Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George Canonis

Note: The tonic system has been changed from polytonic to

monotonic. A table with spelling mistakes has been taken into

account. The spelling of the book has not been changed otherwise.

Words in italics have been included in _. Footnotes in the

preface have been transferred at its end.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε

μονοτονικό. Ο Πίνακας παροραμάτων έχει ληφθεί υπόψην. Η

ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με

πλάγιους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε _. Οι υποσημειώσεις

στις σελιδες των προλεγομένων μεταφέρθηκαν στο τέλος τους.

ΤΡΑΓΩΔΙΑΙ

ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ,

ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑΣ

ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΙ

ΕΚ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕIΣΑI

ΥΠΟ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ.

ΜΕΡΟΣ Α'.

ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ

ΑΔΕΛΦΟΙ ΔΕΠΑΣΤΑ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ

ΚΑΙ

ΕΚΔΟΤΑ1

ΕΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ,

1876.

ΤΗ ΣΥΖΥΓΩ ΜΟΥ.

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Ουδενός μετά τον Όμηρον ποιητού, αρχαίου ή νεωτέρου, τα έργα

τοσούτον την σήμερον κατέστησαν πάγκοινα, όσον τα του Σαικσπείρου.

Τα επί των δύο της γης ημισφαιρίων πολυάριθμα Αγγλοσαξωνικά φύλα

ενδιατρίβουσι περί αυτά, όσον σχεδόν και περί τας ιεράς γραφάς· οι

δε στίχοι αυτού, εν είδει ρητών ή παροιμιών, κοσμούσι τας

αγορεύσεις ή ποικίλουσι την ομιλίαν πάντων των την Αγγλικήν

λαλούντων. Οι Γερμανοί, ιδιοποιούμενοι τον μέγαν της Αγγλίας

δραματουργόν, θεωρούσιν αυτόν ως τον κατ' εξοχήν δήθεν

αντιπρόσωπον και διερμηνέα της Τευτονικής διανοίας. Τα δε λοιπά

της Ευρώπης έθνη, και αυτοί έτι οι Ινδοί, επολιτογράφησαν δι’

επανηλημμένων πολλάκις μεταφράσεων τα αριστουργήματα αυτού. Εκτός

δε των αλλεπαλλήλων εκδόσεων και μεταφράσεων, πλείστα περί

Σαικσπείρου εγράφησαν και οσημέραι γράφονται· σχόλια, ερμηνείαι,

μονογραφίαι παντός είδους, έρευναι ιστορικαί, φιλοσοφικαί και

αισθητικαί μελέται· ο κατάλογος μόνος της Σαικσπειρείου

βιβλιογραφίας αποτελεί πολυσέλιδον βιβλίον (1). Προς δε τούτοις

και σύλλογοι φιλολογικοί, εις τα περί Σαικσπείρου αποκλειστικώς

ασχολούμενοι, επί μάλλον και μάλλον υπεκκαίουσιν εν Αγγλία τε και

εν Γερμανία τον υπέρ του κορυφαίου των νεωτέρων δραματικών ποιητών

ζήλον και θαυμασμόν.

Ο τοιούτος όμως του γενικού θαυμασμού φόρος εβράδυνε ν' αποδοθή

εις τον Άγγλον ποιητήν. Ναι μεν, και ζων ούτος ετιμήθη εν τη ιδία

πατρίδι· αλλ' η μετά τον θάνατον αυτού επελθούσα θρησκευτική και

πολιτική εν Αγγλία μεταρρύθμισις, μετέπειτα δε η από της καθόδου

των Στουάρδων επίδρασις της Γαλλικής σχολής επί της Αγγλικής

φιλολογίας, επεσκίασαν επί μίαν όλην εκατονταετηρίδα την φήμην και

την μνήμην του Σαικσπείρου. Εις την αναστήλωσιν της δόξης αυτού

συνετέλεσαν τα μάλιστα οι Γερμανοί, ουχί μόνον διά της αισθητικής

των έργων αυτού αναλύσεως, αλλά και διά της επί της σκηνής

εξακολουθήσεως των δραματικών αυτού παραδόσεων, χάρις εις του

Γαίτου και εις του Σχιλλέρου τ' αριστουργήματα. (2) Ούτως η νέα, η

ρωμαντική λεγομένη σχολή, παρεδέχθη βαθμηδόν τον Σαικσπείρον ως

αρχηγόν και ως πρότυπον, η δε λατρεία αυτού εξετάθη έκτοτε και

πέραν των ορίων του Τευτονικού κόσμου. Ούτω δε και οι Γάλλοι

αυτοί, λησμονήσαντες του Βολταίρου την καταφοράν, καταθέτουσιν ήδη

τον λίθον αυτών, και λίθον συχνάκις πολύτιμον, εις το επί μάλλον

και μάλλον ανυψούμενoν οικοδόμημα της δόξης του Άγγλου

δραματουργού.(3)

Αλλά προς εξασφάλισιν της μετά θάνατον δόξης ολίγον φαίνεται

εργασθείς ο Σαικσπείρος αυτός. Ουδέποτε ζων ησχολήθη περί την

συλλογήν και έκδοσιν των έργων αυτού. Διαφιλονεικείται μάλιστα

μέχρι της σήμερον η γνησιότης τινών των εις αυτόν αποδιδομένων,

ενώ ουδεμία αφ' ετέρου υπάρχει βεβαιότης, ότι πάντα τα υπ' αυτού

γραφέντα περιεσώθησαν. (4) Αλλ' ούτε περί του βίου αυτού

γνωρίζομεν τι μετά θετικότητος, εκτός ότι εγεννήθη τω 1564 εν

Statford επί του ποταμού Avon, ότι ενυμφεύθη το 19ον της ηλικίας

έτος άγων, ότι παραιτήσας μετ' ου πολύ την τε πατρώαν στέγην και

την κατά επτά έτη πρεσβυτέραν αυτού σύζυγον, μετέβη εις Λονδίνον,

ένθα επιδοθείς εις το θεατρικόν στάδιον απετέλεσε μέρος των

θιάσων, χάριν των οποίων συνέθετε τα δράματα αυτού, και ότι αφού

διά της τοιαύτης εργασίας απέκτησε πλούτον ικανόν προς βίον

άνετον, επέστρεψεν εις την γενέθλιον πόλιν, και αγοράσας γαίας,

κατά την πατροπαράδοτον παντός Άγγλου φιλοδοξίαν, διεβίωσεν έτη

τινά εν αξιοπρεπεί ανεξαρτησία, και απέθανε τω 1616. μ. Χ. (5) Εις

τα ολίγα γνωστά προσετέθησαν ακολούθως πολλά περί του βίου αυτού,

τα μεν έχοντα το κύρος συγχρόνων μαρτυριών και παραδόσεων, τα δε

όλως αδέσποτα. Εκ πάντων δε τούτο κυρίως εξάγεται ότι ο

Σαικσπείρος επεδόθη εις το έργον δι’ ου απηθανατίσθη, ουχί εκ

προθέσεως ουδ' επί σκοπώ να δοξασθή, αλλ' υπό της φοράς των

πραγμάτων ωθούμενος, και υπό της ανάγκης όπως απολαύση ούτω την

υλικήν ανεξαρτησίαν και την εν τη πατρίδι αποκατάστασιν. Ο νους

αυτού ήτο πρακτικός ως αληθούς Άγγλου· η δε συνένωσις αύτη της

υψίστης ποιητικής εμπνεύσεως μετά της βιωτικής πρακτικότητος

αποτελεί τον ιδιάζοντα αυτού χαρακτήρα. Γράφων είχεν υπ' όψιν το

ακροατήριον αυτού, ουχί δε τας μετέπειτα γενεάς. Δεν εδεσμεύετο

υπό προκεχαραγμένων κανόνων, ουδέ προέθετο διά των δραμάτων αυτού

ν' αναπτύξη φιλοσοφικάς θεωρίας, αλλ' επαρουσίαζεν επί της σκηνής

τον άνθρωπον και τα ποικίλα αυτού πάθη υπό την αληθή, υπό την

αιωνίαν της ανθρωπίνης φύσεως μορφήν. Διά τούτο τα έργα αυτού

είναι πλήρη ζωής, και θα ζώσι πάντοτε. Διά τούτο δ' έχουσιν εξ

ανάγκης και ελλείψεις· ελλείψεις όμως, αίτινες είναι τα σημεία

μόνον της εποχής καθ' ην έζη, τα ίχνη της ατμοσφαίρας υφ' ης

περιεκυκλούτο, και διά των οποίων ουδόλως αμαυρούται η ενυπάρχουσα

εις τα έργα αυτού ταύτα αμάραντος καλλονή.

Ταύτα οφείλει να έχη υπ' όψιν ο αμερόληπτος του Σαικσπείρου

θαυμαστής, όπως μη παρασύρηται υπό των υπερβολών, εις τας οποίας

άγει μονομερής και ενθουσιώδης λατρεία. Ούτως ενθουσιώδεις

ερμηνευταί, υπερεπιτείνοντες συχνάκις την έννοιαν του κειμένου,

αποδίδουσιν εις τον ποιητήν προθέσεις και θεωρίας, αίτινες αυτόν

πρώτον ήθελον βεβαίως εκπλήξει· ή λεπτολογούντες περί τας

αναλύσεις αυτών, υπερασπίζουσι και τα επιλήψιμα, ουδέν

παραδεχόμενοι το ημαρτημένον εν τω ειδώλω αυτών· ή παραβάλλοντες

προς τους ποιητάς της αρχαίας Ελλάδος θεωρούσι πάντων υπέρτερον

τον Άγγλον δραματουργόν, μη αρκούμενοι εις την ανακήρυξιν αυτού ως

του μεγίστου των νεωτέρων χρόνων ποιητού, ουδέ εις την αίγλην, διά

της οποίας το μέγα αυτού όνομα περιβάλλει την ομιχλώδη Άρκτον.

Αλλά δύναται και υπό των λαών της Μεσημβρίας να εννοηθή και να

εκτιμηθή ο Σαικσπείρος; Δύναται να μεταφυτευθή και πέραν των

Τευτονικών συνόρων το βόρειον τούτο άνθος; Ήθελε διστάσει τις ν'

αποκριθή καταφατικώς εις τοιούτον ερώτημα, εάν περί των κωμωδιών

αυτού επρόκειτο· καθότι ως πολλάκις ελέχθη, έκαστον έθνος ευρίσκει

συνήθως το γελοίον άλλο αλλαχού. Πάντες όμως οι άνθρωποι επί τοις

αυτοίς θρηνούσιν· αι δε του Σαικσπείρου τραγωδίαι κατέστησαν ήδη

κοινόν του πεπολιτισμένου κόσμου κτήμα, ουδέ απαιτείται, πιστεύω,

απολογία τις διά την απόπειραν της εξελληνίσεως αυτών. Άλλως τε δε

τοιαύτη απόπειρα δεν γίνεται πρώτον ήδη παρ' ημίν, ουδ' είναι ξένα

εις Ελληνικάς ακοάς τα ονόματα του Ρωμαίου, του Οθέλλου και του

Ληρ. (6)

Αι τρεις αύται τραγωδίαι, των οποίων ήδη την μετάφρασην δημοσιεύω,

αποτελούσιν, ούτως ειπείν, αληθή του ανθρωπίνου βίου τριλογίαν. Εν

τω Ρωμαίω έχομεν της νεότητος τα πάθη, τον δυστυχή δύο νεαρών

ψυχών έρωτα. Εν τω Οθέλλω βλέπομεν την οδύνην μιας ανδρικής

καρδίας υπό της ζηλοτυπίας σπαρασσομένης. Εν δε τω βασιλεί Ληρ

διαδραματίζονται της γεροντικής ηλικίας τα βάσανα και αι συμφοραί.

Ηδύνατο ίσως να συμπεριληφθή των τραγωδιών τούτων η ανάλυσις

ενταύθα. Αλλά μεθ' όσα περί αυτών και περί Σαικσπείρου εν γένει

εγράφησαν, εθεώρησα σκοπιμώτερον να σταχυολογήσω εκ των

δοκιμωτέρων Σαικσπειριστών κριτικά τινα και εξηγηματικά

αποσπάσματα, άτινα εν μεταφράσει προσήρτηνται εκάστη των

προκειμένων τραγωδιών, όπως δι’ αυτών λάβη ο Έλλην αναγνώστης

ιδέαν τινά της πληθύος και της ποικιλίας της τοιαύτης ύλης.

Αλλ' εάν η απόπειρα της εξελληνίσεως των αριστουργημάτων τούτων

δεν χρήζη δικαιολογήσεως, φοβούμαι όμως, ότι πολλοί των αναγνωστών

μου θα προσδοκώσι τοιαύτην υπέρ του ύφους και της γλώσσης της

μεταφράσεως.

Τον δρόμον της νέας Ελληνικής εχάραξαν ήδη οι ημέτεροι πεζογράφοι,

καίτοι διαφέροντες προς αλλήλους ως προς το τέρμα το οποίον

απεκδέχονται, και ερρύθμισαν ύφος τι του πεζού λόγου, κατά το

μάλλον και ήττον ακολουθούμενον παρά πάντων των καθ' ημάς

γραφόντων. Αλλ' ως προς την ποίησιν μένει εισέτι εκκρεμές το

ζήτημα, και δεν φαίνεται ουδαμώς αδικαιολόγητος, ούτε καταδικαστέα

η προτίμησις της καθομιλουμένης και η χρήσις αυτής, ως γλώσσης

ποιητικής. Και αυτή δε η ανωτάτη παρ' ημίν ακαδημαϊκή αρχή, το

Εθνικόν Πανεπιστήμιον, ενώ κατ' αρχάς κατεδίκαζε την κοινήν και

εξωστράκιζεν αυτήν από των ποιητικών διαγωνισμών, επισήμως εδήλωσε

την αναίρεσιν της τοιαύτης καταδίκης ότε, εθνικής πανηγύρεως

τελουμένης, ανέθετε την εξύμνησιν του πρωτομάρτυρος της Ελληνικής

αναγεννήσεως εις τον εξοχώτερον των ζώντων αντιπροσώπων της

δημοτικής ημών ποιήσεως. (7)

Αλλ' η σήμερον καθομιλουμένη, τροπολογηθείσα ως εκ των νέων του

έθνους ημών περιστάσεων, δεν είναι βεβαίως η προ της επαναστάσεως

εν χρήσει. Ώστε, καίτοι παραδεχόμενοι την αναπόδραστον επί της

ποιητικής της νέας Ελλάδος γλώσσης επιρροήν των εθνικών

τραγουδιών, της βάσεως και αφετηρίας ταύτης της νέας ημών

ποιήσεως, δεν δυνάμεθα όμως άνευ αναχρονισμού να περιορίσωμεν

αυτήν εντός του λεξικού και της φρασεολογίας της δημοτικής

ανθολογίας. Όθεν επροσπάθησα μεταφράζων τον Σαικσπείρον να τηρήσω

μέσον τινά όρον, γράφων την καθομιλουμένην ως σήμερον κοινώς

λαλείται. (8) Άλλοι θα κρίνωσιν εάν, ή κατά πόσον, επέτυχον εις

την εφαρμογήν της θεωρίας, ότι διά τοιαύτης γλώσσης δύναται εν

μέρει να διατηρηθή η ορμή και το πάθος, η φυσικότης, εν ενί λόγω,

του πρωτοτύπου. Άλλοι επίσης θα κρίνωσι μέχρι τίνος

επραγματοποιήθη ο διπλούς σκοπός, τον οποίον προεθέμην, του να

μεταφράσω όσον ένεστι πιστώς το Αγγλικόν κείμενον, ταυτοχρόνως δε

να δώσω μορφήν Ελληνικήν εις την μετάφρασίν μου. Είθε να μη

αναφανώσιν αι του έργου μου ατέλειαι τοσαύται, ώστε να ματαιωθή η

εις την δημοσίευσιν αυτού ωθήσασά με ελπίς, ότι ηδυνάμην ούτω να

συντελέσω εις τε την παρ' ημίν εξάπλωσιν της δόξης του

Σαικσπείρου, και εις πλουτισμόν της νέας Ελληνικής σκηνής. (9)

Αλλ' οία δήποτε αποβή της δημοσιεύσεως ταύτης η τύχη, ουδαμώς

απαλλάτομαι της οφειλής προς τους βοηθήσαντάς με κατά την

μετάφρασίν μου φίλους, ιδίως δε προς τον Κον Σάθαν, όστις εκ του

πλησίον παρακολουθών την εργασίαν, παρώτρυνέ με δια των

ενθαρρύσεών του εις αποπεράτωσιν αυτής, και προς τον Κον W.

Wagner, τον ουχί μόνον δια τας βαθείας περί την Ελληνικήν αρχαίαν

τε και νεωτέραν γνώσεις αλλά και δια τας επί Σαικσπείρου μελέτας

διακεκριμένον καθηγητήν όστις προθύμως μοι εχορήγησε και μακρόθεν

αρωγήν πολύτιμον.

Αλλ' ο κυριώτερός μου βοηθός, ο σταθερός κατά τας ποικίλας του

έργου δυσκολίας παραστάτης, ήτο η σεβαστή μου μήτηρ. Εις ταύτην

και εις την προς ην το βιβλίον ανατίθεται ανήκει πάσα αυτού

επιτυχία· η δ' αποτυχία εις εμέ. Δ. Β.

***

(1) Ίδε την κατά την τριακοσιοστήν της του ποιητού γεννήσεως

επετηρίδα δημοσιευθείσαν βιβλιογραφίαν (Bibliotheca Shakespeareana

υπό Franz Thimm, Βα έκδοσις, 1872), πληρούσαν σελίδας 118 εις 8ον.

Πολλά δ’ έκτοτε περί Σαικσπείρου απανταχού εδημοσιεύθησαν.

2) Οι Άγγλοι ανομολογούσι την περί την μελέτην του εθνικού αυτών

ποιητού υπεροχήν των Γερμανών. Ίδε την υπό του θεμελιωτού του νέου

εν Λονδίνω Σαικσπειρείου συλλόγου F. I. Furnivall εισαγωγήν εις

την Αγγλικήν μετάφρασιν του σπουδαιοτάτου του Γερβίνου

συγγράμματος. (Shakespeare Commentaries)

3) Ιδίως άξιον λόγου και μελέτης είναι το έργον του Mezières,

Shakspeare, ses Œuvres et ses Critiques.

4) Η κατά το 1623 πρώτη απάντων των του Σαικσπείρου δραμάτων

έκδοσις δεν περιλαμβάνει την έκτοτε μετ' αυτών εκδιδομένην

τραγωδίαν «Περικλής, πρίγκηψ της Τύρου.» Τα εν τη πρώτη εκείνη

εκδόσει τριάκοντα και έξ δράματα καταλέγονται υπό την τριπλήν

κατάταξιν των κωμωδιών, ιστοριών και τραγωδιών. Και κωμωδίαι μεν

αριθμούνται δέκα και τέσσαρες· ιστορίαι δε (ήτοι ιστορικά δράματα)

δέκα, φέρουσαι τα ονόματα επτά εκ των βασιλέων της Αγγλίας· αι δε

τραγωδίαι περιλαμβάνουσι δώδεκα δράματα. Εξ αυτών πέντε είναι αι

κατ' εξοχήν τραγωδίαι, τ' αριστουργήματα του Σαικσπείρου, αι τρεις

δηλονότι εν τη παρούση μεταφράσει δημοσιευόμεναι, ο Μ ά κ β ε θ,

και ο Χ ά μ λ ε τ, ή Αμλέτος. Περί των Ελληνικήν ή Ρωμαϊκήν

υπόθεσιν εχόντων δραμάτων αυτού εδημοσίευσεν ο Γάλλος Paul

Shapfer, (εν τη Revue politique et Littéraire των ετών 1875 και

1876, αξιόλογον πραγματείαν, εις την οποίαν παραπέμπω τον

αναγνώστην.

5) Και περί της γραφής του ονόματος αυτού δεν συμφωνούσιν οι

Άγγλοι, γράφοντες ποτέ μεν Shakespear και Shakespeare, ή

Shakspeare και Shakspear, ποτέ δε Shakespere ή Shakspere.

Συγγνωστέα λοιπόν κατά μείζονα λόγον η παρ' ημίν ασυμφωνία ως προς

την ελληνικήν ορθογραφίαν αυτού.

6) Ιδού σημείωσις των γνωστών μοι περί Σαικσπείρου καθ' ημάς

δημοσιεύσεων.

Η Τ ρ ι κ υ μ ί α, δράμα Ουιλιέλμου Σαικσπήρ, μετάφρασις Ι.

Πολυλά, Κερκυραίου. Κέρκυρα, 1855.

Ι ο ύ λ ι ο ς Κ α ί σ α ρ, τραγωδία εις πέντε πράξεις του ποιητού

Σαικσπήρου, εκ του Αγγλικού κειμένου εις την Ελληνικήν

μεταγλωττισθείσα υπό Νικολάου Κ. Ιωνίδου. Αθήνησι 1858.

Α μ λ έ τ ο ς, βασιλεύς της Δανίας, τραγωδία του Άγγλου Σαιξπήρου,

ενστίχως μεταφρασθείσα υπό Ιωάννου Η. Περβάνογλου. Εν Αθήναις

1858.

Ο Μ ά κ β ε θ, τραγωδία εις πράξεις πέντε, μεταφρασθείσα υπό Ν.

I. Κ. η προσετέθη και βιογραφία του ποιητού. (Επί κεφαλής του

τίτλου: Σαιξπήρου τραγωδίαι). Εν Αθήναις 1862

Σ α ι κ σ π ή ρ ο υ, ο Β α σ ι λ ε ύ ς Λ η ρ, μελέτη Σ. Ν.

Βασιλειάδου. Εν Αθήναις 1870.

Ρ ω μ α ί ο ς και Ι ο υ λ ί α, δράμα εις πράξεις πέντε, υπό

Σαικσπήρου, μεταφρασθέν υπό Α. Σκαλίδου. Εν Αθήναις 1873.

Ο Ο θ έ λ λ ο ς εξεδόθη εν μεταφράσει, ως πληροφορούμαι, εν

επιφυλλίδι του περιοδικού: «Ο Φιλόκαλος Σμυρναίος».

Ο Κ υ μ β ε λ ί ν ο ς, μελέτη επί του δράματος του Σαικσπήρου,

υπό Κ. Γ. Ξένου. (Εν φυλλαδίω 9 του περιοδικού ο Βύρων, εν Αθήναις

1874.)

Τ α ά π α ν τ α τ ο υ Σ α κ ε σ π ή ρ ο υ, μετ' εικόνων, υπό

Αλεξάνδρου Μέυμαρ. Παράρτημα της εν Παρισίοις εκδιδομένης Εθνικής

Επιθεωρήσεως, 1875. Εξεδόθη μέχρι τούδε ο Μάκβεθ, και μέρος του

Αμλέτου. Εν τη Βιβλιογραφία αυτού ο Thimm μόνον την υπό του Κου

Περβάνογλου μετάφρασιν του Αμλέτου αναφέρει, και εν υποσημειώσει

(μετ' αμφιβολίας ως προς την ύπαρξιν αυτής) την της Τρικυμίας.

7) Ίδε τας προσηρτημένας εις τον διθύραμβον του Κου Α. Βαλαωρίτου

επιστολάς του Κ. Πρυτάνεως του Πανεπιστημίου, της 1 Φεβρουαρίου

και της 25 Μαρτίου 1872.

8) Ούτε τους γραμματικούς τύπους εθεώρησα αναγκαίον να καταπατήσω

προς διατήρησιν δήθεν της καθ' ημάς κοινής προφοράς· αφήκα δε το

_ν_ και όπου δεν προφέρεται, ως έγραψα υιός και εορτή και Ιουλιέτα

και Ιάγος, αντί των γιος και γιορτή και Γιουλιέτα και Γιάγος.

9) Προς ενθάρρυνσιν των (είτε εξ επαγγέλματος, είτε μη) ηθοποιών

επισυνάπτω περικοπάς τινας περί του επί Σαικσπείρου Αγγλικού

θεάτρου εκ του προμνημονευθέντος συγγράμματος του Γερδίνου. «Τα

δημόσια θέατρα ήσαν κακώς εκ ξύλων ωκοδομημένα και αστεγή. Περί

μεν την ενδυμασίαν των ηθοποιών μεγάλη κατεβάλλετο φροντίς ήτο δε

αύτη μεγαλοπρεπής και συχνάκις πολυδάπανος· αλλά τα της

σκηνογραφίας ήσαν πενιχρώτατα. Επί παραστάσεως τραγωδιών μέλανα

παραπετάσματα εκρέμαντο επί του θεάτρου. Επιγραφή δέ τις έφερε το

όνομα του χώρου, όπου οι θεαταί ώφειλον να φαντασθώσιν ότι

παρευρίσκονται· ώστε και πλοία ευκόλως επαρουσιάζοντο

τοιουτοτρόπως επί της σκηνής, και αι τοπογραφίαι διά μιας

μετεβάλλοντο. Ικρίωμά τι εν μέσω της σκηνής υπελαμβάνετο ως

πύργος, ή τείχος ή εξώστης ή παράθυρον.» Αλλ' η τοιαύτη

πενιχρότης, ως παρατηρεί ο Γερδίνος, ουδαμώς συνεπάγεται της

δραματικής τέχνης την ατέλειαν. «Ούτως εν Γερμανία είδομεν το

θέατρον αναβιβαζόμενον από των αχυρώνων εις πενιχρά στεγάσματα,

εκείθεν δε εις πολυτελή οικοδομήματα· αλλά κατ' αντίστροφον ίσως

λόγον εκπίπτει η διανοητική απόλαυσις, το ενδιαφέρον και η

καλαισθησία των θεατών. Όσω ολιγώτερον αποσπάται η προσοχή ως εκ

των εξωτερικών τελειοποιήσεων, τοσούτω μάλλον προσκολλάται αύτη

εις τους ηθοποιούς, κατά τοσούτον δε και αυτοί ούτοι αφιερούνται

εις της τέχνης αυτών την ουσίαν. Συνετέλει δ' εις τούτο και ο των

γυναικών αποκλεισμός τότε από της σκηνής. Παίδες εξεπροσώπουν τας

γυναίκας. Το τοιούτον δε, ενώ αφ' ενός αφήρει πολλούς πειρασμούς

και επί της σκηνής και όπισθεν αυτής, εχρησίμευεν αφ' ετέρου ως

σχολείον επιτυχέστατον προς μόρφωσιν αρίστων ηθοποιών.

ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ

ΤΡΑΓΩΔΙΑ (1)

ΤΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΑ

Ο ΠΡΙΓΚΗΨ της Βερώνας.

ΠΑΡΗΣ, νέος άρχων, συγγενής του πρίγκηπος.

ΜΟΝΤΕΚΗΣ )

) αρχηγοί των δύο αντιμαχομένων οικογενειών.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ )

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, συγγενής του προηγουμένου.

ΡΩΜΑΙΟΣ, υιός του Μοντέκη.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ, συγγενής του πρίγκηπος και φίλος του Ρωμαίου.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, ανεψιός του Μοντέκη, φίλος του Ρωμαίου (2).

ΤΥΒΑΛΤΗΣ, ανεψιός της συζύγου του Καπουλέτου.

ΠΑΤΕΡ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ )

) καλόγηροι.

ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ )

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ, υπηρέτης του Ρωμαίου.

ΣΑΜΨΩΝ )

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ) υπηρέται του Καπουλέτου.

ΑΒΡΑΑΜ, υπηρέτης του Μοντέκη.

ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ.

ΤΡΕΙΣ ΜΟΥΣΙΚΟΙ.

ΠΕΤΡΟΣ.

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Πάρη.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Καπουλέτου.

Η ΣΥΖΥΓΟΣ του Μοντέκη.

Η ΣΥΖΥΓΟΣ του Καπουλέτου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ, θυγάτηρ του Καπουλέτου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ της Ιουλιέτας.

ΠΟΛΙΤΑΙ ΤΗΣ ΒΕΡΩΝΑΣ, ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑΙ, ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΤΩΝ

ΔΥΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ, ΠΡΟΣΩΠΙΔΟΦΟΡΟΙ, ΦΡΟΥΡΟΙ, ΝΥΚΤΌΦΥΛΑΚΕΣ ΚΑΙ

ΥΠΗΡΕΤΑΙ

Η σκηνή εις την Βερώναν, άπαξ δε εν τη πέμπτη

πράξει εις Μάντουαν.

ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ (3).

Πλατεία.

(Εισέρχονται ο ΣΑΜΨΩΝ και ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ φέροντες ξίφη και ασπίδας).

ΣΑΜΨΩΝ

Γρηγόρη, μα την πίστιν μου ούτ' εγώ τρώγω άχυρα,

ούτε συ! (4)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Όχι βέβαια! μήπως είμεθα γαϊδούρια;

ΣΑΜΨΩΝ

Θέλω να ειπώ, αν μας θυμώσουν να πηδήσωμεν κατ'

επάνω των.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Κύτταξε όμως να μη πηδάς πολλά παλούκια.

ΣΑΜΨΩΝ

Δεν αργώ να κτυπήσω, αν πάρω φωτιάν!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Αλλ' αργείς να πάρης φωτιάν, διά να κτυπήσης.

ΣΑΜΨΩΝ

Κι' ένα σκυλί από το σπίτι του Μοντέκη με φέρνει

άνω κάτω!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Όποιος είναι άνω κάτω σαλεύει. Και η παλληκαριά

είναι να μη σαλεύσης απ' εκεί όπου ευρέθης.

ΣΑΜΨΩΝ

Δεν σαλεύω κ' εγώ αν απαντήσω κ' ένα σκυλί απ'

εκείνο το σπίτι· ή άνδρα, ή γυναίκα τύχω δεν σαλεύω!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Λοιπόν είσαι δειλός; Μόνον οι δειλοί κολνούν εις

τον τοίχον.

ΣΑΜΨΩΝ

Καλά λέγεις· και διά τούτο σπρώχνομεν εις τον τοί-

χον τας γυναίκας, οπού είναι αδύνατα αγγεία. Λοιπόν

κ' εγώ, αν πιασθώ με τους Μοντέκιδες, θα σπρώξω τους

άνδρας από τον τοίχον, και τας γυναίκας εις τον τοί-

χον.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Ο πόλεμος είναι μεταξύ των αυθεντών μας και των

ανδρών οπού τους δουλεύουν.

ΣΑΜΨΩΝ

Τι με μέλει! Εγώ θα κάμω τον τύραννον αφού πια-

σθώ με τους άνδρας, θα καταπιασθώ και τας γυναίκας.

Δεν θ' αφήσω κορίτζι.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

θα τας κόψης όλας;

ΣΑΜΨΩΝ

Θα τας κόψω; ή..., όπως θέλεις πάρε το.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Να το πάρη όποιος το δοκιμάσει.

ΣΑΜΨΩΝ

Θα με δοκιμάσουν εμένα, όσον στέκω εις τα πόδια

μου. Το ηξεύρει ο κόσμος ότι δεν μου λείπει αίμα.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Τι καλά οπού δεν είσαι ψάρι! — Τράβα το εργαλείον

σου, κ' έρχονται δύο άνθρωποι του Μοντέκη (8).

(Εισέρχεται ο ΑΒΡΑΑΜ και έτερος ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Μοντέκη).

ΣΑΜΨΩΝ

Εγύμνωσα το σπαθί μου. Πιάσου μαζή των. Σου,

δίδω χέρι.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Τι; να με αποχαιρετήσης; Θα φύγης;

ΣΑΜΨΩΝ

Μη με φοβάσαι.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Εσένα θα φοβηθώ;

ΣΑΜΨΩΝ

Άφησε να ήμεθα 'ς το δίκαιόν μας. Ας κάμουν

εκείνοι την αρχήν.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Θα σουφρώσω τα φρύδια μου καθώς περνώ, και ας

το πάρουν όπως τους αρέσει.

ΣΑΜΨΩΝ

Ή όπως τους βαστά. Θα τους δαγκάσω το μεγάλον

μου δάχτυλον, να τους σκυλιάσω! Αν το υποφέρουν,

εντροπή ιδική των (6).

ΑΒΡΑΑΜ

Διατί μας δαγκάνεις το δάχτυλόν σου, Κύριε;

ΣΑΜΨΩΝ

Δαγκάνω το δάχτυλον μου, Κύριε.

ΑΒΡΑΑΜ

Δι' εμένα το δαγκάνεις, Κύριε;

ΣΑΜΨΩΝ, μυστικώς προς τον Γρηγόρην.

Αν του ειπώ ναι, είμεθα εις το δίκαιόν μας;

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Όχι.

ΣΑΜΨΩΝ

Όχι, Κύριε· δεν το δαγκάνω δι’ εσένα, αλλά δαγ-

κάνω το δάχτυλόν μου, Κύριε.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Πόλεμον θέλεις, Κύριε;

ΑΒΡΑΑΜ

Πόλεμον, Κύριε; Όχι, Κύριε.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Είδε μη, εδώ είμαι εγώ, Κύριε! Ο αυθέντης μου εί-

ναι όσον καλός είναι και ο ιδικός σου.

ΑΒΡΑΑΜ

Δεν είναι καλλίτερος από τον ιδικόν μου.

ΣΑΜΨΩΝ

Πολύ καλά, Κύριε.

(Εισέρχεται ο ΜΠΕΝΒΟΛΙΜΟΣ και κατόπιν αυτού ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ).

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Ειπέ του ότι είναι καλλίτερος, κ' έρχεται ένας συγ-

γενής του αυθέντου μας.

ΣΑΜΨΩΝ

Μάλιστα, Κύριε, είναι καλλίτερος από τον ιδικόν σου.

ΑΒΡΑΑΜ

Ψεύματα λέγεις!

ΣΑΜΨΩΝ

Έξω τα σπαθιά, αν είσθε παλληκάρια! — Γρηγόρη,

μη ξεχνάς την σπαθιάν οπού σ' έμαθα.

(Μάχονται).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, σύρων το ξίφος.

Σταθήτε, ανόητοι! Κάτω τα σπαθιά! Δεν ηξεύρετε

τι κάμνετε!

(Κτυπά τα ξίφη αυτών).

ΤΥΒΑΛΤΗΣ, εφορμών με τα ξίφος εις την χείρα.

Με τούτα τ' άκαρδα σκυλιά τι παίζεις το σπαθί σου;

Γύρνα εδώ, Μπεμβόλιε, κι’ αντίκρυσε τον Χάρον.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Βάλε 'ς την θήκην το σπαθί, κ' εδώ ειρήνην θέλω·

ή καν μεταχειρίσου το και συ, να τους χωρίσης.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Κρατείς 'ς το χέρι σου σπαθί, και μου λαλείς ειρήνην!

Αυτήν την λέξιν την μισώ, όσον μισώ τον άδην,

και όλους τους Μοντέκιδες, και σε! Δειλέ, φυλάξου!

(Μάχονται άπαντες· εισέρχονται εκατέρωθεν οπαδοί των δύο οίκων

και συμμετέχουν της μάχης· κατόπιν δε πολίται φέροντες ρόπαλα).

ΕΙΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Ξύλα, κοντάρια, ρόπαλα! Κτυπάτε τους, κτυπάτε!

'ς τον άνεμον, Μοντέκιδες! 'ς την ζάλην, Καπουλέτοι!

(Εισέρχεται ο γέρων ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ ενδεδυμένος κοιτωνίτην,

και η σύζυγος αυτού).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Τί είν' ο θόρυβος αυτός; Δος το μακρύ σπαθί μου.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Τι θα το κάμης το σπαθί; Μη θέλης πατερίτζαν;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Δος το σπαθί μου! Κύτταξε, ο γέρος ο Μοντέκης

καταντικρύ μου στέκεται, και σείει το 'δικόν του.

(Ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ εισέρχεται μετά της συζύγου αυτού).

ΜΟΝΤΕΚΗΣ

Μη μ' εμποδίζης, άφες με! — Ω παληο-Καπουλέτε!

ΜΟΝΤΕΚΑΙΝΑ

Βήμα δεν κάμνεις απ' εδώ να σμίξης τον εχθρόν σου.

(Εισέρχεται ο πρίγκηψ μετά της συνοδείας του).

ΠΡΙΓΚΗΨ

Ω άνδρες ανυπόταγοι, εχθροί της ησυχίας,

'ς το αίμα των γειτόνων σας τι βάφετε τα χέρια;

Δεν θα μ' ακούσετε; Ω σεις, — ω άνθρωποι, — ω κτήνη,

που θέλετε να σβύσετε του πάθους σας την φλόγα

εις βρύσιν ολοπόρφυρην, 'ς το αίμα των φλεβών σας!

Αν θέλετε 'ς τα σίδερα να μη σας βάλω όλους,

απ' τ' άνομα τα χέρια σας πετάξετε 'ς το χώμα

αυτά τ' ανόσια σπαθιά, 'ς το έγκλημα βαμμένα,

κι' ακούσατε τον ορισμόν και την απόφασίν μου.

Τρεις πόλεμοι εμφύλιοι από αέρος λόγια,

Μοντέκη εξ αιτίας σου, — κ' εσένα Καπουλέτε, —

την ησυχίαν τρεις φοραίς ετάραξαν της χώρας,

κ' ηνάγκασαν τους γέροντας κατοίκους της Βερώνας,

ν' αφήσουν τα ειρηνικά στολίδια που τους πρέπουν,

και με κοντάρια παλαιά κ' ειρηνοσκουριασμένα

'ς τα γηρασμένα χέρια των, να θέλουν να χωρίσουν

την σκουριασμένην έχθραν σας! — Εάν συμβή και πάλιν

τους δρόμους να ταράξετε με τα μαλώματά σας,

της ταραχής η πληρωμή θα είν' η κεφαλή σας!

Τώρα πηγαίνετ' απ' εδώ, σεις όλοι, τραβηχθήτε.

Συ, Καπουλέτε, μοναχά έλα μαζή μου τώρα·

και το απόγευμα και συ να έλθης, ω Μοντέκη(7),

τι άλλο απεφάσισα κι' ορίζω να το μάθης.

Φύγετ' ευθύς, ή θάνατος θα είναι η ποινή σας!

(Απέρχονται ο ΠΡΙΓΚΗΨ και η συνοδεία του, ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

μετά της συζύγου αυτού, ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ, οι πολίται, και οι υπηρέται.

Μένουσι δε ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ, η ΣΥΖΥΓΟΣ αυτού και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ).

ΜΟΝΤΕΚΗΣ

Ποιος ξαναέβαλε φωτιάν 'ς την παλαιάν μας έχθραν;

Ήσουν εδώ απ' την αρχήν, ανεψιέ; Ειπέ μου.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Οπόταν έφθασα εδώ, τους δούλους του εχθρού σου

μαζή με τους ανθρώπους σου τους ηύρα εις τα χέρια.

Αμέσως εξεσπάθωσα διά να τους χωρίσω·

αλλ' ο Τυβάλτης έξαφνα προβάλλει κορωμένος,

με το σπαθί ολόγυμνον, και μου τρυπά τ' αυτιά μου

με λόγια ερεθιστικά, και σείει το σπαθί του

επάν' απ' το κεφάλι του, και κόπτει τον αέρα,

και ο αέρας, άκοπος, σφυρίζει περιγέλιον.

Ενώ σπαθοκοπήματα ‘περνούσαν μεταξύ μας,

ο κόσμος επερίσσευε κι' από τα δύο μέρη,

κ' επλήθαινεν ο πόλεμος, ως την στιγμήν 'που ήλθεν

ο πρίγκηψ, και μας 'χώρισε.

ΜΟΝΤΕΚΑΙΝΑ

Πού είναι ο Ρωμαίος;

'πέ μου τον είδες σήμερον; Πώς χαίρετ' η καρδιά μου

που εις το μάλωμα αυτό εκείνος δεν ευρέθη.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Μιαν ώραν πριν λαμπροφανή ο δοξασμένος ήλιος

'ς την θύραν της Ανατολής την καταχρυσωμένην,

ανησυχία ψυχική μ' εσήκωσ' απ' την κλίνην,

κ' εβγήκα έξω 'ς την δροσιάν κ' εκεί καταντικρύ μου

'ς το δάσος των συκαμινιών, 'ς της πόλεως την άκρην

τον είδα να περιπατή, πρωί, πρωί, τον υιόν σου.

Να του 'μιλήσω 'πήγαινα· αλλά ευθύς 'που μ' είδεν

εκείνος ετραβήχθηκε 'ς το πύκνωμα του δάσους.

Από εμένα και αυτόν τον έκρινα, (διότι

οπόταν έχω συλλογαίς την μοναξιάν γυρεύω,)

κ επήρα ‘γώ τον δρόμον μου κ' εκείνος τον 'δικόν του,

κ' έκαμα χάριν εις εμέ και χάριν εις εκείνον.

ΜΟΝΤΕΚΗΣ

Συχνοπηγαίνει μοναχός 'ς το δάσος πριν να φέξη,

και την δροσιάν την πρωινήν με δάκρυα πληθαίνει,

και με αναστενάγματα τα νέφη συννεφιάζει (8)·

Και άμα 'ς την Ανατολήν ο Ήλιος αρχίση

να πλησιάζη με χαράν εις της Αυγής την κλίνην

και να τραβά τα σκιερά παραπετάσματά της,

ο υιός μου ο βαρύκαρδος φεύγει το φως, γυρίζει,

και κλειδομανταλόνεται, και τα παράθυρά του

κλειστά τα έχει, και μισεί την λάμψιν της ημέρας,

και μίαν νύκτα τεχνητήν ολόγυρα του κάμνει.

Ω! τούτο μαύρα κι’ άσχημα φοβούμαι θα τελειώση,

αν την αιτίαν του κακού κανείς δεν ξερριζώση.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Και η αιτία, Θείε μου, ποια είναι; Την γνωρίζεις;

ΜΟΝΤΕΚΗΣ

Δεν την γνωρίζω· και αυτός να την ειπή δεν θέλει.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Και τον εστενοχώρησες να την ξεμυστερεύση;

ΜΟΝΤΕΚΗΣ

Και μόνος επροσπάθησα, και διά μέσου φίλων.

Πλην σύμβουλος του πόνου του εκείνος είναι μόνος·

Δεν λέγω σύμβουλος καλός, — πλην τόσον πιστευμένος,

τόσον κρυφός και μυστικός, τόσον βαθειά τον χώνει...

'σαν άνθος 'που το 'δάγκασε φαρμακερόν σκουλήκι,

πριν τα ευώδη φύλλα του τ' απλώση 'ς τον αέρα,

και δώση αφιέρωμα το κάλλος του 'ς τον ήλιον.

Αν ήτο τρόπος την πηγήν της λύπης του να 'ξεύρω,

θα ήτο μόνη μου χαρά το ιατρικόν να εύρω (9).

(Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ μακρόθεν).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Να, έρχεται. Παρακαλώ, αφήσατέ μας μόνους.

Θα καταφέρω να μου ‘πή ποιος είναι ο καϋμός του.

ΜΟΝΤΕΚΗΣ

Άλλο δεν ήθελα κ' εγώ παρά να κατορθώσης

να σου ανοίξη την καρδιάν. — Πηγαίνωμεν, γυναίκα.

(Αναχωρεί ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ μετά της συζύγου του).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Εξάδελφε, καλόν πρωί!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Είναι πρωί ακόμη;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Μόλις εσήμαναν εννηά.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Όταν περνά με λύπαις

αργά που φεύγει ο καιρός! — Από εδώ τρεχάτος

δεν έφευγ' ο πατέρας μου, νομίζω;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ναι, εκείνος. —

Τι λύπη κάμνει μακρυναίς ταις ώραις του Ρωμαίου;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Λείπει εκείνο που κονταίς 'μπορούσε να ταις κάμη.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Είσαι εις έρωτα;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Χωρίς...

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Χωρίς τον έρωτά σου,

ΡΩΜΑΙΟΣ

Είμαι χωρίς απόκρισιν εκεί όπου λατρεύω.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Αλλοίμονον! Ο έρωτας, να έχη τόσην γλύκαν,

και τέτοιος τύραννος σκληρός όπου χωθή να είναι!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αλλοίμονον! Ο Έρωτας κι’ αν με δεμένα 'μάτια

όπου θελήση να χωθή, ευρίσκει μονοπάτια!

Πού θα γευθής; — Τι έπαθαν κ' επολεμούσαν πάλιν;

Αλλ' όμως μη μου το ειπής, διότι το γνωρίζω.

Ω! είν' εδώ μίσος πολύ και περισσή αγάπη!

Αγάπη με μαλώματα! Ερωτευμένον μίσος!

Ω! Κάτι, απ' το Τίποτε αρχή αρχή πλασμένον!

Μια ελαφρότης σοβαρά, — σπουδαία ματαιότης, —

και χάος ασχημόπλαστον μορφαίς καλαίς γεμάτον, —

και ο καπνός ολόλαμπρος, — και το πτερόν μολύβι, —

'σαν πάγος κρύα η φωτιά, — κι’ αρρώστια η υγεία, —

και ύπνος ολοάγρυπνος, που είναι και δεν είναι...

Ιδού τι έχω 'ς την καρδιάν, κ' είν' η καρδιά μου άδεια!

Δεν με γελάς; (10)

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Δεν σε γελώ, εξάδελφέ μου· κλαίω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Καλή καρδιά! Και κλαίεις τι;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Το βάρος της καρδιάς σου,

ΡΩΜΑΙΟΣ

Και όμως η αγάπη σου 'ς αυτό παραστρατίζει.

Η λύπη πώχω, αρκετά το στήθος μου βαραίνει,

και τώρα με την λύπην σου το βάρος του πληθαίνει.

Το αίσθημα που μ' έδειξες, την πίκραν πλημμυρίζει

που μου γεμίζει την καρδιάν την πολυπικραμένην.

Είναι καπνός ο Έρωτας, και γίνετ' απ' τα νέφη

των στεναγμών αν σηκωθή, εκείνος που λατρεύει

βλέπει την λάμψιν της φωτιάς· αν ο καπνός καταίβη,

δεν βλέπει παρά πέλαγος, οπού με δάκρυ τρέφει.

Τι άλλο είν' ο Έρωτας; — Μια γνωστική μανία, —

πόνος που πνίγει τον λαιμόν, και γλύκα ζωογόνος!

Εξάδελφε, σε χαιρετώ.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Αγάλια! πού πηγαίνεις;

Μαζή σου έρχομαι κ' εγώ. Με αδικείς, αν φύγης.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τον εαυτόν μου έχασα· δεν είμ' εδώ· Ρωμαίος

δεν είν' αυτός που σου λαλεί· είναι αλλού εκείνος,

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ειπέ μου τώρα σοβαρά ποιαν αγαπάς;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τι θέλεις;

Ν' αναστενάξω και να ‘πώ;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ν' αναστενάξης; όχι·

πλην σοβαρά, ποια είν' αυτή 'που αγαπάς, ειπέ μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ

‘Πέ σοβαρά τον ασθενή να κάμη διαθήκην!

'Σ ένα που κείτεται βαρυά, βαρύς ο λόγος είναι.

Εξάδελφέ μου, σοβαρά, λατρεύω μιαν γυναίκα.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Αφού δι’ έρωτα λαλείς, έως εκεί μαντεύω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Περίφημα επέτυχες. Κ' είναι καλή κι’ ωραία!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Και θα την ηύρες βέβαια ωραία 'ς το σημάδι.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Όχι· την έσφαλες εδώ. Του Έρωτος τα βέλη

δεν την τρυπούν εις την ψυχήν είν' Άρτεμις εκείνη.

Μ' ανίκητην σεμνότητα διπλοθωρακισμένη,

δεν το ψηφά του Έρωτος το παιδιακίσιον τόξον,

ούτε ματιαίς ερωτικαίς να την κτυπούν αφίνει,

ούτε αγάπης στεναγμούς να την πολιορκήσουν.

Ούτε ανοίγει την καρδιάν εις δόλωμα χρυσίου,

που ως και άγιον πλανά. Πλούσια εις τα κάλλη

είναι πτωχή μόνον 'ς αυτό: πως όταν ξεψυχήση,

ο θησαυρός του κάλλους της κατόπιν δεν θα ζήση(11).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Την παρθενιάν ωρκίσθηκε να μη την παραιτήση;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ναι· κ' η φιλαργυρία της είναι φρικτή σπατάλη.

Διά να μένη αυστηρή 'ς τα τρυφερά της κάλλη,

κανένας δεν θα γεννηθή να τα κληρονομήση·

'ς την ευμορφιάν της γνωστική, 'ς την γνώσιν της ωραία

κερδίζει τον παράδεισον, διότι μ' απελπίζει.

Ετάχθη να μην αγαπά· και δι’ αυτό το τάγμα,

αποθαμμένος ζω εγώ, που ζω και σε τα λέγω.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Από τον νουν σου βγάλε την. Όπως σου λέγω κάμε.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Να με διδάξης και τον νουν λοιπόν να σταματήσω.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ελευθερίαν, αδελφέ, 'ς τα μάτια σου να δώσης.

Ιδέ και άλλαις ευμορφιαίς.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αυτός θα ήναι τρόπος

ακόμη πλέον εύμορφη να μου φανή εκείνη.

Όταν ιδής μιας γυναικός την μαύρην προσωπίδα (12)

και της φιλεί το μέτωπον, μ' εκείνην την μαυρίλαν

φαντάζεσαι πως κρύπτονται λευκά κι’ αφράτα κάλλη

Εκείνος οπού τυφλωθή, δεν λησμονεί ποτέ του

τι θησαυρόν πολύτιμον 'στερήθηκε το φως του!

Απ' όσαις 'ξεύρεις δείξε μου και την ωραιοτέραν,

και όλη της η ευμορφιά θα ήναι δι’ εμένα,

ωσάν βιβλίον ανοικτόν, που θα με δασκαλεύη,

πόσον μια άλλη ξεπερνά την ωραιότητά της. —

Ώρα καλή! Να λησμονώ ποτέ δεν θα με μάθης.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Αν δεν μου ‘πής το κάθε τι, δεν εξοφλώ μαζή σου.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.

Οδός έμπροσθεν της οικίας του Καπουλέτου.

(Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, ο ΠΑΡΗΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ)

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Την ιδίαν υποχρέωσιν λαμβάνει κι' ο Μοντέκης,

καθώς εγώ, και δύσκολον δεν έπρεπε να ήναι

'ς ανθρώπους γέρους 'σαν εμάς, να ειρηνεύσουν πλέον.

ΠΑΡΗΣ

Του κόσμου την υπόληψιν την έχετε κ' οι δύο,

και κρίμα είν' αιώνια να ζήτε 'ς τα μαχαίρια.

Αλλ' όμως τι θ' αποκριθής 'ς την ζήτησίν μου τώρα;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Δεν έχω ή να ξαναπώ εκείνο που σου είπα.

Είναι η κόρη μου μικρή, και εις τον κόσμον ξένη·

ακόμη δεκατέσσαρα τα χρόνια της δεν είναι(13)·

δυο καλοκαίρια πρόσμεινε να μαρανθούν ακόμη,

και τότε είναι ώριμη, και νύμφην την μετρούμεν.

ΠΑΡΗΣ

Μητέρες είναι ζηλευταί νεώτεραί της άλλαι.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Και πάρωρα 'μαράθηκαν απ' την πολλήν την βίαν..,.

Η μαύρη γη μου έφαγε τας άλλας μου ελπίδας.

Αυτή μου μένει μοναχή, παρηγοριά κ' ελπίς μου.

Να της κερδίσης την καρδιάν προσπάθησε, ω Πάρη,

και αν σε θέλη, σύμφωνη θα ήν' η θέλησίς μου·

αν σ' αγαπήση, και δεχθή εκείνη να σε πάρη,

ακολουθεί κ' η ψήφος μου, κ' η συγκατάθεσίς μου.

Απόψε, κατά παλαιάν συνήθειαν, εορτάζω,

και όλους, όσους αγαπώ, τους έχω καλεσμένους.

Είσαι και συ από αυτούς, αν θέλης να ορίσης.

Το πτωχικόν μου θα ιδής να το στολίζουν άστρα,

που κι’ αν 'ς την γην περιπατούν, την νύκτα θα φωτίζουν.

Όσην λαχτάραν και χαράν αισθάνετ' ένας νέος,

οπόταν ο Απρίλιος ευμορφοστολισμένος

βάλη το πόδι του γοργός 'ς τα ίχνη του χειμώνος,

τόσην και συ θα αισθανθής 'ς το σπίτι μου απόψε,

μέσ' ταις δροσάταις ευμορφιαίς, οπού εκεί θ' ανθίζουν.

Ιδέ τας όσας είν' εκεί, και άκουσέ τας όλας,

και δόσε την προτίμησιν 'ς εκείνην που τ' αξίζει·

'ς ταις άλλαις μέσα ταις πολλαίς κ' η κόρη μου θα ήναι,

κι αν δεν αξίζη 'σαν αυταίς, ας μετρηθή μαζή των.

Έλα μαζή μου. —

(Προς τον υπηρέτην)

Συ, μωρέ, τα πόδια σου 'ς τον ώμον,

και την Βερώναν κύτταξε να πάρης δρόμον δρόμον.

Εύρε αυτούς, που είν' εδώ εις το χαρτί γραμμένοι,

κ' ειπέ τους πως το σπίτι μου απόψε τους προσμένει,

(Εγχειρίζει κατάλογον των προσκεκλημένων εις τον υπηρέτην

και απέρχεται· μετ' αυτού και ο Πάρης)

ΥΠΗΡΕΤΗΣ, παρατηρών τον κατάλογον.

Εύρε, λέγει, αυτούς που είν' εδώ γραμμένοι! — Είναι

γραμμένον ο 'ποδηματάς να βλέπη την πήχυν του, και

ο ράπτης το καλαπόδι του, και ο ψαράς το κονδύλι του,

και ο ζωγράφος το δίχτυ του. — Με θέλει να εύρω εκεί-

νους που είν' εδώ γραμμένοι! Και πού να 'ξεύρω εγώ τι

ονόματα έγραψεν εδώ, εκείνος οπού τα έγραψε; — Ας

εύρισκα κανένα γραμματισμένον! — Να, 'ς την φωνήν!

(Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ω άνθρωπε, την μιαν φωτιάν άλλη φωτιά την καίει·

ο ένας πόνος που πονεί, μικραίνει άλλον πόνον·

αν ζαλισθής, ανάποδα γυρνάς, — περνά η ζάλη·

μια λύπη απελπιστική ιατρεύει άλλην λύπην·

αν μόλυσμα το 'μάτι σου καινούριον φαρμακεύση,

το παλαιόν φαρμάκι του αμέσως ξεθυμαίνει.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αυτά ιατρεύονται καλά με το πεντάνευρόν σου (14).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ποια είν' αυτά, παρακαλώ;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τα πόδια τα σπασμένα.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ρωμαίε, ετρελλάθηκες;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Όλως διόλου όχι·

Πλην είμαι και από τρελλόν σφικτώτερα δεμένος,

κλεισμένος εις τα σίδερα, καταβασανισμένος,

και ραβδισμένος, νηστικός...

Παιδί μου, καλή 'μέρα.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Διπλοκαλημερίζω σε. — Ηξεύρεις να διαβάζης;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ω ναι! διαβάζω το γραπτόν της μοίρας της κακής μου.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Και θα το έμαθες αυτό χωρίς βιβλίον ίσως.

Αλλ' όμως ό,τι κι' αν ιδής, μπορείς να το διαβάσης;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Εάν την γλώσσαν εννοώ, κ' ηξεύρω τα ψηφία.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Α! μετρημένα ομιλείς. Θεός να σ' ευλογήση!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Σταμάτησε, καλό παιδί, κ' ηξεύρω να διαβάζω.

(Αναγινώσκει τον κατάλογον).

«Ο σιορ Μαρτίνος και η γυναίκα του και η κόρη του, ο

κόντε Ανσέλμης και αι ωραίαι αδελφαί του, η αρχόντισσα η

χήρα Βιτρουβίου, ο σιορ Πλακέντιος και αι νόστιμαι ανεψιαί

του, ο Μερκούτιος και ο αδελφός του ο Βαλεντίνος, ο θειος

μου Καπουλέτος, η γυναίκα του και αι θυγατέρες του, η ωραία

ανεψιά μου Ροζαλίνα, η Λιβία, ο σιορ Βαλέντιος και ο εξά-

δελφός του Τυβάλτης, ο Λούκιος και η ζωηρά Ελένη».

Να εύμορφη συνάθροισις! Και πού θα τους μαζεύσης;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Επάνω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Πού;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

'Σ το δείπνον μας· 'ς το σπίτι.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τίνος σπίτι;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Τ' αυθέντου μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Α! έπρεπε αυτό να σ' ερωτήσω.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Να σου το ειπώ χωρίς να μ' ερωτήσης. Ο αυθέντης μου

είναι ο μεγαλόπλουτος Καπουλέτος. Και αν δεν είσαι

από τους Μοντέκιδες, κόπιασε και συ, αν αγαπάς, να

κερασθής ένα ποτήρι κρασί. Ο Θεός να σ' ευλογήση!

(Αναχωρεί).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

'Σ του Καπουλέτου σήμερα το σπίτι θα δειπνήση

κ' η Ροζαλίνα σου αυτή, που τόσον την λατρεύεις,

και όλ' αι πλέον θαυμασταί ωραίαι της Βερώνας.

Πήγαιν' εκεί, και σύγκρινε το πρόσωπόν της μ' άλλα

που θα ιδής, (πλην δίκαιον το 'μάτι σου να ήναι),

και κόρακα τον κύκνον σου θα σου τον αποδείξω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Εάν εις την λατρείαν των ποτέ των απιστήσουν

τα 'μάτια μου, — εάν ποτέ κηρύξουν τέτοιον ψεύμα,

ας χύνουν αντί δάκρυα, φωτιάν! Κι' αυτά τα 'μάτια,

που αν κ' επνίγηκαν συχνά, δεν 'πέθαναν ακόμη,

αυτοί εδώ οι υαλιστοί, οι κολασμένοι ψεύται,

μέσα 'ς την φλόγα να καούν, 'σαν άπιστοι που θάναι!

'Σ τα κάλλη την αγάπην μου θα ξεπεράση άλλη!

Ο ήλιος, που το 'μάτι του τα πάντα εξετάζει,

δεν είδεν άλλην 'σαν αυτήν απ' την αρχήν του κόσμου!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Καλήν την είδες, επειδή κοντά δεν ήτον άλλη,

και μόνην την εζύγιζες και εις τα δυο σου 'μάτια.

Αλλ' αν εις την κρυστάλλινην αυτήν την ζυγαριάν σου

ζυγίσης την αγάπην σου και με καμμίαν άλλην,

από αυτάς που 'ς τον χορόν να λάμπουν θα σου δείξω,

εκείνη, που καλλίτερην την έχεις, θα ξεπέση.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Πηγαίνω· όχι να ιδώ το θέαμα που λέγεις,

πλην μόνον διά να χαρώ την λάμψιν που μ' ευφραίνει.

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.

Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου.

(Εισέρχονται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Τι έγεινεν η κόρη μου; Την κράζεις, παραμάνα;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Δεν είν' εδώ; Τι έγινε! — Αρνάκι μου, πουλί μου!

Κύρι' ελέησον, καλέ!... πού είσαι; Ιουλιέτα!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ, εισερχομένη.

Τί είναι; ποιος με κράζει;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Η μητέρα σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Εδώ είμαι, μητέρα μου· τι ορίζεις;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Να σου το ειπώ... Παραμάνα, άφησέ μας ολίγον· έχω

κάτι κρυφόν να της ειπώ. — Παραμάνα, έλα οπίσω και

ήλλαξα γνώμην. Σε θέλω ν' ακούσης την ομιλίαν μας.

Η κόρη μου τώρα έχει τα χρονάκια της· εσύ τα 'ξεύρεις.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Μα την πίστιν μου, τα 'ξεύρω τα χρονάκια της ως

το λεπτόν.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Δεν έχει τελειωμένα τα δεκατέσσαρα;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Να χάνω δεκατέσσαρα δόντια, (μολονότι, κακόν που

μούλθε, δεν μου έμειναν παρά τέσσαρα,) αν τα έχη τε-

λειωμένα τα δεκατέσσαρα. Πότε έχωμεν των Αγίων

Αποστόλων; (15)

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Σήμερον δεκαπέντε, ή εκεί κοντά.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Κοντά ή μακρυά, από όλαις ταις ημέραις του χρό-

νου, όταν έλθη των αγίων Αποστόλων θα κλείση τα

δεκατέσσαρα. Αυτή και η Σουσάνα μου, (ο θεός ν' ανα-

παύση κάθε χριστιανού ψυχήν!) εγεννήθηκαν μαζή. Η

καϋμένη η Σουσάνα μου! Μου την επήρεν ο Θεός· δεν

την ήξιζα να την έχω εγώ. — Λοιπόν, ως καθώς σου λέ-

γω, ανήμερα των Αγίων Αποστόλων, την νύκτα, τε-

λειόνει τα δεκατέσσαρα· σωστά δεκατέσσαρα. — Το εν-

θυμούμαι ωσάν να ήτον σήμερα. Είναι τώρα ένδεκα

χρόνια, οπού έγινε ο σεισμός. Και την απέκοψα, από

όλαις ταις ημέραις του χρόνου, ίσα ίσα εκείνην την ημέ-

ραν του σεισμού (16). Όσον ζω, δεν θα το λησμονήσω.

Είχα βάλλει αψιθιάν 'ς το βυζί μου, και ήμουν καθισμέ-

νη 'ς τον ήλιον, κάτω από τον περιστεριώνα. — Ο αυθέν-

της μου και του λόγου σου ελείπατε εις την Μάντουαν.

— Δουλεύει ακόμη το μυαλόν μου! Λοιπόν, ως καθώς

σου λέγω, ευθύς οπού εγεύθηκε την αψιθιάν 'ς την ρό-

γαν του βυζιού μου, και είδε την πίκραν, — ω! πώς

εθύμωσε το ανοητάκι μου, και τα έβαλε με το βυζί μου.

— Κ' εκεί, δος του ο περιστεριώνας κούνημα! Δεν είχα

χρείαν να μου ειπή κανείς να το ξεκόψω από τον τοί-

χον. Και από τότε επέρασαν ένδεκα χρόνια· διότι έστεκε

'ς τα πόδια της τότε. Ναι, μα τον Σταυρόν! Επεριπα-

τούσε, κ' έτρεχεν επάνω κάτω· αφού, ίσα ίσα μίαν ημέ-

ραν προ του σεισμού είχε πέσει καταγής κ' εκτύπησε

'ς το κούτελον και ο άνδρας μου, (Θεός συγχωρέσοι τον,

αγαπούσε να χωρατεύη ο μακαρίτης,) εσήκωσε το παιδί

από καταγής, και του λέγει: «τι είν' αυτά, λέγει, μου

πέφτεις προύμητα τώρα; όταν βάλης γνώσιν, θα πέφ-

της ανάσκελα, λέγει· αλήθεια, Ζουλή;» Και μα την

Παναγίαν, το σιχαμένον αφίνει τα κλαύματα, και του

λέγει, ναι. Κύτταξε τώρα, τι καλά οπού ήλθεν ο χω-

ρατάς! Χίλια χρόνια να ζήσω, δεν θα το λησμονήσω.

«Αλήθεια, Ζουλή,» λέγει· και το γλυκόν ανοητάκι

αφίνει τα κλαύματα και του κάμνει, ναι.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Καλά, καλά! Άφησέ τα τώρα αυτά, παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ναι, Κυρία· αλλά δεν ημπορώ να μη γελώ, όταν μ'

έρχεται εις τον νουν πώς άφησε τα κλαύματα, και του

κάμνει, ναι. Και όμως είχε 'ς το κούτελον ένα πρήξι-

μον ωσάν αυγόν — φοβερόν πρήξιμον! Και έκλαιε δυ-

νατά! «Τι είν' αυτά, λέγει ο μακαρίτης· μου πέφτεις

προύμυτα τώρα, λέγει· όταν βάλης γνώσιν, θα πέφτης

ανάσκελα. Αλήθεια, Ζουλή;» κ' εκείνο αφίνει τα κλαύ-

ματα και του λέγει, ναι.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Τώρα σου λέγω σώπαινε, και παύσε, παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ιδού που ετελείωσα. — Θεός να σε χαρύνη!

Αχ! ωραιότερον μωρόν δεν 'βύζαξα ποτέ μου.

Να μ' αξιώση ο θεός να ιδώ τα στέφανά σου,

και άλλο δεν επιθυμώ.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Αυτό είν' ίσα ίσα

που ήθελα να της ειπώ. — Παιδί μου, Ιουλιέτα,

ειπέ μου, η καρδούλα σου τι λέγει περί γάμου;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ούτ' ωνειρεύθηκα ποτέ τέτοιαν τιμήν ακόμη.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Τιμήν! Αν δεν ετύχαινα η μόνη σου βυζάστρα,

θα έλεγα πως 'βύζαξες την γνώσιν με το γάλα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Καιρός να το συλλογισθής. Εδώ εις την Βερώναν

ονομασταί αρχόντισσαι πολύ νεώτεραί σου

μητέρες κι’ όλα έγιναν κ' εγώ που σου τα λέγω,

μητέρα σου, παιδάκι μου, ήμουν επάνω κάτω

'ς την ηλικίαν, οπού συ παρθένος είσ' ακόμη.

Αλλά, να τα κοντολογώ, ο Πάρης ο γενναίος

σ' εζήτησε γυναίκα του.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ω κόρη μου, τι άνδρας!

Τι άνδρας, Ιουλιέτα μου! Αληθινά κηρένιος!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Του τόπου μας η άνοιξις δεν έχει τέτοιον άνθος.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Τω όντι άνθος είν' αυτός· 'ς την πίστιν μου είν' άνθος!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Λοιπόν τι λέγεις, κόρη μου; Ο νέος σου αρέσει;

Απόψε θα τον έχωμεν ς' την συναναστροφήν μας·

το πρόσωπόν του κύτταξε να το καλοδιαβάσης·

ιδέ την ωραιότητα εκεί ζωγραφισμένην,

εξέτασε τ' αρμονικά χαρακτηριστικά του,

και πώς η χάρις του ενός το άλλο ευμορφαίνει.

Κι αν κατά τύχην εις αυτό το εύμορφον βιβλίον

εύρης και κάτι σκοτεινόν, θα το ιδής γραμμένον

'ς το περιθώρι των ματιών (17). Εκεί επάνω γράφει,

ότι αυτό το ακριβόν βιβλίον της αγάπης,

το άδετον, χρειάζεται το δέσιμον του γάμου,

και τότε ωραιότερον θα φαίνεται ακόμη.

Το ψάρι δεν επιάσθηκε. — Το εύμορφον το πράγμα

κι απ' έξω σκέπασμα καλόν χρειάζεται να έχη·

και εις τα 'μάτια των πολλών η δόξα του βιβλίου

αυξάνει, αν τα φύλλα του χρυσοδεμένα ήναι.

Ό,τι κι’ αν έχη τ' αποκτάς λοιπόν, εάν τον πάρης,

και δεν μικραίνεις δι’ αυτό διόλου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Να μικραίνη!

Την μεγαλόνει μάλιστα ο άνδρας την γυναίκα.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Λοιπόν, τι αποκρίνεσαι; ο Πάρης σου αρέσει;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Να τον αρέσω θα ιδώ, αφού εσύ το θέλεις,

αν ήναι με το να ιδώ να έλθη το ν' αρέσω·

αλλά δεν έχω τον σκοπόν ν' αφήσω την 'ματιάν μου

να 'πάγη πλέον μακρυά από την άδειάν σου.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ, εισερχόμενος.

Κυρία, ήλθαν οι καλεσμένοι, το δείπνον είναι έτοι-

μον, εσένα σε προσμένουν, την θυγατέρα σου την ζη-

τούν, την παραμάναν την βλασφημούν εις το μαγει-

ρειόν, και κάθε τι είναι εις τον τόπον του. Πηγαίνω εις

την δουλειάν μου. — Κοπιάσατε αμέσως, αν αγαπάτε.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ

Αμέσως. — Ιουλιέτα μου, ο Πάρης μας προσμένει.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Με την ευχήν μου, κόρη μου, και την καλήν την ώραν,

κ' αι νύκταις 'σαν ταις 'μέραις σου να ήν' ευτυχισμέναις!

(Απέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.

Οδός εις Βερώναν.

(Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ, ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ, ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΜΟΣ και πέντε

ή έξ έτεροι προσωπιδοφόροι, μετά δαδούχων)

ΡΩΜΑΙΟΣ

Και πώς; Με μήνυμα γραπτόν την άδειαν ζητούμεν;

Ή να πηγαίνωμεν εμπρός χωρίς απολογίαν; (18)

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Δεν είναι πλέον του συρμού η τόση φλυαρία.

Δεν έχομεν να στείλωμεν τον Έρωτα εμπρός μας,

με τόξον εις τα χέρια του, και με δεμένα μάτια,

εκεί σαν σκιάχτρον να φανή, τας νέας να τρομάξη.

Ας λείψη κι’ όταν έμβωμεν ο πρόλογος ξεστίχου,

που ένας τον καλαναρχά, κι’ άλλος σιγά τον λέγει.

Πηγαίνομεν, ένα χορόν χοροπηδούμεν, κ’ έξω!

Αν τους αρέσωμεν καλά· ει δε κακόν 'δικόν των.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Δος μου δαυλόν, και όρεξιν δεν έχω να πηδήξω.

Εγώ, που είμαι σκοτεινός, το φως θα σας κρατήσω (19)

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Όχι, Ρωμαίε μου καλέ· σε θέλω να χορεύσης.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αληθινά δεν ημπορώ. Σεις ελαφρά πατείτε

με υποδήματα χορού κ' ευλύγιστην πατούνα,

ενώ εμένα μου πατεί μολύβι την ψυχήν μου,

κι ούτ' ημπορώ να κινηθώ απ' το πολύ το βάρος.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Ερωτευμένε, τα πτερά του Έρωτος δανείσου,

κι ανασηκώσου με αυτά, να ιδής πώς θα πετάξης.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τόσον μ' ετρύπησε βαθειά με τα σκληρά του βέλη,

που να πετάξω δεν 'μπορώ 'ς τα ελαφρά πτερά του.

το βάρος της αγάπης μου το στήθος μου πλακόνει.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Ρίξου επάνω της εσύ, να πλακωθή εκείνη.

Τέτοιον παιδάκι τρυφερόν 'ς το βάρος σου θ' ανθέξη;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Εσύ τον έχεις τρυφερόν; Σκληρός ο Έρως είναι,

είναι στρυφνός κι’ ανάποδος, κεντά σαν το αγκάθι.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Εάν σου φέρνεται σκληρά, φέρσου σκληρά μαζή του·

αν σε κεντά, κέντα και συ, να τον εξημέρωσης. —

Δώσατ' εδώ ένα κουτί, το μούτρον μου να χώσω.

(Φορεί προσωπίδα).

'Σ την προσωπίδα προσωπίς! Και τώρα τι με μέλει,

εάν την ασχημάδα μου κανείς μου ψεγαδιάση;

Τα φρύδια τούτα τα χονδρά την εντροπήν ας πάρουν.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Εμπρός! πηγαίνωμεν εμπρός! Εμβαίνωμεν, κι’ αμέσως

το ρίχνομεν εις τον χορόν.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ένα δαυλόν εμένα.

Εσείς, που έχετ' ελαφρόν κι’ απλήγωτον το στήθος

ταις ψάθαις γαργαλίσετε απόψε με τα πόδια (20).

Εγώ το φως θα σας κρατώ, κ' οι άλλοι ας πηδήξουν.

ΜΕΡΚΟΊΊΙΟΣ

Επήδησεν ο ποντικός από το παραθύρι.... (21|)

Αλλ' εάν είσαι ποντικός, σε βγάζω απ' την τρύπαν,

Ή μάλλον, με συμπάθειον, απ' την αγάπην, όπου

έως τ' αυτιά ευρίσκεσαι, Ρωμαίε, βουτημένος.

Έλα, μη χάνωμεν καιρόν, και φέγγομεν τον ήλιον.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Πώς τούτο;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Θέλω να ειπώ 'ξοδεύομεν του κάκου

τα φώτα, 'σαν να καίωμεν το μεσημέρι λύχνον.

Το νόημά μου κύτταξε, και άφηνε τα λόγια.

Εάν λαλούμεν γνωστικά μίαν φοράν 'ς ταις πέντε,

πλην ο σκοπός είναι καλός συχνά και εις ταις πέντε.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Κ' εκεί όπου πηγαίνομεν καλός είν' ο σκοπός μας,

όμως δεν είναι γνωστικόν.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Και διατί;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Διότι, —

διότι είδα όνειρον 'ς τον ύπνον μου απόψε.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Είδα 'ς τον ύπνον μου κ' εγώ.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τι ήτον τ' όνειρόν σου;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Πως όποιος βλέπει όνειρα αέρα κοπανίζει.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ναι, μέσα εις το στρώμα του, εκεί όπου κοιμάται

κι αλήθειαις ονειρεύεται.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Τώρα καταλαμβάνω!

Την Μάβω την Νεράιδα εφίλευες απόψε (22).

Η Μάβω κάμνει την μαμμήν, και έρχεται την νύκτα,

ωσάν δακτυλιδόπετρα μεγάλη, απ' εκείναις

οπού οι δημογέροντες φορούν 'ς το δάχτυλόν των

και ζεύγει 'ς το αμάξι της μικρά μικρά μαμμούδια,

και ταξειδεύει και περνά εις μύταις κοιμισμένων.

Είναι τ' αδράχτιαν των τροχών από αράχνης πόδια,

κι απ' των ακρίδων τα πτερά του αμαξιού ο θόλος·

απ' αραχνιάν ψιλήν ψιλήν τα χαλινάρια είναι·

τα ζυγολούρια από υγρήν ακτίνα της Σελήνης·

η μάστιξ γρύλλου κόκκαλον, και πάχνη το σχοινί της.

Και ένας κούνουπας ψαρός ο αμαξάς της είναι,

μικρός μικρός, 'σαν το 'μισόν απ' ένα σκουληκάκι

οπού τσιμπά το δάκτυλον μιας οκνηρής κοπέλας.

Τ' αμάξι της ο σκίουρος το έχει καμωμένον,

ο λεπτουργός των Μαγισσών απ’ την αρχήν του κόσμου·

και της το κατεσκεύασεν απ' άδειον λεπτοκάρυ.

Κ' έτσι με δόξαν και πομπήν περιπατεί την νύκτα

εις τα μυαλά των εραστών, και βλέπουν στ' όνειρόν των

αγάπαις· — εις τα γόνατα των αυλικών, κι’ αμέσως

χαιρετισμούς φαντάζονται πως κάμνουν κ' υποκλίσεις·

'ς των δικηγόρων απ' εκεί ταις φούκταις μεταβαίνει,

κ' εκείνοι ονειρεύονται πελάτας, που πληρόνουν·

'ς των γυναικών περιπατεί τα χείλη, και αμέσως

φιλάκια ονειρεύονται· πλην κάποτε θυμόνει

η Μάβω, και τα χείλη των γεμίζει φουσκαλίδες,.

εάν τα εύρη μ' αλοιφαίς και χρώματ' αλειμμένα.

Καμμιάν φοράν εις αυλικού παρασκαλόνει μύτην,

και εύνοια βασιλική 'ς τον ύπνον του μυρίζει.

Άλλην φοράν ενός παππά την μύτην γαργαλίζει,

και άρτους ονειρεύεται και προσφοραίς κ' εκείνος(23).

Και κάποτε τ' αμάξι της τυχαίνει στρατιώτην

κι απ' το λαρύγγι του περνά, και βλέπει στ' όνειρόν του

καρτέρια, μάχαις, και σπαθιά, κ' εχθρών λαιμούς πως

[κόπτει,

φαντάζεται πως τον κερνούν πεντάπηχα ποτήρια,

κ' εκεί βούζουν τύμπανα ‘ς τ' αυτιά του, και τρομάζει,

κ' εξιππασμένος εξυπνά, — πλην κάμνει τον σταυρόν του,

ξανατραβά το 'πάπλωμα κι’ αποκοιμάται πάλιν.

Η Μάβω είν' η Μάγισσα εκείνη, οπού πλέκει

την νύκτα εις τα σκοτεινά την χαίτην των αλόγων,

και ταις τραχαίς ταις τρίχαις των με κόμπους εμπερ-

[δεύει,

π' αλλοίμονον, κι' αλλοίμονον εις όποιον τους ξεπλέξη! (24)

Αυτ' είν' η στρίγλα πώρχεται την νύκτα, και πλακόνει

τας νέας, όταν κείτονται ανάσκελα 'ς την κλίνην,

και τας γυμνάζει να βαστούν των γυναικών το βάρος·

αυτ' είν' εκείνη....

ΡΩΜΑΙΟΣ

Σώπαινε, Μερκούτιέ μου, σώπα,

και διά τίποτε λαλείς.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Λαλώ περί ονείρων

και είναι κούφιου κεφαλιού τα όνειρα παιδάκια,

γεννήματα του τίποτε, ήγουν της φαντασίας·

κ’ η φαντασία είναι τι, λεπτόν 'σαν τον αέρα,

και άστατον 'σαν την πνοήν τ' ανέμου, οπού πότε

'ς την παγωμένην του Βορηά γλυκαίνεται αγκάλην,

και αν θυμώση έξαφνα, φυσά και την αφίνει

και στρέφεται προς την Νοτιάν την δροσοσκεπασμένην.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Μας 'βγάζει απ' τον δρόμον μας ο άνεμος που λέγεις.

Το δείπνον θα' τελείωσε. Θα φθάσωμεν εξώρας.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Κ' εγώ φοβούμαι πρόωρα! 'Σαν να μου λέγη κάτι,

ότι μεγάλη συμφορά, 'ς το άστρον μου κρυμμένη,

απ' το νυκτοξεφάντωμα τ' αποψινόν θ' αρχίση,

κι ότι αυτή, την ύπαρξιν την καταφρονημένην

που κλείω εις τα στήθη μου, θα μου την τελείωση

με μιαν φρικτήν καταστροφήν θανάτου πριν της ώρας!

Αλλά Εκείνος π' οδηγεί το σκάφος της ζωής μου

ας του πρυμνίζη τ' άρμενα! Εμπρός, καλοί μου φίλοι.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Βαρέσατε τα τύμπανα!

(Εξέρχονται πάντες).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ.

Αίθουσα εν τη, οικία του Καπουλέτου.

(μουσικοί εις το βάθος της σκηνής κρατούντες τα όργανα

αυτών. Εισέρχονται ΥΠΗΡΕΤΑΙ).

Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Πού είναι ο Τηγανάς, και δεν έρχεται να σηκώσω-

μεν τα πράγματα; Που να σαλεύση πινάκι αυτός! Που

να καθαρίση πινάκι!

Β’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Αλλοίμονον αν απομείνη το νοικοκυριόν εις τα χέ-

ρια ενός ή και δύο ανθρώπων, και εκείνα λερωμένα!

Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Πάρε τα σκαμνιά απ' εδώ. — Σπρώξε εκεί τ' αρμά-

ρι. — Έχε τον νουν σου εις το ασημικόν. — Να μου

ζήσης, φύλαξέ μου κομμάτι αμυγδαλωτόν και, αν μ'

αγαπάς, ειπέ του θυρωρού ν' αφήση την Σουσάναν την

Μυλοπέτραιναν να έμβη μέσα, — και την Νέλλην. —

Αντώνη! Τηγανά!

Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Παρών!

Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Σε φωνάζουν, σε ζητούν, σε θέλουν εις την τραπε-

ζαρίαν.

Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Δεν ημπορώ να είμαι κ' εδώ κ' εκεί. — Εμπρός παι-

διά! Τρέχετε επάνω κάτω, και όποιος μείνη ύστερος,

χάρισμά του ό,τι απομείνη.

(Αποσύρονται).

(Εισέρχεται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά των προσκεκλημένων,

και προσωπιδοφόροι).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Καλώς ωρίσατ' άρχοντες! — Όσαις δεν έχουν κάλους

θα σηκωθούν εις τον χορόν να σας ξεποδαριάσουν.

Α, α! Ποια τώρ' απ' όλαις σας θα 'πή πως δεν χορεύει;

Εάν καμμιά την δύσκολην θελήση να μας κάμη,

παίρνω τον όρκον μου εγώ πως της πονούν οι κάλοι.

Ωραία δεν σας έπιασα; — Καλώς τους άρχοντάς μου!

Ήτον καιρός οπού κ' εγώ 'φορούσα προσωπίδα,

και ήξευρα εις το αυτί μιας νέας να λαλήσω

και να ειπώ σιγά σιγά εκείνα που αρέσουν

αλλά επέρασ' ο καιρός, επέρασε και 'πάγει. —

Καλώς ωρίσατ' άρχοντες. — Αι μουσικοί, λαλείτε!

Ολίγον τόπον κάμετε! — Κορίτσια, σηκωθήτε!

(Η μουσική παιανίζει· αρχίζει ο χορός).

Και άλλα φώτα γρήγορα· — 'ς τον τοίχον τα τραπέζια·

κι ας σβύση πλέον η φωτιά· κάμνει μεγάλην ζέστην(25).

Αι, θείε Καπουλέτε μου, κάθισ' εδώ κοντά μου·

εκάμαμεν το χρέος μας ημείς εις τον καιρόν μας.

Αφ' ότου εχορεύσαμεν ως πόσα χρόνια είναι;

ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Μα τον σταυρόν, εξάδελφε, είναι τριάντα χρόνια.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Τι! Ολιγώτερον καλέ, 'λιγώτερον σου λέγω.

Θα γείνουν την πεντηκοστήν είκοσι πέντε χρόνια

που είχεν ο Λουκέντιος τους γάμους του· και τότε

κ' οι δυο μας εχορεύσαμεν. Θυμάσαι;

ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Έχεις λάθος.

Θα είναι περισσότερον, αφού τριάντα χρόνων

είναι ο υιός του σήμερον.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Τι κάθεσαι και λέγεις!

Ήτον ανήλικος αυτός τώρα και δύο χρόνοι.

(Αποσύρονται).

ΡΩΜΑΙΟΣ, προς υπηρέτην·

Ποια είν' αυτή που 'πέρασε, κ' επλούτιζε το χέρι

του νέου οπού την κρατεί, εκεί;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Δεν την γνωρίζω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ω! εις την λάμψιν της κοντά θαμπόνουν αι λαμπάδες!

Μου φαίνεται 'ς το μάγουλον της Νύκτας κρεμασμένη,

ωσάν διαμάντι λαμπερόν στ' αυτί ενός Αράπη!

Τόσον πλουσία ευμορφιά δι’ άνθρωπον δεν είναι,

τόσον ωραίον θησαυρόν η γη δεν τον αξίζει!

Πώς ξεχωρίζεται αυτή απ' ταις συντρόφισσαίς της,

'σαν περιστέρα κάτασπρη 'ς τα μαυροπούλια μέσα!

Ευθύς που παύση ο χορός, θα ιδώ πού θα καθίση,

να δώσω την ανέκφραστην χαράν στ' αδρύ μου χέρι

να πιάση το χεράκι της. — Αγάπησ' η καρδιά μου

ως τώρα; Όχι! Μάτια μου, εσείς να ορκισθήτε

πως ευμορφιάν αληθινήν απόψε πρωτοβλέπω!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ, παρατηρών τον Ρωμαίον μακρόθεν.

Μοντέκης είναι βέβαια! Γνωρίζω την φωνήν του.

(Προς τον ακόλουθόν του)

Συ το σπαθί μου φέρε μου. — Και πώς αυθαδιάζει

ο άθλιος να έρχεται με μούτρα σκεπασμένα,

και 'ς τον χορόν μας να χωθή], να μας περιγελάση!

Μα την τιμήν του γένους μου και μα την γενεάν μου,

κρίμα δεν τόχω αν εδώ 'ς τον τόπον τον αφήσω!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Τι έπαθες, ανεψιέ; τι έχεις και ανάπτεις;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Αυτός εδώ ένας εχθρός, ένας Μοντέκης είναι,

ένας αχρείος, θείε μου, που ήλθε με κακίαν

την εορτήν μας να ιδή και να μας περιπαίξη!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Τι; ο Ρωμαίος είν' αυτός;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Εκείνος, ο αχρείος!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Ησύχασε και άφες τον, ανεψιέ καλέ μου·

αρχοντικόν κ' ευγενικόν το φέρσιμόν του είναι,

κι αν θέλης την αλήθειαν, τον έχει καύχημά της

όλ' η Βερώνα, ως καλόν και καθώς πρέπει νέον.

Και όλα να μου έδιδες του τόπου μας τα πλούτη,

δεν το 'καμνα 'ς το σπίτι μου να τον καταφρονήσω.

Κάμε λοιπόν υπομονήν και συ. Μη τον κυττάζης.

Το θέλημά μου είν' αυτό, και αν ψηφάς τι θέλω,

πρόσχαρος τώρα να φανής. Μη μου τα καταιβάζης,

και δεν ταιριάζουν 'ς τον χορόν καταιβασμένα μούτρα.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Ταιριάζουν, όταν χώνεται κ' ένας αχρείος μέσα!

Δεν υποφέρεται αυτό!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Πλην θα το υποφέρης!

Τι είναι τούτο, Κύριε; Σου λέγω δα! Πού είσαι;

Ο νοικοκύρης είμ' εγώ, ή συ; — Δεν υποφέρεις!

Ποιος σ' ερωτά; Ακούς εκεί! Θεέ συγχώρεσέ με,

θέλεις οι φίλοι μου εδώ να γείνουν άνω κάτω;

να γείν' ανάστα ο Θεός; τι θέλεις; να μου κάμης

το παλλικάρι;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Θειε μου, είν' εντροπή μας.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Σώπα!

Συμμάζωξε τα λόγια σου! Ακόμη τι θ' ακούσω;

Να μη πλήρωσης ακριβά το φέρσιμόν σου τούτο.

Θα μου εναντιώνεσαι! Καιρός μα την αλήθειαν....

(προς νέαν τινά).

Πολύ καλά, ψυχούλα μου.

(Προς τον Τυβάλτην)

Πού έχεις τα μυαλά σου;

Να που το λέγω, 'σύχασε, ή...

(Προς τους υπηρέτας).

Κι άλλα φώτα! φώτα!

(Προς τους υπηρέτας).

Εμπρός να ζήτε.

(Προς τον Τυβάλτην)

Ειδεμή, εγώ σε ησυχάζω!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ

Βιάζομαι να κρατηθώ· πλην ο θυμός με πνίγει,

κι από την στενοχώριαν μου ανατριχιάζω όλος.

Ας τραβηχθώ. Όμως αυτός εδώ ο ερχομός του,

και αν του φαίνεται γλυκός, εις πίκραν θα γυρίση.

(Αποσύρεται.).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αν τύχη κ' εβεβήλωσε τ' ανάξιόν μου χέρι

το άγιον εικόνισμα οπού κρατώ, ας σκύψουν

δυο κόκκινοι προσκυνηταί, τα πρόθυμά μου χείλη,

και το τραχύ μου έγγιγμα μ' ένα φιλί ας σβύσουν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Το αδικείς το χέρι σου, καλέ προσκυνητά μου·

δεν έδειξεν ευλάβειαν οπού να μην αρμόζη.

Εγγίζουν οι προσκυνηταί τα χέρια των αγίων,

κι ασπάζονται μ' ευλάβειαν τα εικονίσματά των (26).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τα χείλη των προσκυνητών οι άγιοι δεν τάχουν;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Τα έχουν να προσεύχωνται, προσκυνητά καλέ μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Λοιπόν, ω δέσποινα γλυκειά, ό,τι τα χέρια κάμνουν

ας κάμουν και τα χείλη μου· 'ς την δέησίν των κλίνε!

Μην τ' αρνηθής, κι’ απελπισθούν εκεί οπού πιστεύουν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Οι άγιοι ακίνητοι ακούουν τας δεήσεις.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Μείνε ακίνητη και συ, ενώ εγώ θα παίρνω

εκείνο που σου δέομαι.

(Την ασπάζεται).

Μ' αυτό την αμαρτίαν

Των ιδικών μου των χειλιών την σβύνουν τα 'δικά σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Μένει 'ς τα χείλη μου λοιπόν το κρίμα που επήραν.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Το κρίμ' από τα χείλη μου; Το μάλλωμα μ' ευφραίνει.

Δος μου το 'πίσω το λοιπόν.

(Την ασπάζεται εκ νέου).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Φιλείς 'σαν κομπολόγι(27).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Κυρία, η μητέρα σου να σου 'μιλήση θέλει.

(Η Ιουλιέτα διευθύνεται προς την μητέρα της).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ποια είναι η μητέρα της;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Καλόν μου παλλικάρι,

είν' η κυρία του σπιτιού. Εξαίρετη Κυρία,

και φρόνιμη νοικοκυρά, και αρεταίς γεμάτη.

Εβύζαξα την κόρην της, αυτήν που ωμιλούσες.

Χαρά ς' εκείνον που θα ‘πή: «την έβαλα 'ς το χέρι,

διότι παίρνει θησαυρόν.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Του Καπουλέτου κόρη!

Ω! τι γλυκός λογαριασμός! 'ς την κόρην του εχθρού μου

την ύπαρξίν μου χρεωστώ.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Καιρός ν' αναχωρούμεν

Τελειόν' η διασκέδασις.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Κ' εγώ αυτό φοβούμαι.

Τελειόν' η διασκέδασις, κ’ η συμφορά αρχίζει.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ

Ακόμη δα, ω άρχοντες, μη φεύγετε ακόμη.

Σταθήτε να δειπνήσετε· τώρα θα φέρουν κάτι.

Τ' απεφασίσατε; Λοιπόν, υπόχρεώς σας είμαι,

υπόχρεως εις όλους σας πολύ. Καλήν σας νύκτα!

Φώτα εδώ! — Πηγαίνομεν κ' ημείς να κοιμηθούμεν.

Μα την αλήθειαν, θείε μου, είναι πολύ εξώρας.

Πηγαίνω 'ς το κρεββάτι μου.

(Αποσύρονται πάντες, εκτός της Ιουλιέτας και της Παραμάνας).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αι παραμάνα, έλα 'δω. — Αυτός εκεί ποιος είναι;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ο κληρονόμος και υιός του γέρο-Τιβερίου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Κι' ο άλλος απ' οπίσω του; Αυτός που 'βγαίνει τώρα;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ο νέος ο Πετρούκιος μου φαίνεται.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Κ' εκείνος

κοντά του; που δεν ήθελεν απόψε να χορεύση;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Δεν τον γνωρίζω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Πήγαινε να μάθης τ' όνομα του. —

Εάν δεν είν' ελεύθερος, ο τάφος μου θα ήναι

το νυμφικόν κρεββάτι μου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ, επιστρέφουσα.

Μοντέκης είναι τούτος·

είν' ο Ρωμαίος! το παιδί του πατρικού εχθρού σου!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Της μόνης έχθρας μου βλαστός η μόνη μου αγάπη!

Ω! πάρωρα τον 'γνώρισα, και πρόωρα τον είδα!

Εις την καρδιάν μου 'φύτρωσε παράδοξος αγάπη,

και τώρα έχω ν' αγαπώ τον μισητόν εχθρόν μου!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Τι είν' αυτό; τι είν' αυτό;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Είν' ένα τραγουδάκι,

που μ' έμαθ' ένας χορευτής.

(Κράζουν έσωθεν την Ιουλιέταν).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Αμέσως! Ναι, αμέσως!

Έλα πηγαίνωμεν κ' ημείς; Έφυγ' ο κόσμος όλος.

(Απέρχονται)

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ.

Πλατεία παρά τον κήπον του Καπουλέτου.

ΡΩΜΑΙΟΣ, εισερχόμενος.

Ω! η καρδιά μου είν' εδώ. Κ' εγώ εδώ θα μείνω.

Κυλήσου, ζύμη γήινη, το κέντρον σου να εύρης (28).

(Πηδά τον τοίχον του κήπου).

(Εισέρχονται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ρωμαίε μου! Εξάδελφε! Ρωμαίε!

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Έχει γνώσιν

ο νέος, και θα έφυγε να 'πάγη να πλαγιάση.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟ

Τον είδα· έτρεξ’ απ' εδώ κ' επήδησε τον τοίχον.

Μερκούτιέ μου, κράξε τον.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Και να τον εξορκίσω· —

Ρωμαίε! παλαβέ, τρελλέ, ερωτοπληγωμένε!

Το σχήμα λάβε στεναγμού κ' εμπρός μας εμφανίσου

ή δίστιχον ερωτικόν ειπέ μου, και μου φθάνει·

φώναξε, Αχ! και ταίριαξε με περιστέρι, ταίρι

ή κάμε το εγκώμιον της άμιας Αφροδίτης,

ή δος ένα παράνομα εις το τυφλόν παιδί της(29).

Δεν με ακούει, δεν κουνεί, δεν ομιλεί. — Ρωμαίε! —

Εψόφησεν ο πίθηκος. — Εξορκισμόν θα κάμω.

Ρωμαίε, μα τα εύμορφα της Ροζαλίνας μάτια,

μα το λευκόν της μέτωπον, τα κόκκινά της χείλη,

μα το μικρόν ποδάρι της, την άντζαν της την ίσιαν,

μα το παχοτρεμουλιαστόν μηρί της, σ' εξορκίζω,

'ς την φυσικήν σου την μορφήν εμπρός μας εμφανίσου

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Εάν σ' ακούση, βέβαια μαζή σου θα θυμώση.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Πώς θα θυμώση; Δίκαιον θα είχε να θυμώση,

εάν με τον εξορκισμόν της αγαπητικής του

του έστηνα δαιμόνιον τεράστιον εμπρός του,

και τ' άφηνα να στέκεται, ως που να καταφέρη

εκείνη με τα μάγια της να το κατακαθίση.

Αυτό θα τον επείραζεν ενώ τα όσα είπα

είναι καλά κι’ απείρακτα- διότι στ' όνομά της

εξώρκισα τον ίδιον εμπρός μας να φυτρώση.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Πηγαίνομεν. Εκρύφθηκεν ανάμεσα 'ς τα δένδρα·

θέλει να έχη συντροφιάν την νοτισμένην νύκτα.

Είν' η αγάπη του τυφλή και αγαπά το σκότος.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Αν η αγάπ' ήναι τυφλή δεν βλέπει πού πηγαίνει.

Τώρ' από κάτω από εληάν θα ήναι 'ξαπλωμένος,

να λογαριάζη ταις εληαίς της αγαπητικής του(30).

Ρωμαίε, καλήν νύκτα σου! — 'ς το στρώμα μου πηγαίνω·

δεν μου αρέσει να στρωθώ εις λίθινον κρεββάτι.

Έλα πηγαίνομεν.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Εμπρός! Του κάκου τον ζητούμεν,

ανίσως δεν επιθυμή να ευρεθή εκείνος.

( Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.

Ο κήπος του Καπουλέτου.

(Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Όποιος δεν έπαθε πληγήν, γελά τον πληγωμένον!

(Η Ιουλιέτα φαίνεται εις το παράθυρόν της).

Αγάλια! 'ς το παράθυρον τι φως εκεί προβάλλει;

Ανατολή επρόβαλε, κ’ η Ιουλιέτα ήλιος!

Ήλιε γλυκέ, ανάτειλε και σβύσε την Σελήνην.

Ιδέ την απ' την ζήλειάν της αχνίζει και θαμπόνει,

διότι συ την ξεπερνάς 'ς την δόξαν και 'ς τα κάλλη.

Μη την λατρεύης (31)· άφες την, αν είναι και ζηλεύη·

πρασινοκίτρινην θωριάν η φορεσιά της έχει,

και μοναχά εις τους τρελλούς ταιριάζει(32)· πέταξέ την!

Είν' η αγάπη μου εκεί· η δέσποινα μου είναι.

Ω! ας το ήξευρε! — Λαλεί. — Όχι· — δεν είπε λέξιν

αλλά το μάτι της λαλεί. Απόκρισιν θα δώσω.

Πλην υπερηφανεύθηκα· δεν ομιλεί εμένα.

Δύο αστέρια τ' ουρανού, τα ωραιότερα του,

θέλουν 'ς την γην να καταιβούν, και ως που να γυρίσουν

παρακαλούν τα μάτια της 'ς τους ουρανούς να λάμπουν.

Και τι, εάν τα μάτια της εκεί επάνω ήσαν;

Και τι, εάν κατέβαιναν ς' την κεφαλήν της τ' άστρα; —

Η λάμψις του μετώπου της θα θάμπονε τ' αστέρια,

καθώς θαμπόνει λύχνου φως 'ς την λάμψιν της ημέρας,

και θα' χυναν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς επάνω

ένα ποτάμι φωτερόν να φέγγη τον αιθέρα,

που τα πουλιά να κελαδούν 'σαν να μην ήτο νύκτα!

Ιδέ την, πώς ακούμβησε το μάγουλον ‘ς το χέρι.

Ας ήμουν εις το χέρι της χειρόφτι, να εγγίζω

το μάγουλόν της το γλυκόν!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αχ

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ομιλεί. — Ομίλει,

ομίλει, άγγελε λαμπρέ! — Μου έλαμψες ‘ς το σκότος,

καθώς οπόταν ο θεός εις τους ανθρώπους στέλνει

τον πτερωτόν του μυνητήν απ' του ουρανού τα ύψη,

κι αναστηλόνουν έκθαμβα οι άνθρωποι τα μάτια,

και γέρνουν τα κεφάλια των οπίσω, να τον βλέπουν,

που κάθεται ‘ς τα σύννεφα τα αργοκινημένα

και αρμενίζει υψηλά ‘ς τους κόλπους του αιθέρος!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ρωμαίε, ω Ρωμαίε! Αχ! τι λέγεσαι Ρωμαίος;

Αρνήσου τον πατέρα σου, παραίτα τ' όνομά σου,

ή αν δεν θέλης, μοναχά πως μ' αγαπάς ορκίσου

και έπαυσα να λέγομαι του Καπουλέτου κόρη (33)

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ν' ακούσω κι’ άλλα; ή αυτά με φθάνουν;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Τ' όνομά σου

είναι ο μόνος μου εχθρός. Μοντέκης αν δεν ήσουν,

μη άλλος θα εγίνεσο; τι θα ειπή Μοντέκης;

Μη τύχη κ' είναι πρόσωπον, ή χέρι, ή ποδάρι,

ή άλλο μέρος του κορμιού; Ω! τ' όνομα ν' αλλάξης!

Και τι σημαίνει τ’ όνομα; τ' άνθος που λέγουν ρόδον,

με οποίαν λέξιν κι’ αν το 'πουν, το ίδιον θα μυρίζη.

Και ο Ρωμαίος, τ' όνομα Ρωμαίος αν δεν είχε,

την χάριν δεν θα έχανε που έχει φυσικήν του.

Λοιπόν παραίτησε και συ, Ρωμαίε, τ' όνομά σου,

και δι’ αυτό σου τ’ όνομα, που μέλος σου δεν είναι,

εμένα όλην πάρε με.

ΡΩΜΑΙΟΣ

'Σ τον λόγον σου σε παίρνω·

'πέ με αγάπην σου, κ' ευθύς μ' εβάπτισες εκ νέου·

από εδώ κ' εμπρός εγώ δεν είμαι ο Ρωμαίος.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ποιος είσαι συ, που έρχεσαι κρυμμένος ‘ς το σκοτάδι,

και χώνεσαι ‘ς τα μυστικά κρυφομιλήματά μου;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Δεν' ξεύρω με τι όνομα να σου ειπώ ποιος είμαι·

το όνομα μου το μισώ, ω δέσποινα γλυκειά μου,

διότι το εχθρεύεσαι. Γραμμένον αν το είχα,

θα το εξέσχιζα εδώ.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Τ' αυτιά μου μόλις ήπιαν

ως τώρα λέξεις εκατόν από αυτό το στόμα,

αλλά γνωρίζω την φωνήν. — Δεν είσαι ο Ρωμαίος;

Δεν είσαι του Μοντέκη υιός;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Κανέν από τα δύο,

αφού εσύ δεν τ' αγαπάς, ω κόρη γλυκυτάτη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Εδώ πώς ήλθες; λέγε μου· και διατί να έλθης;

Ο τοίχος είναι υψηλός και δύσκολα πηδάται,

και δι’ εσένα θάνατος αυτός ο κήπος είναι,

αν σ' εύρη έξαφνα εδώ κανένας συγγενής μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Με τα πτερά του Έρωτος επήδησα τον τοίχον.

Με λίθινα εμπόδια δεν κλείεται ο Έρως,

κι ό,τι του είναι δυνατόν τολμά και να το κάμη·

κι ούτε μου ήλθεν εις τον νουν των συγγενών σου φόβος.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Εάν σ' ιδούν σ' εσκότωσαν!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αλλοίμονον 'ς εμένα!

Φοβούμαι περισσότερον το ιδικόν σου μάτι,

παρά σπαθιά των είκοσι. — Με γλύκαν κύτταξέ με,

και ούτε συλλογίζομαι την ιδικήν των έχθραν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Δεν ήθελα να σε ιδούν διά τον κόσμον όλον.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Δεν έχει φόβον της νυκτός το ράσον με σκεπάζει,

φθάνει εσύ να μ' αγαπάς, κι’ ας μ' εύρουν δεν με μέλει!

Καλλίτερα η έχθρα των να κόψη την ζωήν μου,

παρά να μη με αγαπάς, κι’ ο θάνατος ν' αργήση.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Και ποιος σ' ωδήγησεν εδώ τον δρόμον σου να εύρης;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ο Έρως, που μου έδειξε τον τρόπον να τον μάθω·

εκείνος έβαλε τον νουν, κ' έβαλα 'γώ τα μάτια.

Δεν είμ' εγώ θαλασσινός, αλλά και εις την άκρην

του κόσμου αν ευρίσκεσο, — και έως τ' ακρογιάλι

που βρέχει του ωκεανού το τελευταίον κύμα

δι’ ένα τέτοιον θησαυρόν τολμούσα ν' αρμενίσω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ξεύρεις, το σκότος της νυκτός το έχω προσωπίδα,

ειδέ θα μ' εκοκκίνιζε παρθενική σεμνότης

δι’ όσα λόγια ήκουσες απόψε να προφέρω.

Εταίριαζε να έμενα έως εκεί που πρέπει,

και όλ' αυτά να τ' αρνηθώ· αλλά, το καθώς πρέπει

ας 'πάγη τώρα 'ς το καλόν. — Με αγαπάς; — Το ξεύρω

θα μου ειπής πως μ' αγαπάς, κ' εγώ θα σε πιστεύσω

αλλά και αν με τ' ορκισθής 'μπορείς να με γελάσης

εις απιστίας εραστών ο Ζευς γελά, μας λέγουν.

Αν μ' αγαπάς, ειπέ μου το αληθινά, Ρωμαίε.

Ή αν θαρρής πως εύκολα μ' εκέρδισες, ειπέ το,

ώστε να κάμνω την κακιάν, τα φρύδια να σουφρόνω

και όχι ν' αποκρίνωμαι, και να σε βασανίζω

πριν με κερδίσης· — ειδεμή, αλλέως δεν το κάμνω·

Αληθινά, αισθάνομαι πολύ ερωτευμένη,

κ' ίσως ευρίσκης ελαφρύ πολύ το φέρσιμόν μου·

αλλ' όμως εμπιστεύσου με, Ρωμαίε, και θα μ' εύρης

πλέον πιστήν από αυτάς, που ξεύρουν να κρατούνται.

Τ' ομολογώ, να κρατηθώ κ' εγώ εχρεωστούσα,

πλην άθελά μου ήκουσες τον μυστικόν μου πόθον,

και πριν το πάρω είδησιν· λοιπόν συμπάθησέ με,

κ' εις ελαφράδα της καρδιάς μη τύχη κι’ αποδώσης

τα όσα εξεσκέπασεν η σιωπή του σκότους.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αγάπη μου, ορκίζομαι, μα το σεμνόν Φεγγάρι,

που τα κλαδιά τα φουντωτά των δένδρων ασημόνει....

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Μη ‘ς το φεγγάρι ορκισθής, το άστατον φεγγάρι,

που κάθε μήνα κι’ αλλαγήν ‘ς τον δίσκον του μας κάμνει,

μη τύχη κ' η αγάπη σου αλλάζη 'σαν εκείνο.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Εις τι λοιπόν να ορκισθώ;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Μην ορκισθής διόλου.

Ή ‘ς την χαριτωμένην σου την ύπαρξιν ορκίσου,

'ς αυτήν, που είναι ο Θεός οπού εγώ λατρεύω,

και σε πιστεύω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αν ποτέ η καρδιακή αγάπη...

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Μην ορκισθής καλλίτερα. — Αν κ' ήσαι η χαρά μου,

απόψε δεν την χαίρομαι την ένωσιν αυτήν μας.

Ορμητικά, κ' εξαφνικά κι’ ανέλπιστα μου ήλθε· —

ήτον ωσάν την αστραπήν, οπού περνά και φεύγει

πριν ‘πή κανένας: άστραψε! — Γλυκέ μου, καλήν νύκτα!

Ίσως αυτό το σφαλιστόν το άνθος της Αγάπης

‘ς την αύραν του καλοκαιριού τα φύλλα του ανοίξη,

κι ανθίζει και μοσχοβολά ως που να ξαναέλθης.

Καλή σου νύκτα κι’ αγαθή! Το στήθος σου να είναι

αναπαυμένον κ' ήσυχον καθώς το ιδικόν μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Μ' αφίνεις; κ' ευχαρίστησιν δεν θέλεις να μου δώσης;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Και ποίαν ευχαρίστησιν απόψε περιμένεις;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Το τάγμα της αγάπης σου αντί της ιδικής μου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Και μη δεν σου την έταξα και πριν μου την ζητήσης;

Και όμως θα μου ήρεζε να μη την είχα δώσει.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Και διατί, αγάπη μου, να μου την πάρης πίσω;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Διά να έχω μοναχά να σου την ξαναδώσω.

Αλλά γυρεύω του κακού το πράγμα οπού έχω.

Είν' η αγάπη μου βαθειά 'σαν πέλαγος, κ' εξ ίσου

και η φιλοδωρία μου 'σαν πέλαγος μεγάλη,

και όσον περισσότερον σου δίδω, τόσον μένει,

διότι ανεξάντλητα τα έχω και τα δύο.

(Η παραμάνα κράζει έσωθεν),

Ακούω μέσα θόρυβον. Αγάπη μου σ' αφίνω.

— Αμέσως, παραμάνα μου. — Έσο πιστός, Μοντέκη.

Πρόσμειν' εδώ μίαν στιγμήν κι’ αμέσως επιστρέφω.

(Αποσύρεται).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ευλογημέν' η νύκτ' αυτή και τρις ευλογημένη!

Φοβούμαι μήπως όνειρον ήτον αυτό που είδα·

τόσον μου φαίνεται γλυκόν, που μόλις το πιστεύω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ, επιστρέφουσα εις το παράθυρον.

Δυο λόγια μόνον να σου ‘πώ, κι’ αλήθεια καλήν νύκτα.

Εάν τω όντι μ' αγαπάς, Ρωμαίε, τιμημένα,

κ' είν' ο σκοπός σου στέφανα και γάμος, μήνυσέ μου

με κάποιον, οπού αύριον εγώ θα σου τον στείλω,

το πού και πότ' επιθυμείς η τελετή να γίνη,

κ' είμ' έτοιμη την τύχην μου ‘ς τα χέρια σου να βάλω

και εις τα πέρατα της γης να σε ακολουθήσω.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έσωθεν.

Κυρία!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Έφθασα. — Αλλά εάν κακόν ‘ς τον νουν σου

επέρασε, παρακαλώ...

ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έσωθεν.

Κυρία μου!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Αμέσως!

— τότε να μη με ξαναϊδής, και άφες με να κλαίω.

Θα σε μηνύσω αύριον.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Να μη σωθή η ψυχή μου

εάν ποτέ...

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Χίλιαις φοραίς, γλυκέ μου, καλήν νύκτα!

(Αποσύρεται).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Χίλιαις φοραίς νύκτα κακή αφού δεν την φωτίζεις.

Ο Έρως προς τον Έρωτα λαχταριστός βαδίζει

καθώς το μαθητόπουλον π' αφίνει το βιβλίον

και όταν έλθη χωρισμός, 'σαν το παιδί γυρίζει

όταν με μάτια χαμηλά πηγαίνει 'ς το σχολείον.

(Αποσύρεται βραδέως).

(Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ έρχεται εκ νέου εις το παράθυρον).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ρωμαίε! Πσιτ! — Ω! την φωνήν του ιερακάρη ας είχα,

το εύμορφον ιεράκι μου οπίσω να το κράξω.

Αχ! η σκλαβιά είναι βραχνή και δεν τολμά να κράξη.

Αλλέως μέσα ‘ς την σπηλιάν όπου γλυκοκοιμάται

θα την ξυπνούσα την Ηχώ, να κάμω να βραχνιάση

κ' εκείνης η αέρινη η γλώσσα, τον Ρωμαίον

με αντιλάλημα πυκνόν να κράζη μέσ' το σκότος.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Είν' η ψυχή μου που λαλεί και τ' όνομά μου κράζει.

Ω! τι γλυκά που αντηχεί ο ασημένιος ήχος

μιας φωνής ερωτικής ‘ς τα σκοτεινά, την νύκτα,

'σαν μουσική αρμονική στ' αυτιά προσηλωμένα.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ρωμαίε μου!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αγάπη μου!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Τι ώραν να σου στείλω

το μήνυμά μου αύριον;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Κοντά εις τας εννέα.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Πολύ καλά· μου φαίνεται ως τότε δέκα χρόνια.

Εξέχασα τι σ' ήθελα και σ' έκραξα οπίσω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Εδώ να μένω άφησε ως που ‘ς τον νουν να σ' έλθη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Θα το ξεχνώ, να σε κρατώ εδώ να περιμένης,

και θα θυμούμαι μοναχά πως θέλω να σε βλέπω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Κ' εγώ εδώ θα καρτερώ, και να ξεχνάς θα θέλω,

και κάθε τι θα λησμονώ εκτός ότι σε βλέπω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Κοντεύει το ξημέρωμα. Το ήθελα να φύγης,

αλλ' όχι πλέον μακρυά απ' το μικρόν πουλάκι,

π' αφίνει απ' το χέρι της μια νέα να μακραίνη,

με μιαν κλωστήν μεταξωτήν 'σαν αλυσοδεμένον,

και 'πίσω πάλιν πηδηκτόν το σέρνει ‘ς την ποδιάν της·

τόσον το θέλει ‘ς την σκλαβιάν απ’ την πολλήν αγάπην.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ας ήμουν το πουλάκι σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Μακάρι, ω γλυκέ μου·

αλλά θα σ' εθανάτονα απ' το πολύ το χάδι.

Καλήν σου νύκτα- πήγαινε, Ρωμαίε. Καλήν νύκτα.

Τόσον μου φαίνεται γλυκειά του χωρισμού η πίκρα,

που έως αύριον 'μπορώ να λέγω καλήν νύκτα.

(Αποσύρεται).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ο ύπνος 'ς τα ματάκια σου, ‘ς το στήθος σου γαλήνη!

Ας ήμουν η γαλήνη σου, ο ύπνος σου ας ήμουν,

τόσον γλυκά ν' αναπαυθώ. — Εις το κελλί πηγαίνω

αμέσως, τον πνευματικόν πατέρα μου να εύρω,

την ευτυχίαν μου να 'πώ κ' ευχήν να του ζητήσω.

(Αναχωρεί).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ.

Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου.

(Εισέρχεται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ κρατών κάλαθον).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Με χαμογέλοια η Αυγή τα πλουμιστά της μάτια

τα στρέφει προς την σκυθρωπήν την Νύκτα, και χαράζει

τα νέφη της Ανατολής με φωτερά χαράκια.

Και 'σαν να μεθοκόπησε, το Σκότος παραδέρνει,

κι από τον δρόμον προσπαθεί να έβγη του Ηλίου,

μη το πατήση ο Τιτάν κ' οι πύρινοι τροχοί του.

Και τώρα, πριν ο Ήλιος το φλογερόν του μάτι

τ' αναστηλώση, την χαράν να φέρη ‘ς την Ημέραν,

και να στεγνώση την δροσιάν της νοτισμένης Νύκτας,

πηγαίνω, το καλάθι μου να το παραγεμίσω

με βότανα φαρμακερά και με γλυκόχυμ' άνθη.

Είναι της φύσεως η Γη και τάφος και μητέρα·

γίνονται μνήμα νεκρικόν οι μητρικοί της κόλποι·

και τα παιδιά των σπλάγχνων της, τα ιδικά μας χέρια

τα κόπτουν εις τα στήθη της, όπου ζωήν βυζάνουν.

Χάραις εξαίρεταις πολλαίς έχουν πολλά παιδιά της,

καθένα χάριν χωριστήν, κανένα χωρίς χάριν.

Είναι η δύναμις πολλή κ' η αρετή μεγάλη

που έχει κάθε βότανον, κάθε φυτόν ή πέτρα·

κανένα πράγμα ποταπόν 'ς την γην ζωήν δεν έχει,

που διά κάτι αγαθόν ‘ς την γην δεν χρησιμεύει·

αλλά δεν έχει κι’ αγαθόν, που αν παραστρατίση,

να μη χαλνά η φύσις του κ' εις βλάβην να γυρίζη.

Ως και αυτή η αρετή γυρίζει 'ς αμαρτίαν

εάν στραβά εφαρμοσθή· καθώς κ' η αμαρτία

τυχαίνει κ' εξαγνίζεται 'ς τον δρόμον της κ' εκείνη. —

Μέσ' τον δροσάτον κάλυκα αυτού εδώ του άνθους

είναι κρυμμένον ιατρικόν και κατοικεί φαρμάκι·

αν το μυρίσης, η οσμή την αίσθησιν ευφραίνει·

αν το γευθής, εις την καρδιάν την αίσθησιν νεκρόνει.

Κ' εις του ανθρώπου την καρδιάν, καθώς 'ς το άνθος τούτο,

δυο βασιλείς αντίπαλοι στρατοπεδεύουν πάντα:

η θεία χάρις εξ ενός, εξ άλλου κακή τάσις·

και όταν το χειρότερον νικά και υπερέχει,

τρώγει την ρίζαν του φυτού σκουλήκι του θανάτου...

(Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

ΡΩΜΑΙΟΣ

Καλή σου 'μέρα, πάτερ μου.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ευλογητός, υιέ μου.

Ποιος ήλθε τόσον ενωρίς να με καλημερίση;

Παιδί μου! πρέπει ταραχή της κεφαλής μεγάλη

να σ' έκαμε την κλίνην σου τόσον πρωί ν' αφήσης.

Μετρά τας ώρας η φροντίς ‘ς τα μάτια των γερόντων,

κι όπου Φροντίδες κατοικούν ο Ύπνος δεν φωληάζει·

αλλ' όμως, όπου τα γερά τα μέλη της 'ξαπλόνει

Νεότης ξέννοιαστη, εκεί ο Ύπνος βασιλεύει.

Ο πρωινός σου ερχομός λοιπόν με βεβαιόνει

πως πρέπει να σ' εξύπνησε καμμία παραζάλη.

ή, εάν σφάλλω εις αυτό, μαντεύω πως απόψε

δεν 'πλάγιασε ‘ς το στρώμα του διόλου ο Ρωμαίος.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ναι· η αλήθεια είν' αυτή· — αν μ' έλειψεν ο ύπνος,

πλέον γλυκειάν ανάπαυσιν εχάρηκ' η καρδιά μου.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Την αμαρτίαν ο θεός να σου την συγχωρήση!

στης Ροζαλίνας έμεινες;

ΡΩΜΑΙΟΣ

'Σ της Ροζαλίνας; Όχι·

εξέχασα και τ' όνομα και τον καϋμόν της, πάτερ.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Έτσι σε θέλω· εύγε σου! ‘Πέ μου λοιπόν, πού ήσουν;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Θα σου ειπώ το κάθε τι, πριν ερωτήσης πάλιν.

Την νύκτα εξεφάντωσα μαζή με τους εχθρούς μου,

και επληγώθηκα εκεί, χωρίς να το προσμένω,

αλλά επλήγωσα κ' εγώ. Κ' οι δύο θεραπείαν,

απ' τ' άγιον το χέρι σου, και συνδρομήν ζητούμεν.

Η έχθρα μου επέρασεν, αφού και τον εχθρόν μου

η χάρις όπου σου ζητώ θα ωφελήση, πάτερ.

ΛΑΥΡΕΝΙΟΣ

Ομίλησέ μου καθαρά, παιδί μου, κ' εξηγήσου.

Αν ήλθες γρίφους να μου ‘πής, θα σ' ευχηθώ με γρίφους.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Λοιπόν σου λέγω καθαρά, πως μ' όλην την καρδιάν μου

του Καπουλέτου αγαπώ την κόρην την ωραίαν,

κι όπως εγώ την αγαπώ με αγαπά κ' εκείνη.

Δεμένοι ευρισκόμεθα, και μόνον τώρα μένει

με τ' άγιον μυστήριον του γάμου να μας δέσης.

Το πού, και πότε, και το πώς την είδα και με είδε,

και πώς ερωτευθήκαμεν κι’ αλλάξαμεν και λόγον,

θα σου τα 'πώ καταλεπτώς· — πλην κάμε μου την χάριν,

στεφάνωσέ μας σήμερον, αν μ' αγαπάς, ω πάτερ.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Ελέησόν με ο θεός! Πώς ήλλαξε το πράγμα;

Την Ροζαλίναν, που ως χθες την αγαπούσες τόσον,

την ελησμόνησες ευθύς; Των νέων η αγάπη

λοιπό δεν είναι 'ς την καρδιάν; 'ς τα μάτια μόνον είναι;

Χριστέ και Παναγία μου! Διά την Ροζαλίνα

τα μάγουλά σου τα χλωμά αυλακωμένα ήσαν!

Τόσα πικρά σου δάκρυα επήγαν 'ς τα χαμένα,

αφού ως και την πίκραν των την έχεις ξεχασμένην.

Ακόμη απ' τον ουρανόν τους αναστεναγμούς σου

ο ήλιος δεν τους 'σκόρπισεν και αντηχεί ακόμη

'ς τα αυτιά μου τα γεροντικά το αναφυλλητόν σου·

Ιδού, ακόμη — κύτταξε, — 'ς το μάγουλόν σου μένει

ενός δακρύου παλαιού τ' ασκούπιστον σημάδι.

Αν είσαι συ που μου 'μιλείς, κι’ ο πόθος σου 'δικός σου,

τότε κι’ ο πόθος σου και συ της Ροζαλίνας είσθε!

Και τώρα τόσον ήλλαξες; Α! ομολόγησέ το:

δεν είναι ασυγχώρητον γυναίκες ν' αμαρτάνουν,

όταν 'ς τους άνδρας φαίνεται αδυναμία τόση.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Συχνά εκατηγόρησες εκείνην την αγάπην.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Παιδί μου, τον ξετρελλαμόν και όχι την αγάπην.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Και μ' έλεγες τον έρωτα να θάψω.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Δεν σου είπα

να θάψης ένα έρωτα και άλλον να ξεθάψης.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Μη μ' επιπλήττης, πάτερ μου· αυτή οπού λατρεύω

δίδει καρδιάν αντί καρδιάς, κι’ αγάπην δι’ αγάπην!

Η άλλη δεν το έκαμνε.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Διότι ενοούσεν,

ότι τα χείλη αγαπούν, πλην όχι κ' η καρδιά σου.

Ας είναι πλέον, άστατε! Έλα μαζή μου τώρα,

Εάν σου γίνω βοηθός, θα το αποφασίσω

μόνον και μόνον επειδή ελπίζω εις αγάπην

να στρέψω με τον γάμον σας την έχθραν των σπιτιών σας.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Πηγαίνομεν βιάζομαι να γίνη ο σκοπός μου.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Σιγά σιγά και γνωστικά. Σκοντάπτει όποιος τρέχει.

(Αποσύρονται).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.

Οδός.

(Εισέρχεται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Πού 'ς τον διάβολον να είναι αυτός ο Ρωμαίος; —

Δεν επήγεν να κοιμηθή την νύκτα;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Δεν επήγεν εις του πατρός του. Μου το είπεν ο άν-

θρωπός του.

ΜΕΡΚΟΤΙΟΣ

Αυτή η σκληρόκαρδη Ροζαλίνα με το χλωμόν της

το πρόσωπον τον κατατυραννεί και 'πάγει να τον τρελ-

λάνη.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Ο Τυβάλτης, ο συγγενής του γέρο-Καπουλέτου, του

έστειλεν εις του πατρός του γράμμα.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Να μην έχω ζωήν, αν δεν τον προσκαλή εις μονο-

μαχίαν.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Θ' αποκριθή ο Ρωμαίος.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Όποιος ηξεύρει γράμματα ημπορεί ν' αποκριθή εις

ένα γράμμα.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Θέλω να ειπώ, ότι θ' αποκριθή εις εκείνον οπού το

έγραψε, καθώς του πρέπει. Στήθος εις στήθος!

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Αλλοίμονον! Ο κακόμοιρος ο Ρωμαίος είναι απο-

θαμμένος πλέον! Τον εμαχαίρωσε το μαύρο 'μάτι μιας

άσπρης κοπέλας· του ετρύπησε το αυτί ένα ερωτικόν

τραγουδάκι· του επλήγωσε τα φυλλοκάρδια το βέλος

του τυφλού παιδιού που ηξεύρεις· — και θέλεις τέτοιος

άνθρωπος να δείξη στήθος εις τον Τυβάλτην;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Και τι τάχα είναι ο Τυβάλτης;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Δεν χωρατεύει ο Τυβάλτης. Ηξεύρει εις τα δάκτυ-

λά του τους νόμους της τιμής και την τέχνην της μο-

νομαχίας. Το σπαθί του το παίζει, καθώς παίζεις τον

ταμπουράν· προσέχει εις το μέτρημα, εις το λάλημα

και εις το κτύπημα· θα σου μετρήση έν, δύο, τρία, και

άρπα την εις το στήθος! Σου ετρύπησε το κουμβί ως

που να γυρίσης να ιδής. Φοβερός εις ταις σπαθιαίς!

Μονομάχος του πρώτου νερού! Ηξεύρει διατί και πώς

να ξεσπαθώση. Ω! περίφημη passata. Να punto re-

verso μίαν φοράν. Να σου hai(34).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Να σου, τι;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Να τους πάρη η ζάλη αυτούς τους φαντασμένους,

όλον μορφασμούς και τσακίσματα γεμάτους, και προσ-

ποίησιν απ' επάνω έως κάτω, οπού σου τα λέγουν τορ-

νευμένα: « Μα τον Δία! κάλλιστον ξίφος! Μέγιστος

ανήρ! εξαισία εταίρα!» Ω παπουλή μου, δεν είναι

αμαρτία να έχωμεν εις το κεφάλι μας αυταίς ταις σκνί-

παις, αυτούς τους οδηγούς του συρμού, αυτούς τους

pardonnez - mois, οπού γυρεύουν τους νεωτερισμούς

και δεν ημπορούν να στρογγυλοκαθήσουν εις τα παλαιά

μας σκαμνιά! που να τους καθήσουν εις τον λαιμόν τα

bonjour των και τα bonsoir των!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Να τος ο Ρωμαίος! Να τος!

(Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Πετσί και κόκκαλον! σωστός τσίρος. Ω σάρκα, σάρ-

κα, πώς αποψαρόνεσαι! Τώρα δα σου πηγαίνουν οι στί-

χοι, οπού εξεχείλιζεν ο Πετράρχης. Κοντά εις την ιδι-

κήν σου η Λαύρα ήτο μία μαγείρισσα· με μόνην την

διαφοράν, ότι ο ιδικός της αγαπητικός έψαλλε τον έρω-

τά του καλλίτερά σου. Κοντά εις την ιδικήν σου η Διδώ

ήτο μία χήνα, η Κλεοπάτρα μία γύφτισσα, η Ελένη

και η Ηρώ πατσαβούραι, η Θίσβη μία ανάλατη γαλα-

νομμάτα. Signor Ρωμαίε, bonjour. Ιδού γαλλικός

χαιρετισμός διά τα γαλλικά σου βρακιά. — Καλά μας

την έπαιξες χθες.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Καλή σας ημέρα και τους δύο. — Τι σας έπαιξα;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Μας εξέφυγες, Κύριε· μας εξέφυγες.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Συμπάθησέ με, καλέ μου Μερκούτιε· είχα μίαν υπό-

θεσιν πολύ σπουδαίαν, και εις μίαν περίστασιν, ωσάν

αυτήν οπού μου έτυχεν, η χωριατιά είναι συγχωρη-

μένη μεταξύ φίλων.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Δηλαδή, με άλλα λόγια, εις μίαν περίστασιν ωσάν

αυτήν οπού σου έτυχε, συγχωρείται να δείξη κανείς

την ράχιν του....

ΡΩΜΑΙΟΣ

Από το πολύ σκύψιμον διά να ζητήση συγχώρησιν.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Καλά τα διορθόνεις.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Καθώς η ευγένεια το απαιτεί.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Ως προς τούτο, μη λησμονής, ότι εγώ είμαι της

ευγενείας το άνθος.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τριαντάφυλλον;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Μάλιστα τριαντάφυλλον.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Εγώ τα έχω εις τα ποδάρια μου τα τριαντάφυλλα.

Κύτταξε τα δεσίματα των υποδημάτων μου.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Τι νόστιμος οπού είσαι. Μη στέκης! Εμπρός, ως που

να έβγουν οι πάτοι των υποδημάτων σου αυτών, και να

μην έχη πού να πατήση η νοστιμάδα σου....

ΡΩΜΑΙΟΣ

Διά να ξεπατώση το πνεύμα σου (35).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Βοήθεια, Μπεμβόλιέ μου, κ' εχάθηκα! Αι; δεν είναι

καλλίτερα έτσι παρά να μου βογκάς από έρωτα; Τώρα

μου αρέσεις· τώρα είσαι ο Ρωμαίος οπού θέλω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Κύτταξ' εκεί· τι είναι αυτό που έρχεται;

( Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και ο ΠΕΤΡΟΣ).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Ένα πανί! ένα πανί!

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Δύο πανιά! Μία φούστα και ένα βρακί.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Πέτρε!

ΠΕΤΡΟΣ

Παρών.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Το φυσερόν μου, Πέτρε(36).

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Δος της το, Πέτρε, να κρύψη το πρόσωπόν της. Μου

αρέσει καλλίτερα το φυσερόν.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Καλή σας ημέρα, άρχοντες.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Καλή εσπέρα, αρχόντισσά μου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Καλέ, από τώρα εβράδυασε;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Ήρχισε να βραδυάζη, κυρά μου· διότι το δάχτυλον

της ώρας εγαργάλισε πλέον το μεσημέρι.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Δεν με ξεφορτόνεσαι; Τι λογής άνθρωπος είσαι του

λόγου σου;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Είναι, κυρά μου, ένας άνθρωπος, οπού ό Θεός τον

έπλασε κατ' εικόνα του, διά να κάμη άδικον του εαυ-

τού του.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Καλά και το λέγεις τω όντι! Να κάμη άδικον του

εαυτού του, λέγει. — Άρχοντες, ημπορεί κανείς σας

να μου ειπή πού να εύρω τον νέον Ρωμαίου;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Εγώ να σου το ειπώ· αλλ' ο νέος Ρωμαίος, ως που

να τον εύρης, θα ήναι γεροντότερος από τότε οπού ήρ-

χισες να τον γυρεύης. Εγώ είμαι ο νεώτερος με αυτό

το όνομα, κυρά μου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Αν ήσαι συ ο Ρωμαίος, έχω κάτι να σου ειπώ κρυφόν,

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Κάλεσμα έχει να του κάμη.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Μαυλίστρα! Μαυλίστρα! Χω, χω!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τι ξεφωνίζεις εκεί:

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Εμυρίσθηκα κυνήγι. — Άκουσε, Ρωμαίε, θα έλθης

έπειτα εις του πατρός σου; Θα γευματίσωμεν εκεί και

οι δύο.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Καλά· τώρα έρχομαι.

(Εξέρχονται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Καλέ δεν μου λέγεις τι πράγμα είναι αυτός ο γλωσ-

σάς, οπού μου έκοψε τόσαις αυθάδειαις:

ΡΩΜΑΙΟΣ

Είναι ένα αρχοντόπουλον, οπού του αρέσει ν' ακούη

την φωνήν του, και ημπορεί να ειπή εις ένα λεπτόν όσα

δεν έχει την υπομονήν ν' ακούση εις ένα μήνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Αν έχη την όρεξιν να φλυαρή δι’ εμένα, του δείχνω

εγώ πόσα απίδια βάζει ο σάκκος! Και αν εγώ δεν ημ-

πορώ, 'ξεύρω πού να εύρω τον παιξομύτην του. Το ξό-

ανον! Δεν είμαι εγώ απ' εκείναις οπού 'ξεύρει· (προς τον

Πέτρον) — Και συ στέκεις εκεί ορθοκαταίβατος, και αφί-

νεις όποιον τύχη να με κάμη ό,τι θέλει;

ΠΕΤΡΟΣ

Δεν είδα κανένα να σε κάμη ό,τι θέλει. Ας τον έβλε-

πα, και να ιδής πώς θα εξεσπάθονα! Ακούς! Φθάνει να

ιδώ, ότι είναι ανάγκη και ότι είμαι εις το δίκαιόν μου,

και ξεσπαθόνω 'σαν κάθε άλλον.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Με εσύγχυσε τόσον, οπού μου ήλθεν ανατριχίλα. Ο

παληάνθρωπος! — Παρακαλώ, Κύριέ μου, να σου ειπώ

δύο λόγια. Ως καθώς σου είπα, μ' έστειλεν η κυρία μου

να σ' εύρω. Το τι μου είπε να σου ειπώ, εγώ το 'ξεύρω·

αλλά, πρώτα και αρχή, έχω να σου ειπώ, ότι αν ο σκο-

πός σου ήναι να την γελάσης, έτσι να 'πούμεν, θα ήναι

το φέρσιμόν σου κακόν και ψυχρόν, έτσι να 'πούμεν· —

η κυρία μου είναι νέα νέα, και αν έβαλες εις τον νουν

σου να την παίξης, θα κάμης πράγμα οπού δεν είναι

τιμημένον.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Παραμάνα, να μου χαιρετήσης την Κυρίαν σου, και

να της ειπής ότι διαμαρτύρομαι...

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Να καλή καρδιά! Και βέβαια θα της το ειπώ. Πανα-

γία μου, πώς θα το χαρή!

ΡΩΜΑΙΟΣ

Και τι θα της ειπής, παραμάνα; δεν με ήκουσες

ακόμη.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Θα της ειπώ ότι διαμαρτύρεσαι· και αυτό είναι εκείνο

οπού έπρεπε να κάμης.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Είπε της το απόγευμα να εύρη ευκαιρίαν

να έλθη 'ς του πνευματικού να την εξαγορεύση·

κ' εκεί θα γείνη, 'ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου,

και η εξομολόγησις και το στεφάνωμά μας.

Ιδού διά τον κόπον σου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ούτε λεπτόν δεν παίρνω.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ω! έλα δα· παρακαλώ. Σου λέγω θα τα πάρης.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Απόψε το απόγευμα; Καλά· εκεί θα ήναι.

ΡΩΜΑΙΟΣ

'Σ τον τοίχον του μοναστηρίου περίμενε ολίγον,

κ' εκεί θα στείλω άνθρωπον τώρα ευθύς να σ' εύρη

και να σου δώση τα σχοινιά, οπού θα έχω σκάλαν

εις τα εξάρτια τα 'ψηλά ν' αναίβω της χαράς μου.

Ώρα καλή! Φέρσου πιστά και θα σου το πληρώσω.

Ώρα καλή· εκ μέρους μου χαιρέτα την κυράν σου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Να σ' ευλογήση ο Θεός, παιδί μου. — Άκουσέ με.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Τι είναι, παραμάνα μου;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ο άνθρωπος αυτός σου

είναι πιστός; — Τα μυστικά ο ένας τα φυλάγει

καλλίτερα παρά οι δυο· το 'ξεύρεις.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Μη φοβάσαι,

είναι πιστός και μυστικός.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Πολύ καλά, αυθέντα μου. Δεν ξαναέγεινε τέτοια

γλυκειά νέα·. Θεέ μου, Θεέ μου! όταν ήτον τοσουλάκι

... Ω! είναι 'ς την Βερώναν έν αρχόντοπουλον, τον

λέγουν Πάρην, και νοστιμεύεται να την πάρη. Όμως

εκείνη η καϋμένη καλλίτερα έχει να βλέπη... δεν ηξεύ-

ρω τι, παρά εκείνον. Κάποτε διά να την χολιάσω, της

λέγω, ότι ο Πάρης είναι ο γαμβρός οπού της πρέπει·

αλλά όταν ακούη τέτοια λόγια· κιτρινίζει 'σαν το πανί,

η καϋμένη. — Ειπέ μου δεν αρχίζουν με το ίδιον ψηφίον

Ρωμαίος και ρόδον;

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ναι, παραμάνα· διατί ερωτάς; Και τα δυο με ρω.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Έλα, μη με περιπαίζης· το 'ξεύρω ότι δεν είναι με

ρω· ας ήναι. — Λοιπόν σου λέγει εκείνη κάτι φαρσεο-

λογίαις διά τ' όνομά σου και το ρόδον, οπού κάτι έδι-

δες να ταις ακούσης.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Χαιρέτα μου την, παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Καλά, καλά· — Πέτρε!

ΠΕΤΡΟΣ

Παρών.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Πήγαινε εμπρός. Σάλευε!

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΉ ΠΕΜΠΤΗ.

Ο κήπος του Καπουλέτου.

(Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Όταν την έστειλα, εννηά εσήμαινεν η ώρα,

και είπε το πολύ πολύ να λείψη μισήν ώραν.

Μη να τον εύρη δεν 'μπορεί; — Όχι· δεν είναι τούτο· —

είναι χωλή· κι’ ο Έρωτας, υπομονήν δεν έχει,

και θέλει ταχυδρόμους του τους στοχασμούς, που τρέχουν

δέκα φοραίς πλέον γοργοί από ακτίνα ήλιου,

όταν τους ίσκιους 'ς τα βουνά τα βουρκωμένα διώχνη·

και διά τούτο πτερωτόν τον Έρωτα τον έχουν,

και περιστέρια τον τραβούν, και φεύγει 'σαν αέρας. —

Έκαμ' ο Ήλιος το μισόν ημεροκάματόν του

κ' ευρίσκεται 'ς του δρόμου του την κορυφήν φθασμένος.

Επέρασαν απ' ταις εννηά έως το μεσημέρι

τρεις ώραις, και δεν έφθασεν ακόμ' η παραμάνα!

Αν είχε της νεότητος το αίμα και τα πάθη,

θα ήτο γοργοκίνητη· τα λόγια μου 'σαν σφαίρα

θα την ‘πέτούσαν να ιδή τον αγαπητικόν μου,

κι οπίσω πάλιν και αυτός θα μου την επετούσε.

Αλλά του γέρου το κορμί τον θάνατον 'θυμίζει·

είν' αργοκίνητον, χλωμόν, βαρύ 'σαν το μολύβι.

(Εισέρχονται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και ο ΠΕΤΡΟΣ).

Α! να την! — Ω μελίτικη, γλυκειά μου παραμάνα,

τι νέα; τον αντάμωσες; — Τον άνθρωπόν σου διώξε.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Πέτρε, 'ς την θύραν πρόσμενε.

(Απέρχεται ο ΠΕΤΡΟΣ).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Γλυκεία μου παραμάνα,

λέγε μου τώρα. — Ω Θεέ! σε βλέπω λυπημένην!

Κακόν αν έχης να μου 'πής, καλόκαρδα ειπέ το,

και αν καλόν θα μου ειπής, μ' αυτό το ξυνισμένο

το πρόσωπόν σου μη χαλνάς τον εύμορφόν του ήχον.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Ωχ! άφησέ με μιαν στιγμήν και είμαι κουρασμένη.

Τι δρόμον που τον έκαμα! Πονούν τα κόκκαλά μου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ας είχα ‘γώ τα νέα σου και συ τα κόκκαλά μου!

‘Πέ μου να ζήσης, ω γλυκειά, γλυκειά μου παραμάνα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Τι βία! Μέγας ο Θεός! υπομονήν δεν έχεις;

Δεν βλέπεις; Ελαχάνιασα κι’ αναπνοήν δεν έχω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Πώς ελαχάνιασες, και πώς αναπνοήν δεν έχεις,

αν σ' έμεινε αναπνοή να ‘πής πως δεν την έχεις;

Μ' αυτά που προφασίζεσαι πλειότερα μου λέγεις,

παρά εάν μου έλεγες εκείνα που μου κρύπτεις.

Καλόν μου φέρνεις ή κακόν; Εις τούτο αποκρίσου.

Μιαν λέξιν ‘πέ μου· τα λοιπά κατόπιν μου τα λέγεις.

Είναι καλόν; είναι κακόν; — Ειπέ να ησυχάσω.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Μα την αλήθειαν, περίφημα τον εδιάλεξες! Πού επή-

γες να τον εύρης τέτοιον άνδρα; Χαράς το! Ρωμαίος,

λέγει! Ίσως έχει πρόσωπον ευμορφότερον παρά κάθε

άλλον νέον, αλλά το ποδάρι του.... ποιος έχει καλλί-

τερον; Όσον διά το χέρι του και το ανάστημά του.....

και τι να ειπή κανείς; και με τίνος να το συγκρίνη; Δεν

είναι το άνθος της ευγενείας ο Ρωμαίος,... αλλά είναι

ήμερος 'σαν αρνάκι. — Πήγαιν' απ' εδώ παληοκόριτσο·

και ο Θεός μαζή σου! — Τι εγευματίσατε εδώ πέρα;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Α! όχι, όχι! Όλ' αυτά τα ήξευρ' από πρώτα.

Αλλά διά τον γάμον μας ειπέ μου, τι σου είπε.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Η κεφαλή μου πώς πονεί! Φοβούμαι να μη σπάση.

Ωχ! πώς πονεί κ' η ράχη μου! η ράχη μου — η ράχη!

Μ' επρόκοψες που μ' έστειλες να τρέχω τόσον δρόμον,

κ' επάνω κάτω να γυρνώ, του θανατά να γείνω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Πολύ λυπούμαι να πονής, καλή μου παραμάνα·

καλή, — καλή μου, λέγε μου, τι είπεν ο Ρωμαίος;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Παρήγγειλε να σου ειπώ, ως νέος τιμημένος,

κ' ευγενικός, και αγαθός, και καλοκαμωμένος,

κ' ενάρετος αληθινά... Η μάνα σου πού είναι;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Η μάνα μου; η μάνα μου πού είναι; — Είναι μέσα.

Και πού θα ήναι; θαυμαστήν απόκρισιν μου δίδεις:

«Παρήγγειλε να σου ειπώ ως νέος τιμημένος,

«πού είν' η μάνα σου».

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Καλέ, Χριστέ και Παναγία,

τι είναι τόσον άναμμα; Διά τα κόκκαλά μου

τα πονεμένα, είν' αυτό κατάπλασμα; Ωραία!

Άλλην φοράν μονάχη σου να τρέχης 'ς ταις δουλειαίς

[σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Τι βάσανον! — Παρακαλώ, τι λέγει ο Ρωμαίος;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Πήρες την άδειαν να 'πας εις τον πνευματικόν σου;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ναι, την επήρα.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

'Σ το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου

αμέσως πήγαινε. — Εκεί προσμένει ένας άνδρας

να γείνης η γυναίκα του. Επέστρεψε το αίμα

'ς τα μάγουλα σου; — δεν αργούν να κατακκοκινίσουν.

'Σ το μοναστήρι πήγαινε· κ' εγώ απ' άλλον δρόμον

εκεί πηγαίνω, επειδή θα ενταμώσω κάποιον,

που θα μου δώση μυστικά σχοινιά, διά ν' αναίβη

εις την φωληάν ενός πουλιού ο αγαπητικός σου

όταν νυκτώση. — Πήγαινε. — 'Πάγω κ' εγώ να φάγω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ω! με την ώραν την καλήν, χρυσή μου παραμάνα.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ.

Το κελλίον του Λαυρεντίου.

(Εισέρχονται ο πάτερ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ και ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Να ευλογήση ο Θεός τον γάμον σας, παιδί μου,

διά να μη πληρώσετε με πίκραις την χαράν σας.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Αμήν, αμήν! Αλλ' η χαρά, ω πάτερ, που μου δίδεις

κάθε στιγμή οπού περνώ κοντά της και την βλέπω,

δεν ημπορεί να συγκριθή μ' όσαις κι’ αν έλθουν πίκραις.

Τα χέρια μας συνένωσε με τ' άγιά σου λόγια,

κι ας κάμη ό,τι του περνά ο Θάνατος κατόπιν.

Φθάνει εγώ ν' αξιωθώ να την ειπώ 'δικήν μου.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Τέτοιαις χαραίς ορμητικαίς ολέθρια τελειόνουν

και σβύνουν εις την δόξαν των, καθώς εκεί που σμίξουν

μαζή πυρίτις και φωτιά, φιλιούνται και ‘πεθαίνουν.

Το μέλι το γλυκύτερον απ' την πολλήν του γλύκαν

κανένας το σιχαίνεται και το αηδιάζει·

λοιπόν και η αγάπη σου ας ήναι μετρημένη·

εκείνη μόνη διαρκεί· αργά εξ ίσου φθάνει

κ' εκείνος που αργοπατεί, και όποιος πολυτρέχει.

(Εισέρχεται η Ιουλιέτα).

Κ’ η νύμφη έρχεται· ιδού· ποτέ, ποτέ σημάδι

εις της αιωνιότητος την πλάκα δεν θ' αφήση

τέτοιο ποδάρι ελαφρόν! — Ο εραστής δεν πέφτει,

και αν ακόμη κρεμασθή εις ταις κλωσταίς της πάχνης,

που 'ς τον αέρα τον ζεστόν πετούν το καλοκαίρι!

Τόσον ζυγιάζει της ζωής η κούφια ματαιότης!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Καλή εσπέρα κι’ αγαθή, πνευματικέ μου πάτερ.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Εκ μέρους και των δύο μας, παιδί μου, ο Ρωμαίος

ας σου ειπή ευχαριστώ.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Ας τον καλησπερίσω,

ώστε ν' αξίζω να μου ‘πή ε υ χ α ρ ι σ τ ώ κ' εκείνος.

ΡΩΜΑΙΟΣ

Ω Ιουλιέτα μου, εάν κ' εσένα ξεχειλίζη

από χαράν το στήθος σου, καθώς το ιδικόν μου,

και αν με λόγια ημπορής εσύ να την εκφράσης,

η γλύκα τότε ας χυθή αμέσως της πνοής σου

'ς την ατμοσφαίραν την γλυκειάν που μας περικυκλόνει

κι ας αντηχήσ' η μουσική της θελκτικής φωνής σου

την ευτυχίαν να ειπή της ενταμώσεώς μας.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ

Το αίσθημα που της καρδίας τα βάθη πλημμυρίζει,

ούτε με λόγια λέγεται, ούτε στολίδια θέλει·

πτωχός εκείνος που μετρά τον θησαυρόν που έχει·

εμένα η αγάπη μου είναι πλουσία τόσον,

ώστε δεν έχει μετρημόν ούτ' ο μισός της πλούτος.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

Εμπρός, να τελειόνωμεν. Ελάτε. Δεν σκοπεύω

να σας αφήσω μοναχούς, αν ήναι μ' άδειάν σας,

πριν ευλογία ιερά κάμη τους δύο ένα.

( Αποσύρονται).

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ.

ΣΚΗΝΉ ΠΡΩΤΗ.

Πλατεία.

(Εισέρχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ)

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Καλλίτερα να φεύγωμεν, καλέ Μερκούτιέ μου·

καίει ο ήλιος, κ’ εδώ γυρίζουν Καπουλέτοι·

εάν τους απαντήσωμεν, θα μαλοκοπηθούμεν,

διότ' η ζέστη η πολλή το αίμα το ανάπτει.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Μου φαίνεσαι και συ ωσάν εκείνον, οπού όταν εμ-

βαίνη εις το καπηλειόν, πετά το σπαθί του επάνω εις

το τραπέζι και λέγει: «ο Θεός να δώση να μην το χρει-

ασθώ». Και άμα σου καταιβάση δύο ποτήρια, το αρ-

πάζει και χύνεται επάνω εις τον κάπηλαν, χωρίς τω

όντι να χρειάζεται.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Τέτοιος σου φαίνομαι;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Έλα, έλα. Δεν ηξεύρω να έχη όλη η Ιταλία άνθρω-

πον πλέον θερμοαίματον από εσένα. Γυρεύεις αιώνια

περίστασιν ν' απλώσης το ζωνάρι σου, και απλόνεις το

ζωνάρι σου διά να εύρης περίστασιν.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Τι θέλεις να ειπής με αυτό;

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Θέλω να ειπώ ότι αν είχεν ο κόσμος άλλον ένα ωσάν

εσένα, δεν θα επολυχρόνιζε κανείς από τους δυο σας· —

ο ένας θα έτρωγε τον άλλον. Είσαι άξιος να πιασθής

με τον πρώτον, οπού σου φανή να έχη 'ς τα γένειά του

μίαν τρίχα παρεπάνω ή μίαν τρίχα παρακάτω από εσέ-

να. Είσαι καλός να μαλώσης, αν ιδής κανένα να δαγ-

κάνη λεπτοκάρυδον, μόνον και μόνον διότι τα μάτια

σου έχουν το χρώμα του. Μόνον τέτοια μάτια ημπορούν

να ιδούν εις τόσον πράγμα αιτίαν διά μάλωμα! Το κε-

φάλι σου είναι γεμάτον μαλώματα, όσον είναι το αυ-

γόν γεμάτον κροκάδι· αλλά έγεινε και ωσάν κλούβιον

αυγόν από τα πολλά μαλοκοπήματα. — Εμάλωσες μ'

ένα οπού έβηχεν εις τον δρόμον, διότι σου εξύπνησε το

σκυλί σου, ενώ ήτο κοιμισμένον εις τον ήλιον. Επιά-

σθηκες μ' ένα ράπτην, διότι έβαλε νέα φορέματα προ

του πάσχα, και μ' ένα άλλον, διότι έδεσε με παλαιόν

γαϊτάνι τα καινούρια του υποδήματα. Και ύστερον από

αυτά θα μου κάμης εσύ τον δάσκαλον, και θα με συμ-

βουλεύης να μη μαλώσω;

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Αν ήμαι τόσον αψίκορος, τότε δεν αξίζω να μου

αγοράση κανείς την ζωήν μου ούτε δι’ ένα παράν.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Ούτε δι’ ένα παράν, παράξενε·

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ

Μα την κεφαλήν μου, επλάκωσαν οι Καπουλέτοι!

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Μα το παπούτσι μου, δεν με μέλει.

Σαικσπείρου Τραγωδίαι : Μέρος Α'. Ρωμαίος και Ιουλιέτα · 第 1 / 6 题