να φροντίζωσι πάντοτε υπέρ των αποίκων αυτών, προ πάντων δ'
υπέρ της πόλεως των Συρακουσίων (209), επειδή συνέπεσε και
τότε κατά τύχην ουδεμία των ελληνικών υποθέσεων να τους
ενασχολή, αλλ' έζων εν ειρήνη και εν αργία, εψήφισαν προθύμως
να τους βοηθήσωσιν. Εζητείτο δε στρατηγός, και εν ώ οι άρχοντες
έγραφον και επρόβαλλον τους σπουδαρχούντας των πολιτών, είς εκ
του πλήθους αναστάς ωνόμασε τον Τιμολέοντα, υιόν του Τιμοδήμου,
όστις ούτε είχεν εισέτι αρχίσει να πράττη τα κοινά, ούτ' ελπίδα
ή προαίρεσιν είχε τοιαύτην· αλλά Θεός τις, ως φαίνεται, ενέβαλε
την πρότασιν εις του ανθρώπου τον νουν τοσαύτη και περί την
εκλογήν αυτού έλαμψεν ευθύς εξ αρχής ευμένεια τύχης, και
τοσαύτη όλας τας πράξεις του επηκολούθησε χάρις, επικοσμούσα
του ανδρός την ανδρείαν. Και ήτον μεν υιός γονέων εις την πόλιν
ενδόξων, του Τιμοδήμου και της Δημαρίστης, φιλόπατρις δ' εις
άκρον και πράος, αλλ' ενταυτώ σφόδρα μισοτύραννος και
μισοπόνηρος. Προς δε τους πολέμους είχε φύσιν τοσούτον καλώς
και ομαλώς συγκεκερασμένην, ώστε πολλήν μεν, νέος ων, εδείκνυεν
εις τας πράξεις του σύνεσιν, ουχί ολιγωτέραν δ' ανδρείαν αφ' ού
εγήρασεν. Αδελφόν δ' είχε τον Τιμοφάνην, πρεσβύτερον, κατ'
ουδέν αυτόν ομοιάζοντα, αλλά παράφορον και εκ πόθου της
μοναρχίας διεφθαρέντα υπό φίλων φαύλων και υπό ξένων
στρατιωτικών, ούς είχε πάντοτε περί εαυτόν, φαινόμενον όμως
ορμητικόν κατά τι εις τας εκστρατείας και φιλοκίνδυνον. Διά
τούτο και κερδίζων την εύνοιαν των πολιτών, ως ανήρ πολεμικός
και δραστήριος, εξελέγετο αρχηγός πολλάκις. Εις ταύτα δε
συνείργει μετ' αυτού και ο Τιμολέων, κρύπτων μεν αυτού τα
ελαττώματα εντελώς, ή κατορθών να φαίνωνται μικρά, όσα δ' η
φύσις τω έδωκε προτερήματα, ταύτα ως ωραιότερα και ανώτερα
παριστών.
Δ. Όταν δε μάχη συνεκροτήθη των Κορινθίων κατά των Αργείων και
Κλεωναίων (210), ο μεν Τιμολέων έτυχεν εις τους οπλίτας
τεταγμένος, ο δε Τιμοφάνης, όστις ωδήγει τους ιππείς,
περιέπεσεν εις δεινόν κίνδυνον· διότι ο ίππος του πληγωθείς,
τον έρριψεν εις τους πολεμίους, και εκ των συντρόφων του οι μεν
ευθύς εκορπίσθησαν φοβηθέντες, οι δε παραμείναντες, ολίγοι προς
πολλούς μαχόμενοι, δυσκόλως αντείχον. Ως λοιπόν ο Τιμολέων είδε
το συμβεβηκός, ορμήσας εις βοήθειαν, και προτείνας την ασπίδα
του εμπρός του Τιμοφάνους, όστις έκειτο κατά γης, και πολλά μεν
ακοντίσματα, πολλάς δ' εκ του πλησίον πληγάς λαβών εις το σώμα
και εις τα όπλα, μόλις απέκρουσε τους εχθρούς και διέσωσε τον
αδελφόν του. Εν τούτοις οι Κορίνθιοι φοβηθέντες μη πάθωσιν ό,τι
και πριν είχον πάθει, στερηθέντες, εξ αιτίας των συμμάχων, της
πόλεως των, εψήφισαν να μισθώσωσι τετρακοσίους ξένους, και
κατέστησαν αρχηγόν αυτών τον Τιμοφάνην. Ούτος δε, παν καλόν και
δίκαιον παραβλέψας, ευθύς ήρξατο έργων δι' ών εμελέτα να
υποτάξη την πόλιν, και πολλούς φονεύσας ακρίτους εκ των πρώτων
πολιτών, ανεδείχθη τύραννος. Βαθέως δε διά τούτο λυπούμενος ο
Τιμολέων, και συμφοράν εαυτού θεωρών την εκείνου κακίαν,
επεχείρησε μεν να ομιλήση μετ' αυτού, και να τον παρακαλέση ν'
αφήση την μανίαν και την δυστυχίαν της επιθυμίας εκείνης, και
να ζητήση να επανορθώση διά τινος τρόπου το κατά των πολιτών
έγκλημά του. Επειδή δ' εκείνος τον απέκρουσε και τον
κατεφρόνησε, παραλαβών αυτός εκ μεν των οικείων του τον
Αισχύλον, αδελφόν της γυναικός του Τιμοφάνους, εκ δε των φίλων
του τον μάντιν όν Σάτυρον μεν ο Θεόπομπος (211), Ορθαγόραν δ'
ο Έφορος και ο Τίμαιος (212) ονομάζουσι, και αφείς να
παρέλθωσιν ολίγαι ημέραι, ανέβη προς τον αδελφόν του, και
στάντες περί αυτόν οι τρεις, τον καθικέτευον, ήδη καν συνελθών
και σωφρονήσας, να μεταβάλη την διαγωγήν του. Αλλ' ο Τιμοφάνης
πρώτον μεν τους κατεγέλα· έπειτα δ' εξετράπη παραφερόμενος εις
οργήν. Τότε ο Τιμολέων εμακρύνθη ολίγον αυτού, και καλύψας το
πρόσωπόν του, εστάθη δακρύων· οι δ' άλλοι, τα ξίφη σύραντες,
ταχέως τον εθανάτωσαν (213).
Ε. Ως δ' η πράξις διεβοήθη, οι μεν επισημότατοι των Κορινθίων
επήνουν την μισοπονηρίαν και μεγαλοψυχίαν του Τιμολέοντος,
διότι εν ώ ήτον ανήρ χρηστός και αγαπών τους οικείους του,
προυτίμησεν όμως την πατρίδα της οικίας, και το καλόν και το
δίκαιον του συμφέροντος, σώσας μεν τον αδελφόν του όταν
ηνδραγάθει υπέρ της πατρίδος του, φονεύσας δ' αυτόν όταν την
επεβουλεύθη και την υπεδούλωσεν. Όσοι δε δεν εδύναντο να ζώσιν
εις δημοκρατίαν, και ήσαν συνειθισμένοι ν' αποβλέπωσι προς
δυνάστας, προσεποιούντο μεν ότι χαίρουσι διά τον θάνατον του
τυράννου, ύβριζον όμως τον Τιμολέοντα, ως πράξαντα έργον ασεβές
και μυσαρόν, και τον έρριψαν εις λύπην βαθείαν. Ακούσας δ' ότι
και η μήτηρ του ηγανάκτει, και ότι φοβεράς φωνάς και κατάρας
φρικώδεις εξέπεμπε κατ' αυτού, επορεύθη προς αυτήν να την
παρηγορήση· Εκείνη όμως δεν υπέφερε να τον ιδή κατά πρόσωπον,
αλλά τω έκλεισε την οικίαν, και τότε, όλως περίλυπος γενόμενος,
και συνταραχθείς την διάνοιαν, απεφάσισε ν' αποθάνη εξ ασιτίας.
Οι φίλοι του όμως δεν τον αφήκαν, αλλά μετεχειρίσθησαν πάσαν
δέησιν προς αυτόν και πάσαν βίαν, και ούτως απεφάσισε μεν να
ζήση, αλλά μόνος και μεμακρυσμένος· και αφήκε πάσαν ανάμιξιν
εις την πολιτικήν, τους δε πρώτους χρόνους ουδέ κατήλθε
παντάπασιν εις την πόλιν, αλλ' αδημονών και πλανώμενος,
διέτριβεν εις των αγρών τους ερημοτάτους.
ΣΤ. Ούτως αι κρίσεις ημών, αν μη λάβωσι στερεότητα και δύναμιν
εκ της λογικής και της φιλοσοφίας, όταν εις πράξεις καθοδηγώσι,
σείονται και παραφέρονται ευκόλως υπό των τυχόντων επαίνων ή
κατηγοριών, από των ιδίων αυτών λογισμών μακρυνόμεναι. Διότι
πρέπει, ως φαίνεται, όχι μόνον η πράξις να ήναι καλή και
δικαία, αλλά και η γνώμη δ' ήν πράττεται να είναι μόνιμος και
αμετάτρεπτος, και να πράττωμεν αφ' ού σκεπτόμεθα, ουδέ, καθώς
οι λαίμαργοι επιζητούσι μετά σφοδράς επιθυμίας τα φαγητά όσα
φέρουσι κόρον, και ταχέως εμπλησθέντες τα αποστρέφονται, ούτω
και ημείς να λυπώμεθα εξ ασθενείας διά τας πράξεις αίτινες
ετελέσθησαν, διότι μαραίνεται του καλού η ιδέα. Η μετάνοια
αισχρόν καθιστά και το καλώς πεπραγμένον· απόφασις δ' εκ
γνώσεως και εκ σκέψεως ορμωμένη, ουδ' αν αποτύχωσιν αι πράξεις,
μεταβάλλεται. Ούτω Φωκίων ο Αθηναίος, εναντιωθείς εις όσα ο
Λεωσθένης (214) έπραττεν, όταν εκείνος εφαίνετο επιτυγχάνων,
βλέπων τους Αθηναίους θύοντας και μεγαλαυχούντας διά την νίκην,
είπεν ότι «ήθελε να είχε μεν πράξει ταύτα, να είχε δε σκεφθή
εκείνα.» Σφοδρότερον δ' απεκρίθη ο Λοκρός (215) Αριστείδης,
είς των εταίρων του Πλάτωνος, όταν Διονύσιος ο πρεσβύτερος τω
εζήτει εις γυναίκα μίαν των θυγατέρων του, και εκείνος είπεν
ότι προτιμά να την ιδή νεκράν, παρά σύζυγον του τυράννου. Μετ'
ολίγον δε χρόνον ο Διονύσιος εφόνευσε τους υιούς του, και προς
ύβριν ηρώτησεν αν έχη πάντοτε την ιδίαν γνώμην περί του γάμου
των θυγατέρων του· ο δ' Αριστείδης απεκρίθη ότι λυπείται μεν
διά τα γενόμενα, δεν μετανοεί δε διά τα ρηθέντα. Αλλά ταύτα
ίσως εισίν συμπτώματα αρετής μείζονος και τελειοτέρας.
Ζ. Το δε πάθος του Τιμολέοντος διά την πράξιν αυτού, είτε λύπη
ήτον διά τον αποθανόντα, είτε συστολή διά την μητέρα του,
τοσούτον κατέβαλε και συνέτριψεν αυτού την διάνοιαν, ώστε εις
είκοσι σχεδόν ετών διάστημα ουδεμίαν επεχείρησε πράξιν επίσημον
ή πολιτικήν. Ως λοιπόν τότε ανηγορεύθη, και ο δήμος προθύμως
τον εδέχθη και τον εχειροτόνησεν, αναστάς ο Τηλεκλείδης, ο τότε
και κατά δύναμιν και κατά δόξαν πρωτεύων εις την πόλιν,
παρεκάλει τον Τιμολέοντα να δειχθή εις τας πράξεις ανήρ αγαθός
και γενναίος. «Διότι αν, είπε, καλώς αγωνισθής, θα νομίσωμεν
ότι εφόνευσας τύραννον, αν δε κακώς, αδελφόν». Ενώ δ' ητοίμαζεν
ο Τιμολέων τον πλουν, και συνέλεγε στρατιώτας, ήλθον γράμματα
του Ικέτου προς τους Κορινθίους, μηνύοντα την μεταβολήν αυτού
και την προδοσίαν· Διότι, άμα εξέπεμψε τους πρέσβεις, ηνώθη
αναφανδόν μετά των Καρχηδονίων, και συνέπραττε μετ' εκείνων,
επί σκοπώ του ν' αποβάλη τον Διονύσιον εκ των Συρακουσών, και
αυτός να γίνη τύραννος. Φοβούμενος όμως μη έλθη πρότερον
δύναμις και στρατηγός εκ Κορίνθου, και επιφέρη των σκοπών του
την αποτυχίαν, έπεμψεν επιστολήν προς τους Κορινθίους, λέγουσαν
ότι δεν είναι ανάγκη να εκτεθώσιν εις φροντίδας και εις
δαπάνας, εκπλέοντες εις την Σικελίαν και κινδυνεύοντες, αφ' ού
μάλιστα και οι Καρχηδόνιοι δεν επέτρεπον τούτο, και πολλά πλοία
έχοντες παρεμόνευον τον στόλον, αυτός δε, διότι εκείνοι
εβράδυνον, ηναγκάσθη να δεχθή αυτούς ως συμμάχους κατά του
τυράννου. Ως δ' ανεγνώσθησαν ταύτα τα γράμματα, αν καί τις ήτον
αμφιταλαντευόμενος προς την εκστρατείαν, τότε παρώξυνε πάντας η
κατά του Ικέτου οργή, ώστε προθύμως εχορήγησαν εις τον
Τιμολέοντα και συμπαρεσκεύασαν όλα τα εις τον έκπλουν χρήσιμα.
Η. Ως δ' έγινον τα πλοία έτοιμα, και επρομηθεύθησαν όλα τ'
αναγκαία εις τους στρατιώτας, εις τας ιερείας της Κόρης (216)
εφάνη ότι είδαν κατ' όναρ τας Θεάς ετοιμαζομένας ως δι'
αποδημίαν τινά, και λεγούσας ότι μέλλουσι να συμπλεύσωσι μετά
του Τιμολέοντος εις την Σικελίαν δι' ό και κατασκευάσαντες
τριήρη ιεράν οι Κορίνθιοι, την επωνόμασαν «Των δύο Θεών
(217).» Ο ίδιος δε, μεταβάς εις Δελφούς, προσέφερε θυσίαν εις
τον Θεόν (218), και όταν κατέβαινεν εις τον χρησμόν (219),
έγινε σημείον, ότι εκ των κρεμαμένων αναθημάτων ελύθη ταινία
τις, έχουσα και κεντήματα παριστώντα στεφάνους και νίκας, και
ελθούσα έπεσεν εις την κεφαλήν του Τιμολέοντος, ώστε εφάνη ως
αν αυτός εστέλλετο εις τας μελλούσας του πράξεις υπό του Θεού
στεφανούμενος. Ανεχώρησε δε, έχων πλοία Κορίνθια μεν επτά,
Κερκυραία δε δύο, και έν δέκατον, ό έδωκαν οι Λευκάδιοι.
Εξέπλευσε δε διά νυκτός εις το πέλαγος, και καλόν είχεν άνεμον,
όταν αιφνιδίως εφάνη ως αν ανεώχθη ο ουρανός υπέρ το πλοίον
αυτού, και έχυσε πυρ πολύ και λαμπρόν. Εξ αυτού δ' υψωθείσα
λαμπάς ομοία προς τας των μυστηρίων, και τρέχουσα μετ' αυτών
τον ίδιον δρόμον όν ηκολούθουν οι κυβερνώντες προς την Ιταλίαν,
έπεσε τέλος κάτω (220). Οι δε μάντεις είπον ότι το φαινόμενον
επεκύρου τα όνειρα των ιερειών, και ότι βοηθούσαι αι Θεαί την
εκστρατείαν, έστελλον το φως εκ του ουρανού· διότι η Σικελία
ήτον ιερά της Κόρης, και εκεί μυθολογούσιν ότι έγινεν η αρπαγή
αυτής (221), και ότι η νήσος τη εδόθη εις τους γάμους της ως
δώρον ανακαλυπτήριον (222).
Θ. Υπό των Θεών λοιπόν ούτως ενεθαρρύνετο η εκστρατεία αυτών,
και μετά σπουδής το πέλαγος διαπλέοντες, διευθύνοντο προς την
Ιταλίαν. Τα δ' από της Σικελίας αγγελλόμενα πολλήν αμηχανίαν
έφερον εις τον Τιμολέντα, και πολλήν αθυμίαν εις τους
στρατιώτας. Διότι ο Ικέτης ενίκησε πολεμήσας τον Διονύσιον, και
κατέλαβε τα πλείστα μέρη των Συρακουσών, και περιορίσας αυτόν
εις την ακρόπολιν, την καλουμένην Νήσον (223), τον επολιόρκει
εκεί και τον περιετείχιζε. Τους δε Καρχηδονίους προσεκάλει να
φροντίσωσι να μη επιβή ο Τιμολέων εις την Σικελίαν, αλλ' αφ' ού
εκείνος αποκρουσθή, αυτοί τότε να διανεμηθώσι μεταξύ των την
νήσον. Έπεμψαν λοιπόν οι Καρχηδόνιοι είκοσι τριήρεις εις Ρήγιον
(224), και μετ' αυτών πρέσβεις του Ικέτου προς τον Τιμολέοντα,
φέροντας λόγους ομοίους προς όσα επράττοντο. Ήσαν δ' απάται
ομοιαλήθεις και προφάσεις πονηρών βουλευμάτων, και έλεγον να
έλθη, αν θέλη, αυτός ο Τιμολέων σύμβουλος εις τον Ικέτην, και
συμμέτοχος όλων των μέχρι τούδε ευπραγιών του· τας δε ναυς και
τους στρατιώτας να στείλη οπίσω εις την Κόρινθον, διότι ο
πόλεμος μετ' ολίγον επερατούτο, οι δε Καρχηδόνιοι ήσαν έτοιμοι
να εμποδίσωσι την διάβασιν, και να τον πολεμήσωσιν αν ήθελε να
διαβή διά βίας. Όταν λοιπόν, καταπλεύσαντες οι Κορίνθιοι εις το
Ρήγιον, απήντησαν τας προτάσεις ταύτας των πρέσβεων, και είδον
τους Φοίνικας παραμονεύοντας ου μακράν, ηγανάκτουν μεν ότι
υβρίσθησαν, και πάντας κατελάμβανεν οργή κατά του Ικέτου, και
φόβος υπέρ των Σικελιωτών, διότι σαφώς έβλεπον ότι κατελείποντο
αυτοί ως άθλον και μισθός εις τον Ικέτην της προδοσίας, εις δε
τους Καρχηδονίους της τυραννίας ήν ούτοι τω επρομήθευον. Τοις
εφαίνετο δ' αδύνατον να νικήσωσι και τα ενταύθα ηγκυροβολημένα
πλοία των βαρβάρων, διπλάσια όντα των εδικών των, και του
Ικέτου την δύναμιν, ής ήρχοντο να στρατηγήσωσιν.
Ι. Εν τούτοις ο Τιμολέων εις συνέντευξιν ελθών μετά των
πρεσβευτών και των αρχόντων των Καρχηδονίων, και πράως μετ'
αυτών ομιλήσας, τους είπεν ότι πείθεται μεν εις όσα
προτείνουσι, διότι τι θα κατώρθου αν δεν επείθετο; ότι όμως
θέλει ν' ακούση και να ειπή ταύτα εμπρός πόλεως Ελληνικής και
κοινής φίλης, της των Ρηγίνων, και ούτω ν' αναχωρήση· τούτο καν
ότι ενδιαφέρει εις αυτού την ασφάλειαν, και εκείνοι ότι
πιστότεροι θέλουσιν εμμείνει εις όσα περί Συρακουσίων
υπόσχονται, όταν λάβωσι τον δήμον ως μάρτυρα των υποχρεώσεών
των. Αλλά τοις επρότεινε ταύτα απάτην τεχναζόμενος διά την
διάβασιν. Συνετεχνάζοντο δε μετ' αυτού και πάντες οι στρατηγοί
των Ριγίνων, επιθυμούντες να γίνωσι οι Κορίνθιοι κύριοι των
πραγμάτων εν Σικελία, και φοβούμενοι την γειτνίασιν των
βαρβάρων. Διά τούτο συνεκάλεσαν εκκλησίαν, και έκλεισαν τας
πύλας, επί λόγω δήθεν να μη τραπώσιν οι πολίται εις άλλας
ενασχολήσεις· ελθόντες δ' εις το πλήθος, μακρούς έλεγον λόγους,
και άλλος εις άλλον παρέδιδε την ιδίαν υπόθεσιν, προς ουδέν
τέλος, και μόνον τον καιρόν κατατρίβοντες, έως ού κινήσωσιν αι
τριήρεις των Κορινθίων. Είχον δε και τους Καρχηδονίους όλως
ανυπόπτως παρόντας εις την εκκλησίαν, διότι και ο Τιμολέων ήτον
παρών, και εφαίνετο ότι όσον ούπω έμελλε να εγερθή και να
ομιλήση. Ως δ' ανήγγειλε τις εις αυτόν κρυφίως ότι αι άλλαι
τριήρεις εκίνησαν, μία δ' ότι έμεινεν οπίσω και περιέμενεν, η
εδική του, διασχίσας τον όχλον, εν ώ τον έκρυπτον και οι περί
το βήμα Ρηγίνοι, και καταβάς εις την θάλασσαν, απέπλευσε διά
τάχους· και προσωρμίσθησαν εις το Ταυρομένιον (225), όπου τους
εδέχθη, και προ πολλού προθύμως τους εκάλει ο Ανδρόμαχος, όστις
είχε την πόλιν, και ήτον δυνάστης αυτής. Ούτος ήτον πατήρ
Τιμαίου του ιστορικού (226) και επισημότατος πολύ γενόμενος
όλων των τότε εν Σικελία δυναστευόντων, ου μόνον τους
συμπολίτας αυτού διώκει νομίμως και δικαίως, αλλά και προς τους
τυράννους προφανής ην αυτού η απέχθεια και το μίσος. Διά τούτο
επέτρεψε τότε και εις τον Τιμολέοντα να λάβη την πόλιν εκείνην
ως ορμητήριον, και τους πολίτας έπεισε να συναγωνισθώσι μετά
των Κορινθίων, και να συντελέσωσι μετ' εκείνων εις την
ελευθερίαν της Σικελίας.
ΙΑ. Οι δ' εν Ρηγίω Καρχηδόνιοι, αφ' ού ο Τιμολέων απέπλευσε,
και διελύθη η εκκλησία, αγανακτούντες διότι διά του
στρατηγήματος τούτου εξηπατήθησαν, αστείοι εφαίνοντο εις τους
Ρηγίνους, ότι Φοίνικες όντες δεν ηρέσκοντο εις τα δι' απάτης
γινόμενα (227). Έπεμψαν δ' εις Ταυρομένιον τριήρην μετά
πρεσβευτού, όστις πολλά ομιλήσας προς τον Ανδρόμαχον, και
αυθαδώς και βαρβάρως αυτόν απειλήσας, αν δεν αποδιώξη όσον
τάχος τους Κορινθίους, τέλος τω έδειξεν υπτίαν την χείρα του,
και έπειτα την ανέστρεψε, λέγων ότι τοιαύτη ήτον η πόλις του,
και τοιαύτην θέλουσι την κάμει. Γελάσας δ' ο Ανδρόμαχος, άλλο
μεν ουδέν απεκρίθη, αλλά την χείρα του, ως εκείνος, πρώτον μεν
υπτίαν, έπειτα δ' ανεστραμμένην προτείνας, τον διέταξε ν'
αποπλεύση, αν δεν θέλη το πλοίον του, τοιούτον όν, να γίνη
τοιούτον. Ο δ' Ικέτης, ακούσας του Τιμολέοντος την διάβασιν και
φοβηθείς, εμήνυσε και τω ήλθον πολλαί των Καρχηδονίων τριήρεις.
Τότε οι Συρακούσιοι απώλεσαν πάσαν σωτηρίας ελπίδα, βλέποντες
τον μεν λιμένα αυτών εις την εξουσίαν των Καρχηδονίων, την δε
πόλιν κατέχοντα τον Ικέτην, την δ' ακρόπολιν εις την εξουσίαν
του Διονυσίου, τον δε Τιμολέοντα προσηρτημένον εις την Σικελίαν
ως εκ κρασπέδου τινός λεπτού, εκ της κωμοπόλεως των
Ταυρομενιτών, μετ' ασθενούς ελπίδος και ολίγης δυνάμεως· διότι
είχε χιλίους στρατιώτας και την αναγκαίαν τροφήν δι' αυτούς,
άλλο δε τίποτε. Ουδ' ενεπιστεύοντο εις αυτόν αι πόλεις, διότι
ήσαν πλήρεις κακών, και απηγριωμέναι προς πάντας τους αρχηγούς
των στρατοπέδων, προ πάντων διά την απιστίαν του Καλλίππου και
Φάρακος (228), ών ο είς, Αθηναίος ων, ο δ' έτερος
Λακεδαιμόνιος, αμφότεροι δε λέγοντες ότι ήλθον υπέρ της
ελευθερίας και ίνα καταλύσωσι τους μονάρχας, χρυσούν αιώνα
έδειξαν εις την Σικελίαν της τυραννίδος τας συμφοράς, και
έκαμον να νομίζωνται μακαριώτεροι οι αποθανόντες εν δουλεία των
ιδόντων την αυτονομίαν.
ΙΒ. Μη προσδοκώντες λοιπόν ότι ο Κορίνθιος θα ήτον κατ' ουδέν
αυτών καλήτερος, αλλ' ότι θέλει έλθει τα ίδια σοφίσματα εις
αυτούς φέρων και τα ίδια δελεάσματα μετ' ελπίδων χρηστών, όπως
τους καταφέρη εις μεταβολήν νέου δεσπότου, υπώπτευον και
απέκρουον τας προσκλήσεις των Κορινθίων, εκτός μόνον των
Αδρανιτών (229), οίτινες πόλιν μικράν μεν κατοικούντες, αλλ'
ιεράν του Αδρανού, Θεού τινος μεγάλως τιμωμένου καθ' όλην την
Σικελίαν, εστασίασαν προς αλλήλους, και άλλοι μεν προσεκάλουν
τον Ικέτην και τους Καρχηδονίους, άλλοι δ' έστελλον και
διεπραγματεύοντο μετά του Τιμολέοντος. Συνέπεσε δ' αυτομάτως
πως, ως έσπευδον αμφότεροι, να προφθάσωσι και δύο οι κατά τον
ίδιον καιρόν. Αλλ' ο μεν Ικέτης ήλθεν έχων στρατιώτας
πεντακισχιλίους, του δε Τιμολέοντος όλοι ομού δεν ήσαν
περισσότεροι των χιλίων διακοσίων. Τούτους είχε λάβει εκ του
Ταυρομενίου, απέχοντος του Αδρανού σταδίους τριακοσίους
τεσσαράκοντα (230)· και την μεν πρώτην ημέραν δεν επροχώρησε
πολύ, και κατεσκήνωσε· την δ' επαύριον, ταχέως οδοιπορήσας, και
δυσβάτους τόπους διελθών, περί το τέλος ήδη της ημέρας ήκουσεν
ότι ο ικέτες είχε φθάσει αρτίως εις την κωμόπολιν, και είχε
στρατοπεδεύσει. Και οι μεν λοχαγοί και ταξίαρχοι (231)
εσταμάτησαν τους πρώτους διά να φάγωσι και ν' αναπαυθώσιν, ίνα
ώσιν ούτω προθυμότεροι εις τον πόλεμον. Αλλ' ο Τιμολέων,
περιερχόμενος μεταξύ αυτών, τους παρακάλει να μη πράξωσιν
ούτως, αλλά να προχωρήσωσι ταχέως, και να έλθωσιν εις χείρας
μετά των εχθρών οίτινες δεν ήσαν παρατεταγμένοι, ως ήτον
επόμενον, διότι μόλις έπαυσαν οδοιπορούντες, και ησχολούντο εις
τας σκηνάς και το δείπνον. Και λέγων ταύτα, έλαβε συγχρόνως την
ασπίδα του, και προηγείτο πρώτος, ως εις νίκην βεβαίαν. Τον
ηκολούθουν δ' οι λοιποί, θάρρος αναλαβόντες, και ολιγώτερον των
τριάκοντα σταδίων (232) απέχοντες από των εχθρών. Αφ' ού δε
διήλθον και την απόστασιν ταύτην, επιπίπτουσι κατ' αυτών, και
ταράττονται οι εχθροί, και τρέπονται εις φυγήν άμα τους ενόησαν
πλησιάσαντας. Τότε εφονεύθησαν ολίγοι περισσότεροι των
τριακοσίων, ηχμαλωτίσθησαν δε δις τόσοι ζώντες, και εκυριεύθη
και το στρατόπεδον. Οι δε Αδρανίται, ανοίξαντες τας πύλας,
προσετέθησαν εις τον Τιμολέοντα, μετά φρίκης και θαυμασμού
κηρύτοντες, ότι εν ώ συνεκροτείτο η μάχη, ανεώχθησαν αυτομάτως
οι ιεροί του ναού πυλώνες, και εφάνη του Θεού (233) το μεν
δόρυ εκ του άκρου της αιχμής σειόμενον, το δε πρόσωπον υπό
πολλού ιδρώτος βρεχόμενον.
ΙΓ. Ταύτα δε, ως φαίνεται, εσήμαινον όχι την τότε νίκην μόνον,
αλλά και τας μετά ταύτα πράξεις, ών ο αγών εκείνος εγένετο αρχή
ευτυχής. Διότι πόλεις ευθύς πρεσβείας στέλλουσαι, προσετίθεντο
εις τον Τιμολέοντα, και Μάμερκος (234), ο τύραννος της
Κατάνης, ανήρ πολεμικός, και διά του πλούτου του ισχυρός,
προσέφερε την συμμαχίαν του. Το δε μέγιστον, αυτός ο Διονύσιος,
απελπιζόμενος ήδη, και κινδυνεύων να παραδοθή πολιορκούμενος,
τον μεν Ικέτην κατεφρόνησε διότι αισχρώς ενικήθη, θαυμάζων δε
τον Τιμολέοντα, έπεμψε να παραδώση εις εκείνον και εις τους
Κορινθίους εαυτόν και την ακρόπολιν (235). Δεχθείς δ' ο
Τιμολέων την ανέλπιστον ευτυχίαν, αποστέλλει τον Ευκλείδην και
τον Τηλέμαχον, άνδρας Κορινθίους, εις την ακρόπολιν, και
στρατιώτας τετρακοσίους, όχι όλους ομού, ουδέ φανερώς· τούτο
ήτον αδύνατον, διότι οι εχθροί ήσαν έτοιμοι να ορμήσωσι κατ'
αυτών αλλά κρυφίως, και κατ' ολίγους ριπτομένους εις το
φρούριον. Και οι μεν στρατιώται παρέλαβον λοιπόν την ακρόπολιν
και του τυράννου την κατοικίαν μεθ' όλης της αποσκευής αυτής,
και μεθ' όλων των εις πόλεμον χρησίμων· διότι και ίπποι ήσαν
εις την ακρόπολιν ουκ ολίγοι, και παν μηχανών είδος, και βελών
πλήθος· όπλων δ' έκειντο αυτόθι επτά μυριάδες εκ παλαιού χρόνου
τεθησαυρισμένοι. Στρατιώτας δ' είχε δισχιλίους ο Διονύσιος, ούς
παρέδωκεν, ως όλα τα λοιπά, εις τον Τιμολέοντα. Αυτός δ' ο
Διονύσιος, χρήματα λαβών και ολίγους των φίλων του, εξέπλευσε
χωρίς ο Ικέτης να τον εννοήση, και ελθών εις του Τιμολέοντος το
στρατόπεδον, και κατά πρώτον τότε ιδιώτης και ταπεινός φανείς,
επί πλοίου ενός και μετ' ολίγων χρημάτων εστάλη εις Κόρινθον,
γεννηθείς μεν και τραφείς εις την τυραννικήν αξίαν, την πασών
ενδοξοτάτην και μεγίστην, κατασχών δ' αυτήν έτη δέκα, άλλα δε
δώδεκα μετά την εκστρατείαν του Δίωνος εις αγώνας και εις
πολέμους κακοπαθήσας, και παθών δεινότερα αφ' όσα τυράννων
έπραξε. Διότι είδε και τους ενήλικας υιούς του θανατωθέντας,
και τας παρθένους θυγατέρας του ατιμασθείσας, και την αδελφήν
του, ήτις ήτον και γυνή του συγχρόνως, επί ζωής της μεν εις
ασελγεστάτας των εχθρών ηδονάς παρανόμως παραδοθείσαν, βίαιον
δε θάνατον αποθανούσαν μετά των τέκνων της, και εις το πέλαγος
καταποντισθείσαν (236). Αλλά ταύτα εγράφησαν ακριβώς εις τον
βίον του Δίωνος.
ΙΔ. Όταν δ' ο Διονύσιος έφθασεν εις την Κόρινθον, ουδείς υπήρχε
των Ελλήνων όστις δεν επεθύμει να τον ιδή και να τον ομιλήση.
Και άλλοι μεν, χαίροντες διά τας συμφοράς του, εκ μίσους μετ'
ευχαριστήσεως συνήλθον διά να τον πατήσωσιν ως ερριμμένον υπό
της τύχης· οι δε διά την μεταβολήν συγκινούμενοι και
συμπαθούντες, έβλεπον επί των ασθενών και προδήλων ανθρωπίνων
πραγμάτων μεγάλην των αδήλων και θείων αιτιών την δύναμιν.
Διότι οι τότε καιροί ουδέν είχον να επιδείξωσιν ούτε φύσεως
προϊόν ούτε τέχνης τοσούτον περίεργον, όσον το έργον της τύχης,
εκείνον, τον της Σικελίας ολίγον πρότερον τύραννον, τότε εν
Κορίνθω διατρίβοντα παρά την οψόπωλιν, ή καθήμενον εις το
μυροπώλιον, πίνοντα κρασίον εκ των καπηλείων, και εν τω μεταξύ
διαπληκτιζόμενον μετά δημοσίων γυναίων, και τας τραγωδιστρίας
εις τας ωδάς διδάσκοντα, και φιλονεικούντα μετά σπουδής προς
εκείνας περί θεατρικών ασμάτων και περί αρμονίας του μέλους.
Ταύτα δέ τινες μεν ενόμιζον ότι εποίει ο Διονύσιος διότι ήτον
οκνηρός την φύσιν και αμελής και ακόλαστος· άλλοι δε, ότι θέλων
να καταφρονήται, και να μη ήναι φοβερός εις τους Κορινθίους,
ουδ' ύποπτος ότι βαρέως έφερε του βίου την μεταβολήν και ότι
επεθύμει τα δημόσια πράγματα, επετηδεύετο ταύτα, και υπεκρίνετο
παρά φύσιν, και πάσαν επεδείκνυε φιλοτιμίας έλλειψιν εις την
τοιαύτην αργίαν παραδιδόμενος.
ΙΕ. Αναφέρονται δε και λόγοι τινες αυτού, οίτινες φαίνονται
αποδεικνύοντες ότι υπέφερεν ουχί αγεννώς τας παρούσας αυτού
καταστροφάς. Καταπλεύσας εις την Λευκάδα, πόλιν άποικον των
Κορινθίων, ως ήτον και η των Συρακουσών, είπεν ότι τω συμβαίνει
το αυτό ό,τι και εις τους σφάλλοντας νεανίσκους· διότι καθώς
εκείνοι μετά μεν των αδελφών των φαιδρώς συγκατοικούσι, τους δε
πατέρας των αισχυνόμενοι αποφεύγουσιν, ούτω και αυτός,
εντρεπόμενος την μητρόπολιν, ευχαρίστως θα κατώκει μεταξύ
αυτών. Εις δε την Κόρινθον, προς ξένον τινα αγροίκως πως
χλευάζοντα αυτόν διά τας μετά των φιλοσόφων συναναστροφάς του,
αίτινες τον ευχαρίστουν όταν ήτον τύραννος, και τέλος
ερωτήσαντα, τι άρα απήλαυσεν εκ της σοφίας του Πλάτωνος, «Και
σοι φαίνεται, τω είπεν, ότι ουδέν ωφελήθημεν εκ του Πλάτωνος,
όταν ούτως υποφέρωμεν της τύχης την μεταβολήν;» Προς δε τον
μουσικόν Αριστόξενον (237) καί τινας άλλους, οίτινες τον
ηρώτησαν πόθεν προήλθε και τις ήτον η κατά του Πλάτωνος
δυσαρέσκειά του, είπεν αυτός ότι, κακών μεν πολλών μεστή είναι
η τυραννίς, αλλά κανέν αυτών δεν είναι τόσον μέγα, όσον το ότι
κανείς των λεγομένων φίλων δεν ομιλεί προς αυτήν μετά
παρρησίας· ότι δε και αυτός υπ' εκείνων εστερήθη της ευνοίας
του Πλάτωνος. Όταν δε τις των θελόντων ευφυίαν να δείξη,
περιπαίζων τον Διονύσιον, ετίνασσε το ιμάτιόν του εισερχόμενος
προς αυτόν, ως εισερχόμενος δήθεν προς τύραννον (238), τω
είπεν ο Διονύσιος, αντισκώπτων αυτόν, να πράττη τούτο όταν
εξέρχηται, διά να δείξη ότι δεν απέρχεται κλέψας τι εκ του
δωματίου. Φίλιππος δ' ο Μακεδών, εις συμπόσιον καθήμενος
(239), έρριψεν ειρωνικόν τινα λόγον περί των μελών και των
τραγωδιών άς κατέλιπεν ο πρεσβύτερος Διονύσιος, και επροσποιήθη
ότι ηπόρει πότε εύρισκεν εκείνος καιρόν να συνθέτη ταύτα· Τω
απήντησε δ' ο Διονύσιος ουχί αστόχως· «Όταν συ και εγώ, και
όλοι οι μακάριοι νομιζόμενοι, διετρίβομεν περί το ποτήριον.»
Και ο μεν Πλάτων δεν είδεν εν Κορίνθω τον Διονύσιον, αλλ' είχεν
ήδη αποθάνει· ο δε Σινωπεύς Διογένης (240), όταν απήντησεν
αυτόν κατά πρώτον, «Ποσόν αναξίως, τω είπεν, ω Διονύσιε ζης!».
Τότε δ' εστάθη εκείνος, και τω απεκρίθη· «Καλά κάμνεις, ω
Διόγενες, λυπούμενος μετ' εμού διά τα δυστυχήματά μου.» «Και
πώς; είπεν ο Διογένης· Νομίζεις ότι συμπάσχω μετά σου, και ότι
πολύ μάλλον δεν αγανακτώ διότι τοιούτον ανδράποδον ων, και
άξιος να γηράσης, ως ο πατήρ σου, και ν' αποθάνης εις τα
καταγώγια των τυράννων, συ διατρίβεις ενταύθα, παίζων και
τρυφών μεθ' ημών;» Ώστε όταν παραβάλλω προς ταύτα τας φωνάς του
Φιλίστου, άς εκπέμπει περί των Θυγατέρων του Λεπτίνου
ολοφυρόμενος (241), ότι εκ μεγάλων αγαθών, των της τυραννίδος,
εις βίον κατέπεσαν ταπεινόν, μοι φαίνονται εκείναι ως θρήνοι
γυναικός αλαβάστρους (242) ποθούσης και πορφύρας και χρυσά
κοσμήματα. Ταύτα δεν νομίζομεν ξένα εις βιογραφίας, και
ελπίζομεν να μη φανώσιν άχρηστα εις ακροατάς μη σπεύδοντας ή μη
πολυασχόλους.