προτερήματα των ανδρών τούτων, και εθαύμαζον την τύχην αυτών. Ο
συγγενής όμως και πολιτικός φθόνος, συναυξάνων μετά της δόξης
αυτών, παρεσκεύαζεν εις αυτούς υποδοχήν ούτε καλήν ούτε
πρέπουσαν· Αλλ' επανελθόντες, υπεβλήθησαν εις δίκην αμφότεροι
επί ποινή θανάτου, διότι, εν ώ ο νομός διέταττε να παραδώσωσι
την Βοιωταρχίαν εις άλλους εντός του πρώτου μηνός, όν
ονομάζουσι Βουκάτιον, αυτοί την κατέσχον επί τέσσαρας όλους
μήνας έτι, καθ' ούς ενείργησαν τα κατά την Μεσσηνίαν, την
Αρκαδίαν και την Λακωνικήν. Και πρώτος μεν εισήχθη εις το
δικαστήριον ο Πελοπίδας, δι' ό και μάλλον εκινδύνευσεν·
απελύθησαν όμως αμφότεροι. Την δε συκοφαντίαν και την
δοκιμασίαν υπέμεινε πράως ο Επαμινώνδας· ως μέγα μέρος της
ανδρείας και μεγαλοψυχίας θεωρών την πολιτικήν ανεξικακίαν. Ο
δε Πελοπίδας, και φύσει θυμοειδέστερος ων, και παροξυνόμενος
υπό των φίλων του να εκδικηθή τους εχθρούς, ωφελήθη εξ αιτίας
τοιαύτης. Μενεκλείδας ο ρήτωρ ήτον εκ των συνελθόντων μετά του
Πελοπίδου και του Μέλωνος εις την οικίαν του Χάρωνος. Επειδή
όμως οι Θηβαίοι δεν απέδιδον ίσην υπόληψιν εις αυτόν,
δεινότατος ων περί το λέγειν, ακόλαστος δε και κακοήθης τον
τρόπον, μετεχειρίζετο την ευφυίαν αυτού εις το να διαβάλλη τους
καλλητέρους του, και δεν έπαυσε μετά την δίκην εκείνην. Και τον
μεν Επαμινώνδαν απέβαλε της Βοιωταρχίας, και αντιπολιτευόμενος
τον κατέτρεξε πολύν χρόνον. Τον δε Πελοπίδαν δεν κατίσχυσε να
διαβάλη προς τον δήμον, επεχείρησεν όμως να συγκρούση αυτόν
μετά του Χάρωνος. Επειδή δε κοινώς παρηγορίαν τινά ευρίσκουσιν
οι φθονεροί ν' αποδεικνύωσιν όπως δήποτε άλλων χειροτέρους
εκείνους ών αυτοί δεν ημπορούσι να φανώσι καλήτεροι, διά παντός
τρόπου επροσπάθει εις τον δήμον να μεγαλύνη τα έργα του
Χάρωνος, και τας στρατηγίας εκείνου και τας νίκας εγκωμιάζων.
Επεχείρησε δε και της ιππομαχίας ήν ενίκησαν υπό τον Χάρωνα εις
τας Πλαταιάς προ των Λευκτρικών να κατορθώση τοιούτον τι
μνημείον ν' ανατεθή. Ανδροκύδης ο Κυζικηνός, παραγγελθείς υπό
της πόλεως να ζωγραφήση άλλης τινός μάχης εικόνα, ετελείονε το
έργον αυτού εν Θήβαις. Όταν δ' έγινεν η κατά της Σπάρτης
αποστασία, και συνέπεσεν ο πόλεμος, οι Θηβαίοι κατέσχον παρ'
εαυτοίς την εικόνα, μη πολύ του τέλους απέχουσαν. Ταύτην λοιπόν
έπεισε τους Θηβαίους ο Μενεκλείδας ν' αναθέσωσι, τ' όνομα του
Χάρωνος επιγράφοντες, όπως διά τούτου αμαυρώση του Πελοπίδου
και Επαμινώνδου την δόξαν. Ήτον δε κακόζηλος η φιλοτιμία, το να
προτιμηθή υπέρ τοσούτους και τοιούτους αγώνας έν έργον και μία
νίκη, καθ' ήν λέγουσιν ότι άσημος μόνον τις Σπαρτιάτης,
Γεράνδας καλούμενος, και τεσσαράκοντα άλλοι έπεσον μετ' αυτού,
άλλο δ' ουδέν μέγα επράχθη. Το ψήφισμα τούτο προσέβαλεν ο
Πελοπίδας ως παράνομον, διισχυριζόμενος ότι δεν ήτον πάτριον τα
τιμώσιν ιδίως άνδρα τινά, αλλ' ότι απέδιδον της νίκης τ' όνομα
εις την πατρίδα κοινώς. Και τον μεν Χάρωνα δι' όλης της δίκης
εξηκολούθησεν αφθόνως εγκωμιάζων, τον δε Μενεκλείδαν φθονερόν
εξελέγχων και πονηρόν, και τους Θηβαίους ερωτών αν και αυτός
ουδέν καλόν έπραξε. Κατεδικάσθη δ' ο Μενεκλείδας εις πρόστιμον,
ό μη δυνηθείς να πληρώση, επεχείρησεν έπειτα να μεταβάλη και ν'
αναστατώση την πολιτείαν. Ταύτα δεν είναι άχρηστα εις την
ακριβεστέραν γνώσιν του βίου τούτου.
ΚΣΤ. Επειδή δε τότε Αλέξανδρος, ο τύραννος των Φερών (405),
επολέμει μεν προδήλως πολλούς των Θεσσαλών, επεβουλεύετο δε
πάντας, και αι Θεσσαλικαί πόλεις έπεμψαν πρεσβείαν εις Θήβας,
στρατηγόν ζητούσαι και δύναμιν, βλέπων ο Πελοπίδας ότι ο
Επαμινώνδας διεύθυνε τας εν Πελοποννήσω πράξεις, εδόθη αυτός
εις τους Θεσσαλούς, ούτε την ιδίαν επιστήμην και δύναμιν
υπομένων να βλέπη αργούσαν, ούτε, όπου ήτον ο Επαμινώνδας,
νομίζων ότι ήτον και άλλος στρατηγός αναγκαίος. Ως λοιπόν
εξεστράτευσεν εις την Θεσσαλίαν μετά δυνάμεως, παρέλαβεν ευθύς
την Λάρισσαν, και τον Αλέξανδρον, όστις ήλθε προς αυτόν και τον
παρεκάλει, επροσπάθει να τον διαλλάξη, και από τυράννου να
καταστήση αυτόν άρχοντα των Θεσσαλών πράον και νόμιμον. Επειδή
όμως ήτον άνθρωπος αδιόρθωτος και θηριώδης, και πολλή μεν ήτον
η ωμότης αυτού, διά πολλήν δε κατηγορείτο ακολασίαν και
πλεονεξίαν, και ο Πελοπίδας προσεφέρθη προς αυτόν μετά
τραχύτητος και οργής, αποδράς ανεχώρησε μετά των δορυφόρων. Ο
δε Πελοπίδας, αφείς τους Θεσσαλούς μη φοβουμένους πλέον τον
τύραννον, και προς αλλήλους ομονοούντας, απήλθεν εις
Μακεδονίαν, όπου ο Πτολεμαίος επολέμει προς Αλέξανδρον, τον
τότε βασιλεύοντα των Μακεδόνων. Τον εκάλουν δ' αμφότεροι όπως
γίνη διαλλακτής και δικαστής και σύμμαχος και βοηθός εκείνου
όστις ήθελε νομισθή ότι αδικείται. Ελθών δε, και διαλύσας τας
έριδας, και διενεργήσας των εξορίστων των επιστροφήν, έλαβεν ως
όμηρον τον αδελφόν του βασιλέως Φίλιππον (406), και τριάκοντα
παίδας άλλους εκ των επισημοτάτων, και τους έφερεν εις τας
Θήβας, επιδεικνύων εις τους Έλληνας πόσον μακράν φθάνουσι των
Θηβαίων τα πράγματα διά την εκ της δυνάμεως αυτών δόξαν, και
διά την εμπιστοσύνην ήν ενέπνευσεν η δικαιοσύνη των. Ούτος ην ο
Φίλιππος, όστις μετά ταύτα επολέμησε κατά των Ελλήνων όπως τοις
αφαιρέση την ελευθερίαν των. Τότε δε παις ων, έζη παρά τω
Παμμένει· μετά δε ταύτα εφάνη ότι και ζηλωτής έγινε του
Επαμινώνδου, ίσως την κατά τους πολέμους και τας στρατηγίας
δραστηριότητα αυτού εννοήσας, ήτις όμως ήτον μικρόν μέρος των
προτερημάτων του ανδρός εκείνου. Της εγκρατείας όμως και της
δικαιοσύνης και της μεγαλοψυχίας και της πραότητος, δι' ών ήτον
αληθώς μέγας εκείνος, κατ' ουδέν ουδ' εκ φύσεως ουδ' εκ
μιμήσεως μετέσχεν ο Φίλιππος.
ΚΖ. Μετά δε ταύτα, επειδή πάλιν οι Θεσσαλοί κατηγόρουν τον
Φεραίον Αλέξανδρον, ότι τοις ετάραττε τας πόλεις, απεστάλη
πρέσβυς μετά του Ισμηνίου ο Πελοπίδας· και απήλθεν, ούτε
δύναμιν φέρων, ούτε πόλεμον προσδοκών, αλλά προς τα
κατεπείγοντα των πραγμάτων ηναγκάζετο να μεταχειρισθή αυτούς
τους Θετταλούς. Εν τούτοις δ' εταράττοντο εκ νέου πάλιν τα κατά
την Μακεδονίαν, διότι ο Πτολεμαίος είχε φονεύσει τον βασιλέα,
και καταλάβει την εξουσίαν, οι δε φίλοι του αποθανόντος εκάλουν
τον Πελοπίδαν. Θέλων λοιπόν να φανή εις τα πράγματα, αλλ'
ιδίους στρατιώτας μη έχων, έλαβεν αυτόθεν μισθοφόρους τινάς,
και ευθύς εκινήθη κατά του Πτολεμαίου. Όταν δ' έφθασαν πλησίον
αλλήλων, τους μεν μισθοφόρους διά χρημάτων διαφθείρας ο
Πτολεμαίος, τους έπεισε να μεταβώσι περί αυτόν του δε Πελοπίδου
φοβηθείς την δόξαν και τ' όνομα, ήλθε προς αυτόν ως προς
καλήτερόν του, και δους εις αυτόν την δεξιάν, και παρακαλέσας
αυτόν, υπεσχέθη την μεν εξουσίαν να διαφυλάξη εις του
αποθανόντος τους αδελφούς, να έχη δε τον αυτόν εχθρόν και φίλον
μετά των Θηβαίων. Έδωκε δε περί τούτων ομήρους τον υιόν του
Φιλόξενον, και πεντήκοντα εκ των φίλων του. Και τούτους μεν
έστειλεν εις Θήβας ο Πελοπίδας. Αυτός δε, βαρέως λυπούμενος διά
των μισθοφόρων την προδοσίαν, και ακούσας ότι τα πλείστα των
χρημάτων αυτών, και τα παιδία και αι γυναίκες των ήσαν περί την
Φάρσαλον, ώστε, αν εκυρίευε ταύτα, ήθελεν ικανώς εκδικηθή δι'
ήν υπέστη ύβριν, συνήγαγε Θεσσαλούς τινας, και τους έφερε προς
την Φάρσαλον. Μόλις δ' επέρασεν αυτός, και εφάνη Αλέξανδρος ο
τύραννος μετά της δυνάμεως. Νομίσαντες δ' ο Πελοπίδας και οι
περί αυτόν ότι έρχεται ν' απολογηθή, επροχώρησαν προς αυτόν,
ηξεύροντες μεν ότι ήτον αυτός εξώλης και μιαιφόνος, αλλ' ένεκα
του μεγέθους των Θηβών, και της επισημότητος και της δόξης
αυτών μη νομίζοντες ότι εδύναντο τι να πάθωσιν. Εκείνος δε, ως
είδεν ότι ήρχοντο άοπλοι και μόνοι, εκείνους μεν ευθύς
συνέλαβε, κατέσχε δε την Φάρσαλον. Φρίκην δε και φόβον
ενέπνευσεν εις πάντας τους υπηκόους, διότι ήσαν πεπεισμένοι ότι
μετά τοσαύτην αδικίαν και τόλμην ουδενός θα εφείδετο πλέον,
αλλά πράγματα και ανθρώπους, όσοι ενέπιπτον εις τας χείρας του,
θα μετεχειρίζετο ως άνθρωπος απηλπισμένος περί της ιδίας αυτού
ζωής.
ΚΗ. Και οι μεν Θηβαίοι, ταύτα ακούσαντες, βαρέως ωργίζοντο, και
στρατιάν εξέπεμψαν ευθύς· επειδή δε είχον αιτίαν τινά οργής
κατά του Επαμινώνδου, διώρισαν άλλους άρχοντας. Τον δε
Πελοπίδαν εις τας Φεράς απαγαγών ο τύραννος, το μεν πρώτον
άφηνεν όσους ήθελον να ομιλώσι μετ' αυτού, νομίζων ότι ήθελε
γίνει ελεεινός και ταπεινός υπό της συμφοράς. Επειδή όμως τους
μεν Φεραίους ο Πελοπίδας οδυρομένους παρεκίνει να έχωσι θάρρος,
διότι τώρα μάλιστα ο τύραννος θέλει τιμωρηθή, προς αυτόν δ'
εκείνον αποστείλας, τω είπεν, ότι ήτον ασυνεπής στρεβλών και
φονεύων καθ' εκάστην τους αθλίους και μηδέν αδικούντας πολίτας,
φειδόμενος δ' αυτού, περί ού ηξεύρει ότι βεβαίως θέλει τον
τιμωρήση εάν τον διαφύγη, «Διατί, είπεν ούτος, σπεύδει ν'
αποθάνη ο Πελοπίδας;» Ακούσας δ' εκείνος, «Όπως, είπε,
καταστραφής έτι ταχύτερον, τώρα μάλλον μισητός εις τους θεούς
γενόμενος.» Έκτοτε απηγόρευσε να έρχωνται προς αυτόν οι εκτός.
Ακούουσα δε η Θήβη, ήτις ήτον θυγάτηρ του Ιάσονος και γυνή του
Αλεξάνδρου, παρά των φυλαττόντων τον Πελοπίδαν, τον θαρραλέον
και γενναίον αυτού χαρακτήρα, επεθύμησε να ιδή τον άνδρα και να
τον ομιλήση. Ως δ' ήλθε προς αυτόν, δεν εγνώρισε μεν ευθύς,
καθό γυνή, εν τοιαύτη συμφορά το μέγεθος του ήθους αυτού, εκ
της κουράς όμως και της ενδυμασίας και της διαίτης του
εσυμπέρανεν ότι εταλαιπωρείτο αναξίως της δόξης αυτού, και
εδάκρυσεν. Ως δε την εγνώρισε, την προσεφώνησε διά του ονόματος
του πατρός της, διότι ήτον φίλος του Ιάσονος και οικείος.
«Λυπούμαι την γυναίκα σου», τω είπεν εκείνη. «Και εγώ λυπούμαι
σε, απεκρίθη ο Πελοπίδας, διότι άδετος ούσα, υποφέρεις τον
Αλέξανδρον.» Τον λόγον δε τούτον ησθάνθη η γυνή, διότι
απεστρέφετο την ωμότητα και την ύβριν του τυράννου, όστις, πλην
άλλης ασελγείας, εις τας ηδονάς του εθυσίαζε και τον νεώτατον
των αδελφών αυτής. Συνεχώς επομένως ερχομένη προς τον
Πελοπίδαν, και μετά παρρησίας ομιλούσα προς αυτόν περί ών
έπασχεν, επληρούτο θυμού και θάρρους και δυσμενείας κατά του
Αλεξάνδρου.
ΚΘ. Επειδή δ' οι στρατηγοί των Θηβαίων, εις την Θεσσαλίαν
εμβαλόντες, ουδέν έπραξαν, αλλά δι' απειρίαν ή δυστυχίαν
αισχρώς ανεχώρησαν, εις έκαστον μεν εξ αυτών η πόλις επέβαλε
δέκα χιλιάδων δραχμών πρόστιμον· απέστειλε δε τον Επαμινώνδαν
μετά δυνάμεως. Ευθύς λοιπόν κίνησις έγινε μεγάλη των Θεσσαλών,
διότι τους εξήγειρεν η δόξα του στρατηγού, και τα πράγματα του
τυράννου παρ' ολίγον να καταστραφώσι· τοσούτος ενέπεσε φόβος
εις τους φίλους αυτού και τους περί αυτόν αρχηγούς, τοσαύτη δε
κατέλαβε τους υπηκόους αυτού ορμή προς αποστασίαν και χαρά διά
το μέλλον, διότι ήλπιζον να ιδώσι τον τύραννον τιμωρούμενον.
Και όμως ο Επαμινώνδας, της δόξης προτιμών την σωτηρίαν του
Πελοπίδου, και φοβηθείς μη, αν ταραχθώσι τα πράγματα,
απελπισθείς ο Αλέξανδρος, ως θηρίον στραφή κατ' εκείνου,
παρέτεινε τον πόλεμον, και κύκλω περί αυτόν στρεφόμενος, διά
μακρών προπαρασκευών και δι' αναβολών ητοίμαζε και συνέστελλε
τον τύραννον, χωρίς ούτε μεν την αυθάδειαν αυτού και την
θρασύτητα να ταπεινώση, αλλ' ούτε και την αγριότητα και την
βιαιότητα αυτού να διερεθίση, ει και εγνώριζε την ωμότητα
αυτού, και ότι όλων των καλών και δικαίων περιφρονητής, έθαπτε
μεν ζώντας ανθρώπους, άλλους δ' ενδύων δέρματα αγριοχοίρων και
άρκτων, και φέρων κατ' αυτών τους θηρευτικούς αυτού κύνας, τους
κατεσπάραττε και τους κατηκόντιζεν, ως παιγνίδιον τούτο
μεταχειριζόμενος· εις δε την Μελίβοιαν και την Σκότουσαν,
πόλεις φίλας και συμμάχους, εν ώ ήσαν εις συνέλευσιν του λαού,
στήσας πέριξ αμφοτέρων τους δορυφόρους του, απέσφαξεν όλον
αυτών τον λαόν υβηδόν, την δε λόγχην, δι' ής εφόνευσε τον θείον
του Πολύφρονα, καθιερώσας και στέψας, προσέφερεν εις αυτήν
θυσίας ως εις Θεόν, και την ωνόμασε Τύχωνα (407). Ιδών δέ ποτε
τραγωδόν υποκρινόμενον τας Τρωάδας του Ευριπίδου, ανεχώρησεν εκ
του θεάτρου, και πέμψας προς αυτόν, τω εμήνυσε να μη
δυσαρεστηθή, και να εξακολουθήση ουχ ήττον καλώς την
παράστασιν, διότι απέρχεται ουχί εκείνον καταφρονών, αλλ'
εντρεπόμενος τους πολίτας, ότι, εν ώ κανένα πώποτε των υπ'
αυτού φονευομένων δεν ηλέησεν, ήθελον τον ιδή δακρύοντα διά τα
κακά της Εκάβης και Ανδρομάχης. Ούτος λοιπόν καταπλαγείς διά
την δόξαν και το όνομα και την φήμην της στρατηγίας του
Επαμινώνδου,
«εζάρωσεν ο πετεινός, και έκλινεν
ως δούλον το πτερόν του, (408)»
και έστειλεν αμέσως προς αυτόν ανθρώπους ν' απολογηθώσιν.
Εκείνος δε να συνδέσωσι μεν ειρήνην και φιλίαν οι Θηβαίοι προς
τοιούτον άνδρα δεν υπέμεινε· παραχωρήσας δ' εις αυτόν
τριακονθήμερον ανακωχήν του πολέμου, και λαβών τον Πελοπίδαν
και τον Ισμηνίαν, ανεχώρησεν.
Λ. Οι δε Θηβαίοι, πληροφορηθέντες ότι εκ μέρους των
Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων ανέβαινον πρέσβεις προς τον
μέγαν βασιλέα να προτείνωσι συμμαχίαν, έπεμψαν και αυτοί τον
Πελοπίδαν, άριστα βουλευθέντες, διότι απέβλεψαν προς την δόξαν
αυτού. Και πρώτον μεν ανέβαινε διά των επαρχιών του βασιλέως,
ονομαστός ήδη και περιβόητος· διότι η δόξα του κατά των
Λακεδαιμονίων αγώνος δεν προυχώρησε βραδέως ουδέ κατά μικρόν
διά της Ασίας, αλλ' ως ο πρώτος διεδόθη λόγος περί τις εν
Λεύκτροις μάχης, προσετίθετο νέον τι κατόρθωμα πάντοτε, και
ούτως έφθασε μακρότατα αναβαίνουσα και αυξανομένη. Έπειτα, όταν
τον είδον οι εν τοις ανακτόροις σατράπαι και στρατηγοί και
ηγεμόνες, εθαύμασαν, και λόγος διέτρεχε μεταξύ αυτών, ότι ούτος
εστίν ο ανήρ όστις εξέβαλεν εκ της ξηράς και της θαλάσσης τους
Λακεδαιμονίους, συστείλας υπό τον Ταΰγετον και τον Ευρώταν την
Σπάρτην, ήτις ολίγον πριν είχε κινήσει διά του Αγησιλάου
πόλεμον κατά του μεγάλου βασιλέως και των Περσών περί των
Σούσων και Εκβατάνων. Διά ταύτα έχαιρεν ο Αρταξέρξης, και τον
Πελοπίδαν έτι μάλλον εθαύμαζε, και τον εμεγάλυνε διά των τιμών,
θέλων να φαίνηται υπό των μεγίστων ανδρών περιποιούμενος και
θεραπευόμενος. Ότε δε και την όψιν αυτού είδε και τους λόγους
ήκουσεν, ασφαλεστέρους μεν των Αττικών, αφελεστέρους δε των
Λακεδαιμονίων, έτι μάλλον τον ηγάπησε· και, ως συμβαίνει
συνήθως εις τους βασιλείς, δεν έκρυψε την προς τον άνδρα τιμήν
αυτού,, ουδ' έμεινεν άγνωστος εις τους άλλους πρέσβεις η προς
εκείνον προτίμησις· αν και φαίνεται ότι υπέρ πάντας τους
Έλληνας ετίμησε μάλλον τον Λακεδαιμόνιον Ανταλκίδαν, εις όν
απέστειλε τον στέφανον όν εφόρει εν ώ έπινε, βρέξας αυτόν εις
μύρον. Εις τον Πελοπίδαν δε τοιαύτας μεν οικειότητας δεν
έδειξε, δώρα δε λαμπρότατα και μέγιστα εκ των εν συνηθεία τω
έπεμψε, και τας απαιτήσεις αυτού επεκύρωσεν, αυτόνομοι μεν να
είναι οι Έλληνες, να κατοικηθή δ' η Μεσσήνη, και οι Θηβαίοι να
θεωρώνται πατρικοί φίλοι του βασιλέως. Ταύτας λαβών τας
αποκρίσεις, ουδέν δε των δώρων δεχθείς, όσα δεν ήσαν σύμβολα
ευνοίας ή φιλοφροσύνης, ανεχώρησε. Τούτο δε κυρίως εκίνησε την
οργήν κατά των άλλων πρέσβεων, και οι Αθηναίοι, κρίναντες τον
Τιμαγόραν, τον εφόνευσαν· αν μεν διά το πλήθος των δωρεών,
ορθώς και δικαίως· διότι ου μόνον χρυσίον έλαβε και αργύριον,
αλλά και κλίνην πολυτελή και θεράποντας διά να την στρόνωσιν,
ως να μη ήξευρον οι Έλληνες· προσέτι δε βους ογδοήκοντα και
βουκόλους, επί λόγω ότι δήθεν δι' αρρωστίαν τινών είχεν ανάγκην
γάλακτος βοείου. Τέλος δε κατέβη εις την θάλασσαν εις φορείον
κομιζόμενος, και τέσσαρα τάλαντα εδόθησαν υπό του βασιλέως
μισθός εις τους κομίζοντας αυτόν. Φαίνεται όμως ότι δεν
παρώξυνε κυρίως η δωροδοκία τους Αθηναίους· διότι, όταν
Επικράτης ο Σακεσφόρος (409) ουδ' ηρνήθη ότι έλαβε δώρα παρά
του βασιλέως, και είπεν ότι γράφει ψήφισμα αντί των εννέα
αρχόντων να χειροτονώνται κατ' έτος εννέα πρέσβεις προς τον
βασιλέα εκ των δημοτικών και πενήτων, όπως δώρα λαμβάνοντες
ευπορώσιν, ο δήμος εγέλασεν. Αλλ' ωργίζοντο οι Αθηναίοι διότι
ενεκρίθησαν πάσαι αι προτάσεις των Θηβαίων, μη αναλογιζόμενοι
του Πελοπίδου την δόξαν, πόσον ανωτέρα ήτον πασών των ρητορειών
και πάντων των λόγων πλησίον ανθρώπου όστις επεριποιείτο
πάντοτε τους διά των όπλων υπερισχύοντας.
ΛΑ. Και η μεν πρεσβεία προσέθηκεν εις τον Πελοπίδαν ου μικράν
εύνοιαν, αφ' ού επέστρεψε, διά τον συνοικισμόν της Μεσσήνης και
των άλλων Ελλήνων την αυτονομίαν. Επειδή δ' Αλέξανδρος ο
Φεραίος, εις την αρχαίαν φύσιν του επανελθών, των Θεσσαλών μεν
ουκ ολίγας κατέστρεφε πόλεις, εις δε τας των Φθιωτών, τας των
Αχαιών όλας (410), και εις τας των Μαγνήτων έθετε φρουράς,
ακούσασαι ότι ο Πελοπίδας επέστρεψεν, ευθύς αι πόλεις έπεμψαν
πρεσβείας εις Θήβας, ζητούσαι δύναμιν, και εκείνον ως
στρατηγόν. Εψήφισαν δ' οι Θηβαίοι προθύμως, και τα πάντα
εγένοντο ταχέως έτοιμα. Όταν δ' ο στρατηγός ήτον περί την
έξοδον, εξέλιπεν ο ήλιος (411) και σκότος εν ημέρα κατέλαβε
την πόλιν. Ο δε Πελοπίδας, βλέπων όλους τεταραγμένους διά το
φαινόμενον τούτο, ενόμισεν ότι δεν πρέπει να τους βιάση, εν ώ
ήσαν κατάφοβοι και μη έχοντες ελπίδας καλάς, ουδέ να
ριψοκινδυνεύση μετά πολιτών επτακισχιλίων· αλλά δοθείς μόνος
εις τους Θεσσαλούς, και τριακοσίους ιππείς αναλαβών εθελοντάς
και ξένους, εκίνησεν, εν ώ ουδ' οι μάντεις τον άφηνον, ουδ' οι
άλλοι πολίται εδείκνυον προθυμίαν· διότι εφαίνετο ότι προς
άνδρα λαμπρόν μέγα εγένετο σημείον εξ ουρανού. Εκείνος όμως
ήτον μεν και θερμότερος κατά του Αλεξάνδρου, υπ' οργής
κατεχόμενος δι' όσα καθυβρίσθη· ήλπιζε δε και την οικίαν αυτού
να εύρη νοσούσαν και ανάστατον δι' όσα είχεν ομιλήσει μετά της
Θήβης. Προ πάντων δε τον προυκάλει το κάλλος της πράξεως, διότι
επεθύμει και εφιλοτιμείτο, καθ' ούς καιρούς οι Λακεδαιμόνιοι
έπεμπον στρατηγούς και αρμοστάς εις τον Διονύσιον, τον τύραννον
της Σικελίας, οι δ' Αθηναίοι μισθόν εδέχοντο παρά του
Αλεξάνδρου, και ήγειρον χαλκούν ανδριάντα αυτού ως ευεργέτου,
τότε να επιδείξη εις τους Έλληνας τους Θηβαίους μόνους
εκστρατεύοντας υπέρ των τυραννουμένων, και καταλύοντας μεταξύ
των Ελλήνων τας παρανόμους και βιαίας δυναστείας.
ΑΒ. Ως λοιπόν, ελθών εις Φάρσαλον, ήθροισε την δύναμιν, ευθύς
εβάδισε κατά του Αλεξάνδρου. Εκείνος δε, Θηβαίους μεν ολίγους
περί τον Πελοπίδαν βλέπων, αυτός δε περισσοτέρους των διπλασίων
έχων οπλίτας Θεσσαλούς, αντετάχθη κατ' αυτού παρά το Θετίδιον.
Είς τινα δ' όστις είπε προς τον Πελοπίδαν ότι πολλούς έχων ο
τύραννος έρχεται· «Καλήτερον, απεκρίθη αυτός· διότι
περισσοτέρους θα νικήσωμεν.» Προς το μέσον, κατά τας καλουμένας
Κυνός κεφαλάς, προέχουσι λόφοι απότομοι και υψηλοί. Τούτους
ώρμησαν αμφότεροι να καταλάβωσι διά των πεζών των. Τους δ'
ιππείς ο Πελοπίδας, πολλούς όντας και αγαθούς, αφήκε κατά των
ιππέων του εχθρού, και νικώντες ούτοι, ώρμησαν εις το πεδίον
ομού μετά των φευγόντων· ο δ' Αλέξανδρος εφάνη τους λόφους
καταλαβών, και ορμών κατά των Θεσσαλών οπλιτών, οίτινες
ανέβαινον ύστερον, και επροσπάθουν να βιάσωσι θέσεις ισχυράς
και ανάντεις, εφόνευε τους πρώτους, οι δ' άλλοι πληγάς
ελάμβανον, ουδέν κατορθούντες. Ιδών λοιπόν ταύτα ο Πελοπίδας,
τους μεν ιππείς ανεκάλει οπίσω, και τους διέταξε να ορμήσωσι
προς τους παρατεταγμένους εκ των εχθρών. Αυτός δε, την ασπίδα
ευθύς λαβών, δράμων ανέβη προς τους επί των λόφων μαχομένους·
και διά των όπισθεν ορμήσας προς τους πρώτους, τοσαύτην
ενέπνευσε γενναιότητα και προθυμίαν εις όλους, ώστε οι εχθροί
ενόμισαν ότι επήρχοντο κατ' αυτών άλλοι γενόμενοι κατά τα
σώματα και κατά τας ψυχάς. Και δύο μεν ή τρεις προσβολάς
απέκρουσαν βλέποντες δ' αυτούς ευρώστως εφορμώντας, και το
ιππικόν επιστρέφον από της διώξεως, υπεχώρησαν, και ανεχώρησαν
βήμα προς βήμα. Ο δε Πελοπίδας, από των υψωμάτων ιδών όλον το
στρατόπεδον των εχθρών ότι δεν είχε μεν έτι τραπή εις φυγήν,
αλλ' ότι επληρούτο ήδη θορύβου και ταραχής, εστάθη, και
περιέφερε πέριξ τα βλέμματά του, αυτόν ζητών τον Αλέξανδρον. Ως
δ' είδεν αυτόν εις το δεξιό χέρας ενθαρρύνοντα και παρατάττοντα
τους μισθοφόρους, δεν ανεχαίτισε την οργήν του, ουδ'
εσυλλογίσθη, αλλά προς την όψιν ταύτην αναφλεχθείς, και εις το
πάθος του παραδούς το σώμα και της πράξεως αυτού την
διεύθυνσιν, επήδησε πολύ των άλλων εμπρός, και έτρεχε βοών και
προκαλών τον τύραννον. Και εκείνος μεν δεν εδέχθη την ορμήν του
ουδ' υπέμεινεν, αλλ' έφυγε προς τους δορυφόρους του, και εκρύβη
μεταξύ αυτών. Των δε μισθοφόρων, οι μεν πρώτοι ελθόντες εις
χείρας ανεχαιτίσθησαν υπό του Πελοπίδου, τινές δε και
πληγωθέντες ετελεύτησαν. Οι δε περισσότεροι, μακρόθεν διά των
δοράτων κτυπώντες αυτόν, τον κατετραυμάτιζον διά μέσου των
όπλων αυτού, έως ότου οι Θεσσαλοί, συγκινηθέντες, έδραμον από
των λόφων εις βοήθειαν αυτού. Αφ' ού δε ήδη έπεσεν, επελθόντες
οι ιππείς, έτρεψαν όλην την φάλαγγα, και διώξαντες αυτήν
μακράν, ενέπλησαν νεκρών την χώραν, υπέρ τους τρισχιλίους
φονεύσαντες.
ΑΓ. Και ότι μεν οι Θηβαίοι βαθέως εθλίβοντο όσοι παρήσαν εις
του Πελοπίδου τον θάνατον, και ότι τον ωνόμαζον πατέρα και
σωτήρα και διδάσκαλον των μεγίστων και καλλίστων αγαθών, δεν
είχε τι το πολλού θαυμασμού άξιον. Οι δε Θεσσαλοί και οι
σύμμαχοι, υπερβαλόντες διά των ψηφισμάτων των πάσαν τιμήν
πρέπουσαν εις αρετήν ανθρωπίνην, έτι μάλλον απέδειξαν διά της
λύπης των την προς αυτόν εύνοιάν των. Διότι λέγουσιν ότι οι
παρευρεθέντες εις την μάχην ούτε θώρακα απεδόθησαν, ούτε ίππον
εξεχαλίνωσαν, ούτε πληγήν έδεσαν πρότερον, αφ' ότου ήκουσαν
εκείνου τον θάνατον, αλλά μετά των όπλων θερμοί ερχόμενοι προς
τον νεκρόν, ως αισθανόμενον, εσώρευσαν πέριξ του τα εχθρικά
λάφυρα, έκοψαν δε τας χαίτας των ίππων των, και έκοψαν και την
ιδίαν των κόμην. Αφ' ού δ' απήλθον εις τας σκηνάς των, πολλοί
ουδέ πυρ ανήψαν, ουδέ δείπνον έλαβον, σιγή δε και κατήφεια
κατείχε παν το στρατόπεδον, ως αν δεν είχον νικήσει
επιφανεστάτην νίκην και μεγίστην, αλλ' αν είχον ηττηθή και
υποδουλωθή υπό του τυράννου. Εκ δε των πόλεων, ως ανηγγέλθησαν
ταύτα, ήλθον αι αρχαί, και μετ' αυτών οι έφηβοι και οι παίδες
και οι ιερείς, προς υποδοχήν του σώματος, τρόπαια και στεφάνους
και πανοπλίας χρυσάς φέροντες. Όταν δ' έμελλε να γίνη του
σώματος η εκφορά, προσελθόντες οι πρεσβύτατοι των Θεσσαλών,
παρεκάλουν τους Θηβαίους αυτοί να θάψωσι τον νεκρόν. Είς δ'
αυτών έλεγεν· «Άνδρες σύμμαχοι, χάριν ζητούμεν παρ' υμών, ήτις
επί της τοσαύτης δυστυχίας θέλει μας φέρει τιμήν και
παρηγορίαν. Δεν θα προπέμψωσιν οι Θεσσαλοί ζώντα τον Πελοπίδαν,
ουδέ θα αισθανθή τας αξίας τιμάς ας θέλομεν τω αποδώσει· αλλ'
αν μας επιτρέψητε να εγγίσωμεν τον νεκρόν, και ημείς αυτοί να
κοσμήσωμεν και να θάψωμεν το σώμα αυτού, θα δείξωμεν ότι
αναγνωρίζομεν πόσον μεγαλητέρα είναι των Θεσσαλών η συμφορά
παρά η των Θηβαίων· διότι σεις μεν εστερήθητε μόνον αγαθού
αρχηγού· ημείς δε και τούτου και της ελευθερίας. Και τω όντι
πώς θα τολμήσωμεν πλέον να σας ζητήσωμεν άλλον στρατηγόν, όταν
δεν σας απεδώσαμεν τον Πελοπίδαν;» Και οι Θηβαίοι επέτρεψαν
ταύτα.
ΛΔ. Εκείνων δε των ταφών δεν θεωρούσι γενομένας λαμπροτέρας
ποτ' άλλας όσοι δεν νομίζουσι την λαμπρότητα συνισταμένην εις
τον ελέφαντα και τον χρυσόν και τας πορφύρας, ως ο Φίλιστος
(412), υμνών και θαυμάζων την του Διονυσίου ταφήν, ήτις
υπήρξεν η από της τυραννίας εξοδός του ως μεγάλης τραγωδίας
θεατρική καταστροφή. Ο δε μέγας Αλέξανδρος, όταν απέθανεν ο
Ηφαιστίων, ου μόνον ίππους εκούρευσε και ημιόνους, αλλά και τας
επάλξεις εκρήμνισε των τειχών, ώστε και αι πόλεις αύται να
φαίνωνται ως πενθούσαι, αντί της προτέρας μορφής των κουράς
λαβούσαι άτιμον σχήμα. Και ταύτα μεν, προστάγματα δεσποτών
όντα, και διά βίας εκτελούμενα, και φθόνον προκαλούντα επί τους
τυγχάνοντας αυτών, μίσος δ' επί των βιαζομένων, δεν ήσαν
επίδειξις ευνοίας ουδέ τιμής, αλλά βαρβαρικού όγκου και
πολυτελείας και αλαζονείας, και σπατάλη της περιουσίας εις
μάταια και κακόζηλα. Ανήρ όμως δημοτικής καταγωγής, εις ξένην
γην αποθανών, χωρίς ουδ' η γυνή, ουδ οι παίδες, ουδ' οι
συγγενείς του να παρευρίσκωνται, χωρίς ουδείς να παρακαλέση
περί τούτου, ή εις αυτό ν' αναγκάση, προπεμπόμενος υπό τοσούτων
δήμων και πόλεων αμιλλωμένων, και συνοδευόμενος και
στεφανούμενος, ευλόγως εφαίνετο της τελειοτάτης ευδαιμονίας
τυχών. Ως έλεγεν ο Αίσωπος, δεν είναι λυπηρότατος των
ευτυχούντων ο θάνατος, αλλά μακαριώτατος μάλιστα, διότι
κατέθετεν εις ασφαλή τόπον τας ευτυχίας των αγαθών, μη αφήνων
την τύχην να μεταβάλη αυτάς. Διά τούτο έτι ορθότερον Λάκων τις,
ασπασθείς τον Ολυμπιονίκην Διαγόραν, όστις είδε και τους υιούς
του στεφανουμένους εις τα Ολύμπια, είδε δε και τους υιούς των
υιών και των θυγατέρων του, «Απόθανε, τω είπεν, ω Διαγόρα! Δεν
θ' αναβής εις τον Όλυμπον.» Νομίζω δ' ότι αν τις όλας ομού
προσέθετε τας Ολυμπιακάς και Πυθικάς νίκας, δεν θα τας έκρινεν
αξίας να παραβληθώσι προς ένα των αγώνων του Πελοπίδου.
Ηγωνίσθη δε πολλούς και κατώρθωσε πολλά, και το πλείστον του
βίου του εν δόξη ζήσας και τιμή, τέλος επί της δεκάτης τρίτης
βοιωταρχίας του απέθανεν αριστεύων υπέρ της ελευθερίας των
Θεσσαλών, εις νίκην μετέχουσαν τυραννοκτονίας.