ΑΕ. Ο δε θάνατος αυτού μεγάλως μεν ελύπησε τους συμμάχους, έτι

δε περισσότερον τους ωφέλησε. Διότι οι Θηβαίοι, ως ήκουσαν του

Πελοπίδου τον θάνατον, χωρίς ουδόλως ν' αναβάλωσι την τιμωρίαν,

εν τάχει απέστειλαν επτακισχιλίους οπλίτας ιππείς δ'

επτακοσίους, υπό στρατηγούς τον Μάλκιτον και τον Διογείτονα.

Ευρόντες δε τεταπεινωμένον και εξησθενημένον τον Αλέξανδρον,

τον ηνάγκασαν εις τους Θεσσαλούς μεν ν' αποδώση τας πόλεις όσας

κατείχε, τους δε Μάγνητας και τους Φθιώτας και Αχαιούς ν' αφήση

ελευθέρους, αποσύρων την φρουράν, να ομώση δε ν' ακολουθή τους

Θηβαίους καθ ών αν αυτοί τον οδηγώσιν ή τον διατάττωσιν. Εις

ταύτα ηρκέσθησαν οι Θηβαίοι, θέλω δε διηγηθή πώς ολίγον μετά

ταύτα εξεδίκησαν επ' αυτού οι Θεοί τον θάνατον του Πελοπίδου.

Θήβην, την σύζυγον αυτού, πρώτον μεν, ως ευρέθη, ο Πελοπίδας

εδίδαξε να μη φοβήται την έξω λαμπρότητα και την επίδειξιν της

τυραννίδος, ήτις εφρουρείτο υπό φυλάκων και όπλων. Έπειτα δε,

φοβουμένη την απιστίαν αυτού και μισούσα αυτού την ωμότητα,

συνεφώνησε μετά των αδελφών της, οίτινες ήσαν τρεις, ο

Τισίφονος, ο Πυθόλαος και ο Λυκόφρων, και επεχείρησε ταύτα· Την

μεν άλλην οικίαν του τυράννου κατείχον αι φυλακαί των

διανυκτερευόντων· ο δε θάλαμος εις όν συνείθιζον να κοιμώνται,

ήτον υπερώος, και εμπρός αυτού εφύλαττε κύων δεδεμένος, φοβερός

εις όλους, εκτός εις μόνους εκείνους και εις ένα εκ των

οικετών, εκείνον όστις τον έτρεφεν. Όταν λοιπόν ήλθεν ο καιρός

του επιχειρήματος, η Θήβη είχεν από της ημέρας ήδη κεκρυμμένους

τους αδελφούς της εις παρακείμενον οίκον τινα. Εισελθούσα δε,

ως συνείθιζε, μόνη προς τον Αλέξανδρον, κοιμώμενον ήδη, και

μετ' ολίγον πάλιν εξελθούσα, εις μεν τον υπηρέτην διέταξε να

λάβη έξω τον κύνα, διότι ήθελε ν' αναπαυθή μεθ' ησυχίας

εκείνος· αυτή δ' εις την κλίμακα, φοβουμένη μη κροτή όταν

αναβαίνωσιν οι νεανίσκοι, κατέστρωσε μαλλία· έπειτα δ'

ανεβίβασεν ούτω τους αδελφούς της ξιφήρεις, και στήσασα αυτούς

εμπρός των θυρών, εισήλθεν η ιδία, έλαβε το ξίφος του,

κρεμμάμενον υπέρ την κεφαλήν του, και τοις το έδειξεν ως

σημείον ότι εκοιμάτο ο τύραννος. Αλλ' επειδή οι νεανίσκοι ήσαν

εκπεπληγμένοι και εδίσταζον, επιπλήττουσα αυτούς, τοις ώμνυε

μετ' οργής ότι θέλει εξυπνήση τον Αλέξανδρον και τω καταμηνύσει

την πράξιν. Ούτως αισχυνθέντας αυτούς συγχρόνως και φοβηθέντας,

τους εισήγαγε, και τους έφερεν εις την κλίνην, κρατούσα και τον

λύχνον. Εξ αυτών δε, ο μεν, πιέσας τους πόδας του, τους

εκράτει, ο δε συλλαβών αυτόν εκ των τριχών, έστρεψεν οπίσω την

κεφαλήν του, και ο τρίτος, κτυπών αυτόν διά του ξίφους, τον

εφόνευσεν. Ούτως απέθανεν αυτός, θάνατον ταχύν, και διά τούτο

ίσως πραότερον αφ' ό,τι προσήκεν. Επειδή όμως ην ο μόνος ή

πρώτος των τυράννων όστις υπό της ιδίας αυτού γυναικός

εφονεύθη, και το σώμα του μετά θάνατον παντοίως αικισθέν,

ερρίφθη και κατεπατήθη υπό των Φεραίων, φαίνεται άξια των

παρανομιών του παθών.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ

Α. Ο δε Μάρκιος Κλαύδιος, όστις πεντάκις ην ύπατος εν Ρώμη,

λέγουσιν ότι υπήρξεν υιός Μάρκου, πρώτος δ' εκ της οικογενείας

ωνομάσθη Μάρκελλος, όπερ εστίν Αρήιος (413) ως λέγει ο

Ποσειδώνιος (414)· διότι είχε πολεμικήν εμπειρίαν, σώμα δε

ρωμαλέον, χείρα δ' ανδρείαν, φύσιν δε φιλοπόλεμον, ήτον σώφρων,

φιλάνθρωπος, εραστής της ελληνικής παιδείας και των ελληνικών

γραμμάτων επί τοσούτον, ώστε να τιμά και να θαυμάζη τους εις

ταύτα ευδοκιμούντας· ο ίδιος όμως, ένεκα των ασχολιών του, μη

κατορθώσας να εξασκή και να μάθη αυτά καθ' όσον επροθυμείτο·

Διότι αν εις άλλους ανθρώπους ο Θεός, ως είπεν ο Όμηρος,

έδωκεν, εκ νεαράς ηλικίας εις γήρας, να πλέκουν

ανθρωποκτόνους πολέμους,

πολύ μάλλον επέκλωσε τούτο εις τους τότε πρωτεύοντας των

Ρωμαίων, οίτινες, όταν μεν ήσαν νέοι, εις την Σικελίαν

επολέμουν κατά των Καρχηδονίων, εν ακμαία δ' ηλικία κατά των

Γαλατών υπέρ αυτής της Ιταλίας, και εις το γήρας των εμάχοντο

πάλιν κατά του Αννίβα και των Καρχηδονίων, μη έχοντες, ως οι

άλλοι, διά το γήρας ανάπαυσιν εκ των εκστρατειών, αλλ'

εκαλούντο εις στρατηγίας πολέμων και εις αρχηγίας, εκλεγόμενοι

διά την ευγένειαν και τα προτερήματά των.

Β. Ο δε Μάρκελλος, ουδενός μεν είδους μάχης ήτον άπειρος και

ανάσκητος· αλλ' υπέρ πάντα εις την μονομαχίαν διακρινόμενος,

ουδεμίαν απέφυγε ποτε πρόκλησιν, και πάντας, όσοι τον

προυκάλεσαν, τους εφόνευσεν. Εις δε την Σικελίαν έσωσε τον

αδελφόν του Οτακίλιον κινδυνεύοντα, υπερασπίσας αυτόν και

φονεύσας τους προσβαλόντας αυτόν. Διά ταύτα νέος έτι έλαβεν

αμοιβάς και στεφάνους παρά των στρατηγών. Γινόμενον δ' επί

μάλλον και μάλλον επίσημον, ανέδειξεν αυτόν ο δήμος αγορανόμον

της επιφανεστέρας τάξεως, οι δ' ιερείς Αύγουρα· είναι δε τούτο

είδος ιερωσύνης, εις ήν ιδίως έδωκεν ο νόμος να επιβλέπη και

παραφυλάττη των οιωνών την μαντικήν. Ηναγκάσθη δ' όταν

ηγορανόμει να εισαγάγη παρά την θέλησίν του δίκην τοιαύτην.

Είχεν υιόν ομώνυμον, νεαρού κάλλους εξαισίου, περίβλεπτον δ'

υπό των πολιτών διά την σωφροσύνην και την ανατροφήν του. Εις

τούτον ο Καπετωλίνος, ο συνάρχων του Μαρκέλλου, ανήρ ασελγής

και θρασύς, επρότεινε λόγους ατίμους. Και το μεν πρώτον τον

απέκρουσε μόνον του· επειδή δ' επανήλθε πάλιν αυτός, το είπε

προς τον πατέρα του. Διά τούτο αγανακτήσας ο Μάρκελλος,

κατήγγειλεν εις την βουλήν τον άνθρωπον. Εκείνος δε διαφόρους

εμηχανάτο αποφυγάς και αναβολάς, τους δημάρχους επικαλούμενος,

οίτινες όμως δεν εδέχθησαν την επίκλησιν αυτού, δι' ό αντέταξεν

άρνησιν εις την κατηγορίαν. Αλλ' επειδή ουδείς υπήρξε των λόγων

μάρτυς, απεφάσισεν η βουλή να φέρη εμπρός της τον παίδα. Ως δ'

ήλθε, και είδον αυτού το ερύθημα και τα δάκρυα, και την αιδώ

ανεμεμιγμένην μετ' ακατασχέτου θυμού, δεν εχρειάσθησαν άλλο

τεκμήριον, και καταψηφίσαντες επέβαλον πρόστιμον εις τον

Καπετωλίνον. Εκ δε των χρημάτων τούτων ο Μάρκελλος αργυρά

σπονδής αγγεία κατασκευάσας, τ' αφιέρωσεν εις τους Θεούς.

Γ. Ο πρώτος των Καρχηδονίων πόλεμος, επί εικοσιδύο έτη

διαρκέσας, είχεν ήδη περατωθή, όταν επήλθε νέος αγών εις την

Ρώμην, ο Γαλατικός. Οι Ίνσομβρες, έθνος Κελκτικόν, κάτοικοι του

υπό τας Άλπεις μέρους της Ιταλίας, και καθ' εαυτούς όντες

μεγάλοι, εκάλουν και δυνάμεις, και εμήνυσαν εκ των Γαλατών τους

επί μισθώ εκστρατεύοντας, οίτινες ωνομάζοντο Γεσσάται. Και

θαυμαστόν μεν εφαίνετο, και τύχης αγαθής πρόνοια, ότι ο

Κελτικός πόλεμος δεν εξερράγη συγχρόνως μετά του Λιβυκού· αλλ'

ως αν έμενον οι Γαλάται εις εφεδρείαν, και ορθώς και δικαίως

ησύχαζον εν όσω εκείνοι εμάχοντο, μετά ταύτα τότε εκηρύχθησαν

κατά των νικητών, και τους επροκάλεσαν όταν τους είδον μη

έχοντας πλέον ασχολίαν. Εν τούτοις όμως και η χώρα ενέπνεε

φόβον, διότι η γειτνίασις έφερεν όμορον και οικιακόν ούτως

ειπείν τον πόλεμον, και προσέτι η παλαιά των Γαλατών υπόληψις,

ούς υπέρ πάντας άλλους φαίνονται φοβούμενοι οι Ρωμαίοι, διότι

και η πόλις των υπ' αυτών εκυριεύθη, και έκτοτε νόμον έθεντο να

μη είναι στρατεύσιμοι οι ιερείς, εκτός πάλιν αν επέλθη

Γαλατικός πόλεμος. Εδήλουν δε τον φόβον αυτών και αι

ετοιμασίαι, διότι τοσαύται μυριάδες Ρωμαίων ούτε πριν ούτε μετά

ταύτα λέγονται τα όπλα λαβούσαι, προσέτι δε και η κατά τας

θυσίας καινοτομία, διότι ενώ ουδέν ετέλουν βαρβαρικόν ουδέ

ξενικόν, αλλά διέκειντο ως προς τας περί τα θεία δοξασίας των

ελληνικώς και πράως όσον ενδέχεται, τότε, όταν συνέπεσεν ο

πόλεμος ούτος, ηναγκάσθησαν να υπακούσωσιν εις λόγιά τινα εκ

των Σιβυλλείων, και δυο μεν Έλληνας, άνδρα και γυναίκα, δύο δε

Γαλάτας ομοίως έθαψαν ζώντας εις την καλουμένην βοών αγοράν,

και διά τούτους μέχρι τούδε έτι τελούσιν εν Νοεμβρίω μηνί εις

τους Έλληνας και Γαλάτας απορρήτους και αθεάτους ιερουργίας.

Δ. Και οι μεν πρώτοι αγώνες και νίκας μεγάλας και σφάλματα

αναδείξασαι των Ρωμαίων, εις ουδέν απέληξαν βέβαιον. Όταν δ' οι

ύπατοι Φλαμίνιος και Φούριος εξεστράτευσαν μετά μεγάλων

δυνάμεων κατά των Ινσόμβρων, τότε εφάνη αίμα ρέων ο ποταμός

όστις βρέχει την Πικηνίδα χώραν, ευρέθη δε και ότι τρεις

σελήναι εφάνησαν περί την πόλιν Αρίμινον. Οι δ' ιερείς, οίτινες

κατά τας επί των εκλογών των υπάτων ψηφοφορίας παρεφύλαττον

τους οιωνούς, εβεβαίουν ότι κακαί τοις εφάνησαν, και εις των

ορνίθων τας προρρήσεις εναντίαι αι των υπάτων αναγορεύσεις.

Ευθύς λοιπόν έπεμψεν η σύγκλητος εις το στρατόπεδον γράμματα,

και εμήνυσε τοις υπάτοις να επιστρέψωσιν όσον τάχιον και να

παραιτηθώσι της αρχής, και ουδέν να επιχειρήσωσι πριν ως ύπατοι

κατά των εχθρών. Ταύτα δε τα γράμματα λαβών ο Φλαμίνιος, δεν τα

ηνέωξε πριν ή συνάψας μάχην προς τους βαρβάρους, τους έτρεψεν

εις φυγήν, και επέδραμε την χώραν αυτών. Όταν όμως επανήλθε

μετά πολλών λαφύρων, δεν τον προϋπάντησεν ο δήμος, αλλά διότι

προσκληθείς ευθύς δεν υπήκουσεν, ουδ' επείσθη εις τα γράμματα,

αλλά περιΰβρισε και κατεφρόνησεν αυτά, παρ' ολίγον να ψηφίσωσιν

άρνησιν του θριάμβου αυτού· αφ' ού δ' εθριάμβευσε, τον

κατέστησαν ιδιώτην, αναγκάσαντες αυτόν να παραιτηθή της

υπατείας μετά του συνάρχοντος. Ούτω παρά Ρωμαίοις εις τον Θεόν

ανήγοντο πάντα τα πράγματα. Παράβλεψιν δε των μαντείων και των

πατρίων εθίμων ουδ' εις τας μεγίστας επιτυχίας εδέχοντο,

συντελεστικώτερον νομίζοντες προς σωτηρίαν της πόλεως το να

σέβωνται τα θεία οι άρχοντες, παρά το να υπερισχύωσι των

εχθρών.

Ε. Και Τιβέριος μεν ο Σεμπρώνιος, ανήρ και διά την ανδρείαν και

διά την καλοκαγαθίαν του ουδενός ολιγώτερον αγαπηθείς υπό των

Ρωμαίων, ανέδειξεν ο ίδιος, υπατεύων, ως διαδόχους του, τον

Σκηπίωνα Νασικάν και τον Γάιον Μάρκιον. Εν ώ δ' ήσαν αυτοί ήδη

εις τας επαρχίας και επί κεφαλής των στρατευμάτων, κατά τύχην

ιδών αυτός ιερατικά τινα υπομνήματα, εύρεν εις αυτά πάτριόν τι

έθιμον ό ηγνόει. Ήτον δε τούτο· Όταν αρχων, εις ορνιθοσκοπίαν

καθεζόμενος εις οίκον όν έχει εκτός της πόλεως ή εις

μεμισθωμένην σκηνήν, υπ' αιτίας τινός αναγκασθή, πριν ή δοθώσιν

ασφαλή σημεία, να επανέλθη εις την πόλιν, έπρεπε ν' αφήση την

προμεμισθωμένην οικίαν, και να λάβη άλλην, εξ ής να επαναλάβη

απ' αρχής πάλιν την θέαν. Τούτο δεν εγνώριζε, φαίνεται, ο

Τιβέριος, και δις εις τον ίδιον οίκον καθήμενος, ανέδειξε τους

ειρημένους υπάτους. Ύστερον δε, γνώρισας το σφάλμα του,

ανέφερεν αυτό εις την σύγκλητον. Εκείνη δε, αν και μικρά ήτον η

έλλειψις, δεν την κατεφρόνησεν, αλλ' έγραψεν εις τους άνδρας,

και εκείνοι, εγκαταλιπόντες τάς επαρχίας, επέστρεψαν εις την

Ρώμην, και κατέθεσαν την αρχήν. Αλλά ταύτα μεν ύστερον

επράχθησαν. Περί δε τους αυτούς εκείνους χρόνους, και δύο

ιερείς επιφανέστατοι εστερήθησαν της ιερωσύνης των, ο Κορνήλιος

Κέθηγος, διότι έδωκε τα σπλάγνα του ιερείου παρά την τάξιν, και

ο Κούιντος Σουλπίκιος, διότι, εν ώ ετέλει θυσίαν, έπεσεν από

της κεφαλής του ο οξύς πίλος, όν οι καλούμενοι Φλαμίνιοι

φορούσιν. Ότε δ' ο Δικτάτωρ Μινούκιος κατέστησεν ίππαρχον τον

Γάιον Φλαμίνιον, επειδή ηκούσθη να τρίζη ποντικός, όν καλούσι

Σόρικα (415), καθαίρεσαν τούτους διά ψήφου, και κατέστησαν

άλλους. Φυλάττοντες δ' ούτως εν μικροίς την ακρίβειαν, μετ'

ουδεμιάς ανεμίγνυον αυτήν δεισιδαιμονίας, αλλά μόνον επέμενον

ουδέν ν' αλλάττωσιν ουδέ τα παρεκβαίνωσιν εκ των πατρίων.

ΣΤ. Όταν λοιπόν παρητήθη της αρχής ο Φλαμίνιος, διά των

καλουμένων μεσοβασιλέων απεδείχθη ύπατος ο Μάρκελλος. Και

παραλαβών την αρχήν, εκλέγει συνάρχοντά του τον Γναίον

Κορνήλιον. Ελέχθη δ' ότι πολλά μεν συμβιβαστικά επρότεινον οι

Γαλάται, έκλινε δε και η βουλή προς ειρήνην, αλλ' ο Μάρκελλος

ότι ετράχυνε τον δήμον προς τον πόλεμον. Αλλά και αφ' ού έγινεν

ειρήνη φαίνεται ότι ανεκαίνισαν τον πόλεμον οι Γαισσάται,

υπερβάντες τας Άλπεις, και τους Ινσόμβρους διεγείραντες, διότι

τριάκοντα χιλιάδες αυτοί προσετέθησαν εις εκείνους όντας

πολλαπλασίους, και υπερηφανευόμενοι, ώρμησαν ευθύς εις τας

Ακέρρας, πόλιν επέκεινα του Πάδου κειμένην. Εκείθεν δε, μυρίους

Γεσσάτας ο βασιλεύς Βριτόμαρτος (416) λαβών, ελεηλάτει την

περί τον Πάδον χώραν. Ταύτα ακούσας ο Μάρκελλος, τον μεν

συνάρχοντα αυτού κατέλιπε παρά τας Ακέρρας, έχοντα μεθ' εαυτού

πάσαν την πεζήν και βαρείαν δύναμιν, και των ιππέων το τρίτον

μέρος· αυτός δε τους λοιπούς ιππείς λαβών, και τους

ελαφροτάτους των πεζών, περί τους εξακοσίους, προυχώρει, ούτε

ημέραν ούτε νύκτα αναστέλλων την πορείαν του, έως ού απήντησε

τους δεκακισχιλίους Γεσσάτας, περί το καλούμενον Κλαστίδιον

(417), κώμην Γαλατικήν, προ ολίγου των Ρωμαίων υπήκοον

γενομένην. Δεν τω επετράπη δε ν' αναπαύση τον στρατόν του και

να τον αφήση ν' αναλάβη· διότι, άμα έφθασε, ταχέως ενοήθη υπό

των βαρβάρων, και κατεφρονήθη, ως έχων ολίγους πεζούς μεθ'

εαυτού, και επειδή περί του ιππικού ολίγον εφρόντιζον οι

Κελτοί. Καθότι, άριστοι όντες ιππομάχοι, και κατά τούτο μάλιστα

φαινόμενοι ότι υπερέχουσι, τότε και κατά το πλήθος ήσαν πολύ

του Μαρκέλλου υπέρτεροι. Ευθύς λοιπόν ώρμησαν επ' αυτόν, ως διά

να τον αρπάσωσι, μετά βίας πολλής και δεινών απειλών, και ο

βασιλεύς ίππευεν εμπρός των άλλων. Ο δε Μάρκελλος, όπως μη

προλάβωσι και τον περικυκλώσωσι, και εκταθώσι πέριξ του

ολιγοστού του στρατού, παρέτεινε μακράν τας ίλας των ιππέων,

λεπτόν εκτείνων το κέρας, έως ότου ολίγον απείχε των εχθρών.

Ήδη δε, καθ' ήν στιγμήν έμελλε να προσβάλη, συνέβη να τρομάξη ο

ίππος του εκ των αλαλαγμών των εχθρών, και στραφείς μετά βίας

να φέρη οπίσω τον Μάρκελλον. Ούτος δε, φοβηθείς μη φέρη τούτο

ταραχήν εις τους Ρωμαίους εκ δεισιδαιμονίας, σύρει ταχέως τον

χαλινόν προς τ' αριστερά, και περιστρέψας τον ίππον απέναντι

των εχθρών, προσεκύνησε τον ήλιον, ως στραφείς δήθεν ένεκα

τούτου, και ουχί κατά τύχην. Διότι τοιαύτην έχουσιν οι Ρωμαίοι

συνήθειαν, να προσκυνώσι τους Θεούς περιστρεφόμενοι (418)·

όταν δε συγκρούωνται μετά των εχθρών, να προσεύχωνται εις τον

Φερέτριον Δία (419) υποσχόμενοι ν' αφιερώσωσιν εις αυτόν τα

ωραιότερα των όπλων ά ήθελον κυριεύσει επί των εχθρών.

Ζ. Κατά την στιγμήν ταύτην ιδών αυτόν ο των Γαλατών βασιλεύς,

και από των συμβόλων αυτού τεκμαιρόμενος ότι άρχων τις είναι

ούτος, εκέντησε τον ίππον του πολύ προ των άλλων, και ώρμησεν

εναντίον του, μετά μεγάλης φωνής αλαλάζων προκλητικώς, και το

δόρυ του σείων, ανήρ κατά το μέγεθος του σώματος εξέχων όλων

των Γαλατών, και διαλάμπων εν πανοπλία, ήτις έστιλβεν ως

αστραπή υπό χρυσού και αργύρου και βαφών και ποικιλμάτων

παντοίων. Επειδή δ' όταν περιέφερε τα βλέμματά του εις την

εχθρικήν φάλαγγα ο Μάρκελλος, ταύτα τω εφάνησαν ως τα κάλλιστα

των όπλων, και υπέλαβεν ότι ταύτα εισίν εκείνα ά ηυχήθη να

προσφέρη εις τον Θεόν, ώρμησε κατά του ανδρός, και διά του

δόρατος διαπεράσας αυτού τον θώρακα, και διά της ορμής του

ίππου του την προσβολήν επιτείνας, τον ανέτρεψε ζώντα, και

επιφέρων δευτέραν και τρίτην πληγήν, τον εφόνευσε. Πηδήσας δ'

από του ίππου του, και διά των χειρών του εγγίσας τα όπλα του

νεκρού, είπε προς τον ουρανόν· «Ω μεγάλα στρατηγών και ηγεμόνων

έργα και πράξεις επιβλέπων εν πολέμοις Φερέτριε Ζευ, σ'

επικαλούμαι ως μάρτυρα ότι τρίτος εγώ άρχων των Ρωμαίων

άρχοντα, και στρατηγός βασιλέα, τον άνδρα τούτον ιδιοχείρως

κατατροπώσας και κτείνας, αφιερώ εις σε τα πρώτα και κάλλιστα

των λαφύρων. Συ δε δος εις ημάς ομοίαν τύχην, ότε και εις τα

λοιπά του πολέμου τρεπώμεθα.» Μετά ταύτα δ' εφώρμησαν οι

Ρωμαίοι ιππείς ουχί προς τους ιππείς κεχωρισμένους, αλλά και

προς τους πεζούς μαχόμενοι, οίτινες ομού αντετάττοντο. Και

νικώσι νίκην κατά τρόπον αξιόλογον και παράδοξον· διότι ούτε

πρότερον ούτε ύστερον ποτε λέγονται τοσούτοι ιππείς, τοσούτους

ιππείς ομού και πεζούς νικήσαντες. Φονεύσας δε τους πλείστους,

και όπλα και χρήματα κυριεύσας, επανήλθε προς τον συνάρχοντά

του, εναγωνίως πολεμούντα κατά των Κελτών περί πόλιν μίαν των

μεγίστων και πολυανθρωποτάτων εκ των Γαλατικών. Καλείται δε

Μεδιόλανον, και έχουσι μητρόπολιν αυτήν οι κατά τούτο το μέρος

Κελτοί, όθεν ζωηρότατα μαχόμενοι υπέρ αυτής, αντεπολιόρκουν τον

Κορνήλιον. Ως όμως επήλθεν ο Μάρκελλος, ακούσαντες οι Γεσσάται

την ήτταν και τον θάνατον του βασιλέως των, απήλθον, και το μεν

Μεδιόλανον κυριεύεται, τας δ' άλλας πόλεις παρέδοσαν οι Κελτοί,

πάντα τα καθ' εαυτούς αφέντες εις την διάκρισιν των Ρωμαίων.

Και εις αυτούς μεν εδόθη ειρήνη επί συμφωνίαις μετρίαις.

Η. Εψήφισε δ' η σύγκλητος υπέρ μόνου του Μαρκέλλου θρίαμβον,

και εισήλασεν ούτος κατά μεν την άλλην λαμπρότητα και τον

πλούτον και τα λάφυρα και τα εξαίσια των αιχμαλώτων σώματα,

θαυμαστός ως ολίγοι άλλοι εφάνησαν. Ευαρεστότατον δε πάντων και

νεώτατον θέαμα επεδείκνυεν αυτός εαυτόν, φέροντα εις τον θεόν

του βαρβάρου την πανοπλίαν. Κόψας ωραίας δρυός όρθιον και μέγαν

κορμόν, και διασκευάσας αυτόν ως τρόπαιον, έδεσε και εκρέμασεν

εις αυτόν τα λάφυρα, ευκόσμως διαβείς και περιαρμόσας έκαστον.

Ως δε προυχώρει η πομπή, λαβών αυτόν εις τας χείρας του, ανέβη

εις το τέθριππον, και επόμπευεν ούτω διά της πόλεως, ως

τροπαιοφόρον άγαλμα της ιδίας αυτού νίκης κάλλιστον και

αξιοπρεπέστατον. Ο δε στρατός είπετο δι' ωραιοτάτων όπλων

κεκοσμημένος, και ψάλλων και αλλά επίτηδες ποιηθέντα μέλη, και

παιάνας επινικίους εις τον Θεόν και τον στρατηγόν. Ούτω δε

προβάς και φθάσας εις τον ναόν του Φερετρίου Διός, έστησε και

καθιέρωσε το τρόπαιον, τρίτος και τελευταίος μέχρι των καθ'

ημάς καιρών. Διότι πρώτος αφιέρωσεν όπλα φονευθέντος εχθρού ο

Ρωμύλος, απ' Άκρωνος του Καινινήτου, δεύτερος δ' ο Κόσσος

Κορνήλιος, από Τολουμνίου του Τυρρηνού· μετά δε τούτους ο

Μάρκελλος από Βριτομάρτου, του βασιλέως των Γαλατών· μετά δε

Μάρκελλον ουδέ είς (420). Καλείται δ' ο μεν Θεός εις όν

γίνεται η πομπή Φερέτριος Ζευς, ως μέν τινες λέγουσιν από του

εις φέρετρον περιαγομένου τροπαίου, κατά την Ελληνικήν γλώσσαν,

ήτις τότε ήτον πολύ έτι συναναμεμιγμένη μετά της Λατινικής. Ως

δ' άλλοι φρονούσιν, είναι αύτη επωνυμία του κεραυνοβολούντος

Διός, διότι Φερίρε (421) καλούσι το κτυπάν οι Ρωμαίοι. Άλλοι

δε λέγουσιν ότι το όνομα έγινεν εκ της πληγής του πολέμου·

διότι τώρα εις τας μάχας, όταν διώκωσι τους εχθρούς, φωνάζουσι

προς αλλήλους συνεχώς το Φέρι, τουτέστι κτύπα. Τα δ' όπλα των

φονευθέντων εχθρών κοινώς μεν Σπόλια, ιδίως δε ταύτα Οπίμια

καλούσιν· αν και εν τοις υπομνήμασι λέγεται ότι ο Νουμάς

Πομπίλιος και πρώτων Οπιμίων και δευτέρων και τρίτων

μνημονεύει, λέγων, τα μεν πρώτα όσα κυριευθώσι ν' αφιερώνται

εις τον Φερέτριον Δία, τα δε δεύτερα εις τον Άρην, και τα τρίτα

εις τον Κυρίνον· και να λαμβάνη ως αμοιβήν ασσάρια (422)

τριακόσια ο πρώτος, ο δε δεύτερος διακόσια, και ο τρίτος

εκατόν. Επικρατεί όμως μάλλον ο λόγος ότι εκείνα μόνα εισίν

οπίμια, όσα λαμβάνει εις μάχην εκ παρατάξεως και πρώτα

στρατηγός στρατηγόν φονεύσας. Αλλά περί τούτων τοσαύτα. Οι δε

Ρωμαίοι διά την νίκην και του πολέμου την παύσιν ούτως

ηυχαριστήθησαν, ώστε και εις τον Πύθιον Απόλλωνα εις τους

Δελφούς έπεμψαν χαριστήριον κρατήρα χρυσούν από λιτρών . .

(423), και εκ των λαφύρων λαμπρώς μετέδωκαν εις τας συμμαχίδας

πόλεις, και προς τον Ιέρωνα πολλά έπεμψαν, των Συρακουσών

βασιλέα, φίλον όντα και σύμμαχον.

Θ. Όταν ο Αννίβας εισέβαλεν εις την Ιταλίαν, επέμφθη ο

Μάρκελλος εις Σικελίαν, στόλον άγων. Και αφ' ού έγινεν η κατά

τας Κάννας ήττα (424), και των Ρωμαίων ουκ ολίγαι χιλιάδες

εφονεύθησαν εις την μάχην, ολίγοι δε σωθέντες εις το Κανύσιον

κατέφυγον, και περιεμένετο ότι ο Αννίβας θέλει ορμήσει ευθύς

κατά της Ρώμης, καταστρέψας το άριστον μέρος της δυνάμεως των

Ρωμαίων· πρώτον μεν έστειλεν ο Μάρκελλος εκ των πλοίων φυλακήν

εις την πόλιν, άνδρας χιλίους πεντακοσίους· έπειτα, λαβών

ψήφισμα της βουλής, ήλθεν εις Κανύσιον, και τους εκεί

συνειλεγμένους παραλαβών, τους εξήγαγε των φρουρίων, ως μη έχων

σκοπόν να εγκαταλείψη την χώραν εις των εχθρών την διάκρισιν.

Παρά δε τοις Ρωμαίοις οι πρώτιστοι αρχηγοί και οι δυνατώτεροι

άνδρες είχον αποθάνει εις τας μάχας. Τον Φάβιον δε Μάξιμον, τον

έχοντα την μεγίστην υπόληψιν πίστεως και συνέσεως, κατηγόρουν

ένεκα της πολλής ακριβείας των σκέψεών του όπως μη πάθη τι ο

στρατός, ως αργόν εις τας πράξεις του και ως άτολμον. Και

νομίζοντες ότι ο στρατηγός ούτος ήρκει μεν διά την ασφάλειαν,

ουχί δε και διά την άμυναν, κατέφευγον εις τον Μάρκελλον, και

το θαρραλέον αυτού και δραστήριον συγκιρνώντες και

συναρμόττοντες μετά της περισκέψεως και της προνοίας εκείνου,

ότε μεν τους εχειροτόνουν ομού υπάτους, ότε δ' εν μέρει τον ένα

ύπατον και τον άλλον ανθύπατον, και ούτω τους έστελλον. Ο δε

Ποσειδώνιος (425) λέγει ότι ο μεν Φάβιος ωνομάζετο ασπίς, ο δε

Μάρκελος ξίφος. Αυτός δ' ο Αννίβας έλεγεν ότι τον μεν Φάβιον

εφοβείτο ως παιδαγωγόν, τον δε Μάρκελλον ως ανταγωνιστήν διότι

ο μεν τον εμπόδιζε να πράξη τι κακόν, ο δ' έπραττε κατ' αυτού.

I. Και πρώτον μεν, επειδή εκ της νίκης του Αννίβου πολλήν οι

στρατιώται του συνέλαβον αφοβίαν και θρασύτητα, επιτιθέμενος ο

Μάρκελλος κατά των σκορπιζομένων εκ του στρατοπέδου, και

επιδραμόντων την χώραν, τους κατέκοπτε, και εξησθένει ούτω του

εχθρού τας δυνάμεις. Έπειτα δε, προς την Νέαν πόλιν (426) και

την Νώλαν κινηθείς, των μεν Νεαπολιτών ενίσχυσε την προς τους

Ρωμαίους προσήλωσιν, εις δε την Νώλαν εισελθών, εύρεν αυτήν

στασιάζουσαν, διότι η βουλή δεν εδύνατο να διαχειρισθή και να

ρυθμίση τον δήμον Αννιβίζοντα. Εις την πόλιν εκείνην υπήρχεν

ανήρ πρωτεύων, και κατ' ανδρείαν επιφανής, ονομαζόμενος

Βάνδιος. Ούτος εν Κάνναις ενδόξως αγωνισθείς, και πολλούς

Καρχηδονίους φονεύσας, ευρέθη τέλος μεταξύ των νεκρών, βελών

πλήρης. Τούτον θαυμάσας ο Αννίβας, ου μόνον τον αφήκεν άνευ

λύτρων, αλλά και δώρα προσέθηκε, και φίλον τον εδέχθη και

ξένον. Αποδίδων λοιπόν ταύτην την χάριν ο Βάνδιος, εγένετο

προθύμως είς των αννιβιζόντων, και ισχύων, εκίνει τον δήμον εις

αποστασίαν. Ο δε Μάρκελλος, να φονεύση μεν άνθρωπον ούτω

λαμπρόν την τύχην, και κοινωνήσαντα των μεγίστων αγώνων των

Ρωμαίων, δεν το ενόμισεν όσιον. Ων δε φύσει φιλάνθρωπος, είχε

προσέτι και της πειθούς το προτέρημα, ώστε διά της ομιλίας του

να κερδίζη υπέρ εαυτού τους έχοντας ήθος φιλότιμον. Ότε λοιπόν

τον εχαιρέτισέ ποτε ο Βάνδιος, ηρώτησεν αυτόν τι άνθρωπος

είναι, γνωρίζων μεν αυτόν προ πολλού, αλλ' αρχήν και πρόφασιν

γνωριμίας τούτο ζητών Διότι άμα εκείνος είπε, Λεύκιος Βάνδιος,

ως χαρείς και θαυμάσας ο Μάρκελλος, «Εκείνος λοιπόν, είπεν,

είσαι συ ο Βάνδιος, περί ού τοσαύτα διηγούνται εν Ρώμη οι εις

τας Κάννας αγωνισθέντες, ότι δεν εγκατέλιπες τον στρατηγόν

Παύλον Αιμίλιον, αλλ' ότι εις τα πλείστα των βελών όσα κατ'

αυτού ερρίπτοντο αντετάχθης, και εδέχθης αυτά εις το σώμα σου;

Όταν δ' ο Βάνδιος τω είπεν ότι εκείνος είναι, και τω έδειξε

μίαν εκ των πληγών του, «Και λοιπόν, τω είπε, τοιαύτα φέρων

γνωρίσματα της προς ημάς φιλίας, δεν ήρχεσο αμέσως; ή σοι

φαινόμεθα κακοί εις το ν' αμείβωμεν αρετήν φίλων, όταν τιμώμεν

αυτήν και παρά τοις εχθροίς;» Τοιαύτα φιλόφρονα και κολακευτικά

ειπών εις αυτόν, τω εχάρισεν ίππον πολεμιστήν, και πεντακοσίας

δραχμάς αργυρίου.

ΙΑ. Έκτοτε έγινεν ο Βάνδιος ασφαλέστερος του Μαρκέλλου

συμπράκτωρ και σύμμαχος, και δεινότατος μηνυτής και κατήγορος

των τα εναντία φρονούντων. Ήσαν δε πολλοί, και διενοούντο, όταν

οι Ρωμαίοι εξήρχοντο κατά των εχθρών, να διαρπάσωσιν αυτοί τας

αποσκευάς. Δι' ό, παρατάξας ο Μάρκελλος την δύναμιν εντός περί

τας πύλας, έστησε μετ' αυτής και τα σκευοφόρα, και εις τους

Νωλαίους διά κήρυκος απηγόρευσε να πλησιάσωσιν εις τα τείχη.

Ήτον λοιπόν όπλων ερημία επί των τειχών, και είλκυσε τον

Αννίβαν να πλησιάση ατακτότερον, νομίζων ότι οι εν τη πόλει

είχον ταραχάς. Τότε διατάξας ο Μάρκελλος ν' ανοίξωσι την πύλην

εις ήν αυτός ίστατο, εξώρμησεν έχων μεθ' εαυτού των ιπποτών

τους λαμπροτάτους, και ριφθείς κατά μέτωπον, συνεπλάκη μετά των

εχθρών. Κατ' ολίγον δ' οι πεζοί δι' ετέρας πύλης προυχώρουν

τρέχοντες και βοώντες, και εν ώ ο Αννίβας εχώριζε και κατ'

αυτών την δύναμίν του, ηνεώχθη η τρίτη των πυλών, και δι' αυτής

δράμοντες εξήρχοντο οι λοιποί, και επέπιπτον πανταχόθεν κατά

των εχθρών, οίτινες, εκπεπληγμένοι διά το απροσδόκητον, κακώς

ανθίσταντο ήδη και προς τους πρώτους συμπλακέντας, εξ αιτίας

των έπειτα επελθόντων. Ενταύθα κατά πρώτον ο στρατός του

Αννίβου ενέδωκεν εις τους Ρωμαίους, μετά φόνου πολλού και

τραυμάτων προς το στρατόπεδον απωθούμενος. Διότι λέγονται ότι

απέθανον υπέρ τους πενταχισχιλίους, ότι δ' εφόνευσαν ουχί

περισσοτέρους των πεντακοσίων. Ο Λίβιος όμως δεν βεβαιοί ότι

τοσούτον μεγάλη έγινεν αύτη η ήττα, ουδ' ότι τοσούτοι έπεσαν

νεκροί των εχθρών, αλλ' ότι μεγάλην έλαβε δόξαν ο Μάρκελλος από

της μάχης εκείνης, και θαυμαστόν θάρρος ότι έδειξαν οι Ρωμαίοι

μετά τα προγενέστερα αυτών κακά, εννοήσαντες ότι ηγωνίζοντο

προς εχθρόν ουχί ακαταμάχητον ουδ' αήττητον, αλλά δυνάμενον και

αυτόν να πάθη.

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος · 第 16 / 20 段