πάλιν άγνωστη με θέλει σύντροφόν της

που δεν την εδοκίμασα ως τώρα;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ω παιδί μου,

αληθινά συντρόφισσα σου έγεινεν η πίκρα.

Σου φέρνω την απόφασιν του πρίγκηπος.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τι θέλει;

Τι άλλο θ' απεφάσισε παρά τον θάνατόν μου;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Τόσον δεν έκρινε σκληρά. Τον θάνατόν σου όχι,

αλλά την εξορίαν σου προστάζει.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Εξορίαν!

Λυπήσου με, και πρόφερε θανάτου καταδίκην!

Μου είναι κι’ από θάνατον πλέον φρικτή και μαύρη

η εξορία! Πάτερ μου, μη λέγης εξορίαν.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Εξορισμένος απ' εδώ, απ' την Βερώναν, είσαι.

Υπομονή, υπομονή! Μεγάλος είν' ο κόσμος.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Κόσμον δεν έχει δι’ εμέ απ' την Βερώναν έξω·

δεν έχει παρά κόλασιν, και βάσανα και θρήνον!

Αν μ' εξορίζη απ' εδώ, μ' εξώρισ' απ' τον κόσμον,

μ' εξώρισεν απ' την ζωήν. Τι λέγεις εξορίαν;

Το πράγμα είναι θάνατος, κ' η λέξις δεν τ' αλλάζει.

Εάν τον θάνατον εσύ τον λέγεις εξορίαν,

μου κόπτεις το κεφάλι μου μ' ένα χρυσόν μαχαίρι,

κ' ενώ με σφάζει η μαχαιριά, χαμογελάς και βλέπεις!

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Θανάσιμον αμάρτημα! Φρικτή αχαριστία!

Το πταίσμα σου με θάνατον το τιμωρεί ο Νόμος,

αλλά ο πρίγκηψ ο καλός, το μέρος σου επήρε,

τον νόμον εχαλάρωσε προς χάριν σου, κι’ αλλάζει

την μαύρην λέξιν θάνατον, 'ς την λέξιν εξορία.

Σου είναι χάρις κ' έλεος αυτό, και δεν το βλέπεις;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Δεν είναι χάρις· βάσανον και τυραννία είναι!

Μόνον εδώ είν' ουρανός, που ζη η Ιουλιέτα·

κ' εδώ θα ζουν κ' οι ποντικοί, κ' οι γάτοι, και οι σκύλοι,

και όλ' αυτά τ' ακάθαρτα τα πράγματα, και όλα

θα ημπορούν να την ιδούν· πλην όχι ο Ρωμαίος!

Κ' αι μυίγαις περισσότερην χαράν, τιμήν και δόξαν

απ' τον Ρωμαίον τον πτωχόν θα χαίρωνται, διότι

της Ιουλιέτας θα τσιμπούν το μαρμαρένιον χέρι,

και παραδείσου μυρωδιάν 'ς τα χείλη θα της κλέπτουν,

'ς τα δυο της χείλη που γλυκά φιλούν το ένα τ' άλλο,

κ' εντρέπονται το φίλημα και σεμνοκοκκινίζουν·

αυτά αι μυίγαις θα' μπορούν, πλην όχι ο Ρωμαίος!

Εκείνος είν' εξόριστος· αλλού θα ζη εκείνος!

Και λέγεις ότι θάνατος δεν είν' η εξορία;

Δος μου φαρμάκι δυνατόν, ή κοπτερόν μαχαίρι,

ό,τι κι’ αν ήναι που ευθύς τον θάνατον να φέρνη,

κι όχι τον θάνατον αυτόν, που λέγεις εξορίαν!

Ω! εξορίαν! Κάτω 'κεί, καλόγηρε, 'ς τον άδην

οι κολασμένοι, 'ς την φωτιάν, αυτήν την λέξιν λέγουν

κι ακούονται ουρλιάσματα εκεί που την προφέρουν!

Και πώς να έχης την καρδιάν, εσύ ιερωμένος,

εσύ πατήρ πνευματικός, που δίδεις ευλογίας

και αμαρτίας συγχωρείς, συ ο καλός μου φίλος,

να μου συντρίβης την καρδιάν μ' αυτήν την εξορίαν;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ω άνθρωπε αστόχαστε κ' ερωτοπληγωμένε,

δεν θα μ' ακούσης;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Θα μου ‘πής και πάλιν εξορίαν.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Την πανοπλίαν θα σου ‘πώ που πρέπει να φορέσης

φιλοσοφίαν! Είν' αυτή γλυκύ της πίκρας γάλα.

Παρηγορήσου με αυτήν κ' εξόριστος, υιέ μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Εξόριστος! 'ς τον άνεμον φιλοσοφία τέτοια!

Αν η φιλοσοφία σου δεν ημπορή να κάμη

μιαν Ιουλιέταν, δεν 'μπορή να ξερριζώση πόλεις,

αν δεν 'μπορή το πρόσταγμα του πρίγκηπος ν' αλλάξη,

δεν ωφελεί, δεν βοηθεί! — Παραίτησε τα λόγια.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Αυτιά δεν έχουν οι τρελλοί· το βλέπω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Πώς να έχουν,

αφού και 'μάτια να ιδούν οι φρόνιμοι δεν έχουν.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Να σ' εξηγήσω άφησε την θέσιν σου, παιδί μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Να εξηγήσης δεν 'μπορείς εκείνο που δεν νοιώθεις.

Αν είχες συ τα χρόνια μου, εάν την Ιουλιέταν

την αγαπούσες, άνδρας της αν ήσουν προ μιας ώρας,

και τον Τυβάλτην 'σκότονες, κ' ερωτευμένος ήσουν

καθώς εγώ, κι' ωσάν εμέ και συ εξωρισμένος,

τότ' ημπορούσες να λαλής, και τότε τα μαλλιά σου

να τα τραβάς, και καταγής να πέφτης καθώς πέφτω,

και εις το χώμα να μετράς τον άσκαφτόν σου τάφον!

(Πίπτει κατά γης· κρούεται η θύρα).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Σήκω· ‘ς την θύραν μου κτυπούν κρύψου, Ρωμαίε,

κρύψου.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Δεν θα κρυφθώ· εκτός εάν τ' αναστενάγματά μου

μου κάμουν γύρω καταχνιάν και κρύψουν το κορμί μου.

(Κρούεται η θύρα).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ακούς· κτυπούν. — Ποιος είν' εκεί; — Σήκω, Ρωμαίε,

[σήκω·

θα σε συλλάβουν. — Έρχομαι, αμέσως. — Σήκω λέγω·

τρέξ' εκεί μέσα. — Έφθασα. — Θεέ, το θέλημά σου!

Τι πράγματ' ασυλλόγιστα! — Ήλθα, αμέσως, ήλθα.

Ποιος κτυπά; ποιος είν' εκεί; ποιος σ' έστειλε; τι θέλεις;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έξωθεν.

Να έμβω πρώτα, κ' έπειτα σου λέγω το τι θέλω.

Η Ιουλιέτα μ' έστειλε.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ω! τότε καλώς ήλθες!

(Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ω άγιε πνευματικέ, ω πάτερ μου, πού είναι

ο άνδρας της Κυρίας μου; πού είναι ο Ρωμαίος;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Να! καταγής· εμέθυσεν από τα δάκρυά του.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Τα ίδια κι' απαράλλακτα κ' η Ιουλιέτα κάμνει.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Κ' οι δυο αξιολύπητοι, κ' οι δυο δυστυχισμένοι!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Έτσι κ' εκείνη καταγής 'ξαπλόνεται και κλαίει,

και ούτε τ' αναφυλλητόν, ούτε το κλαύμα παύει.

Ω! σήκω, σήκω απ' την γην να ήσαι άνδρας πρέπει.

Ω! σήκω! αν την αγαπάς την Ιουλιέταν, σήκω.

Τι ωφελεί τόσον κακόν και θρήνος;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Παραμάνα!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Αχ! όλοι θ' αποθάνωμεν, αυθέντη μου, αυθέντη!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Της Ιουλιέτας τ' όνομα επρόφερες. Τι κάμνει;

Ειπέ μου, δεν με θεωρεί αισχρόν μαχαιροβγάλτην,

αφού της εκηλίδωσα τα νειάτα της χαράς μας

με αίμα της συγγενικόν, με ιδικόν της αίμα;

Τι γίνεται η μυστική γυναίκα μου; τι λέγει

εις τον ανεμοστρόβιλον του έρωτός μας τούτον;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Δεν λέγει γρυ, αυθέντα μου, πλην κλαίει κι' όλον κλαίει·

και πότε ‘ς το κρεββάτι της ξαπλόνεται και πέφτει,

και πότ' ανασηκόνεται, και μιαν Τυβάλτη! κράζει,

Ρωμαίε! κράζει έπειτα, και πάλιν ξαναπέφτει.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ωσάν να ήτο τ' όνομα εκείνο μία σφαίρα,

που από στόμα κανονιού εβγήκεν αναμμένη

και την εσκότωσε! Ωσάν εις τ' όνομα εκείνο

ν' ανήκη το ανόσιον το χέρι του φονέως

του εξαδέλφου της! — Ειπέ, καλόγηρε, ειπέ μου

πού τ' όνομά μου κατοικεί εις το αισχρόν κορμί μου;

πού να το εύρω δείξε μου, να το κατασπαράξω!

(Σύρει το ξίφος).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Κάτω τ' απελπισμένον σου το χέρι! Άνδρας είσαι;

φαίνεσαι άνδρας ‘ς την μορφήν, πλην είναι γυναικίσια

τα δάκρυά σου· τ' άγρια καμώματά σου τούτα

ενός θηρίου μαρτυρούν την άλογην μανίαν.

Ω συ, με πρόσωπον ανδρός αδύνατη γυναίκα,

και με ανθρώπινην μορφήν ανήμερον θηρίον...

μα την ιερωσύνην μου, με κάμνεις και θαυμάζω.

Σε είχα φρονιμώτερον· είχα γερόν τον νουν σου.

Θέλεις και συ να σκοτωθής; Δεν φθάνει του Τυβάλτη

ο σκοτωμός; Και με αυτό, αμαρτωλέ, που θέλεις

να κάμης εναντίον σου, να την σκοτώσης θέλεις

κ' εκείνην, την γυναίκα σου, που ζη απ' την ζωήν σου;

Τι εξυβρίζεις κι' ουρανόν και γην και ύπαρξίν σου;

Και ύπαρξίν σου, κι' ουρανόν, και γην, τα έχεις όλα,

είν' εις το χέρι σου, και συ γυρεύεις να τα χάσης!

Ω! εντροπιάζεις και μορφήν και πνεύμα και αγάπην!

εις όλα είσαι πλούσιος, τα έχεις και τα τρία,

πλην δεν τα χρησιμεύεσαι ‘ς την χρήσιν, που αρμόζει

‘ς το πνεύμα ‘ς την αγάπην σου κ' εις την καλήν μορ-

[φήν σου.

Ωσάν κηρένιον άγαλμα κατήντησ' η μορφή σου,

αφού της έλειψ' η καρδιά ενός ανδρός γενναίου.

Κατήντησ' η αγάπη σου επίορκη, διότι

σκοτόνεις την αγάπην σου, που ν' αγαπάς ωρκίσθης.

Το πνεύμα σου, το στόλισμα κι' αγάπης και μορφής σου,

εις τα στραβά σε οδηγεί, αντί να σε φωτίζη,

κι' απ' την ανοησίαν σου παίρνει φωτιά κι' ανάπτει,

ωσάν πυρίτις εις φλασκί ατέχνου στρατιώτου·

κ' εκείνο που είν' όπλον σου, το κάμνεις θάνατόν σου!

Εξύπνησε, ω άνθρωπε, και ζη η Ιουλιέτα,

που τώρα εξ αιτίας της ζητούσες ν' αποθάνης.

Είν' ευτυχία σου αυτό! — Θα σ' έσφαζ' ο Τυβάλτης,

αν δεν τον εθανάτονες. Και τούτο ευτυχία! —

Ο Νόμος σ' εφοβέριζε με θάνατον, αλλ' όμως

ημέρωσε προς χάριν σου και μόνον σ' εξορίζει.

Και τούτο ευτυχία σου! — Η Τύχη σε χαϊδεύει,

και χύνει ‘ς το κεφάλι σου επάνω ευλογίας,

και αγαθά^ αλλά εσύ, 'σαν δύστροπη γυναίκα,

ενώ η Τύχη σ' αγαπά, εσύ της κάμνεις μούτρα.

Ω! πρόσεχε, και δυστυχείς οι τέτοιοι αποθνήσκουν.

Πήγαινε τώρα, πήγαινε, κ' η νύμφη περιμένει

‘ς τον θάλαμόν της ν' αναβής να την παρηγορήσης.

Αλλά ξεκίνησ' απ' εδώ προτού να ξημερώση,

ειδέ θα ήν' αδύνατον ‘ς την Μάντουαν να φύγης.

Εκεί εξόριστος θα ζης, έως να γείνη τρόπος

ο γάμος σας να κηρυχθή, και ν' αγαπήσουν πλέον

τα σπιτικά σας, να πεισθή κι' ο Πρίγκηψ να σου δώση

συγχώρησιν, — και τότε συ οπίσω να μας έλθης,

χαρούμενος πλειότερον χίλιαις φοραίς και χίλιαις,

παρά που φεύγεις δυστυχής και καταλυπημένος. —

Πήγαιν' εμπρός, και να ειπής την νύμφην, παραμάνα,

να κάμη όλους ενωρίς ‘ς το σπίτι να πλαγιάσουν,

(κι από την λύπην την βαρειάν, όλοι εκεί θα έχουν

διάθεσιν ν' αναπαυθούν). — Θα έλθη ο Ρωμαίος.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Βοήθειά μου ο Θεός! Ως που να ξημερώση

να μείνω ήθελα εδώ, ν' ακούω τέτοια λόγια.

Τι θα ειπή η προκοπή! — Αυθέντα μου, πηγαίνω

να της ειπώ πως έρχεσαι.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ναι, πήγαινε αμέσως·

και ότι θέλω μάλωμα ειπέ της, παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Το δακτυλίδι της αυτό μου είπε να σου δώσω.

Γρήγορα έλα, μην αργής, κ' επέρασεν η ώρα.

(Απέρχεται η παραμάνα).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ω! πώς αναγεννήθηκε το θάρρος κ' η ελπίς μου!

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Καλή σου νύκτα· μην αργής· κ' έχε καλά τον νουν σου

ν' αναχωρήσης απ' εδώ ενόσω είναι νύκτα,

ή προς τα ξημερώματα, χωρίς να σε γνωρίσουν.

Κατοίκησε ‘ς την Μάντουαν· και με τον άνθρωπόν σου

έχω την έννοιαν μου εγώ ειδήσεις να σου στέλνω,

ευθύς που τίποτε συμβή εδώ διά καλόν σου.

Δος μου το χέρι· είν' αργά· καλήν σου νύκτα. Φύγε.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αν δεν μ' επρόσμενεν αλλού τέτοια χαρά μεγάλη,

θα ήτο λύπη μου βαρειά ο χωρισμός σου, πάτερ.

Ώρα καλή.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.

Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.

(Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και ο ΠΑΡΗΣ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Τόσον πολύ ανάποδα τα πράγματα μας ήλθαν,

ώστε δεν ηύραμεν καιρόν την κόρην μας ακόμη

να την προδιαθέσωμεν. Πολύ τον αγαπούσε

τον μαύρον της εξάδελφον. Κ' εγώ τον αγαπούσα.

Πλην τι να γείνη; Όλους μας το χώμα θα μας φάγη!

Θα ήναι ‘ς το κρεββάτι της εκείνη· είν' εξώρας·

και την αλήθειαν να σου 'πώ, εάν κ' εγώ δεν είχα

την συντροφιάν σου, προ πολλού θα ήμουν πλαγιασμένος.

ΠΑΡΗΣ

Αγάπης λόγια δεν χωρούν ‘ς τα μοιρολόγια μέσα.

Καλήν σας νύκτα· 'πήτε της τα χαιρετίσματά μου.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Πρωί πρωί την γνώμην της εγώ θα εξετάσω.

Απόψε με βαρειάν καρδιάν να κλειδωθή επήγε.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Επήρα την απόφασιν να τα τελειώσω, Πάρη.

Ιδού, της κόρης μου εγώ σου τάζω την αγάπην.

Νομίζω, ή καλλίτερα να ‘πώ, δεν αμφιβάλλω,

ότι εκείν' εις κάθε τι θα κάμη όπως θέλω.

Εσύ, γυναίκα, πήγαινε κ' ιδέ την πριν πλαγιάσης,

κ' ειπέ της ότι την ζητεί ο Πάρης, ο υιός μου,

και ότι απεφάσισα — μ' ακούεις; — την τετάρτην....

στάσου· τι 'μέρα είν' αυτή;

ΠΑΡΗΣ

Δευτέρα, Κύριε μου.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Δευτέρα; Α! 'σαν γρήγορα θα ήναι την τετάρτην.

Την πέμπτην ας το κάμωμεν. Να της ειπής την πέμπτην

με τούτο τ' αρχοντόπουλον οι γάμοι της θα γείνουν.

Προφθάνεις να ετοιμασθής; σ' αρέσει τόση βία;

θα γείνουν όλα ήσυχα, μ' ένα η δύο φίλους·

διότι εάν κάμωμεν ξεφάντωμα μεγάλον,

ενώ ακόμη σήμερα 'σκοτώθηκ' ο Τυβάλτης,

μπορεί ο κόσμος να ειπή, ότι τον συγγενή μας

δεν τον ελυπηθήκαμεν και δεν μας πολυμέλει.

Λοιπόν, θα προσκαλέσωμεν πέντ' έξη μόνον φίλους,

και τελειόνομεν. Αλλά, σου έρχεται η πέμπτη;

ΠΑΡΗΣ

Επεθυμούσα κι' αύριον να ξημερόνη πέμπτη.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Πολύ καλά! ώρα καλή! το είπαμεν την πέμπτην.

'Σ την Ιουλιέταν πήγαινε, γυναίκα, πριν πλαγιάσης,

κ' ειπέ της πότε γίνονται τα στεφανώματά της. —

Καλήν σου νύκτα. — Φέρετε τον λύχνον μου επάνω! —

Μα την ζωήν μου είν' αργά - τόσον εξώρας είναι,

ώστε κανένας κ' ενωρίς 'μπορεί να τ' ονομάση.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ.

Ο θάλαμος της Ιουλιέτας.

(Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ακόμη δεν 'ξημέρωσε· θα φύγης από τώρα;

Ήτον φωνή αηδονιού, κορυδαλός δεν ήτον

που σου εφόβισε τ' αυτί με το κελάδημά του·

'ς εκείνην πέρα την ρωδιάν τ' ακούω κάθε νύκτα.

Ω! πίστευσέ μ', αγάπη μου, ήτον αυτό αηδόνι.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Κορυδαλός ελάλησε και την αυγήν κηρύττει·

δεν είν' αηδόνι. Κύτταξε τα φθονερά χαράκια,

που εσημάδευσε το φως σταις άκραις των συννέφων.

Ιδέ, της νύκτας έσβυσαν οι λύχνοι ένας ένας,

και τώρα ελαφροπατεί πασίχαρη η 'μέρα

εις των βουνών ταις κορυφαίς ταις παχνοσκεπασμέναις.

Πρέπει να φύγω να σωθώ· αν μείνω θ' αποθάνω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Το 'ξεύρω 'γώ· το φως αυτό ξημέρωμα δεν είναι·

είναι μετέωρον λαμπρόν οπού ο ήλιος χύνει,

να έχης λαμπαδόχυτην μαζή σου συνοδείαν,

και να σου κάμη φωτερόν της Μάντουας τον δρόμον.

Λοιπόν ακόμη πρόσμενε· μη φύγης από τώρα.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ας μη προφθάσω να σωθώ, ας μ' εύρουν, ας με σφάξουν!

Αφού εσύ μου το ζητείς, εμένα δεν με μέλει!

'ματιά δεν είναι της Αυγής εκείνη η ασπρίλα·

είν' αντανάκλασις αχνή, που χύνει της Σελήνης

το μέτωπον και ούτ' αυτό κορυδαλός δεν είναι,

οπού ‘ς τον θόλον τ’ ουρανού επάνω μας βουίζει.

Εδώ να μείνω λαχταρώ να φύγω δεν το θέλω.

Έλα, ω θάνατε, λοιπόν! το θέλει η Ιουλιέτα.

Ψυχή μου, έλα — λέγε μου. Δεν είν' ακόμη 'μέρα.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ω! είναι 'μέρα! μην αργής· φύγ' απ' εδώ αμέσως.

Κορυδαλός είναι αυτός οπού βραχνά φωνάζει

και μ' άγριον κελάδημα ξεσχίζει τον αέρα!

Το λάλημά του διατί αρμονικόν το λέγουν;(41)

Αφού μας φέρνει χωρισμόν, αρμονικόν δεν είναι.

Τι λέγουν, ο κορυδαλός αλλάζει με τον φρύνον

τα μάτια του; (42). Και την φωνήν ας είχεν αλλαγμένην,

αφού σε διώχνει απ' εδώ με το κελάδημα του,

σαν ξυπνητήρι θλιβερόν και παραπονεμένον.

Ω! φύγε, φύγε, και το φως αυξάνει και πληθαίνει(43).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Λάμπει το φως, κ' η Μοίρα μας θολόνει και μαυρίζει.

(Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Κυρία!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Παραμάνα μου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Η μάνα σου θα έλθη.

'Ξημέρωσε. Προσέχετε.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Λοιπόν ας σε ανοίξω

παράθυρον, να έμβη φως, και η ζωή να έβγη!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Υγείαινε, αγάπη μου· ένα φιλί και φεύγω.

(Καταβαίνει από τα παράθυρον).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αναχωρείς, ω άνδρα μου, αγάπη μου, ψυχή μου!

Θέλω να έχω νέα σου κάθε στιγμήν και ώραν

πλην μήνας θα μου φαίνεται κάθε στιγμή μακράν σου.

Ω! με το μέτρημα αυτό χρόνια πολλά θα γείνουν,

ως που και πάλιν να ιδώ τον ακριβόν μου άνδρα.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Συχνά συχνά, γυναίκα μου, ειδήσεις μου θα έχης.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Να σε ιδώ και να μ' ιδής άλλην φοράν ελπίζεις;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ω βέβαια! Οι τωρινοί καϋμοί μας θα περάσουν

και θα τα λέγωμεν αυτά με γλύκαν μιαν ημέραν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αχ! η ψυχή μου συμφοραίς, Ρωμαίε, προμαντεύει·

και τώρα, τώρα χαμηλά, εκεί όπου σε βλέπω,

ωσάν νεκρός μου φαίνεσαι ‘ς το βάθος ενός τάφου·

μου φαίνεσαι κατάχλωμος· ή μη το φως μου χάνω;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Και συ μου φαίνεσαι χλωμή. Η διψασμένη λύπη

ερρούφησε το αίμα μας. — Υγείαινε, ψυχή μου!

(Απέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ω Τύχη, Τύχη! άστατην οι άνθρωποι σε λέγουν.

Από αυτόν τον σταθερόν, συ άστατη, τι θέλεις;

Ας είσαι Τύχη άστατη, ώστε ν' αλλάξης γνώμην

κι' αντί μακράν να τον κρατής, να μου τον στείλης 'πίσω.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, έξωθεν.

Αι, κόρη μου, εξύπνησες;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Τι είναι; ποιος με κράζει;

Εσύ 'σαι, ω μητέρα μου; — (Εξύπνησ' από τώρα;

ή μήπως δεν επλάγιασεν ακόμη; τι να θέλη;)

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, εισερχομένη·

Πώς είσαι, Ιουλιέτα μου;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Όχι καλά, μητέρα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Αιώνια τον θάνατον θα κλαίης του Τυβάλτη;

ή με τα δάκρυα θαρρείς τον τάφον του θ' ανοίξεις;

κι αν τον ανοίξης, την ζωήν θα του την ξαναδώσης;

Παύσε τα κλαύματα λοιπόν. Η μετρημένη λύπη

πολλήν αγάπην μαρτυρεί· κ' υπερβολή της λύπης

δεν φανερόνει πολύν νουν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ω! άφησε να κλαίω

εκείνον οπού έχασα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Οπίσω δεν τον φέρνεις,

κ' αισθάνεσαι πλειότερον την λύπην του χαμού του.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αισθάνομαι πως μ' έλειψεν ο φίλος μου, και κλαίω.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Δεν κλαίεις τόσον κόρη μου, τον θάνατον εκείνου,

όσον που ζη ο μιαρός, που 'πήρε την ζωήν του.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ποιος είν' αυτός ο μιαρός;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Ο μιαρός Ρωμαίος.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ω! δεν εταίριαξαν ποτέ ο μιαρός κ' εκείνος! (44).

Τον συγχωρώ, κι' απ' τον Θεόν συγχώρησιν να εύρη.

Πλην την καρδιάν μου 'σαν αυτόν δεν έκαυσε κανένας.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Σου καίει τόσον την καρδιάν το ότι ο κακούργος

ακόμη ζη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Κ' εκεί που ζη τα χέρια μου δεν φθάνουν!

Εκδίκησιν ας έπαιρνα εγώ και όχι άλλος.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Θα έλθη κι' η εκδίκησις, θα έλθη· μη σε μέλει.

Παύσε τα κλαύματα. Εγώ ‘ς την Μάντουαν θα στείλω,

εκεί όπου εξέφυγεν αυτός εξωρισμένος,

να του κεράσουν κάτι τι που δεν το περιμένει,

ώστε να 'πάγη, συντροφιάν να κάμη τον Τυβάλτην

και την καρδιάν σου με αυτό θα την ευχαριστήσω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ω! την καρδιάν μου τίποτε δεν θα ευχαριστήση,

αν τον Ρωμαίον δεν ιδώ... νεκρόν(45)... το παν νομίζω,

αφού εκείνον π' αγαπώ δεν έχω... και μου λείπει.

Αν εύρης άνθρωπον εσύ να στείλης το φαρμάκι,

θέλω μονάχη μου εγώ να το προετοιμάσω,

τέτοιο, που άμα το γευθή να τον αποκοιμήση.

Αχ! πως αναγριόνομαι ν' ακούω τ’ όνομά του,

και όμως να μη δύναμαι να πεταχθώ κοντά του,

και όλην την αγάπην μου προς τον εξάδελφόν μου

να του την δείξω... εις αυτόν που 'πήρε την ζωήν του!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Ετοίμασέ το, κι' άνθρωπον θα εύρω να το δώση.

Πλην τώρα έχω να σου ‘πώ χαροποιά, παιδί μου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Καλοδεχάμενη η χαρά εις τέτοιαις μαύραις ώραις!

ποια είναι τα χαροποιά;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Ένα πατέρα έχεις,

που έχει, Ιουλιέτα μου, την έννοιαν σου, και θέλει

την πλακωμένην σου καρδιάν να σου την ελαφρώση,

και τώρα σου ετοίμασε χαρμόσυνην ημέραν,

που δεν την επερίμενες, και ούτ’ εγώ ακόμη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Κι’ αν έχω 'ρώτημα καλόν, τι 'μέρα είναι τούτη;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Πρωί πρωί, με το καλόν, την ερχομένην πέμπτην

ένας γαμβρός ευγενικός και ζηλευτός, ο Πάρης,

θα σ' οδηγήση απ' εδώ εις του Αγίου Πέτρου

την εκκλησίαν, κόρη μου, καμαρωμένην νύμφην.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Α! Μα την εκκλησίαν του και μα τον Άγιον Πέτρον,

εκεί εμένα βέβαια καμαρωμένην νύμφην

ο Πάρης δεν με οδηγεί! Τι είναι τόση βία;

Δεν ήλθε καν να μου το ‘πή ο άνδρας που με θέλει,

κι' αμέσως στεφανώματα! Παρακαλώ, μητέρα,

ειπέ το ‘ς τον πατέρα μου· δεν θέλω από τώρα

να 'πανδρευθώ. Και αν ποτέ θελήσω, παίρνω όρκον

πως προτιμώ χίλιαις φοραίς να πάρω τον Ρωμαίον,

που 'ξεύρεις πόσον τον μισώ, παρά ποτέ τον Πάρην!

Χαρά ‘ς το!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Να, που έρχεται ο ίδιος εδώ πέρα.

Ειπέ του τα μονάχη σου κ' ιδέ πώς θα τα πάρη.

(Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ και η παραμάνα).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

'Σ του ήλιου το βασίλευμα η γη δροσοσταλάζει·

αλλά εις το βασίλευμα του υιού του αδελφού μου

πέφτει βροχή με τα σωστά. Ποτάμι θα το κάμης;

Ακόμη χύνεις δάκρυα; Αιώνια θα βρέχη;

Το κάμνεις το κορμάκι σου συγχρόνως και καράβι

και άνεμον και θάλασσαν. Τα δυο σου 'μάτια είναι

η θάλασσα, με δάκρυα καταπλημμυρισμένη.

Καράβι έχεις το κορμί που πικροαρμενίζει

μέσ' την πλημμύραν. Κι άνεμος οι αναστεναγμοί σου.

Φοβούμαι, αν ο άνεμος δεν γαληνεύση, μήπως

το θαλασσοδαρμένον σου κορμάκι το βουλήση. —

Της είπες την απόφασιν που έλαβα, γυναίκα;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Τα είπα, πλην ευχαριστεί.... να 'πανδρευθή δεν θέλει...

Ανόητη! της ήξιζε να πανδρευθή τον Χάρον!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Σιγά· δεν εκατάλαβα, γυναίκα· ξαναπέ το·

Τι λέγει; τι; ευχαριστεί; να 'πανδρευθή δεν θέλει;

Δεν είναι υπερήφανη, δεν είν' ευτυχισμένη

οπού εκαταφέραμεν, ενώ δεν το αξίζει,

να την αρραβωνίσωμεν με ένα τέτοιον νέον;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Δεν είμαι υπερήφανη· ευγνώμων είμαι μόνον.

Δι' ένα πράγμα που μισώ 'περήφανη δεν είμαι.

Ευγνωμονώ διά κακόν, π' αντί καλού μου κάμνουν.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Τι πράγμα; ποιος σ' ερώτησε; Θα έχωμεν και γνώμην!

Ευγνώμων, κ' υπερήφανη, και είμαι, και δεν είμαι,

Κ' ευγνωμονώ, κι' όχι και ναι... Ακούς εκεί! Κεράτζα,

να παύσουν τα ευγνωμονώ και 'ξυπερηφανεύσου,

κ' ετοίμασε τα πόδια σου την ερχομένην πέμπτην

‘ς την εκκλησίαν γνωστικά να έλθης με τον Πάρην,

ει δε συρτήν έως εκεί εγώ θα σε τραβήξω!

Φύγ' απ' εμπρός μου ξέπλυμα, — χολοπερεχυμένη!

πήγαινε, βρώμα!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Εντροπή! ‘ς τα συγκαλά σου είσαι;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Πατέρα μου, παρακαλώ γονατιστή εμπρός σου,

ησύχασε, και άκουσε να σου ειπώ δυο λόγια.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Βρώμα, κρημνίσου απ' εδώ! Παρήκοη! Την πέμπτην

‘ς την εκκλησίαν πήγαινε, ή, να που σου το λέγω,

να μη σε ιδούν τα 'μάτια μου ποτέ εις την ζωήν μου!

Δεν θέλω λέξιν να μου ‘πής· απόκρισιν δεν θέλω!

Με τρώγ' η απαλάμη μου! — Ελέγαμεν, γυναίκα,

πως δεν ευλόγησ' ο Θεός τον γάμον μας πλουσίως,

διότι μας εχάρισεν αυτήν την κόρην μόνον.

Αλλά μας έπεσε πολύ και τούτη, καθώς βλέπω.

Δεν ήτον ευλογία του· ήτο Θεού κατάρα!

Να μη σε βλέπω!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ο Θεός να την πολυχρονίζη!

Αυθέντα, έχεις άδικον αυτά να της τα λέγης.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Και πώς, κυρά σοφία μου; Τα λόγια σου ολίγα,

ή πήγαινε να φλυαρής με ταις συντέκνισσαίς σου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Δεν είπα τίποτε κακόν.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Να κάμνης την δουλειάν σου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Κανείς μιαν λέξιν να ειπή εμποδισμένον είναι;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Σώπα, κομμένη κεφαλή! Σου είπα να πηγαίνης

να λέγης ταις σοφίαις σου εις ταις συντέκνισσαίς σου.

Εδώ δεν μας χρειάζονται.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Παρά πολύ ανάπτεις.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Μα την αγάπην του Θεού, ο νους μου θα μου φύγη!

Ημέραν, νύκτα, πάντοτε, ‘ς τον ύπνον μου, ‘ς τον ξύπνον,

‘ς την μοναξιάν, ‘ς την συντροφιάν, ο νους κι' ο λογι-

[σμός μου

ήτον αυτός και μοναχός: το πώς να την 'πανδρεύσω(46).

Και τώρα, που κατώρθωσα να εύρω τέτοιον νέον,

μ' ανατροφήν, και πλούσιον, κι' αρχοντογεννημένον,

γεμάτον προτερήματα και αρεταίς γεμάτον,

τώρα που ηύρα τον γαμβρόν που η καρδιά μου θέλει,

να έχης ένα ξόανον κλαψιάρικον εμπρός σου,

ν' ακούης ένα κνώδαλον με τ’ αναφυλλητόν της,

ενώ δουλεύει η Μοίρα της, εκείνη να σου λέγη:

δεν θέλω, δεν τον αγαπώ, είμαι ακόμη νέα,

ευχαριστώ, παρακαλώ, συγχώρησε. — Σου δείχνω,

σου δείχνω 'γώ συγχώρησε, αν δεν αλλάξης γνώμην!

Δεν μένεις εις το σπίτι μου, και όπου θέλεις βόσκε!

Δεν χωρατεύω. Σκέψου το. Η πέμπτη πλησιάζει.

Βάλε το χέρι ‘ς την καρδιάν και καλοσυλλογίσου.

Αν τύχη κ' είσαι κόρη μου, ‘ς τον φίλον μου σε δίδω.

Εάν δεν ήσαι κόρη μου, κρημνίσου, πείνα, δίψα,

‘ς τους δρόμους ψωμοζήτευε, και ψόφησε ‘ς τους δρόμους!

Μα την ψυχήν μου, όσω ζω δεν θέλω να σε 'ξεύρω,

κι' ούτε το 'μάτι σου θα ιδή ποτέ κληρονομιάν μου.

Ιδέ και συλλογίσου το. Το είπα. Δεν ξελέγω!

(Απέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ω! υψηλά ‘ς τους ουρανούς δεν κάθεται ευσπλαγχνία

να ελεήση απ' εκεί της λύπης μου το βάθος;

Μη μ' αρνηθής, μάνα γλυκειά. Ανάβαλε τον γάμον

Δι’ ένα μήνα μοναχά, ή μίαν εβδομάδα.

Αν δεν το κάμης, στρώσε μου την νυμφικήν μου κλίνην

‘ς το μνήμα, όπου από χθες κοιμάται ο Τυβάλτης.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Δεν έχω λέξιν να ειπώ και ομιλείς του κάκου.

Να κάμης όπως αγαπάς· 'τελείωσα μαζή σου.

(Απέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Θεέ μου! — Παραμάνα μου, ειπέ μου, πώς να γείνη;

Είναι ο άνδρας μου ‘ς την γην, κ' οι όρκοι μου επάνω

‘ς τους ουρανούς. Πώς εις την γην οι όρκοι να γυρίσουν,

εκτός εάν εξ ουρανών ο ίδιος δεν τους στείλη;

Αχ! δος μου μίαν συμβουλήν παρηγορίαν δος μου.

Αλλοίμονον! η Μοίρα μου σκληραίς παγίδαις στήνει

εις μιαν αδύνατην ψυχήν, ωσάν την ιδικήν μου.

Ειπέ· τι έχεις να μου ‘πής; Αχ! παρηγόρησέ με,

ειπέ μιαν λέξιν να χαρώ, η μαύρη.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Να τι λέγω.

Εξωρισμένον απ' εδώ τον έχουν τον Ρωμαίον

και βάζω το κεφάλι μου, ποτέ δεν θα τολμήση

εδώ να έλθη φανερά να σε ξαναζητήση·

ή και αν έλθη, μυστικά θα έλθη, και κρυμμένος.

Λοιπόν, αφού τα πράγματα ήλθαν καταπώς ήλθαν,

νομίζω το καλλίτερον να 'πανδρευθής τον Πάρην.

Ω! είναι αξιόλογος ο νέος και ωραίος·

'σαν πατζαβούρα φαίνεται κοντά του ο Ρωμαίος!

Τι μάτι έχει! Αετός δεν έχει τέτοιο 'μάτι!

Να μην ιδώ ποτέ καλόν εάν αυτός ο γάμος

δεν έβγη καλορρίζικος. Τον ξεπερνά τον πρώτον!

Πλην και να μη τον ξεπερνά, απέθανεν ο πρώτος·

ή, και να μην απέθανε, δεν καταντά το ίδιον

αν ζης χωρίς να χαίρεσαι τα στέφανα εκείνα; (47)

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Με την καρδιάν σου ομιλείς;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Και μ' όλην την ψυχήν μου.

Ει δε καρδιάν μου και ψυχήν κατάρα να ταις εύρη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αμήν!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Τι είπες;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Μ' έδωσες πολλήν παρηγορίαν.

Πήγαινε μέσα να ειπής, πως είμαι λυπημένη

διότι τον πατέρα μου παρώργισα, και ότι

πηγαίνω τώρα ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου

να 'πώ ταις αμαρτίαις μου και άφεσιν να λάβω.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Μετά χαράς θα το ειπώ. Τι φρόνιμα που κάμνεις.

(Εξέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Κατηραμένε πειρασμέ! Παληόγρηα αχρεία!

Τι είναι το χειρότερον; Να θέλης να πατήσω

τον όρκον μου; ή το κακόν να λέγης του ανδρός μου,

μ' αυτήν την ίδιαν την φωνήν που μου τον επαινούσες

και ταίρι δεν του εύρισκες τόσαις φοραίς και τόσαις;

Ω! φύγε, σύμβουλε κακέ! Από εδώ και πέρα

θα κάμη διαζύγιον μ' εσένα η καρδιά μου. —

Να ιδώ αν ο καλόγηρος μου εύρη θεραπείαν.

Αν κι' απ' εκεί απελπισθώ, μου μένει ν' αποθάνω!

(Εξέρχεται).

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ.

Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου.

(Εισέρχονται ο πάτερ Λαυρέντιος και ο Πάρης).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Την πέμπτην; Μάλλον γρήγορα μου φαίνεται;

ΠΑΡΗΣ

Το θέλει

ο πενθερός· κ' η βία του μου έρχεται κ' εμένα.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Και ούτε την διάθεσιν της νέας δεν την 'ξεύρεις.

Το πράγμα δεν μου φαίνεται σωστόν, και δεν μ' αρέσει.

ΠΑΡΗΣ

Δεν παύει ακατάπαυστα να κλαίη τον Τυβάλτην,

και δεν της είπα δι αυτό πολλά περί αγάπης.

Η Αφροδίτη δεν γελά εις δακρυσμένον σπίτι·

αλλ' ο πατέρας της φρονεί, ότι καλόν δεν είναι

να κατακυριεύεται από την λύπην τόσον,

κι' ως φρόνιμος, εσκέφθηκε τον γάμον να ταχύνη,

και έτσι των δακρύων της να παύση την πλημμύραν·

διότι τρέφεται μ' αυτά ενόσω ζη μονάχη,

ενώ αν έχη συντροφιάν θα της περάσουν ίσως.

Ιδού που τώρα έμαθες το αίτιον της βίας.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

(Ας αγνοούσα διατί ν' αργοπορήση θέλω.)

Αλλά ιδού που έρχεται η νέα ‘ς το κελλί μου.

(Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).

ΠΑΡΗΣ

Καλώς την την γυναίκα μου και την αρχόντισσάν μου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Πρώτα να γείνω κ' έπειτα γυναίκα σου με λέγεις.

ΠΑΡΗΣ

Αυτό το πρώτα γίνεται την ερχομένην πέμπτην.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Θα γίνη ό,τ’ είναι γραπτόν.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Αυτό είν' η αλήθεια.

ΠΑΡΗΣ

Και ήλθες ‘ς τον πνευματικόν να σ' εξομολογήση;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ξεμολογούμαι εις εσέ, απόκρισιν αν δώσω.

ΠΑΡΗΣ

Θα του ειπής πως μ' αγαπάς;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Τον αγαπώ εκείνον·

αυτό το λέγω κ' εις εσέ.

ΠΑΡΗΣ

Πλην θα μου 'πής ελπίζω,

ότι κ' εμένα μ' αγαπάς.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Καλλίτερα θ' αξίζη

αν απ' οπίσω σου το ‘πώ, ή να το ‘πώ εμπρός σου.

ΠΑΡΗΣ

Ψυχή μου, σου εχάλασαν τα δάκρυα την όψιν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Δεν εκατώρθωσαν πολύ μ' αυτό τα δάκρυά μου,

διότι ήτον άσχημη και πριν μου την χαλάσουν.

ΠΑΡΗΣ

Την αδικούν πλειότερον από τα δάκρυά σου,

τα λόγια σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αδίκημα δεν είναι η αλήθεια·

και λέγω κατά πρόσωπον 'ς εμένα την αλήθειαν.

ΠΑΡΗΣ

Μου το εκατηγόρησες, και είναι ιδικόν μου

το πρόσωπόν σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Πιθανόν, αφού δεν με ανήκει. —

Έχεις, ω πάτερ μου, καιρόν να σου 'μιλήσω τώρα,

ή θέλεις του εσπερινού την ώραν να γυρίσω;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Προκρίνω τώρα, κόρη μου πολυσυλλογισμένη.

Αυθέντα, σε παρακαλώ να μας αφήσης μόνους.

ΠΑΡΗΣ

Να με φυλάξη ο Θεός εμπόδιον να γείνω.

θα σε ξυπνήσω την αυγήν την πέμπτην, Ιουλιέτα.

Ως τότε, χαίρε· δέξου το το φίλημά μου τούτο.

(Απέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Κλείσε την θύραν κ' έλα 'δώ. Κλαύσε και συ μαζή μου·

ελπίς δεν μένει, πάτερ μου· δεν έχει θεραπείαν.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Αχ, Ιουλιέτα! έμαθα την λύπην που σου ήλθε,

κ' η συλλογή μου είσαι συ, παιδί μου. Μου το είπαν

πως πρέπει, και αναβολή δεν ημπορεί να γείνη,

τον Πάρην να στεφανωθής την ερχομένην πέμπτην.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ω! μη μου λέγης, πάτερ μου, μη λέγης τι σου είπαν,

εάν δεν έχης να μου 'πής και πώς να τ’ αποφύγω.

Αν άλλον τρόπον να σωθώ η γνώσις σου δεν βλέπη,

ειπέ μου ότι γνωστικήν απόφασιν επήρα,

κ' ευθύς εδώ την εκτελώ με το μαχαίρι τούτο.

(Σύρει εκ του στήθους εγχειρίδιον).

Ταις δυο καρδιαίς μας ο Θεός, εμού και του Ρωμαίου,

μας τας συνένωσε, και συ μας ένωσες τα χέρια.

Παρά καινούριαν ένωσιν ποτέ να υπογράψη

αυτό το χέρι πώβαλες ‘ς το χέρι του Ρωμαίου,

ή η πιστή μου η καρδιά ς' εκείνον ν' απιστήση,

μ' αυτό εδώ ας σπαραχθή και χέρι και καρδιά μου!

Σκέψου λοιπόν, και συμβουλήν συ ο πραγμένος δος μου.

Ει δε, με βλέπεις; μεταξύ εμού και του καϋμού μου

θα έλθη το μαχαίρι μου κριτής να γείνη τώρα·

απ' την απελπισίαν μου αυτό θα με γλυτώση,

εάν δεν εύρ' η πείρα σου κ' η τέχνη σου τον τρόπον

να μου γλυτώση την τιμήν. Ειπέ να σε ακούσω.

Εάν δεν έχης ιατρικόν, ειπέ το, ν' αποθάνω.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Κόρη μου, στάσου. Μιαν μικρήν ελπίδα μισοβλέπω.

Απελπισμένον τόλμημα θα ήναι, καθώς είναι

απελπισμένη και φρικτή και η περίστασίς σου.

Εάν, παρά να 'πανδρευθής μεθαύριον τον Πάρην,

αποφασίζης και τολμάς να σκοτωθής αλήθεια,

θα έχης τότε δύναμιν και ν' αψηφήσης πράγμα

που ομοιάζει θάνατον, εσύ οπού γυρεύεις

με θάνατον αληθινόν να σώσης την τιμήν σου.

Εγώ σου δίδω ιατρικόν, αν θάρρος δεν σου λείπη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Παρά ποτέ να 'πανδρευθώ τον Πάρην, πρόσταξέ με

από αυτήν να κρημνισθώ την κορυφήν του πύργου·

ή στων κλεφτών να πλανηθώ τα μονοπάτια 'πέ μου·

ή πρόσταξέ με να χωθώ όπου φωληάζουν φίδια·

μαζή μ' αρκούδαις δέσε με ‘ς την ίδιαν αλυσίδα,

ή κλείσε με μεσάνυκτα 'ς ένα κιβούρι μέσα,

γεμάτον κόκκαλα νεκρών που τρίζουν και κτυπιούνται,

γεμάτον σκέλεθρα χλωμά κι' ολόγυμνα κρανία·

ή πρόσταξέ με να χωθώ εις ανοιγμένον μνήμα,

και τύλιξέ με στου νεκρού το σάβανον· ειπέ μου

πράγμα, που τρόμος μ' έπιανε και να τ’ ακούσω μόνον,

κι' αμέσως χωρίς δισταγμόν ή φόβον θα το κάμω,

να μείνω ακηλίδωτη γυναίκα του ανδρός μου.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Λοιπόν αμέσως γύρισε ‘ς το σπίτι του πατρός σου·

καμώσου την χαρούμενην ειπέ ότι τον Πάρην

τον θέλεις, κ' υπανδρεύεσαι· και αύριον τετάρτην

εύρε τον τρόπον μοναχή την νύκτα να πλαγιάσης,

χωρίς η παραμάνα σου να κοιμηθή κοντά σου.

Κι αφού πλαγιάσης, το νερόν που έχει εδώ μέσα

εις την φιάλην πάρε το· σταις φλέβαις σου αμέσως

λήθαργος κρύος θα χυθή· θα παύση ο σφυγμός σου,

θα παύση κ' η αναπνοή, και ζέστη δεν θα μένη

να φανερόνη ότι ζης· θα μαρανθούν τα ρόδα

‘ς τα μάγουλα, ‘ς τα χείλη σου· κατάχλωμα θα γείνουν·

κλειστά και τα παράθυρα θα ήναι των ματιών σου,

ωσάν να εσκοτείνιασεν ο Χάρος την ζωήν σου·

τα μέλη σου παράλυτα και καταναρκωμένα,

ψυχρά, βαρειά κ' αλύγιστα ωσάν νεκρού θα ήναι.

Εις την κατάστασιν αυτήν ενός πλαστού θανάτου

θα κείτεσαι αναίσθητη σαράντα δύο ώραις,

και μ' ένα 'ξύπνημα γλυκόν κατόπιν θα συνέλθης.

Αλλά την πέμπτην το πρωί, την ώραν οπού έλθη

να σ' εξυπνήση ο γαμβρός, θα σ' εύρη ‘πέθαμμένην.

Και κατά την συνήθειαν την παλαιάν μας τότε(48),

θα σ' εξαπλώσουν νεκρικά και λαμπροστολισμένην,

και θα σε φέρουν ανοικτήν ‘ς το ξυλοκράββατόν σου

‘ς τον τάφον, όπου οι νεκροί του γένους σου κοιμούνται.

Όμως εγώ ‘ς το μεταξύ, και πριν εσύ 'ξυπνήσης,

θα στείλω γράμμα κάθε τι να μάθη ο Ρωμαίος,

κ' εδώ να έλθη· και αυτός κ' εγώ το 'ξύπνημά σου

‘ς τον τάφον θα προσμένωμεν και την ιδίαν νύκτα

από εδώ ‘ς την Μάντουαν σε παίρνει ο Ρωμαίος.

Ιδού ο τρόπος να σωθής από την εντροπήν σου,

εκτός εάν ‘ς τα ύστερα το θάρρος σου κλονίση

είτε της γνώμης αλλαγή, ή φόβος γυναικίσιος.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ω! δος μου, δος μου το εδώ, και μη μου λέγης φόβους.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Να! πήγαινε· μη κλονισθής εις την απόφασίν σου,

και βοηθός σου ο Θεός! ‘ς την Μάντουαν θα στείλω

ένα πατέρα, γράμμα μου ‘ς τον άνδρα σου να φέρη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αγάπη, δος μου δύναμιν να εύρω σωτηρίαν!

Με την ευχήν σου, πάτερ μου.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.

Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.

(Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και

ΥΠΗΡΕΤΑΙ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Προσκάλεσέ μου συ αυτούς, που είν' εδώ γραμμένοι.

(Εξέρχεται είς υπηρέτης).

Πήγαινε συ, και είκοσι μαγείρους 'νοίκειασέ μου (49).

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Θα σου τους φέρω όλους διαλεκτούς, αυθέντα μου.

Θα ιδώ πρώτα αν γλείφουν τα δάκτυλά των.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Και με τούτο θα τους δοκιμάσης;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Και βέβαια, αυθέντα μου· μόνον οι κακοί μάγειροι

δεν γλείφουν τα δάκτυλά των· λοιπόν όποιος δεν γλεί-

φεται δεν μου κάμνει.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Πήγαινε· φεύγα.

(Εξέρχεται ο υπηρέτης).

Δεν θα τα καταφέρωμεν ως τότε καθώς πρέπει. —

Λοιπόν επήγε ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου

η Ιουλιέτα;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Μάλιστα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Ίσως την ωφελήσουν

τα λόγια του. Ανάποδη και δύστροπη που είναι.

(Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Να την. Ιδέ! Χαρούμενη απ' το κελλί γυρίζει.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Τι κάμνεις; Πού εγύριζες ως τώρα, πεισματάρα;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Εις μέρος όπου έμαθα πως ήτον αμαρτία

ν' αντισταθώ ‘ς την γνώμην σου και εις το θέλημά σου.

Ο άγιος πνευματικός μ' επρόσταξε να πέσω

γονατιστή ‘ς τα πόδια σου, συγγνώμην να ζητήσω.

Συγχώρησέ με· ‘ς το εξής θα κάμω ό,τι θέλεις.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Τον Πάρην να μηνύσετε! Αμέσως να τα μάθη!

Και αύριον πρωί πρωί το πράγμα να τελειόνη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

'Σ του Λαυρεντίου το κελλί απήντησα τον νέον,

και του απέδειξα εκεί την πρέπουσαν φιλίαν,

χωρίς να 'πάγω παρεκεί απ' ό,τι μου αρμόζει.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Καλά, καλά· το χαίρομαι· έτσι σε θέλω· σήκω.

Τώρα μου φέρνεσαι καλά. — Θέλω να ιδώ τον Πάρην.

Σας είπα να μηνύσετε αμέσως πως τον θέλω. —

Τον άγιον καλόγηρον! Μα τον εσταυρωμένον,

όλ' η Βερώνα δι αυτό θα του γνωρίζη χάριν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αναίβα, παραμάνα μου, μαζή μου να διάλεξης

τα νυμφικά φορέματα, που αύριον θα βάλω.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Την πέμπτην· όχι αύριον έχεις καιρόν ακόμη.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Πηγαίνετε, πηγαίνετε· διά την εκκλησίαν

ετοιμασθήτε αύριον.

(Απέρχονται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Αλλά καιρός δεν μένει·

νυκτόνει.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Δεν βαρύνεσαι; Θα τρέξω άνω κάτω,

θα ετοιμάσω κάθε τι κ' ησύχασε, γυναίκα·

‘ς την Ιουλιέταν πήγαινε κ' ιδέ τα νυμφικά της.

Δεν πάγω ‘ς το κρεββάτι μου απόψε. Άφησέ με·

θα κάμω την 'νοικοκυράν. — Ποιος είν' εκεί; — Κανένας!

Εβγήκαν όλοι! Το λοιπόν μονάχος μου πηγαίνω

εις τον γαμβρόν, δι αύριον να τον προετοιμάσω.

Ελάφρωσιν αισθάνεται μεγάλην η καρδιά μου,

αφού αυτή, η παλαβή, ‘ς τα συγκαλά της ήλθε.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.

Ο κοιτών της Ιουλιέτας.

(Εισέρχονται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ και η παραμάνα).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αυτό το φόρεμα εδώ είναι καλόν. Απόψε

να με αφήσης μοναχήν, καλή μου παραμάνα.

Έχω να κάμω προσευχαίς, και να παρακαλέσω

να βοηθήση του θεού η χάρις την ψυχήν μου,

που 'ξεύρεις πόσας συμφοράς και αμαρτίας έχει.

(Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Δουλεύετε; Με θέλετε κ' εγώ να βοηθήσω;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Όχι, μητέρα. Έτοιμα είν' όλα, όσα έχω

ς' την αυρινήν παράταξιν να βάλω. Άφησέ με

να μείνω τώρα μοναχή, παρακαλώ· κι' απόψε

ας μείνη η παραμάνα μου μαζή σου· κράτησέ την

η προετοιμασία σου θα σ' έχη άνω κάτω.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Καλήν σου νύκτα· πλάγιασε να κοιμηθής αμέσως

και ύπνος σου χρειάζεται απόψε.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Καλήν νύκτα,

(Απέρχονται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Θεός ηξεύρει αν ποτέ ξαναενταμωθώμεν!

Ωσάν να μου παρέλυσε τας φλέβας κρύος φόβος,

και μου παγόνει της ζωής την ζέστην. — Θα τας κράξω·

αν τας ιδώ αναψυχήν θα λάβω. — Παραμάνα! —

Πλην τι την θέλω; Μόνη μου εγώ να παίξω έχω

την αποτρόπαιον σκηνήν! Έλα εδώ, φιάλη! —

Κι αν δεν ναρκόνη το πιοτόν; Θα με 'πανδρεύσουν τότε

αύριον; Ω! ποτέ, ποτέ! Ιδού τι θα με σώση!

Εδώ κοντά μου μείνε συ.

(Θέτει πλησίον της εγχειρίδιον).

Αλλά, εάν φαρμάκι

μου έδωσ' ο καλόγηρος, και θέλη ν' αποθάνω,

μήπως ο γάμος μου αυτός του φέρη ατιμίαν,

διότι μ' εστεφάνωσε με τον Ρωμαίον πρώτα;

Φοβούμαι μήπως είν' αυτό. Αλλ' όχι δεν πιστεύω·

αγίου έχει όνομα, και το αξίζει. Όχι·

δεν θέλω τέτοιος στοχασμός ‘ς τον νουν μου να περάση!

Και αν εκεί που κείτομαι, πριν φθάση ο Ρωμαίος

να με γλυτώση, έξαφνα ‘ς τον τάφον εξυπνήσω;

Ω! τι τρομάρα! Μην πνιγώ εις την καμάραν μέσα,

όπου αέρα καθαρόν το βδελυρόν της στόμα

δεν αναπνέει; και νεκράν όταν θα φθάση μ' εύρη;

Ή και αν ήμαι ζωντανή, η αγριάδα μήπως

να ευρεθώ ‘ς τα σκοτεινά, ‘ς την αγκαλιάν του Χάρου,

εις τέτοιον μέρος φοβερόν,... εκεί ‘ς τον θόλον μέσα,

όπου προ τόσων γενεών κ' εκατοντάδων χρόνων

σωριάζονται τα κόκκαλα προγόνων μου θαμμένων

όποτ ‘ς το χώμα το νωπόν το σώμα του Τυβάλτη

αιματωμένον σήπεται ‘ς το νεκροσάβανόν του·

όπου ‘ς τα βάθη της νυκτός φαντάσματα θα 'βγαίνουν...

Αλλοίμονον! μήπως εκεί 'ξυπνήσω πριν της ώρας,

'ς αποφοραίς σιχαμεραίς και εις κραυγαίς τρομάρας,

ωσάν να ξερριζόνεται βλαστάρι μανδραγόρα

και κράζει, και τρελλαίνεται ο άνθρωπος π' ακούει;.. (!0)

Ω! αν 'ξυπνήσω, μη εκεί τα λογικά μου χάσω,

μ' αυτούς τους φόβους τους φρικτούς περιτριγυρισμένη;

και φρενιασμένη, μη βαλθώ να παίζω με τα μέλη

των προπατόρων μου εκεί; κ' αιματοκυλισμένον

να 'βγάλω απ' το σάβανον το πτώμα του Τυβάλτη;

και μέσα ‘ς την μανίαν μου, ενός ανδρειωμένου

προγόνου μου το κόκκαλον ν' αρπάξω, και μ' εκείνο

στ’ απελπισμένα χέρια μου, να χύσω τα μυαλά μου;

Του εξαδέλφου μου, ιδού, μου φαίνεται να βλέπω

το φάντασμα, και κυνηγά να πιάση τον Ρωμαίον

διότι του εκάρφωσε ‘ς τα στήθη το σπαθί του!

Στάσου, Τυβάλτη· στάσου. Ω!...

Ρωμαίε, έρχομαι! Αυτό το πίνω δι εσένα!

(Πίπτει επί της κλίνης).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.

Η αίθουσα του Καπουλέτου.

(Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Να, πάρε τούτα τα κλειδιά, μυρωδικά να φέρης.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Κάτω οι μάγειροι ζητούν χουρμάδες και κυδώνια.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, εισερχόμενος.

Σαλεύετε, σαλεύετε, κ' επέρασεν η ώρα.

Δυο φοραίς ο πετεινός εφώναξεν ως τώρα,

και η καμπάνα ' σήμανε ταις τρεις. Έχε ‘ς τον φούρνον

Αγγελική, το 'μάτι σου· κι’ όλον τ’ αυγόν' ς την πήταν.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ν' αφήσης τα νοικοκυριά και πήγαινε ‘ς το στρώμα·

φοβούμαι μήπως αύριον με το νυκτέρι τούτο

θα ήσαι άρρωστος.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Εγώ; καθόλου. Να η ώρα!

Πολλαίς φοραίς 'ξενύκτησα, και όχι διά τόσον,

και δεν αρρώστησα ποτέ.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Το 'ξεύρω· ‘ς τον καιρόν σου

σου ήρεζε να κυνηγάς τους ποντικούς την νύκτα·

πλην τέτοια ξενυκτίσματα εγώ δεν σου τ’ αφίνω.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Α! ζήλεια, ζήλεια!

(Εισέρχονται υπηρέται φέροντες δίσκους, καλάθους, ξύλα, κτλ.)

Στάσου συ· τι έχεις εκεί μέσα;

Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Τα στέλνουν εις τον μάγειρα· τι είναι δεν ηξεύρω.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Εμπρός, εμπρός.

(Εξέρχεται ο Α' υπηρέτης)

Εσύ εκεί, είναι στεγνά τα ξύλα;

κράξε τον Πέτρον, τα στεγνά πού είναι να σου δείξη.

Β’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Έχω κεφάλι δα κ' εγώ, αυθέντα, διά ξύλα·

δεν έχω χρείαν να μου 'πή ο Πέτρος να τα εύρω.

(Εξέρχεται).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Ά! μ' έκαμε κ' εγέλασα με την απόκρισίν του·

αλήθεια ξυλοκέφαλος! — Να! 'ξημερόνει κι’ όλα!

Ο Πάρης με την μουσικήν να έλθη δεν θ' αργήση·

όπου κι' αν ήναι θα φανή.

(Μουσική έσωθεν)

Να! έρχεται! Γυναίκα!

Αι, παραμάνα! δεν ακούς; πού είσαι, παραμάνα!

(Εισέρχεται η παραμάνα).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Την Ιουλιέταν 'ξύπνησε κ' ετοίμασε την. Τρέχα!

Εγώ πηγαίνω να τα 'πώ με τον γαμβρόν μου. Τρέχα·

τρέχα, και ήλθεν ο γαμβρός. Τρέχα ευθύς, σου λέγω!

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ.

Ο κοιτών της Ιουλιέτας.

(Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ επί της κλίνης της. Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Κυρία! Αι, κυρία μου· ακούεις; Ιουλιέτα!- —

Κοιμάται τώρα ‘ς τα βαθειά. — Αρνάκι μου· κυρία!

Ω ακαμάτρα, εντροπή! Αγάπη μου, θ' ακούσης;

Κυρία μου· καρδούλα μου· εσύ, γλυκειά μου νύμφη!

Τι; ούτε λέξιν; Βέβαια, τον χαίρεσαι τον ύπνον.

Καλοκοιμήσου! Αύριον να κοιμηθής δεν έχει·

ο Πάρης δεν το συγχωρεί. — Θεέ, συγχώρεσέ με,

βαρύς που είν' ο ύπνος της! Να την 'ξυπνήσω πρέπει.

Κυρία μου, κυρία μου! Εάν ο Πάρης έλθη

και σ' εύρη ‘ς το κρεββάτι σου, θα σε κατατρομάξη.

Δεν θα τρομάξης; 'Ξύπνησε! — Με τα φορέματά σου

επλάγιασες; Τι είν' αυτό; Είν' ώρα να 'ξυπνήσης·

Κυρία! Ιουλιέτα μου!... Αλλοίμονον! Βοήθεια!

Βοήθεια! Η κυρία μου απέθανε! Βοήθεια!

Ώρα κακή! τι ήθελα να γεννηθώ η μαύρη!

Λίγον ρακί! — Αυθέντα μου, κυρία μου, βοήθεια!

(Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Τι είν' ο τόσος θόρυβος;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ημέρα ωργισμένη!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Τι έπαθες;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Κύτταξ' εκεί! Δυστυχισμένη 'μέρα!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Αλλοίμονον, αλλοίμονον! Παιδάκι μου, ζωή μου!

Ω! Αναστήσου, ή κ' εγώ μαζή σου θ' αποθάνω.

Βοήθεια! Βοήθεια! Ω! φώναξε να έλθουν.

(Εισέρχεται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Είν' εντροπή! Θα φέρετε την Ιουλιέταν έξω;

ήλθ' ο γαμβρός.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Είναι νεκρή! αποθαμμένη είναι!

Αλλοί, αλλοί!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Να την ιδώ... Τελειωμένη· κρύα·

το αίμα εσταμάτησε· εβάρυναν τα μέλη·

απεχαιρέτησ' η ζωή τα χείλη της προ ώρας·

ο Θάνατος απλώθηκεν επάνω ‘ς το κορμί της,

'σαν παγωνιά παράκαιρη εις δροσερόν λουλούδι.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ώρα κακή μας 'πλάκωσε!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Ω συμφορά και πίκρα!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Ο Χάρος που την ήρπασε να την μοιρολογήσω,

μου έδεσε την γλώσσαν μου και φράζει την φωνήν μου.

(Εισέρχονται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, ο ΠΑΡΗΣ και ΜΟΥΣΙΚΟΙ).

ΠΑΡΗΣ

Είναι η νύμφη έτοιμη διά την εκκλησίαν;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Να 'πάγη έτοιμη, αλλά... διά να μη γυρίση!

Ω υιέ μου, την παραμονήν του γάμου σου, την νύκτα,

ο Χάρος με την νύμφην σου επλάγιασε. Ιδέ την

το άνθος που λαχτάριζες, το 'μάδησεν εκείνος·

ο Χάρος κληρονόμος μου, γαμβρός μου είν' ο Χάρος

Αυτός εστεφανώθηκε την κόρην μου· και τώρα

θα ξεψυχήσω, κ' εις αυτόν θ' αφήσω ό,τι έχω.

Και η ζωή μου και το παν ανήκουν εις τον Χάρον!

ΠΑΡΗΣ

Τόσον καιρόν επρόσμενα να έλθη τούτ’ η 'μέρα,

κι' αυτό το θέαμα εδώ μου έμελε να φέξη!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Κατηραμένη, άτυχη, πικρή και μαύρη 'μέρα!

Ώρα κακή, που ο Καιρός χειρότερην δεν είδε

εις το ταξείδι το βαρύ του μακρυνού του δρόμου!

Ένα το είχα μοναχόν, μονάκριβον παιδί μου,

αυτό η μόνη μου χαρά, παρηγορία μόνη,

κι' ο Χάρος απ' τα 'μάτια μου, ο άπονος, το 'πήρε!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ω πίκρα! ω πικρή, πικρή, κατάπικρη ημέρα!

ημέρα βαρυορίζικη, πικρή, πικρή ημέρα,

οπού πικρότερην ποτέ δεν είδα ‘ς την ζωήν μου!

Ω 'μέρα, 'μέρα τρομερή! της συμφοράς ημέρα!

Δεν εξανάγινε ποτέ ημέρα τόσον μαύρη!

Ω συμφορά! 'μέρα ψυχρή! δυστυχισμένη 'μέρα!

ΠΑΡΗΣ

Αδικημένη, έρημη, άθλια, ‘πέθαμμένη!

Αδικημένη, θάνατε, απ' το σκληρόν σου χέρι,

ω θάνατε, πικρέ — πικρέ! Αγάπη μου, ζωή μου!

όχι ζωή, — αγάπη μου εσύ αποθαμμένη.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Βασανισμένη, δυστυχής· καμμένη, σκοτωμένη!

Ώρα των θρήνων, διατί να έλθης, την χαράν μας

να την σκοτώσης; διατί; Παιδάκι μου, παιδί μου!

όχι παιδί, — ψυχή μου συ! Νεκράν, νεκράν σε βλέπω.

Κάθε χαρά μου θα ταφή, ω κόρη μου, μαζή σου!

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Φθάνουν οι τόσοι οδυρμοί. Είν' εντροπή σας! Φθάνει!

Δεν διορθόνουν το κακόν οι οδυρμοί κ' οι θρήνοι.

Αυτή εδώ ‘ς τον ουρανόν και εις εσάς ανήκε·

πλην σήμερον ολόκληρην ο ουρανός την θέλει·

και τόσον το καλλίτερον διά την νέαν κόρην.

Τον θάνατον να κλέψετε, κ' εδώ να το κρατήτε

το ιδικόν σας μερτικόν, ‘ς το χέρι σας δεν είναι.

Εις την αιώνιον ζωήν κρατεί το μερτικόν του

ο Ουρανός. Ηθέλετε την υπερύψωσίν της·

και ήτον ευτυχία σας αυτή να ευτυχήση.

Προς τι την κλαίετε λοιπόν, που είν' ανυψωμένη

επάνω απ' τα σύννεφα, εις τ’ Ουρανού τα ύψη;

Δεν είναι η αγάπη σας αληθινή αγάπη,

εάν η ευτυχία της σας φέρνει τόσην λύπην.

Δεν εκαλοπανδρεύθηκε η χρόνια 'πανδρευμένη·

χαρά ‘ς την που 'πανδρεύεται, και νειόνυμφη ‘πεθαίνει,

Σφογγίσετε τα δάκρυα· ‘ς το εύμορφον κορμί της

ελάτε να σκορπίσετε το δενδρολίβανόν σας(51).

Στολίσετέ την έπειτα και συνοδεύσετέ την

‘ς την εκκλησίαν. Απαιτεί τα δάκρυα η φύσις,

αν και γελά το Λογικόν όταν η Φύσις κλαίη.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Τα όσα θα εγίνοντο ς' την τελετήν του γάμου,

‘ς το λείψανον της Κόρης μου ας χρησιμεύσουν τώρα.

Αντί λαλούμενα χαράς, καμπάναις ας σημάνουν

αντί τραγούδια εύθυμα, ας ψάλουν μοιρολόγια·

του γάμου το συμπόσιον ας γίνη κόλλυβά της,

και τ’ άνθη της τα νυμφικά νεκρήν ας την ραντίσουν,

και κάθε τι αντίστροφον να γίνη και ν' αλλάξη!

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Πήγαινε μέσα. Πήγαινε μαζή του, ω Κυρία.

Και συ, ω Πάρη, πήγαινε. Και προετοιμασθήτε

να νεκροσυνοδεύσετε το εύμορφον κορμί της.

Μ' αυτό τας αμαρτίας σας ο Κύριος παιδεύει,

και κλίνετε την κεφαλήν, να μη παραθυμώση.

(Εξέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, ο ΠΑΡΗΣ

και ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ).

Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Αι! ας πηγαίνωμεν κ' ημείς και τα λαλούμενά μας.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Πηγαίνετε· πηγαίνετε καλά μου παλλικάρια,

κ' εστράβωσαν τα πράγματα, καθώς παρατηρείτε.

Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Ας ήτον εις το χέρι μας να 'σιάσουν, παραμάνα.

(Απέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

(Εισέρχεται ο ΠΕΤΡΟΣ(52) ).

ΠΕΤΡΟΣ

Μουσικοί, ω μουσικοί μου, παίξετε μου χ α ί ρ ο υ κ α ρ-

δ ι ά μ ο υ χ α ί ρ ο υ· αν θέλετε το καλόν μου, παιδιά μου,

παίξετέ μου το.

Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Και διατί να σου παίξωμεν το χ α ί ρ ου κ α ρ δ ι ά

μ ο υ, χ α ί ρ ο υ;

ΠΕΤΡΟΣ

Διότι η ιδική μου καρδιά παίζει μέσα της το σ χ ί-

σ ο υ κ α ρ δ ι ά μ ο υ σ χ ί σ ο υ. Παίξετε μου, μουσικοί,

κανένα εύθυμον σκοπόν να με παρηγορήσετε.

Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Δεν παίζομεν τίποτε. Δεν είναι καιρός διά μουσικήν

τώρα.

ΠΕΤΡΟΣ

Δεν παίζετε;

ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ

Όχι.

ΠΕΤΡΟΣ

Τώρα να σας δώσω εγώ...

Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Τι θα μας δώσης;

ΠΕΤΡΟΣ

Όχι χρήματα βέβαια! ξύλον θα σας δώσω.

Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Σώπα, παληόδουλε.

ΠΕΤΡΟΣ

Κύτταξε να μη σου χώση το σπαθί του εις τα πλευ-

ρά ο παληόδουλος. Κύτταξε να μη σου βαρέση το ίσον

εις την ράχιν σου.

Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Έλα έλα. Χώσε το σπαθί σου, και ξέχωσε το πνεύ-

μα σου.

ΠΕΤΡΟΣ

Τώρα να σας δείξω και το πνεύμα μου. Θα σας κο-

πανίσω με τον νουν μου, αντί να σας τρυπήσω με το

σπαθί μου. Αποκριθήτε μου ωσάν άνθρωποι.

Όταν την ψυχήν λύπη μας πλακώνει

και την βασανίζει αίσθημα πικρόν,

τοτ’ η μουσική με ήχον αργυρόν...

διατί ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν; διατί λέγει, η μ ο υ σ ι κ ή

μ ε ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν; Εδώ σε θέλω, Σίμε Λαγουτάρη.

Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Το λέγει, διότι το αργύριον έχει γλυκόν ήχον.

ΠΕΤΡΟΣ

Περίφημα! Τί λέγεις εσύ, Τρίχορδε;

Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Λέγω ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν, διότι οι μουσικοί παίζουν

διά το αργύριον.

ΠΕΤΡΟΣ

Εξαίρετα! Και συ, κυρ Δοξαρά;

Γ’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Δεν 'ξεύρω τι να 'πώ εγώ.

ΠΕΤΡΟΣ

Εγώ να σας το ειπώ. Λέγει μ ο υ σ ι κ ή μ ε ή χ ο ν

α ρ γ υ ρ ό ν, διότι δεν σας φέγγει τίποτε χρυσόν εσάς.

Τότ’ η μουσική με ήχον αργυρόν

μας παρηγορεί και μας βαλσαμώνει.

(Απέρχεται).

Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Τι παληάνθρωπος είναι αυτός;

Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ

Να 'πάγη να χαθή! Έλα, πηγαίνωμεν μέσα. Ν' ακο-

λουθήσωμεν το λείψανον, κ' έπειτα τρώγομεν εδώ.

(Απέρχονται).

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ.

Οδός εις Μάντουαν.

(Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Εάν του Ύπνου ημπορώ το 'μάτι να πιστεύσω,

τα όνειρά μου είδησιν χαροποιάν προλέγουν.

Αισθάνομαι ‘ς τον θρόνον του ελαφροκαθισμένον

τον κύριον του στήθους μου. Κι απ' την αυγήν ως τώρα

μια ασυνείθιστη χαρά ανοίγει την καρδιάν μου,

κι από την γην με στοχασμούς φαιδρούς μ' ανασηκόνει.

Απόψε την γυναίκα μου την είδα στ’ όνειρόν μου,

ωσάν να ήρχετο εδώ να με ιδή· και μ' ηύρεν

αποθαμμένον (όνειρον παράδοξον! ν' αφίνη

να συλλογήται ο νεκρός)· κι' αυτή με τα φιλιά της

τόσην εφύσησε ζωήν εις τα νεκρά μου χείλη,

ώστε ανέζησα εγώ, και ήμουν βασιλέας.

Αχ! Τι απόλαυσις γλυκειά η ζωντανή αγάπη,

αν της αγάπης η σκιά τόσην χαράν χαρίζη!

(Εισέρχεται ο ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Απ' την Βερώναν μήνυμα! Τι γίνεσαι, Βαλτάσσαρ;

Του καλογήρου γράμματα μου φέρνεις; δόσε μου τα.

Πώς είναι η γυναίκα μου; Τι κάμνουν οι γονείς μου,

Τι κάμν' η Ιουλιέτα μου; Το ερωτώ και πάλιν.

Όταν εκείν' ήναι καλά, κανείς κακά δεν είναι.

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

Λοιπόν εκείν' είναι καλά, κ' είναι καλά τα πάντα·

‘ς τον τάφον των προγόνων της το σώμα της κοιμάται,

κ' η άυλή της η ψυχή πετά με τους αγγέλους.

Εξαπλωμένην νεκρικά την είδα εις το μνήμα,

κ' ήλθα εδώ να σου το 'πώ. Συγχώρησε, αυθέντα,

αν φέρνω είδησιν κακήν. Το πρόσταγμά σου κάμνω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αυτό μου έμελε; Λοιπόν, δεν σας ψηφώ, αστέρια! —

Πήγαιν' εκεί που κατοικώ· χαρτί να γράψω θέλω·

κ' ενοίκειασέ μου άλογα. Αναχωρώ απόψε.

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

Υπομονή, αυθέντα μου. Το πρόσωπόν σου είναι

αγριευμένον και χλωμόν. Φοβούμαι μη ξεσπάση

καμμία νέα συμφορά.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Μην έχης τέτοιον φόβον.

Πήγαινε τώρα· άφες με, κι' ό,τι σου είπα κάμε.

Του καλογήρου γράμματα δεν έχεις να μου δώσης;

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

Όχι, αυθέντα μου καλέ, δεν έχω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Δεν πειράζει.

Τρέξε να εύρης άλογα. Ευθύς κ' εγώ θα έλθω.

(Απέρχεται ο Βαλτάσσαρ).

Απόψε, Ιουλιέτα μου, μαζή σου θα πλαγιάσω!

Πλην πώς να γίνη; — Ω! ‘ς τον νουν ενός απελπι-

[σμένου

τι γρήγορα που το κακόν εμβαίνει! — Ενθυμούμαι,

εδώ πλησίον κατοικεί ένας φαρμακοπώλης.

Προχθές τον είδα. Βότανα εμάζευε σκυμμένος,

με ξεσχισμένον φόρεμα, με φρύδια σουφρωμένα·

τον είχε ως το κόκκαλον η πτώχεια φαγωμένον.

Και εις του ξεπεσμένου του εργαστηρίου τους τοίχους

χελώναν είχε κρεμαστήν, και δέρμα κροκοδείλου

βαλσαμωμένον, και πετσιά ψαριών φρικωδεστάτων·

κι' ανάρια ‘ς το τραπέζι του αραδιασμένα ήσαν

άδεια κουτιά, και πράσινα αγγεία χωματένια,

και φούσκαις κατακίτριναις, και μουχλιασμένοι σπόροι,

και τριαντάφυλλα παστά, κι' απομεινάρια σπάγγου.

Κ' εγώ επαρατήρησα την πτώχειαν του, και είπα:

Εάν ευρίσκεται κανείς να χρειασθή φαρμάκι,

αυτός ο άθλιος εδώ θα του το επωλούσε,

κι ας τιμωρή τον πωλητήν με θάνατον ο Νόμος.

Ωσάν να το επρόβλεπα πως θα τον λάβω χρείαν!

Εδώ νομίζω κατοικεί· αλλά το εργαστήρι

είναι κλειστόν. Έχει εορτήν. — Εσύ, φαρμακοπώλη!

(Εισέρχεται ο φαρμακοπώλης).

ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ

Ποιος κράζει τόσον δυνατά;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Έλα εδώ, καλέ μου.

Πτωχός μου φαίνεσαι. Ιδού· λάβε φλωριά σαράντα.

Θέλω φαρμάκι δυνατόν, να ενεργή αμέσως,

κι' άμα σταις φλέβαις σκορπισθή νεκρόν να τον αφίνη

εκείνον που βαρέθηκε να ζη, και θα το πάρη.

Από το σώμα την ζωήν το θέλω να την διώχνη

διά μιας, ορμητικά, καθώς ορμά κ' εβγαίνει

από τα σπλάγχνα κανονιού πυρίτις αναμμένη.

ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ

Φαρμάκι έχω δυνατόν, καθώς το θέλεις· όμως

τον τιμωρεί τον πωλητήν με θάνατον ο Νόμος.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τόσον πτωχός και ελεεινός, και θάνατον φοβάσαι;

‘ς τα μάγουλά σου φαίνεται ζωγραφισμένη η πείνα·

‘ς τα λιμασμένα 'μάτια σου η στέρησις' κ' η πτώχεια·

‘ς την ράχιν σου η ζητανιά κι' ο εξευτελισμός σου·

ο Νόμος δεν σε αγαπά, κι' ο κόσμος δεν σε θέλει·

Νόμον να γίνης πλούσιος ο κόσμος δεν τον έχει·

λοιπόν, τον Νόμον πάτησε και πάρε, να πλουτήσης.

ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ

Τα δέχεται η πτώχεια μου, η θέλησίς μου όχι.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Όχι την θέλησιν κ' εγώ, την πτώχειαν σου πληρόνω.

ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ

Πάρε αυτό και χύσε το 'ς ό,τι πιοτόν κι' αν ήναι,

και πιέ το. Είκοσι ανδρών την δύναμιν να έχης,

αμέσως οπού το γευθής, ευθύς σε τελειόνει.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Να τα φλωριά. Χειρότερον φαρμάκι τούτο είναι,

εις τον βρωμόκοσμον αυτόν πλειότερον σκοτόνει,

από αυτό, που να πωλής ο Νόμος σ' εμποδίζει.

Εγώ φαρμάκι σου πωλώ, κι’ όχι εσύ εμένα!

Ώρα καλή. Αγόρασε ψωμί να κάμης σάρκα. —

Έλα εσύ, ω ιατρικόν, όχι φαρμάκι· έλα· εκεί, στης Ιουλιέτας μου

τον τάφον θα σε πάρω!

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.

Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου.

ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ, εισερχόμενος.

Ω άγιε καλόγηρε, ω αδελφέ, πού είσαι;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, εισερχόμενος.

'Σάν την φωνήν μου φαίνεται του πάτερ Ιωάννου.

Καλώς 'τον απ' την Μάντουαν! Τι λέγει ο Ρωμαίος;

Αν σ' έδωσε απόκρισιν γραμμένην, δος το γράμμα.

ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ

Του τάγματός μας μοναχόν επήγα να ζητήσω,

νάχω ‘ς τον δρόμον σύντροφον (53)· κ' εκεί όπου τον ηύρα

να περιθάλπη ασθενείς, διά μιας πλακόνουν

οι φύλακες της πόλεως· επήραν υποψίαν

μη έπεσε θανατικόν, κ' εσφράγισαν τας θύρας,

και μας εκλείδωσαν εκεί ‘ς το μολυσμένον σπίτι,

κ' εμένα εις την Μάντουαν μ' εμπόδισαν να 'πάγω.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Με ποίον έστειλες λοιπόν το γράμμα ‘ς τον Ρωμαίον;

ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ

Δεν ήτο τρόπος να σταλθή. Ιδού· εδώ το έχω

ούτε μου ήτο δυνατόν να σου το στείλω 'πίσω.

Τόσος τους έπιασε πολύς επιδημίας φόβος.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ω συμφορά! Το γράμμα μου ασήμαντον δεν ήτο,

αλλ' είχε, μα το ράσον μου, μεγάλην σημασίαν,

και ίσως η αναβολή κακόν μεγάλον φέρη.

Πήγαινε τώρα, πήγαινε, ω πάτερ Ιωάννη,

εύρε λοστόν, και φέρε τον αμέσως ‘ς το κελλί μου.

ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ

Ευθύς τον φέρνω.

(Απέρχεται).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Μόνος μου θα τρέξω εις το μνήμα.

Η Ιουλιέτα ξυπνητή θα ήναι εις τρεις ώραις.

Θα έχη εναντίον μου παράπονον μεγάλον,

πως ο Ρωμαίος είδησιν ακόμη να μη λάβη.

Αλλά θα στείλω γράμματα ‘ς την Μάντουαν και πάλιν,

κ' έως να έλθη ο άνδρας της την κρύπτω ‘ς το κελλί μου.

Καϋμένον πτώμα ζωντανόν, με τους νεκρούς θαμμένον!

(Απέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.

Κοιμητήριον· εν αυτώ το οικογενειακόν των Καπουλέτων

μνημείον.

(Εισέρχεται ο ΠΑΡΗΣ, και ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ του φέρων άνθη και δαυλόν).

ΠΑΡΗΣ

Δος τον δαυλόν και πήγαινε. Παράμερα τραβήξου.

Ή σβύσε τον καλλίτερα. Να με ιδούν δεν θέλω.

Εσύ 'ξαπλώσου καταγής ‘ς τα έλατα αποκάτω,

κ' έχε τ’ αυτί σου κολλητόν κάτω ‘ς την γην την κούφιαν

απ' το συχνόν το σκάψιμον είν' άστρωτον το χώμα,

και αν ‘ς το κοιμητήριον κανείς περιπατήση,

θα τον ακούσης. Σφύριξε αμέσως που ακούσης.

Δόσε μου τ’ άνθη. Πήγαινε, και κάμε όπως είπα.

ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, καθ' εαυτόν.

Φοβούμαι ολομόναχος ‘ς τους τάφους· πλην θα μείνω.

(Απομακρύνεται).

ΠΑΡΙΣ

Σκορπίζω άνθη, άνθος μου, ‘ς την νυμφικήν σου κλίνην,

αλλοίμονον, με χώματα στρωμένην και με πέτραις!

Ταις νύκταις με ροδόσταγμα εγώ θα την ραντίζω,

κι' αν λείψη το ροδόσταγμα, με δάκρυα πικρά μου.

Το μοιρολόγι μου αυτό θα έχης κάθε νύκτα,

να έρχωμαι ς' τον τάφον σου, να ραίνω και να κλαίω.

(Σφυρίζει ο ακόλουθος).

Α! το παιδί μ' ειδοποιεί· θα πλησιάζη κάποιος.

Ποιος είν' αυτός που έρχεται μ' ανόσιον ποδάρι,

και μου χαλνά την νεκρικήν πομπήν του Έρωτός μου;

Κρατεί ‘ς το χέρι του δαυλόν. Ω νύκτα, σκέπασέ με!

(Εξέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και ο ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ κρατών δαυλόν,

μοχλόν και αξίνην).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Δος μου, Βαλτάσσαρ, τον μοχλόν και την αξίνην δος μου.

Το γράμμα τούτο δόσε το ‘ς τα χέρια του πατρός μου

πρωί πρωί. Δος μου το φως. Αν θέλης την ζωήν σου,

ό,τι κι' αν τύχη να ιδής και ό,τι κι' αν ακούσης,

μη πλησίασης κύτταξε και μη με διακόψης!

Έχω σκοπόν να καταιβώ ‘ς την κλίνην του θανάτου,

διότι και το πρόσωπον της γυναικός μου θέλω

να το ιδώ, κι' απ' το νεκρόν το χέρι της να πάρω

το δακτυλίδι που φορεί· πολύτιμόν μου είναι

και έχω λόγον ακριβόν που θέλω να το έχω.

Πλην αν γυρίσης και βαλθής να με παραμονεύσης,

μα τον Θεόν, τα μέλη σου κομμάτια θα τα κάμω,

να τα σκορπίσω εις αυτούς τους πεινασμένους τάφους!

Είν' οι σκοποί μου άγριοι, όσον κ' η ώρα τούτη·

ακόμη πλέον τρομεροί και εξαγριωμένοι

απ' ωργισμένην θάλασσαν, ή τίγριν πεινασμένην!

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

θα τραβηχθώ, αυθέντα μου, και δεν θα σε ταράξω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Με τούτο την αγάπην σου θα μου την αποδείξης.

Πάρε αυτά,

(Τω δίδει το βαλάντιόν του)

και πήγαινε, και ο Θεός μαζή σου!

Ώρα καλή σου, φίλε μου.

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

Ας λέγη ό,τι θέλει,

εδώ τριγύρω θα κρυφθώ· δεν φεύγω· με τρομάζει

το 'μάτι του· κάτι κακόν έχει ‘ς τον νουν φοβούμαι.

(Αποσύρεται).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ω στόμα μαύρον και φρικτόν! ω σπλάγχνον του θανάτου,

με τ’ ακριβώτερον κορμί του κόσμου χορτασμένον!

Ιδού, πώς τα σαγόνια σου τα σάπια θα τ’ ανοίξω,

κι' άλλην τροφήν ‘ς τα δόντια σου να χώσω στανικώς σου!

(Ανοίγει την θύραν του μνημείου).

ΠΑΡΗΣ

Αυτός είν' ο εξόριστος Μοντέκης, ο αυθάδης,

εκείνος οπού έχυσε το αίμα του Τυβάλτη,

και ν' αποθάνη έκαμε τ’ ωραίον τούτο πλάσμα

από την λύπην. Κ' έρχεται ακόμη να υβρίση

και τα θαμμένα των κορμιά! Να τον συλλάβω πρέπει. —

Σταμάτησε το έργον σου, ανόσιε Μοντέκη!

Και πέραν απ' τον θάνατον εκδίκησιν γυρεύεις;

Κατάδικε τρισάθλιε, σε συλλαμβάνω. Έλα,

υπάκουσέ με· πήγαινε μαζή μου. Θ' αποθάνης!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ναι· ο σκοπός μου είν' αυτός αλήθεια! Ν' αποθάνω! —

Απελπισμένον άνθρωπον μη ερεθίζης, νέε·

φύγε· ω! φύγε απ' εδώ και άφες με. Φοβήσου

αυτούς εδώ που κείτονται. Παρακαλώ σε νέε,

μη μ' αγριεύης, μη ζητής και άλλην αμαρτίαν

επάνω ‘ς το κεφάλι μου να μου επισωρεύσης.

Φύγε, σου λέγω· σ' αγαπώ καλλίτερ' απ' εμένα.

Κακόν δεν θέλω κανενός παρά του εαυτού μου.

Μη μένης· φύγε γρήγορα. Ζήσε να λέγης, ότι

ένας τρελλός ευσπλαγχνικός σ' εβίασε να φύγης.

ΠΑΡΗΣ

Δεν τα ψηφώ τα λόγια σου και τους εξορκισμούς σου,

κι' ως άνθρωπον παράνομον εδώ σε συλλαμβάνω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Πόλεμον θέλεις και καλά; Ιδού λοιπόν!

(Μάχονται).

Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

Θεέ μου!

Σπαθιαίς! Τους νυχτοφύλακας ας τρέξω να φωνάξω.

(Απέρχεται).

ΠΑΡΗΣ

Μ' εσκότωσες! 'σπλαγχνίσου με, και άνοιξε το μνήμα,

κ' εξάπλωσέ με νεκρικά κοντά ‘ς την Ιουλιέταν.

(Αποθνήσκει).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Καλά· σου το υπόσχομαι. Να σε ιδώ, ποιος είσαι;

Του Μερκουτίου ο καλός ο συγγενής, ο Πάρης!

Τι μ' έλεγεν ο δούλος μου ‘ς τον δρόμον; και τα λόγια

δεν τα επρόσεχα εγώ ‘ς την ταραχήν μου μέσα;

Ο Πάρης να στεφανωθή την Ιουλιέταν ήτον;

Αυτό μου είπε; ή εγώ το είδα στ’ όνειρόν μου;

Ή επειδή επρόφερεν ο Πάρης τ’ όνομά της,

τα εφαντάσθηκεν αυτά ο σαλευμένος νους μου; —

Δος μου το χέρι. Είμεθα κ' εγώ και συ, καϋμένε,

μαζή γραμμένοι ‘ς το πικρόν της συμφοράς βιβλίον!

Δος μου το χέρι σου. Εγώ εσένα θα σε θάψω

εις μνήμα θριαμβευτικόν... εις μνήμα; όχι! Φάρον!

διότι αναπαύεται εδώ η Ιουλιέτα,

κ' η ευμορφιά της χύνει φως στου τάφου ταις καμάραις!

Εδώ 'ξαπλώσου, ω νεκρέ! ένας νεκρός σε θάπτει.

(Καταθέτει τον Πάρην εντός του τάφου).

Πολύ συχνά ο άνθρωπος ‘ς το ψυχομαχητόν του

αισθάνεται χαρούμενος, και οι τριγυρινοί του

το ονομάζουν αστραπήν προ του θανάτου τούτο.

Ιδού, κ' εμένα είν' αυτό η αστραπή μου τώρα!

Αγάπη μου, γυναίκα μου! Ω! της αναπνοής σου

το μέλι το ερρούφησεν ο Θάνατος· αλλ' όμως

ακόμη δεν εκάλυψε την ωραιότητά σου,

ακόμη δεν σ' ενίκησε. Το κόκκινόν της χρώμα

ακόμη αξεδίπλωτον το έχ' η ωραιότης

επάνω εις τα χείλη σου και εις τα μάγουλά σου·

του Χάρου δεν τα 'σκέπασεν η κίτρινη σημαία!

Εις το αιματωμένον σου το σάβανον, Τυβάλτη,

εδώ κοιμάσαι· τι ζητείς; τι άλλην χάριν θέλεις

από το χέρι πώκοψε τα νειάτα σου ‘ς την μέσην,

παρά να κόψη την ζωήν αυτήν, που εμισούσες;

Συγχώρησέ με εξάδελφε! — Αχ, Ιουλιέτα, φως μου,

πως είσαι τόσον εύμορφη ακόμη; Μη αλήθεια

ο Θάνατος ο άυλος ερωτευμένος είναι;

Μήπως το αποτρόπαιον, το άσαρκον το τέρας

εδώ ‘ς το σκότος σε κρατεί, να σ' έχη ερωμένην;

Από τον φόβον μου εδώ, μαζή σου θ' απομείνω.

Ποτέ δεν φεύγω απ' αυτό του Σκότους το παλάτι.

Εδώ θα μένω πάντοτε μαζή με τα σκουλήκια,

που έχεις συνοδείαν σου. Εδώ, εδώ θα εύρω

αιώνιον ανάπαυσιν. Εδώ θ' αποτινάξω

απ' το τυραννισμένον μου κι' απηυδισμένον σώμα,

τον βαρυτράχηλον ζυγόν του άστρου του κακού μου!

Ιδέτε ύστερην φοράν, ω 'μάτια μου! Χαρήτε

το ύστερον αγκάλιασμα, ω χέρια μου! Ω χείλη,

εσείς, ω θύραις της πνοής, μ' ένα σεμνόν φιλί σας

σφραγίσετε το πάκτωμα, που κάμνω με τον Χάρον!

Έλα, πικρέ μου οδηγέ, τον δρόμον να μ' ανοίξης.

Απελπισμένε ναύκληρε, ω! έλα να συντρίψης

‘ς τους βράχους το καράβι μου το θαλασσοδαρμένον!

Καλώς σε ηύρα αγάπη μου!

(Πίνει το δηλητήριον)

Πιστέ φαρμακοπώλη,

το ιατρικόν σου δεν αργεί. — Μ' ένα φιλί ‘πεθαίνω.

(Αποθνήσκει).

(Εισέρχεται εκ της ετέρας πλευράς του κοιμητηρίου ο ΠΑΤΕΡ

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, φέρων λύχνον, μοχλόν και αξίνην).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Βοήθειά μου ο Θεός! πόσαις φοραίς απόψε

εσκόνταψαν τα πόδια μου εις τάφους. — Ποίος είσαι;

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

Πάτερ Λαυρέντιε, εγώ, φίλος και γνώριμός σου.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ευλογητός! Δεν μ' εξηγείς, τι φως εκεί του κάκου

φωτίζει μαυροσκούληκα κι' αόμματα κρανία;

Του Καπουλέτου είν' εκεί ο τάφος, αν δεν σφάλλω.

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

Ο κύριός μου είν' εκεί, ω άγιέ μου πάτερ,

ο νέος οπού αγαπάς.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ποιος είναι;

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

Ο Ρωμαίος.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Προ πόσης ώρας είν' εκεί;

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

θα ήναι 'μισή ώρα.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

'Σ τον τάφον ακολούθει με.

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

Φοβούμαι να σ' ακούσω

Ο κύριός μου αγνοεί πως είμ' εδώ ακόμη,

και μ' εφοβέρισε φρικτά πως αν παραμονεύσω

θα με σκοτώση.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Μείν' εδώ· εγώ πηγαίνω μόνος.

Ω! τρέμω μήπως έγεινε καμμία δυστυχία.

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

Απεκοιμήθηκα εκεί ‘ς τα έλατ’ αποκάτω,

και μέσα εις τον ύπνον μου 'σαν όνειρον τον είδα

μ' ένα εδώ να πολεμά, και να τον θανατόνη.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, προχωρών.

Ρωμαίε! — Ω, αλλοίμονον! Τι αίμα κηλιδόνει

τα μαρμαρένια πρόθυρα αυτού εδώ του τάφου;

Εδώ τι θέλουν τα σπαθιά τα αιματοβαμμένα,

γυμνά ριχμένα καταγής ‘ς τον τόπον της Ειρήνης;

(Ακούεται θόρυβος έξωθεν).

Α! ο Ρωμαίος! τι ωχρός! Ποιος άλλος; και ο Πάρης!

και βουτημένος στ’ αίματα! Τι ώρα ωργισμένη,

τι θρήνος!... Ω! εσάλευσεν η Ιουλιέτα.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Πάτερ,

ω πάτερ μου παρήγορε, ο άνδρας μου πώς είναι;

Το ενθυμούμαι καθαρά πού έπρεπε να ήμαι·

ηξεύρω πού ευρίσκομαι. Πού είναι ο Ρωμαίος;

(Ακούεται θόρυβος έξωθεν).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ακούω κρότον. — Κόρη μου, να φύγης και φωληάζει

εδώ αρρώστια, θάνατος, και ύπνος χωρίς τέλος.

Μια Δύναμις, που δεν 'μπορεί κανείς να την νικήση,

ανέτρεψε τα σχέδια και τους σκοπούς μας. Έλα!

Νεκρός o άνδρας σου εδώ ‘ς την αγκαλιάν σου είναι·

νεκρός κι' ο Πάρης. Φεύγωμεν. Θα σε τοποθετήσω

εις μοναστήρι άγιον καλογρηών. Μη στέκης·

μη μ' ερωτάς. — Eπλάκωσαν οι φύλακες! ω! έλα,

γρήγορα, φύγε!

(Θόρυβος έξωθεν).

Δεν τολμώ πλειότερον να μείνω.

(Εξέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Πήγαινε, φύγε απ' εδώ· αλλά εγώ δεν φεύγω.

Τι έχεις, άνδρα μου γλυκέ, ‘ς το χέρι σου σφιγμένον;

Ποτήρι; Σ' εθανάτωσε παράκαιρα φαρμάκι!

Όλον το 'πήρες, ω κακέ; δεν άφησες κ' εμένα

σταλαγματιάν, κατόπιν σου να έλθω; θα φιλήσω

τα χείλη σου. Επάνω των ίσως φαρμάκι μένει,

και με το βάλσαμον αυτό 'μπορέσω ν' αποθάνω.

(Τον ασπάζεται).

Είναι τα χείλη σου ζεστά!

ΦΥΛΑΞ, έξωθεν.

Οδήγει μας. Πού είναι;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Έρχοντ’ εδώ. Να μην αργώ.

(Αρπάζει το εγχειρίδιον του Ρωμαίου)

Καλότυχον μαχαίρι,

χώσου εδώ και σκούριαζε, και δος μου ν' αποθάνω!

(Αυτοχειριάζεται και πίπτει επί του πτώματος του Ρωμαίου).

(Εισέρχονται οι νυκτοφύλακες και ο ακόλουθος του Πάρη).

Ο ΑΚΟΛΟΥθΟΣ

Ιδού το μέρος. Κάτω 'κεί· κοντά ‘ς το φως εκείνο.

Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ

Γεμάτη αίματα η γη! — ‘ς τα μνήματα ιδέτε,

και οποίον τύχη κ' εύρετε κρυμμένον, πιάσετέ τον.

(Εξέρχονται ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ τινες).

Τι θέαμα ελεεινόν! Ο Πάρης σκοτωμένος,

κ' αιματωμένη και ζεστή ακόμ' η Ιουλιέτα,

ενώ προ δύο ημερών ετάφηκ' εδώ κάτω! —

Τρέξε στου πρίγκηπος εσύ, και συ στου Καπουλέτου,

συ κράξε τους Μοντέκιδες. 'Σ τους τάφους ας σκαλίζουν

οι άλλοι.

(Εξέρχονται έτεροι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ).

Εδώ έγινεν όλος αυτός ο θρήνος,

και έχομεν να μάθωμεν το διατί να γίνη.

(Επιστρέφουσι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ τινές μετά του ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ).

Β’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ

Τον ηύρα εις τα μνήματα· ο δούλος του Ρωμαίου.

Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ

Φυλάγετέ τον. Να φανή ο Πρίγκηψ δεν θ' αργήση.

(Επιστρέφουσι έτεροι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ μετά του ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ).

Β’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ

Ένας καλόγηρος ιδού, οπού θρηνεί, και τρέμει,

κι' αναστενάζει. Έφευγε απ' το νεκροταφείον

και εκρατούσε τον μοχλόν και την αξίνην τούτην.

Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ

Το πράγμα είναι ύποπτον. Κι αυτόν κρατήσετέ τον.

Εισέρχεται ο ΠΡΙΓΚΗΨ μετά της συνοδείας του).

ΠΡΙΓΚΗΨ

Τι έγινε; τι συμφορά τόσον πρωί συνέβη,

κ' ετάραξε τον ύπνον μας και την ανάπαυσίν μας;

(Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και έτεροι).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Τι είν' η τόση ταραχή και το κακόν;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

'Σ τους δρόμους

τρέχει ο κόσμος· μερικοί φωνάζουν ο Ρωμαίος,

του Πάρη άλλοι τ’ όνομα, και άλλοι Ιουλιέτα!

Και όλοι τρέχουν με φωναίς προς το 'δικόν μας μνήμα.

ΠΡΙΓΚΗΨ

Τι είν' αυτό το άκουσμα το φοβερόν;

Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ

Αυθέντα,

μαχαιρωμένος είν' εδώ ο Πάρης, κι' ο Ρωμαίος

αποθαμμένος, και ζεστή και νεοσκοτωμένη

η Ιουλιέτα, που προχθές ετάφηκ' εδώ κάτω.

ΠΡΙΓΚΗΨ

Κυττάξετε να εύρετε πώς έγιναν οι φόνοι.

Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ

Ένας καλόγηρος ιδού, κι' ο δούλος του Ρωμαίου.

Είχαν ‘ς τα χέρια σίδερα, κατάλληλα ν' ανοίξουν

τους τάφους τούτους των νεκρών.

ΚΑΠΟΥΛΕΤ0Σ

Ω ουρανέ! — Γυναίκα,

ιδέ την κόρην μας εδώ, το αίμα της πώς τρέχει!

Ω! το μαχαίρι έσφαλε. Να η σωστή του θήκη.

Αντί εδώ εις το πλευρόν να έμβη του Μοντέκη,

στης θυγατρός μας άδικα εχώθηκε το στήθος!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Αχ! Είν' αυτό το θέαμα νεκρώσιμη καμπάνα,

που τα πικρά μου γηρατειά τα οδηγεί ‘ς τον τάφον!

(Εισέρχεται ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ και Έτεροι).

ΠΡΙΓΚΗΨ

Έλα, Μοντέκη· πρόωρα σ' εξύπνησαν, καϋμένε,

εδώ να εύρης πρόωρα τον υιόν σου κοιμισμένον.

ΜΟΝΤΕΚΗΣ

Ω άρχον, η γυναίκα μου πέθανεν απόψε·

του εξορίστου της παιδιού την έφαγεν η λύπη.

Ποία καινούρια συμφορά με κατατρέχει πάλιν;

ΠΡΙΓΚΗΨ

Κύτταξ' εδώ να την ιδής.

ΜΟΝΤΕΚΗΣ

Κακοαναθρεμμένε,

απ' τον πατέρα σου εμπρός ‘ς τον τάφον καταιβαίνεις;

ΠΡΙΓΚΗΨ

Ησύχασε, και πρόσμεινε να καθαρίσω πρώτα

το σκότος τούτο το πυκνόν, να μάθω την αιτίαν,

την κεφαλήν, και την πηγήν αυτής της παραζάλης.

Τότε θα γίνω αρχηγός πρώτος εγώ των θρήνων,

κι' ανοίγω εις την λύπην σας τον δρόμον του θανάτου·

αλλ' έως τότ’ υπομονή. — Οι ένοχοι πού είναι;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ο πλέον ύποπτος ιδού, κι' άν ένοχος δεν ήμαι.

Αλλά μου καταμαρτυρούν η ώρα και ο τόπος,

κ' επάνω μου του φονικού την υποψίαν στρέφουν.

Εγώ, αθώος κ' ένοχος, ιδού εμπρός σου στέκω,

να 'πώ την καταδίκην μου και την αθώωσίν μου.

ΠΡΙΓΚΗΨ

Ειπέ μου γρήγορα λοιπόν εκείνο που γνωρίζεις.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ολίγα λόγια θα ειπώ· 'λίγη ζωή μου μένει,

κι' ούτ’ ημπορώ (κι αν ήθελα) να τα μακρολογήσω.

Η Ιουλιέτα σύζυγον τον είχε τον Ρωμαίον,

αυτόν που βλέπετε νεκρόν. Και την νεκράν εκείνην

πιστήν γυναίκα κι' ακριβήν την είχεν ο Ρωμαίος.

Εγώ τους εστεφάνωσα, εγώ. Και την ημέραν

του γάμου των του μυστικού απέθαν' ο Τυβάλτης.

Ο άκαιρός του θάνατος εστάθηκεν αιτία

εξωρισμένος ο γαμβρός από εδώ να φύγη.

Αυτόν η νέα έκλαιε και όχι τον Τυβάλτην

(Προς τον Καπουλέτον).

και με σκοπόν την λύπην της εσύ να ξερριζώσης,

την ηρραβώνισες ευθύς, και να την στεφανώσης

διά της βίας ήθελες αμέσως με τον Πάρην.

Απελπισμένη έτρεξεν εκείνη και με ηύρε,

κ' εγύρευε βοήθειαν, και τρόπον να γλυττώση

από τον δεύτερον αυτόν τον γάμον, ή αλλέως

εις το κελλί μου ήθελε να σκοτωθή εμπρός μου.

Τότε κ' εγώ, που των φυτών τα μυστικά γνωρίζω,

της έδωσα ναρκωτικόν. Το αποτέλεσμά του

επέτυχε ‘ς το σώμα της, καθώς της το προείπα,

και του θανάτου την μορφήν την έκαμε να λάβη.

Εν τούτοις τον εμήνυσα να έλθη τον Ρωμαίον

αυτήν την νύκτα την φρικτήν, και να την περιλάβη

από τον τάφον της εδώ τον δανεικόν, την ώραν

που έμελλεν η δύναμις του ιατρικού να παύση.

Πλην έτυχεν εμπόδιον, κι' αντί αυτός να λάβη

τα γράμματά μου, χθες αργά ο πάτερ Ιωάννης

οπίσω μου τα έφερε. Και τότε μοναχός μου,

την ώραν που επρόσμενα η νέα να ξυπνήση,

ήλθα απ' τον τάφον μυστικά να την ελευθερώσω,

κ' εις το κελλί εσκόπευα να την κρατώ κρυμμένην,

έως να στείλω μήνυμα και πάλιν ‘ς τον Ρωμαίον.

Αλλ' όταν έφθασα εδώ, λεπτά ολίγα μόλις

πριν να την εύρω ξυπνητήν, τους ηύρα και τους δύο,

τον Πάρην τον ενάρετον και τον πιστόν Ρωμαίον,

αποθαμμένους καταγής. Εξύπνησε κ' εκείνη,

κ' ενώ να φύγη απ' εδώ την επαρακαλούσα,

κ' εις του Θεού τους ορισμούς υποταγήν να δείξη,

μ' εξίππασεν ο θόρυβος κ' εβγήκ' από το μνήμα.

Εκείνη δεν ηθέλησε να με ακολουθήση,

κι' απελπισμένη, φαίνεται, 'σκοτώθηκε μονάχη.

Αυτά γνωρίζω. — Ήξευρε τα στεφανώματά της

η παραμάνα της. — Εάν εις όλα τούτα πταίω,

ας παιδευθώ. Ο Νόμος σου ο αυστηρός ας κόψη

ολίγον πριν της ώρας των τα γέρικά μου χρόνια.

ΠΡΙΓΚΗΨ

Δι' άνθρωπον ενάρετον και άγιον σε είχα.

Τι άλλο έχει να ειπή ο δούλος του Ρωμαίου;

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ

Εις τον αυθέντην μου εγώ της Ιουλιέτας είπα

τον θάνατον. Την Μάντουαν παραίτησεν αμέσως

κ' ήλθεν εδώ βιαστικός, 'ς αυτόν εδώ τον τάφον.

Το γράμμα τούτο μ' έδωσε να δώσω του πατρός του·

να τραβηχθώ μ' επρόσταξε, να τον αφήσω μόνον

αλλέως μ' φοβέρισε να κόψη την ζωήν μου.

ΠΡΙΓΚΗΨ

Δος μου το γράμμα. Θα ιδώ τι γράφει του πατρός του.

Πού είναι και ο άνθρωπος του Πάρη; Φέρετέ τον. —

Ειπέ μου συ· τι έκαμεν εδώ ο κύριος σου;

Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

Έφερε άνθη στης νεκράς το μνήμα να σκορπίση,

κ' επρόσταξε παράμερα εγώ να περιμένω.

Εκεί που επερίμενα, είδα και ήλθεν ένας·

φως εκρατούσε, κ' ήθελε το μνήμα να τ’ ανοίξη·

κι ο κύριος μου ώρμησε με το σπαθί ‘ς το χέρι.

Αμέσως έτρεξα κ' εγώ τους φύλακας να κράξω.

ΠΡΙΓΚΗΨ

Το γράμμα του του μοναχού τα λόγια βεβαιώνει.

Τον γάμον, την αγάπην του, τον θάνατον της γράφει,

και λέγει πως ηγόρασε ‘ς την Μάντουαν φαρμάκι,

και ήλθεν, εις τον τάφον της επάνω ν' αποθάνη,

κ' εδώ κι' αυτός ν' αναπαυθή κοντά ‘ς την Ιουλιέταν.

Αυτοί που είναι, οι εχθροί; — Μοντέκη, Καπουλέτε!

Ιδέτε πώς την έχθραν σας ο Ουρανός παιδεύει·

εξολοθρεύει ο Θεός μ' αγάπην την χαράν σας!

Κ' εγώ, εγώ που έκλεισα ‘ς την έχθραν σας τα 'μάτια

έχασα δύο συγγενείς. Οι πάντες τιμωρούνται!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Δος μου το χέρι σου εδώ, ω αδελφέ Μοντέκη.

Ιδού το προικοσύμφωνον της κόρης μου. Τι άλλο

να σου ζητήσω ημπορώ;

ΜΟΝΤΕΚΗΣ

Εγώ θα δώσω κι' άλλο.

Από χρυσάφι καθαρόν θα στήσω τ’ άγαλμα της,

ώστε ενόσω εις την γην Βερώνα θα υπάρχη,

της Ιουλιέτας της πιστής να σώζεται η μνήμη,

και τ’ όνομά της ακριβόν κι' αγαπητόν να μένη!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Χρυσόν κοντά της τ’ άγαλμα θα στήσω του Ρωμαίου.

Άδικα θύματα κ' οι δυο της παλαιάς μας έχθρας!

ΠΡΙΓΚΗΨ

Αυτά τα 'ξημερώματα ειρήνην μαύρην φέρνουν.

Ο ήλιος απ' την λύπην του το πρόσωπόν του κρύπτει.

Πηγαίνωμεν. Θα έχωμεν πολύ συχνά αιτίαν

να ομιλούμεν δι αυτά τα θλιβερά συμβάντα.

Θα συγχωρήσω μερικούς· θα παιδευθούν οι άλλοι(54).

Δεν εξανέγεινε ποτέ τόσος καϋμός και θρήνος,

'σαν τον 'δικόν σας τον καϋμόν, Ρωμαίε, Ιουλιέτα!

(Εξέρχονται).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.

1) Η τραγωδία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας εδημοσιεύθη το πρώτον

κατά το 1597 μ. Χ. Αλλά κατά συγχρόνους μαρτυρίας φαίνεται

γραφείσα κατά το 1595· τινές δε των κριτικών θεωρούσιν αυτήν κατά

δύο ή τρία έτη αρχαιοτέραν. Τω 1599 εξεδόθη εκ δευτέρου μετά

προσθηκών και διορθώσεων· επί ταύτης δε βασίζονται αι

μεταγενέστεραι της τραγωδίας εκδόσεις. Όπως δήποτε αύτη είναι εκ

των πρώτων του Σαικσπείρου έργων, ή μάλλον ειπείν, το αριστούργημα

της νεαράς αυτού ηλικίας. Διά τούτο, κατά το λέγειν του Mezières

(Shakespeare ses Œuvres et ses critiques, σελ 259) «δεν είναι μεν

η τελειοτέρα των τραγωδιών αυτού, αλλά προξενεί εντύπωσιν

ζωηροτέραν ίσως πάσης άλλης, καθ' ο έχουσα εν εαυτή την έμπνευσιν

και την έκφρασιν της νεότητος.»

«Το ποίημα τούτο, λέγει ο Schlegel, αποπνέει την ευωδίαν του

έαρος, ανακαλεί την ηδυπάθειαν του άσματος της αηδόνος, και είναι

τρυφηλόν ως ρόδον νεωστί διεπτυγμένον. Αλλ' από της πρώτης εν αυτώ

περιεσταλμένης εκδηλώσεως και ανταλλαγής σεμνού έρωτος

μεταφερόμεθα, — ταχύτερον ή όσον η άνθησις της νεότητος και του

κάλλους διέρχεται, — εις πάθος άμετρον, εις ένωσιν αμετάκλητον·

δι' αλλεπαλλήλων δε εκρήξεων ευδαιμονίας και απελπισίας,

απολήγομεν εις το οικτρόν των δύο εραστών τέλος. Αλλά και

αποθνήσκοντες φαίνονται ούτοι αξιόζηλοι, ωσεί θριαμβεύοντες διά

του θανάτου αυτών κατά παντός του δυναμένου να τους αποχωρίση! Τα

γλυκύτερα και τα πικρότερα, έρως και μίση, εορταί και θρήνοι,

εναγκαλισμοί και ενταφιασμοί, η ζωή εν πάση αυτή τη ακμή, και

αυτοκτονίαι, τα πάντα ενταύθα κατεπείγουσιν αλλεπάλληλα. Πάσαι δε

αύται αι αντιθέσεις τοσούτον εναρμονίως συνέχονται, αποτελούσαι

ενιαίαν εντύπωσιν, ώστε το σύνολον αντηχεί εν τη ψυχή ημών ωσεί

διαρκής τις στεναγμός.»

Την υπόθεσιν του δράματος ηρύσθη ο Άγγλος ποιητής εξ ιταλικής

πηγής, εκ της ιστορίας των δύο εραστών της Βερώνας, ήτις κατά

παράδοσιν εγχώριον διεδραματίσθη τω έτει 1303 μ. Χ. Από του 1470

μέχρι του 1535 μ.. Χ. τρία ιταλικά διηγήματα εδημοσιεύθησαν

πραγματευόμενα την υπόθεσιν ταύτην. Το τελευταίον τούτων, το του

Bandello, μετεφράσθη γαλλιστί υπό του Pierre Boisteau· εκ της

μεταφράσεως δε ταύτης επήγασεν αγγλικόν ποίημα, δημοσιευθέν τω

1562 μ. Χ.· ώστε η υπόθεσις του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας ήτο ήδη

γνωστή εν Αγγλία, ότε ο Σαικσπείρος συνέλαβε την ιδέαν του

δράματος, δι ου απηθανάτισε τους εραστάς της Βερώνης. Αλλά και

εκτός της Αγγλίας η αυτή υπόθεσις ενέπνευσεν ετέρους συγχρόνους

ποιητάς. Ούτως ο Ισπανός Lope de Vega έλαβεν αυτήν ως θέμα μιας

των τραγωδιών του. Και ο ημέτερος δε Βικέντιος ο Κορνάρος φαίνεται

μέχρι τινός επηρεασθείς υπό της αναγνώσεως των ιταλικών

διηγημάτων, των πραγματευομένων περί του ατυχούς έρωτος του

Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Ναι μεν, ο μύθος του Ερωτοκρίτου

πολλαχώς διαφέρει της ιταλικής εκείνης παραδόσεως, αλλ' υπάρχουσιν

εν αυτώ ικανά σημεία υποδεικνύοντα την επίδρασιν της ιταλικής

πηγής. Ο έρως του Ερωτοκρίτου και της Αρετής (ει και διάφορος κατά

την αρχήν και τας περιπετείας του έρωτος του Βερωναίου ζεύγους,)

αι συναντήσεις των εραστών εις το παράθυρον, η εξορία του τε

Ερωτοκρίτου και του Ρωμαίου (ει και εκ διαφόρου αιτίας

προκαλούμεναι), ο μυστικός αμφοτέρων αρραβών ή γάμος, ο

επιβαλλόμενος υπό των πατέρων δεύτερος γάμος, και η άρνησις της τε

Ιουλιέτας και της Αρετής, και η οργή των πατέρων και τα κατόπιν

δεινά, και οι χαρακτήρες της Νένας εξ ενός και της παραμάνας αφ'

ετέρου, ταύτα πάντα δεν φαίνονται τυχαίαι απλώς συμπτώσεις. Άλλως

τε η επίδρασις της ιταλικής αγωγής και της ιταλικής φιλολογίας ήτο

γενική καθ' άπασαν την τότε Ευρώπην. Εκεί ανεζήτουν υπογραμμόν και

ηρύοντο έμπνευσιν ο Σαικσπείρος εν Αγγλία, ως ο Κορνάρος εν Σιτία

της Κρήτης. Διά τούτο και μόνον, ανεξαρτήτως πάσης άλλης σχέσεως

μεταξύ Ρωμαίου και Ιουλιέτας αφ' ενός και Ερωτοκρίτου αφ' ετέρου, !!

εθεώρησα ως ουχί όλως αδιάφορον προς τον Έλληνα αναγνώστην την εν

ταις επομέναις σημειώσεσι παραβολήν χωρίων τινών των δύο τούτων

ποιημάτων. Ούτε θα σκανδαλίση τινά, φρονώ, η τοιαύτη παραβολή,

ένεκα της ανισότητος των δύο ποιητών. Ο Σαικσπείρος ίσταται ως

γίγας χρυσοστεφής εν μέσω απάντων των ποιητών της νεωτέρας εποχής,

ενώ ο πτωχός Κορνάρος ούτε τον ταπεινόν στέφανον ελαίας, όστις τω

προσήκει, ηυτύχησε εισέτι να περιβληθή. Αλλά δεν δικαιούμεθα διά

τούτο να λησμονήσωμεν, ότι ο Ερωτόκριτός του, καίτοι φέρων τα

ελαττώματα της εποχής καθ' ην εγράφη, έχει όμως τας αρετάς αληθούς

ποιητικής εμπνεύσεως, και ότι δεν έσφαλεν ο ελληνικός λαός, ο επί

τοσαύτας γενεάς αγαπήσας το ποίημα τούτο.

2) Εθεώρησα προτιμητέαν την βάρβαρον ταύτην γραφήν Μπεμβόλιος, ή

την κακοφωνίαν και την διαστροφήν της διά του Β γραφής του

ονόματος του Benvolio.

3) Τα δράματα του Σαικσπείρου, ότε το πρώτον εξεδόθησαν, δεν ήσαν

διηρημένα εις πράξεις και σκηνάς. Οι μεταγενέστεροι εκδόται

εθεώρησαν σκόπιμον τον εις πέντε πράξεις διαμερισμόν αυτών· τούτο

δε εξηγεί την ανισότητα, ήτις ως επί το πολύ επικρατεί εις την

πενταμερή ταύτην διαίρεσιν.

4) Προς τους προτιθεμένους να παραβάλωσι την μετάφρασίν μου προς

το αγγλικόν κείμενον, οφείλω απολογητικήν τινα επεξήγησιν διά την

μετρίασιν, έστιν ότε δε και την παράλειψιν εκφράσεών τινων του

πρωτοτύπου. Απέναντι της δυσκολίας του να μεταφράσω, ή και της

συστολής του να δημοσιεύσω τας τοιαύτας εκφράσεις εν πάση αυτών τη

γυμνότητι, εθεώρησα προκριτωτέραν την συγκάλυψιν, ή την

αποσιώπησιν ολιγίστων τινών χωρίων. Άλλως τε εις πολλάς των προς

χρήσιν σχολείων ή οικογενειών αγγλικάς του ποιητού εκδόσεις

πλείσται τοιαύται εκφράσεις παραλείπονται, ενώ ο μεταφραστής αντί

της αποκοπής έχει το πλεονέκτημα να προσφεύγη εις την μετρίασιν

αυτών. Και κατά τας θεατρικάς δε παραστάσεις πολλά επίσης

αποσιωπώνται. Περί τούτου ιδίως η αγγλική εφημερίς Daily News,

καταχωρίσασα την 28ην Ιανουαρίου 1875 επιστολήν ανταποκριτού

αυτής, επραγματεύθη την επιούσαν δι άρθρου, ούτινος ιδού το

συμπέρασμα. «Τινές των βαναυσολογιών, αίτινες παρεισβαίνουσιν εις

τους διάλογους των Σαικσπειρείων δραμάτων δύνανται άνευ ζημίας

τινός να παραλειφθώσιν. Αλλ' ενίοτε αι τοιαύται εκφράσεις

χαρακτηρίζουσι δι' ανεξίτηλου τρόπου πρόσωπόν τι του δράματος,

οίος λόγου χάριν ο Ιάγος, ούτινος η αισχρά καρδία διαστρέφει παν

ό,τι αγνόν και όσιον. Αι τοιαύται βαναυσολογίαι δεν δύνανται να

απαλειφθώσιν. Ο ποιητής εθεώρησεν αναγκαίον να χαρακτηρίση δι'

αυτών τα ιδανικά πλάσματα, άτινα διά της φαντασίας αυτού

ενεσάρκωσε». Ταύτα ας χρησιμεύσωσιν ως απολογία μου δι' όσα εν τη

παρούση μεταφράσει ενδέχεται να θεωρηθώσιν ως μη αρκούντως

σεμνοπρεπή. Εξ άλλου, καθ' α ο αυτός Άγγλος αρθρογράφος ορθώς

επιλέγει, η γυμνότης πολλών εκφράσεων, αίτινες επετρέποντο κατά

την εποχήν του Σαικσπείρου, δεν είναι τοσούτον επιλήψιμος, όσον τα

υποκρυπτόμενα συχνάκις υπό την κατ’ επιφάνειαν ευπρέπειαν ή την

κομψότητα της σημερινής δραματολογίας. Αλλά, ούτως ή άλλως,

αναγκάζομαι να ομολογήσω, ότι η μετάφρασις των τοιούτων χωρίων και

των υβριστικών εν γένει λέξεων του αγγλικού κειμένου, δεν ήτο η

ελαχίστη των δυσχερειών του έργου μου, ως μεταφραστού.

5) Οι οπαδοί του Μοντέκη φέρουσιν επί του πίλου σημείον, δι' ου

διακρίνονται από των του Καπουλέτου, αναγνωρίζονται δε ούτω επί

της σκηνής και μακρόθεν.

6) Σημείον περιφρονήσεως. Κατά τους σχολιαστάς, σύρεται μετά βίας

ο όνυξ του αντίχειρος επί των άνω οδόντων· ο εστίν, οίον το παρ'

ημίν ισοδυναμούν τω γρυ σχήμα.

7) Ο πρίγκηψ προσκαλεί τους δύο γέροντας να έλθωσι

Το old Free-town, our common judgement pace.

Ο Γάλλος μεταφραστής (Fr. Hugo) μεθερμηνεύει το Free-town εις

vieux Chateau de Villa-franca, ο δε Γερμανός zür alten Burg. Κατά

σχολιαστήν Άγγλον old Free-town ήτο το φρούριον των Καπουλετών.

8) Αι αλλεπάλληλοι αλληγορίαι, των οποίων βρίθει το πρώτον ιδίως

μέρος της προκειμένης τραγωδίας, μαρτυρούσιν ότι, καθ' ην εποχήν

έγραφεν αυτήν, δεν είχεν εισέτι ο μέγας ποιητής απαλλαγή της

επιδράσεως της συγχρόνου αυτού φιλολογίας. Η Ιταλία ήτο τότε το

πρότυπον του πολιτισμού και ο οδηγός του συρμού. Εκεί δε τους

μεγάλους συγγραφείς της προηγουμένης εκατονταετηρίδος είχε

διαδεχθή σχολή ποιητική, της οποίας ιδιάζων χαρακτήρ ήσαν τα

λεγόμενα concetti, αι μέχρι κόρου αλληγορικαί εκφράσεις. Άλλως τε,

κατά την παρατήρησιν του Guizot, (Shakspeare et son temps), «ο

Σαικσπείρος αυτός εναργώς υποδεικνύει, ότι δεν ηρέσκετο φύσει εις

τον τρόπον τούτον του εκφράζεσθαι, ότε διά του μοναχού Λαυρεντίου

επιπλήττει τον Ρωμαίον διά το γριφώδες του ύφους του.» (Εν σκηνή

Γ' της Α' πράξεως.)

9) Μεταφράζων τα μεν πεζά εις πεζόν λόγον, τους δε στίχους

εμμέτρως, δεν ετήρησα ίσην ακρίβειαν και ως προς την

ομοιοκαταληξίαν. Αλλ' ως θέλει παρατηρήσει ο αναγνώστης, οι

ομοιοκατάληκτοι στίχοι είναι πολυαριθμότεροι εν τη μεταφράσει της

προκειμένης τραγωδίας ή εις τας δύο επομένας. Τα πρώτα του

Σαικσπείρου δράματα περιέχουν πολλώ τελειότερους ομοιοκαταλήκτους

στίχους, ή τα εις ωριμωτέραν της ζωής αυτού εποχήν γραφέντα. Ούτως

εκ των τριών τούτων τραγωδιών, εις μεν τον Ρωμαίον και την

Ιουλιέταν εκ των 3002 στίχων του αγγλικού κειμένου

(συμπεριλαμβανομένων και των εις πεζόν χωρίων), οι 486 είναι

ομοιοκατάληκτοι εν δε τω Οθέλλω εκ 3324 στίχων, οι 86 μόνον

ομοιοκατάληκτοι, και εν τω Βασιλεί Ληρ 74 μόνον εκ 3298 στίχων.

(Ίδε την εισαγωγήν του F. F. Furnivall εις την αγγλικήν μετάφρασιν

των επί του Σαικσπείρου σχολίων του Γερβίνου και τον εν αύτη υπό

του Κ. Fleay επεξεργασθέντα πίνακα). Οφείλω δ' ενταύθα να

προσθέσω, ότι δεν συμφωνούσι πάντες οι εκδόται ως προς χωρία τινά,

πού μεν ως πεζά, αλλαχού δ' ως έμμετρα διδόμενα. Ούτω τα της

παραμάνας, εν σκηνή Γ' της Α' πράξεως, είς τινας των νεωτέρων της

προκειμένης τραγωδίας εκδόσεων δημοσιεύονται ως στίχοι αντί πεζού.

10) «Ο Ρωμαίος παρουσιάζεται κατά πρώτον εν τη τραγωδία ως αγαπών

την Ροζαλίναν. Αύτη είναι ανεψιά του Καπουλέτου, νέα λευκόχρους

και μελανόφθαλμος, υπερτέρα δε της Ιουλιέτας κατά την δύναμιν του

τε νοός και του σώματος. Αλλ' ούτε φλογερών αισθημάτων ευεπίδεκτος

είναι, ούτε την λατρείαν του Ρωμαίου προσδέχεται. Ώστε διά του

έρωτος τούτου δεν ικανοποιούνται οι αόριστοι της καρδίας του

πόθοι, και υποφέρει ο δυστυχής του Ταντάλου το μαρτύριον, το δε

κενόν, εντός του οποίου ζη βασανιζόμενος απορροφά, της ψυχής αυτού

την ικμάδα. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον αν αιφνίδιος μέθη

ανεκλαλήτου ευδαιμονίας πλημμυρίζει μετέπειτα την σφριγώσαν, αλλ'

αλγούσαν καρδίαν του.» (Gervinus, Shakespeare Commentaries.)

Ούτω και ο Άγγλος Coleridge: «Ο Ρωμαίος παρίσταται ερωτευμένος

ήδη. Η ανάγκη αγάπης ωθεί τον άνθρωπον εις αναζήτησιν αντικειμένου

τινός του έρωτός του. Αλλ' υπάρχει ως προς τούτο διαφορά μεταξύ

ανδρός και γυναικός. Εάν η Ιουλιέτα παρίστατο ως κυριευομένη ήδη,

ή και ως νομίζουσα ότι κυριεύεται υπ' άλλου ήδη έρωτος, το

τοιούτον ήθελε προξενήσει αλγεινήν εις ημάς εντύπωσιν. Αλλ' ουδείς

φρονώ θεωρεί ως άτοπον, ότι ο Ρωμαίος μετά τοσαύτης ευκολίας

λησμονεί την Ροζαλίναν και παραδίδεται διά μιας εις τον έρωτα, τον

οποίον η Ιουλιέτα τω εμπνέει. Διότι η Ροζαλίνα ουδέν ήτο πλέον, ή

το όνομα, εν ω ενεσαρκούτο, ούτως ειπείν, η ερωτική κλίσις της

θαλεράς αυτού φαντασίας.»

11) Κατά τον Άγγλον Steevens ο ποιητής διά των στίχων τούτων

υπαινίττεται την βασίλισσαν της Αγγλίας Ελισσάβετ, ήτις ηρέσκετο

ακούουσα εξυμνουμένην την τε ωραιότητα και την αγνότητα αυτής.

12)Επί Σαικσπείρου έφερον προσωπίδας αι εις τας θεατρικάς

παραστάσεις παρευρισκόμεναι Κυρίαι.

13) Της αυτής ηλικίας ήτο και η Αρετή του Ερωτοκρίτου.

«Λοιπόν τον έρωτα κι' αυτή να την γελάση αφήκε,

πούναι δεκατριών χρονών, δεκατεσσάρων 'μπήκε. »

(Ίδε σελ. 216 της Δ' εκδόσεως του Ερωτοκρίτου)

14) Plantain. Το πεντάνευρον ή αρνόγλωσσον (φύλλον φυτού) έχον

ιαματικήν ιδιότητα τίθεται επί πληγών.

15) Εν τω κειμένω υπάρχει _Lammas-tide_, τούτο δε, εκ της αρχαίας

Αγγλο - σαξωνικής παραγόμενον, σημαίνει εορτή τον άρτου, ήτοι εορτή

των πρώτων οπωρών, τα πρωτόλεια. Ετελείτο δ' η εορτή αύτη την

πρώτην Αυγούστου. Επροτίμησα να μεταφέρω το συμβάν, το οποίον η

παραμάνα διηγείται, εις την εορτήν των Αγίων Αποστόλων, καίτοι μη

ακριβώς συμπίπτουσαν μετά της αγγλικής του κειμένου εορτής·

καθόσον είναι αύτη εκ των επισημοτέρων των καθ' ημάς εορτών, εξ

εκείνων δηλονότι, τας οποίας Ελληνίς παραμάνα ήθελεν εκλέξει, όπως

χαράξη γεγονός τι εις την μνήμην αυτής.

Σαικσπείρου Τραγωδίαι : Μέρος Α'. Ρωμαίος και Ιουλιέτα · 第 2 / 6 题