ΙΒ. Διά τούτο, ως απέθανεν ο είς των υπάτων, ο δήμος εκάλει εις

την διαδοχήν τον Μάρκελλον απόντα, και διά της βίας ανέβαλε την

αποκατάστασιν των αρχόντων, έως ότου ήλθεν εκείνος από του

στρατοπέδου. Και ανεδείχθη μεν ύπατος δι' όλων των ψήφων.

Επειδή όμως εβρόντησεν ο Θεός, και οι ιερείς δεν εθεώρησαν

αίσιον το σημείον, εδίσταζον όμως να τον εμποδίσωσι φανερώς,

και εφοβούντο τον δήμον, παρητήθη αυτός της αρχής, αλλά δεν

απέφυγεν ουχ ήττον την στρατηγίαν, και αναγορευθείς ανθύπατος,

και πάλιν εις το στρατόπεδον της Νώλας επανελθών, εκακοποίει

τους προστεθέντες εις την φατρίαν του Φοίνικος. Όταν δ' εκείνος

ήλθε δράμων εις βοήθειαν αυτών, και τον επροκάλει, ο Mάρκελλος

δεν ηθέλησε να διαγωνισθή εκ παρατάξεως προς αυτόν^ αλλ' όταν ο

Αννίβας έτρεψε το πλείστον του στρατού εις αρπαγήν, και δεν

περιέμενε μάχην, τότε εκινήθη κατ' αυτού, δους εις τους πεζούς

μεγάλα δόρατα των ναυμάχων, και διδάξας αυτούς να κτυπώσι δι'

αυτών μοκρόθεν τους Καρχηδονίους, οίτινες δεν ήσαν ακοντισταί,

αλλά μετεχειρίζοντο βραχέα και αγχέμαχα όπλα. Όθεν και φαίνεται

ότι όσοι τότε συνεκρούσθησαν μετά των Ρωμαίων, έδειξαν εις

αυτούς τα νώτα, και έφυγον φυγήν απροφάσιστον, απολέσαντες εξ

εαυτών νεκρούς μεν πεντακισχιλίους, ελέφαντας δε τέσσαρας μεν

φονευθέντας, δύο δε ζωντανούς αιχμαλωτισθέντας. Το δε μέγιστον,

την τρίτην ημέραν μετά την μάχην, ιππείς φυγάδες εξ Ιβήρων και

Νομάδων αυτομολούσιν υπέρ τους χίλιους τριακοσίους (427) εν ώ

ποτέ πριν ο Αννίβας δεν έπαθε τοιούτον τι, αλλ' επί πλείστον

χρόνον είχε διαφυλάξει εις μίαν γνώμην στράτευμα βαρβαρικόν εκ

ποικίλων και πολυτρόπων εθνών συνηρμοσμένον. Και αυτοί μεν

πιστοί παρέμειναν δι' όλου του καιρού και εις αυτόν τον

Μάρκελλον και εις τους μετ' αυτόν στρατηγούς.

ΙΓ. Ο δε Μάρκελλος, ύπατος το τρίτον αναδειχθείς, έπλευσεν εις

την Σικελίαν διότι υπό των περί τον πόλεμον επιτυχιών του

Αννίβου επαρθέντες οι Καρχηδόνιοι, επεχείρησαν την άλωσιν της

νήσου, εν ώ ήσαν μεγάλως τεταραγμένα τα πράγματα των

Συρακουσών, μετά τον θάνατον του τυράννου Ιερωνύμου· διά τούτο

υπήρχεν εκεί δύναμις των Ρωμαίων προαπεσταλμένη, και στρατηγός

ο Άππιος. Εν ώ δε παρελάμβανε ταύτην ο Μάρκελλος, πολλοί

Ρωμαίοι ελθόντες προσέπεσαν εις αυτόν, διότι τοιαύτη τοις είχε

συμβή συμφορά· Εκ των περί τας Κάννας αντιταχθέντων εις τον

Αννίβαν, άλλοι μεν έφυγον, άλλοι δε ζώντες ηχμαλωτίσθησαν,

τόσοι το πλήθος, ώστε εφαίνετο εις τους Ρωμαίους ότι ουδ'

έμενόν τινες να φυλάξωσι τα τείχη. Διετήρησαν όμως τοσαύτην

μεγαλοψυχίαν και φρονήματος ύψος ώστε τους μεν αιχμαλώτους δεν

έλαβον, ει και επώλει διά μικρά λύτρα αυτούς ο Αννίβας, αλλ'

εψήφισαν αρνητικώς, και αφήκαν άλλοι μεν να φονευθώσιν, άλλοι

δε να πωληθώσιν εκτός της Ιταλίας· το δε πλήθος των σωθέντων

διά φυγής έστειλαν εις Σικελίαν, διατάξαντες να μη επιστρέψωσιν

εις την Ιταλίαν, εν όσω η Ρώμη πολεμεί κατά του Αννίβου. Ούτοι,

προσπεσόντες αθρόοι εις τον Μάρκελλον άμα έφθασε, και

γονυπετείς ριφθέντες, εζήτουν μετά πολλής βοής και δακρύων να

καταταχθώσιν εντίμως εις τον στρατόν, υποσχόμενοι να δείξωσι

διά των έργων ότι κατ' ατυχίαν τινά μάλλον παρά δι' ανανδρίαν

αυτών συνέβη η ήττα εκείνη. Οικτείρας λοιπόν αυτούς ο

Μάρκελλος, έγραψεν εις την σύγκλητον ζητήσας εξ αυτών να

συμπληροί πάντοτε του στρατού το ελλείπον. Αφ' ού δε πολλοί

έγινον λόγοι, απόφασιν εξέδωκεν η βουλή, ότι οι Ρωμαίοι δεν

έχουσι διά τα δημόσια πράγματα ανάγκην ανθρώπων ανάνδρων ανίσως

δ' ο Μάρκελλος θέλη να μεταχειρισθή αυτούς, ότι ουδείς άρχων

θέλει τοις απονείμη τινά των στεφάνων ή των δωρεών όσαι

δίδονται δι' ανδρείαν. Το ψήφισμα τούτο ελύπησε τον Μάρκελλον,

και επιστρέψας μετά τον εν Σικελία πόλεμον, εμέμφθη την βουλήν

ότι αντί πολλών και μεγάλων έργων αυτού δεν τω παρεχώρησε να

επανορθώση την δυστυχίαν τοσούτων πολιτών.

ΙΔ. Τότε δ' εις την Σικελίαν πρώτον μεν εκδικούμενος κατά του

στρατηγού των Συρακουσίων Ιπποκράτους, όστις, χαριζόμενος εις

τους Καρχηδονίους, και την τυραννίδα θέλων να κατακτήση,

πολλούς Ρωμαίους εφόνευσε πλησίον των Λεοντίνων, εκυρίευσε κατά

κράτος την πόλιν των Λεοντίνων, και τους μεν Λεοντίνους δεν

ηδίκησεν, όσους όμως αυτομόλους συνέλαβε, τους εμαστίγωσε και

τους εθανάτωσεν. Ο δ' Ιπποκράτης πρώτον μεν έπεμψεν εμπρός

λόγον εις τας Συρακούσας, ότι ο Μάρκελλος σφάζει ηβηδόν τους

Λεοντίνους, έπειτα δε, ενώ ήσαν εκ τούτου τεταραγμένοι οι

Συρακούσιοι, επιπεσών κατέλαβε την πόλιν. Τότε ο Μάρκελλος,

κινηθείς μετά παντός του στρατού, προυχώρει προς τας

Συρακούσας, και στρατοπεδεύσας πλησίον, έπεμψεν εις την πόλιν

πρέσβεις να τοις ειπώσι τα περί των Λεοντίνων. Επειδή όμως

τούτο εις ουδέν ωφελεί, και δεν επείθοντο οι Συρακούσιοι, διότι

επεκράτουν οι περί τον Ιπποκράτην, προσέβαλε την πόλιν κατά γην

συγχρόνως και κατά θάλασσαν και το μεν πεζικόν ωδήγει ο Άππιος·

ο ίδιος δ' είχεν εξήκοντα πεντήρεις (428) πλήρεις παντοίων

όπλων και βελών. Επί μεγάλου δε ζεύγματος οκτώ πλοίων μετ'

αλλήλων συνδεδεμένων υψώσας μηχανήν, επέπλει κατά του τείχους,

εις το πλήθος και εις την λαμπρότητα των ετοιμασιών του και εις

την περιστοιχίζουσαν αυτόν δόξαν πεποιθώς. Αλλ' η μηχανή αύτη

ην ουδέν προς τον Αρχιμήδην και προς τ' Αρχιμήδεια μηχανήματα,

εξ ών ουδέν εθεώρει ο ανήρ ούτος ως έργον εμβριθούς σπουδής

άξιον· αλλά τα πλείστα παρήχθησαν ως πάρεργα παιζούσης

γεωμετρίας· Και πρώτον εφιλοτιμήθη ο βασιλεύς Ιέρων και έπεισε

τον Αρχιμήδην να τρέψη μέρος της τέχνης του από των νοητών εις

τα σωματικά, και τον λόγον τρόπον τινά δι' αισθήσεως αναμίξας

εις τας ανάγκας, να καταστήση αυτόν νοητότερον εις τους κοινούς

των ανθρώπων· Διότι την αγαπωμένην ταύτην και περιβόητον

οργανικήν ήρχισαν μεν ν' ασκώσιν οι περί τον Εύδοξον και

Αρχύταν, ποικίλλοντες διά του ευαρέστου την γεωμετρίαν, και δι'

αισθητών και οργανικών παραδειγμάτων στηρίζοντες προβλήματα

στερούμενα λογικής και πραγματικής αποδείξεως. Καθώς το περί

των δύο μέσων αναλόγων πρόβλημα, στοιχείον αναγκαίον όν διά

πολλάς των διαγραφών, έλυσαν αμφότεροι δι' οργανικών

κατασκευών, γραμμάς τινας συναρμολογούντες μεσογράφους εκ

καμπύλων και εκ τμημάτων (429). Επειδή δ' ο Πλάτων ηγανάκτησε

και διισχυρίζετο προς αυτούς ότι κατέστρεφαν και διέφθειρον το

αγαθόν της Γεωμετρίας, από των ασωμάτων και νοητών

αποδιδρασκούσης προς τα αισθητά, και μεταχειρισμένης πάλιν σώμα

πολλής και φορτικής βαναυσουργίας έχον ανάγκην, εχωρίσθη τότε

και διεκρίθη της γεωμετρίας η μηχανική, και περιφρονουμένη επί

πολύν καιρόν υπό της φιλοσοφίας, έγινε μία των στρατιωτικών

τεχνών. Ο Αρχιμήδης, συγγενής ων και φίλος του βασιλέως

Ιέρωνος, έγραψεν ότι, δοθείσης δυνάμεως, δύναταί τις να κινήση

παν δοθέν βάρος· και εις την δύναμιν της αποδείξεως του

πεποιθώς, εκόμπασεν, ως λέγουσι, ποτέ επί το νεανικώτερον, ότι

αν είχε γην, θα εκίνει ταύτην, μεταβάς εις εκείνην (430).

Επειδή δ' εθαύμασεν ο Ιέρων, και τον παρεκάλεσε να εφαρμόση

εμπράκτως το πρόβλημα, και να δείξη τι των μεγάλων κινούμενον

υπό μικράς δυνάμεως, πορισθείς ολκάδα τινά των βασιλικών, ήτις

διά μεγάλου κόπου και πολλών χειρών είχε νεωλκηθή, και εμβαλών

πολλούς ανθρώπους και το σύνηθες φορτίον, αυτός μακρόθεν

καθήμενος, χωρίς αγώνος, αλλά δι' ηρέμου χειρός σείων αρχήν

τινα μηχανήματος πολυσπάστου (431), έφερε την ολκάδα ομαλώς

και απροσκόπτως, ως διά θαλάσσης τρέχουσαν. Εκπλαγείς λοιπόν ο

βασιλεύς, και εννοήσας της τέχνης την δύναμιν, έπεισε τον

Αρχιμήδην να τω κατασκευάση μηχανήματα διά παν είδος

πολιορκίας, είτε αμυντικής, είτε επιθετικής. Και αυτός μεν δεν

μετεχειρίσθη αυτά, διότι έζησε το πλείστον του βίου του

απολέμως και πανηγυρικώς· τότε δ' υπήρχε παρά τοις Συρακουσίοις

εν δέοντι η παρασκευή, και μετά της παρασκευής και ο

παρασκευάσας.

ΙΕ. Ως λοιπόν προσέβαλον οι Ρωμαίοι εκ δύο μερών, έκπληξις

κατέλαβε τους Συρακουσίους, και σιγή διά φόβον, νομίζοντας ότι

δεν θ' ανθέξωσι προς βίαν και δύναμιν τοσαύτην. Εκίνησεν όμως

τας μηχανάς του ο Αρχιμήδης, και συγχρόνως επέπεσαν διά μιας

κατά των πεζών τοξεύματα παντοδαπά, και λίθων υπέρογκα μεγέθη,

μετά κρότου και μετά τάχους απίστου καταφερόμενα, και επειδή

ουδέν ανεχαίτιζε το βάρος αυτών, ανατρέποντα αθρόους τους εφ'

ών κατέπιπτον, και πάσας τας τάξεις συγχέοντα. Κατά δε των

πλοίων από των τειχών εξαίφνης επικρεμάμεναι κεραίαι, άλλα μεν

επίεζον υπό το βάρος των άνωθεν και τα κατέδυον εις τον βυθόν

της θαλάσσης, αλλά δε διά σιδηρών χειρών, ή διά μηχανών αίτινες

ωμοίαζον γερανών στόματα, ανασύρουσαι εκ της πρώρας, ορθά τα

εβύθιζον κατά πρύμνην, ή διά σχοινίων εντός αυτών κατ' εναντίαν

διεύθυνσιν ενεργούντων περιστρέφουσαι αυτά και κύκλω φέρουσαι,

τα προσέκρουον εις τους υπό το τείχος υψουμένους κρημνούς και

σκοπέλους, μεγάλην επιφέρουσαι φθοράν και εις τους επιβάτας

συντριβομένους. Πολλάκις δε πλοίον υψούτο μετέωρον από της

θαλάσσης, και θέαμα ήτον φρικώδες ως εκρέματο τήδε κακείσε

περιδινούμενον, μέχρις ού οι άνδρες εξερρίπτοντο

αποσφενδονισθέντες, και το πλοίον κατέπιπτε κενόν εις τα τείχη,

ή κατεκρημνίζετο ολισθαίνον, άμα ηνοίγετο η λαβή. Η δε μηχανή

ήν ο Μάρκελλος έφερεν επί του ζεύγματος, ωνομάζετο σαμβύκη,

διότι ωμοίαζέ πως το ούτω καλούμενον μουσικόν όργανον (432).

Εν ώ δ' αυτή μακρόθεν έτι προσήγετο προς το τείχος,

εξεσφενδονίσθη εξ αυτής λίθος δέκα ταλάντων έχων ολκήν (433),

και μετά τούτον έπειτα άλλος, και τρίτος. Τούτων τινές,

πεσόντες επ' αυτήν την μηχανήν μετά μεγάλου κτύπου και σεισμού,

συνέτριψαν την βάσιν αυτής, και τας γομφώσεις του ζεύγματος

διέσπειραν και εχώρισαν· ώστε ο Μάρκελλος, εις απορίαν

περιελθών, και ο ίδιος μετά των πλοίων του απέπλευσε κατά

τάχος, και εις τους πεζούς παρήγγειλε ν' αναχωρήσωσι.

Συσκεφθέντες δ' απεφάσισαν την νύκτα, αν δυνηθώσι, να

προσβάλωσι τα τείχη· διότι τα σχοινία ών χρήσιν εποιείτο ο

Αρχιμήδης, πολλήν δύναμιν έχοντα, θα εσφενδόνιζον τα βέλη

υπεράνω των κεφαλών των· εκ του πλησίον δε θα ήσαν εντελώς

άπρακτα, διότι η βολή δεν είχε διάστημα. Εκείνος όμως είχεν, ως

φαίνεται, προ πολλού και διά ταύτα παρασκευάσει των οργάνων

συμμέτρους κινήσεις προς παν διάστημα, και βέλη βραχέα, και

δοκούς ουχί μεγάλας. Εις πολλάς δε και συνεχείς τρύπας ήσαν

τεθειμένοι σκορπίοι (434), οίτινες εις βραχύ μεν διάστημα και

εγγύθεν έπληττον, αλλ' έμενον αόρατοι εις τους πολεμίους.

ΙΣΤ. Όταν λοιπόν επλησίασαν, νομίζοντες ότι δεν ενοήθησαν,

πάλιν εκ νέου υπέπεσαν εις βέλη πολλά και πληγάς, και πέτραι

κατεφέροντο κατά κάθετον επί της κεφαλής αυτών, και το τείχος

ανέπεμπε τοξεύματα πανταχόθεν, ώστε ανεχώρησαν οπίσω. Αλλά και

ενταύθα, ως ήσαν εις απόστασιν τεταγμένοι, εξώρμων βέλη, και

έπιπτον κατ' αυτών εν ώ απήρχοντο, και πολλή εγίνετο αυτών η

φθορά, πολλή δε των πλοίων η σύγκρουσις, χωρίς αυτοί να

δύνανται ουδέν να πράξωσι κατά των εχθρών· διότι τα πλείστα των

οργάνων κατεσκεύαζεν ο Αρχιμήδης υπ' αυτά τα τείχη· και

εφαίνοντο οι Ρωμαίοι ως αν εμάχοντο κατά των θεών, διότι μυρία

κακά επεχέοντο εξ αφανούς επ' αυτούς.

ΙΖ. Ουχ ήττον όμως ο Μάρκελλος απέφυγε ταύτα, και σκώπτων τους

τεχνίτας και μηχανοποιούς όσους είχε μεθ' εαυτού, τοις έλεγε·

«Δεν θα παύσωμεν προς τον γεωμετρικόν τούτον Βριάρεων (435)

πολεμούντες, όστις τα μεν πλοία μας ως ποτήρια βυθίζει εις την

θάλασσαν, και παίζων αποβάλλει αυτά μετ' αισχύνης (436), τους

δε μυθικούς εκατόγχειρας υπερτερεί, τοσαύτα συγχρόνως βέλη καθ'

ημών τοξεύων;» Διότι τω όντι πάντες οι λοιποί Συρακούσιοι ήσαν

σώμα των του Αρχιμήδους επινοιών, μία δ' ήτον η τα πάντα

κινούσα και στρέφουσα ψυχή, και τα μεν άλλα όπλα ησύχαζον, μόνα

δε τα εδικά του μετεχειρίζετο τότε η πόλις και προς άμυναν και

προς ασφάλειαν. Τέλος δε τους Ρωμαίους ούτω πεφοβισμένους

βλέπων ο Μάρκελλος, ώστε αν ανεφαίνετο καλώδιον ή ξύλον

προτεινόμενον υπεράνω του τείχους, εβόων εκείνο, ότι ο

Αρχιμήδης κινεί μηχανήν τινα κατ' αυτών, και τραπέντες έφευγον·

απέσχε πάσης μάχης και προσβολής του λοιπού, αναθεμένος εις τον

καιρόν την έκβασιν της πολιορκίας. Τοσούτον δε φρόνημα και

βάθος ψυχής, και τόσον είχε θεωρημάτων πλούτον ο Αρχιμήδης,

ώστε περί έργων εξ ών απέκτησεν όνομα και δόξαν ουχί ανθρωπίνης

αλλά θείας τινός συνέσεως, ουδέν ηθέλησε ν' αφήση σύγγραμμα,

αλλά την περί τα μηχανικά πραγματείαν και πάσαν τέχνην ένεκα

χρείας εξασκουμένην ως αγεννή και βάναυσον θεωρών, εις εκείνα

μόνα κατέβαλλε την ιδίαν αυτού φιλοτιμίαν, εις όσα το καλόν και

εντελές αμιγές μένει του αναγκαίου, και εις ά, ασύγκριτα όντα

προς τα λοιπά πάντα, αμιλλάται η ύλη προς την απόδειξιν, καθ'

όσον η μεν παρέχει το κάλλος και μέγεθος, η δε την ακρίβειαν

και την δύναμιν την υπερφυή. Διότι εις όλην την γεωμετρίαν δεν

δύνανται ν' ευρεθώσι δυσκολώτερα και βαθύτερα ζητήματα κατά

μέθοδον απλουστέραν και καθαρωτέραν της του Αρχιμήδου

γεγραμμένα. Και τούτο τινές μεν αποδίδουσιν εις ευφυίαν του

ανδρός, άλλοι δε νομίζουσιν ότι δι' υπερβολής κόπου φαίνεται

έκαστον ως ακόπως και ευκόλως γενόμενον. Διότι, ζητών τις,

δύναται να εύρη αφ' εαυτού την απόδειξιν, όταν δε παρ' εκείνω

την μανθάνη, τω φαίνεται ως αν και αυτός ο ίδιος την ευρίσκη.

Διά τοσούτον λείας και ταχείας οδού φέρει προς το

αποδεικνόμενον, ουδέ πρέπει ν' απιστήσωμεν εις τα περί αυτού

λεγόμενα, ότι ως υπ' οικείας τινός και συνοίκου σειρήνος

θελγόμενος, ελησμόνει να τρώγη, και παρέλειπε του σώματός του

την επιμέλειαν· Όταν δε πολλάκις τον είλκυον διά της βίας ν'

αλειφθή (437) και λουσθή, εις της εσχάρας την τέφραν έγραφε

σχήματα γεωμετρικά, και επί του ηλειμμένου σώματός του έφερε

διά του δακτύλου γραμμάς, υφ' ηδονής μεγάλης κατεχόμενος, και

μουσόληπτος ων αληθώς. Πολλών δε και καλών ευρέτης γενόμενος,

λέγεται ότι παρεκάλεσε τους φίλους και συγγενείς του να τω

στήσωσι μετά θάνατον επί του τάφου του τον κύλινδρον

περιλαμβάνοντα την σφαίραν, επιγράψαντες τον λόγον της υπεροχής

του περιέχοντος στερεού προς το περιεχόμενον (438).

ΙΗ. Τοιούτος λοιπόν ο Αρχιμήδης γενόμενος, διεφύλαξεν αήττητον

εαυτόν και την πόλιν, καθ' όσον απ' αυτού εξηρτάτο. Εν τω

μεταξύ δε της πολιορκίας ο Μάρκελλος εκυρίευσε μεν τους

Μεγαρέας, πόλιν εκ των παλαιοτάτων μεταξύ των Σικελικών,

εκυρίευσε δε του Ιπποκράτους το κατά τας Ακίλας (439)

στρατόπεδον, και εφόνευσεν υπέρ τους οκτακισχιλίους, επιπεσών

εν ώ κατεσκεύαζον χαρακώματα. Επέδραμε δε πολύ μέρος της

Σικελίας, και πόλεις απεστάτησεν από των Καρχηδονίων, και εις

όλας τας μάχας ενίκησε τους τολμήσαντας ν' αντισταθώσι. Μετά

παρέλευσιν δε καιρού, λαβών αιχμάλωτον Δάμιππόν τινα

Σπαρτιάτην, όστις εξέπλευσεν εκ Συρακουσών, επειδή οι

Συρακούσιοι απήτουν ν' αναλάβωσι διά λύτρων τον άνδρα, πολλάκις

περί τούτου συνομιλών και διαπραγματευόμενος, κατεσκόπευε

πύργον τινά, όστις δεν εφυλάττετο μεν αμελώς, εδύνατο δε να

δεχθή κρυφίως άνδρας, διότι πλησίον αυτού το τείχος ήτον

ευεπίβατον. Αφ' ού λοιπόν, πολλάκις πλησιάσας τον πύργον όπως

διαλεχθή, εσυμπέρανε καλώς το ύψος αυτού, και κλίμακες

ητοιμάσθησαν, παραφυλάξας όταν οι Συρακούσιοι ετέλουν εορτήν

της Αρτέμιδος, και είχον τραπή εις οίνον και εις παιγνίδια,

κατώρθωσεν ου μόνον τον πύργον κρυφίως να καταλάβη, αλλά και να

περικυκλώση το τείχος δι' όπλων πριν ανατείλη η ημέρα, και να

διαρρήξη τα Εξάπυλα. Ως δ' εννοήσαντες ταύτα, ήρχισαν να

κινώνται και να ταράττωνται οι Συρακούσιοι, διέταξε να

σαλπίσωσι πανταχόθεν, και πολλήν επροξένησε φυγήν και φόβον,

διότι ενομίσθη ότι δεν έμεινε κανέν μέρος ανάλωτον. Έμεινε δε

το ισχυρότατον και κάλλιστον και μέγιστον, το καλούμενον

Αχραδινή, διότι ήτον τετειχισμένον προς την έξω πόλιν, ής το έν

μέρος ονομάζουσι Νέαν, και το έτερον Τύχην.

IΘ. Αφ' ού δε και ταύτα εκυριεύθησαν, άμα έφεξεν, ο Μάρκελλος

κατέβη διά των Εξαπύλων, μακαριζόμενος υπό των υπ' αυτόν

αρχηγών. Και αυτός μεν λέγεται ότι ιδών άνωθεν και κατοπτεύσας

της πόλεως το μέγεθος και το κάλλος, επί πολύ εδάκρυσε,

συμπαθών δι' ό,τι έμελλε να συμβή, και εννοήσας εκ ποίου εις

ποίον σχήμα έμελλε να μεταβληθή μετά μικρόν, υπό του

στρατοπέδου διαρπαγείσα. Διότι εκ των αρχηγών ουδείς ήτον ο

τολμών να εναντιωθή εις τους στρατιώτας, οίτινες εζήτουν να

ωφεληθώσιν εκ της αρπαγής. Πολλοί δε παρεκίνουν και να την

πυρπολήσωσι και να την κατασκάψωσιν. Αλλά τον λόγον τούτον ουδέ

ν' ακούση καν ηθέλησεν ο Μάρκελλος, και όλως άκων βιασθείς,

τοις επέτρεψε να ωφεληθώσιν από χρημάτων και ανδραπόδων, τοις

απηγόρευσε δε να εκτείνωσι χείρα εις ελεύθερα σώματα, και τοις

διέταξεν ούτε να φονεύσωσιν, ούτε να καταισχύνωσιν, ούτε ν'

ανδραποδίσωσί τινα των Συρακουσίων. Αλλ' ει και τοιαύτα μέτρα

αποφασίσας, ενόμιζεν όμως ουχ ήττον ότι οικτρά πάσχει η πόλις,

και εις τοσούτον χαράς μέγεθος η ψυχή του διεφαίνετο και

συμπαθούσα και συναλγούσα, όταν έβλεπε πολλής και λαμπράς

ευδαιμονίας τον αφανισμόν εις ολίγον καιρόν επερχόμενον.

Λέγεται δ' ότι ο πλούτος ούτος υπήρξεν ουχί ολιγώτερος του

ύστερον αρπαγέντος από της Καρχηδόνος. Καθότι και την άλλην

πόλιν, μετ' ολίγον χρόνον κυριευθείσαν διά προδοσίας, τον

εβίασαν να την διαρπάση, πλην των βασιλικών χρημάτων, άτινα

επεφυλάχθησαν εις το δημόσιον ταμείον. Μάλιστα δε του Αρχιμήδου

ο θάνατος ελύπησε τον Μάρκελλον. Ούτος έτυχε μελετών τι καθ'

εαυτόν επί διαγράμματος· και εις την θεωρίαν έχων προσηλωμένον

και τον νουν και το βλέμμα του, δεν ενόησε την επιδρομήν των

Ρωμαίων, ουδέ την άλωσιν της πόλεως. Αιφνιδίως δ' επήλθε κατ'

αυτού στρατιώτης, και τον διέταξε να τον ακολουθήση προς τον

Μάρκελλον· αλλ' εκείνος δεν ήθελε πριν ή τελειώση το πρόβλημα,

και το φέρη εις την απόδειξιν. Οργισθείς δε τότε ο στρατιώτης

και σύρας το ξίφος, τον εφόνευσεν. Άλλοι δε λέγουσιν ότι επήλθε

μεν ευθύς ξιφήρης ο Ρωμαίος να τον φονεύση· εκείνος δ' ότε τον

είδε, τον παρεκάλει και τον ικέτευε να περιμείνη ολίγον καιρόν,

ώστε να μη αφήση το ζητούμενον ατελές και άλυτον, αλλ' ότι

αυτός ηδιαφόρησε και τον εθανάτωσε. Λέγεται δε και τρίτος

λόγος, ότι στρατιώται, απαντήσαντες αυτόν φέροντα προς τον

Μάρκελλον όργανα μαθηματικά, σκιόθηρα (440) και σφαίρας και

γωνίας, δι' ών γίνεται αισθητόν εις την όψιν το μέγεθος του

ηλίου, και νομίσαντες ότι εις την θήκην φέρει χρυσίον, τον

εθανάτωσαν. Ομολογείται όμως ότι ελυπήθη ο Μάρκελλος, και

απεστράφη τον φονέα του ανδρός ως ανόσιον, τους δ' οικείους του

Αρχιμήδους ανευρών ετίμησεν.

Κ· Έως τότε οι Ρωμαίοι ενομίζοντο υπό των άλλων ανθρώπων δεινοί

μεν εις τον πόλεμον και φοβεροί εις τας μάχας· καλής δε και

φιλανθρώπου γνώμης και εν γένει πολιτικής αρετής υποδείγματα

δεν είχον δώσει, και πρώτος τότε φαίνεται υποδείξας εις τους

Έλληνας ο Μάρκελλος ότι δικαιότεροι ήσαν οι Ρωμαίοι. Διότι ούτω

μετεχειρίζετο τους συμβαλλομένους, και τοσαύτας πόλεις και

ιδιώτας ευηργέτησεν, ώστε αν εις την Ένναν, ή προς τους

Μεγαρείς ή τους Συρακουσίους επράχθη έργον τι μη επιεικές,

εφαίνετο ότι ήτον εξ αιτίας των παθόντων μάλλον παρά των

πραξάντων αυτό. Θέλω δ' αναφέρει έν μεταξύ πολλών. Υπάρχει

πόλις της Σικελίας Εγγύιον, ουχί μεγάλη, αρχαιοτάτη δε, και

ένδοξος, διότι επεφάνησαν εις αυτήν Θεαί άς καλούσι Ματέρας.

Λέγεται δ' ότι το ιερόν αυτών είναι Κρητών ίδρυμα, και λόγχας

τινας εδείκνυον και περικεφαλαίας χαλκάς, έχουσας τας μεν

Μηριόνου (441), τας δε Ουλίξου (442), τουτέστιν Οδυσσέως

επιγραφάς, των αναθέντων αυτάς εις τας Θεάς. Αύτη έκλινε

προθυμότατα προς τους Καρχηδονίους· ο δε Νικίας, ανήρ πρώτος

μεταξύ των πολιτών, έπειθεν αυτήν να στραφή προς τους Ρωμαίους,

αναφανδόν και μετά παρρησίας ομιλών εις τας εκκλησίας, και ως

κακώς φρονούντας ελέγχων τους υπεναντίους. Εκείνοι δε

φοβούμενοι την δύναμιν αυτού και την δόξαν, επεβεύλευσαν να τον

αρπάσωσι και να τον παραδώσωσιν εις τους Φοίνικας. Εννοήσας

λοιπόν ο Νικίας ότι αδήλως παρεφυλάττετο, εξέφερεν εν φανερώ

λόγους περί των Ματέρων ανεπιτηδείους, και πολλά έπραττεν ως

απιστών προς την νομιζομένην εμφάνισιν αυτών, και ως καταφρονών

την κοινήν πεποίθησιν. Έχαιρον δε διά τούτο οι εχθροί του,

διότι παρείχεν αυτός καθ' εαυτού την μεγίστην αιτίαν των όσα

έμελλε να πάθη. Αφ' ού δ' ητοιμάσθησαν τα πάντα διά την

σύλληψιν, οι πολίται ήσαν εις εκκλησίαν, και ο Νικίας, εν ώ

έλεγέ τι και εσυμβούλευεν εις τον δήμον, εξαίφνης έπεσε κατά

γης, και μετ' ολίγον, αφ' ού, ως ήτον επόμενον, ησυχία έγινε

μετ' εκπλήξεως, εγείρας την κεφαλήν, και περιφέρων αυτήν, μετά

φωνής βαρείας και υποτρόμου, κατά μικρόν επιτείνων και οξύτερον

εκπέμπων τον ήχον, ως είδεν υπό φρίκης και σιωπής κατεχομένους

τους θεατάς, απορρίψας το ιμάτιόν του, και τον χιτωνίσκον του

διαρρήξας, ανεπήδησεν ημίγυμνος, και έτρεχε προς την έξοδον του

θεάτρου (443), βοών ότι υπό των Ματέρων διώκεται. Επειδή δε

ουδείς, εκ δεισιδαιμονίας, ετόλμα να τον εγγίση ουδέ να τον

απαντήση, αλλ' εξέκλινον της οδού του, έδραμεν εκτός των πυλών,

ούτε φωνήν τινα ούτε κίνησιν παραλείψας όσαι πρέπουσιν εις

δαιμονιώντα και εις παράφρονα. Η δε γυνή του, εν γνώσει του

τεχνάσματος ούσα, και ομού μηχανωμένη αυτό, έλαβε τα παιδία

της, και πρώτον μεν ικέτις εκυλίετο εμπρός του ναού των Θεών,

έπειτα δε, προσποιουμένη ότι ζητεί εκείνον πλανώμενον, χωρίς

ουδείς να την εμποδίση, απήλθε της πόλεως ασφαλώς. Και

διεσώθησαν μεν ούτως εις Συρακούσας προς τον Μάρκελλον. Κατά δε

των Εγγυίων, οίτινες πολλά και ύβρισαν και επλημμέλησαν, ελθών

ο Μάρκελλος, τους έδεσε πάντας διά να τους τιμωρήση. Ο δε

Νικίας, παραστάς εις αυτόν, εδάκρυσε, και τέλος εκ των χειρών

και εκ των γονάτων λαμβάνων αυτόν, τον παρεκάλει υπέρ των

πολιτών, αρχόμενος από των εχθρών του. Τότε συγκινηθείς ο

Μάρκελλος, τους αφήκε πάντας, και την πόλιν κατ' ουδέν έβλαψεν,

εις δε τον Νικίαν και χώραν πολλήν και δωρεάς πολλάς έδωκε.

Ταύτα διηγείται Ποσειδώνιος ο φιλόσοφος (444).

ΚΑ. Όταν δ' οι Ρωμαίοι ανεκάλεσαν τον Μάρκελλον, πόλεμον

εγχώριον έχοντες προ των θυρών αυτών, επανερχόμενος συμπαρέλαβε

τα πλείστα και κάλλιστα των εν Συρακούσαις αναθημάτων, όπως

χρησιμεύσωσιν εις επίδειξιν του θριάμβου αυτού και εις κόσμησιν

της πόλεως, ήτις ουδέν είχεν ουδ' εγνώριζε πρότερον των κομψών

αριστουργημάτων, ουδ' ηγαπάτο εν αυτή το χάριεν και το

γλαφυρόν. Πλήρης δ' ούσα όπλων βαρβαρικών και λαφύρων

καθημαγμένων, και εστεφανωμένη δι' απομνημονεύσεων θριάμβων και

διά τροπαίων, παρείχε θέαμα ουδ' ιλαρόν, ουδ' άφοβον, ουδ' εις

δειλούς και τρυφώντας θεατάς αρέσκον· αλλά, καθώς ο Επαμινώνδας

εκάλει το Βοιώτιον πεδίον Άρεως ορχήστραν, ο δε Ξενοφών την

Έφεσον πολέμου εργαστήριον, ούτω νομίζω ότι εδύνατό τις τότε να

ονομάση την Ρώμην, κατά τον Πίνδαρον, «Τέμενος Άρεως

βαθυπλούτου (445)». Διά τούτο περισσότερον ηυδοκίμησε παρά μεν

τω δήμω ο Μάρκελλος, διαποικίλας την πόλιν διά θεαμάτων, ηδονήν

παρεχόντων και χάριν και φιλοκαλίαν ελληνικήν, παρά δε τοις

πρεσβυτέροις ο Φάβιος Μάξιμος, όστις ουδέν τοιούτον

μετεκίνησεν, ουδέν μετέφερεν εκ της Ταραντίνων πόλεως όταν

εκυριεύθη, αλλά τα μεν άλλα χρήματα και τον πλούτον ήρπασε, τα

δ' αγάλματα αφήκε να μένωσιν, ειπών εκείνο το μνημονευόμενον·

«Ας αφήσωμεν, είπεν, εις τους Ταραντίνους τους Θεούς τούτους

παρωργισμένους.» Κατηγόρουν δε τον Μάρκελλον, πρώτον μεν ότι

καθίστα την πόλιν επίφθονον, διότι ου μόνον ανθρώπους, αλλά και

Θεούς αιχμαλώτους έφερεν εις αυτήν και επόμπευεν· έπειτα δ' ότι

τον δήμον, συνειθισμένον όντα να πολεμή ή να γεωργή, άπειρον δε

τρυφής και μαλθακότητος, και κατά τον Ευριπίδειον Ηρακλέα

(446)

«άκομψον, φαύλον (447), εις τα μέγιστ' αγαθόν,»

τον ενέπλησεν αργίας και λαλιάς, περί τεχνών και τεχνιτών

ασχολούμενον, και πολύ μέρος της ημέρας εις ταύτα διατρίβοντα.

Εκείνος όμως διά ταύτα εκαυχάτο και προς τους Έλληνας, ότι

εδίδαξε τους Ρωμαίους να τιμώσι και να θαυμάζωσι τα καλά και τα

θαυμαστά της Ελλάδος, εν ώ πριν δεν ήξευρον τούτο.

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος · 第 17 / 20 段