ΙΣΤ. Και η μεν δυστυχία του Διονυσίου εφάνη παράδοξος·

θαυμαστόν δε ότι είχεν η επιτυχία του Τιμολέοντος. Διότι, αφ'

ού επάτησε την Σικελίαν, εντός πεντήκοντα ημερών και την

ακρόπολιν των Συρακουσών παρέλαβε, και τον Διονύσιον εις την

Πελοπόννησον απέπεμψεν. Εκ τούτων εμψυχωθέντες οι Κορίνθιοι, τω

έπεμψαν δισχιλίους οπλίτας και διακοσίους ιππείς, οίτινες

φθάσαντες μέχρι Θουρίων (243), επειδή αδύνατον έβλεπον να

περάσωσιν εκείθεν, διότι οι Καρχηδόνιοι μετά πολλών πλοίων

κατείχον την θάλασσαν, αναγκαζόμενοι να μείνωσιν αυτόθι αργοί

και να περιμείνωσιν εύθετον καιρόν, μετεχειρίσθησαν εις

κάλλιστον έργον της απραξίας των τον καιρόν. Οι Θούριοι

εξεστράτευον τότε κατά των Βρεττίων (244)· παραλαβόντες δ'

αυτοί την πόλιν αυτών, την διεφύλαξαν ως ιδίαν αυτών πατρίδα,

καθαρώς και πιστώς. Ο δ' Ικέτης την μεν ακρόπολιν των

Συρακουσών επολιόρκει, και εμπόδιζε να εισπλεύση σίτος διά τους

Κορινθίους. Παρασκευάσας δε δύο ξένους, έπεμψεν αυτούς κρυφίως

εις Αδρανόν, διά να δολοφονήσωσι τον Τιμολέοντα, όστις ούτε

άλλως είχεν ωργανισμένην σωματοφυλακήν, και τότε, ένεκα της

θείας προστασίας, όλως ελευθέρως και ανυπόπτως συνέζη μετά των

Αδρανιτών. Οι δε σταλέντες, κατά τύχην ακούσαντες ότι έμελλεν

αυτός να προσφέρη θυσίαν, ήλθον εις το ιερόν, εγχειρίδια υπό τα

ιμάτια έχοντες, και συναναμιχθέντες μετά των ισταμένων πέριξ

του βωμού, επλησίαζον κατά μικρόν επί μάλλον και μάλλον. Ήδη δε

προέτρεπον αλλήλους ν' αρχήσωσιν όσον ούπω, όταν τον ένα αυτών

εκτύπησέ τις διά ξίφους κατά της κεφαλής, και άμα ούτος έπεσεν,

ούτ' εκείνος έμεινεν, όστις τον εκτύπησεν, ούτε ο ελθών μετά

του πληγωθέντος· αλλ' εκείνος μεν το ξίφος κρατών και φεύγων,

εις πέτραν υψηλήν ανεπήδησεν· ο δ' άλλος, τον βωμόν

εναγκαλισθείς, εζήτει χάριν παρά του Τιμολέοντος, υποσχόμενος

τα πάντα να τω καταμηνύση. Λαβών δ' αυτήν, εμαρτύρησε καθ'

εαυτού και κατά του αποθανόντος, ότι εστάλησαν διά να τον

φονεύσωσιν. Εν τούτοις δε και τον εις την πέτραν καταφυγόντα

κατεβίβασαν άλλοι, βοώντα άτι ουδέν κακόν έπραξεν, αλλ' ότι

δικαίως εφόνευσε τον άνθρωπον, εκδικών τον αποθανόντα πατέρα

του, όν εκείνος πριν είχε θανατώσει εν Λεοντίνοις (245). Και

εμαρτύρουν υπέρ αυτού τινες των παρόντων, θαυμάζοντες συγχρόνως

της τύχης το μηχάνημα, ήτις άλλα δι' άλλων ενεργούσα, και

συνάγουσα πάντα μακρόθεν και συγκαταπλέκουσα τα φαινόμενα όλως

διάφορα και ουδέν προς άλληλα κοινόν έχοντα, μεταχειρίζεται των

μεν τα τέλη εις άλλων αρχάς. Και τον μεν άνθρωπον τούτον

εστεφάνωσαν οι Κορίνθιοι διά στεφάνου αξίας δέκα μνων (246),

διότι εδάνεισε πάθος δίκαιον εις τον δαίμονα τον φύλακα του

Τιμολέοντος, και δεν κατηνάλωσε πρότερον τον θυμόν όν έτρεφε

προ πολλού, αλλ' εξ ιδίων αιτιών, και συνάρσει της τύχης,

διετήρησεν αυτόν προς σωτηρίαν εκείνου. Η δε του παρόντος

καιρού ευτυχία, και προς τα μέλλοντα ανεπτέρωσε τας ελπίδας

αυτών, και έβλεπον ως ιερόν άνδρα τον Τιμολέοντα, όν ως εκ Θεού

πεμφθέντα βοηθόν εις την Σικελίαν, ώφειλον να σέβωνται και να

προφυλάττωσιν.

ΙΖ. Ως δ' απέτυχεν εις την απόπειραν ταύτην ο Ικέτης, και

έβλεπε πολλούς περί τον Τιμολέοντα συνασπιζομένους, μεμφθείς

εαυτόν, ότι εν ώ τοσαύτην είχε δύναμιν των Καρχηδονίων,

μετεχειρίζετο αυτήν ως αισχυνόμενος, κατά μικρά σώματα και

λαθραίως υποκλέπτων και παρέργως δεχόμενος την συμμαχίαν αυτών,

εμήνυσε τον στρατηγόν αυτών Μάγωνα να έλθη μεθ' όλου του στόλου

του. Εισέπλευσε δ' αυτός τότε φοβερός, δι' εκατόν πεντήκοντα

πλοίων καταλαμβάνων τον λιμένα, πεζών δ' έξ μυριάδας

αποβιβάζων, και στρατοπεδεύων εις την πόλιν των Συρακουσίων·

ώστε η έκπαλαι λεγομένη και περιμενομένη εκβαρβάρωσις ήλθεν εις

την Σικελίαν. Διότι ποτέ πρότερον δεν είχον κατορθώσει οι

Καρχηδόνιοι, αν και μυρίους επολέμησαν πολέμους εις την

Σικελίαν, να λάβωσι τας Συρακούσας· τότε δε, όταν τους εδέχθη ο

Ικέτης και τοις παρέδωκε την πόλιν, εφαίνετο αύτη εις βαρβάρων

μεταβληθείσα στρατόπεδον. Οι δε Κορίνθιοι όσοι είχον την

ακρόπολιν, δεινώς διέκειντο και επικινδύνως, τροφήν ικανήν μη

έχοντες πλέον, και ένδειαν πάσχοντες, διότι εφρουρούντο οι

λιμένες, κατεμερίζοντο δε πάντοτε εις αγώνας και μάχας περί τα

τείχη, και εις παν μηχάνημα και εις πάσαν επίνοιαν

πολιορκητικήν.

ΙΗ. Ουχ ήττον όμως ο Τιμολέων τους εβοήθει, στέλλων εις αυτούς

σίτον εκ Κατάνης διά μικρών αλιευτικών πλοιαρίων και δι'

ακατίων λεπτών, άτινα κατώρθουν εν καιρώ τρικυμίας μάλιστα να

εισπλέωσι διά των βαρβαρικών τριηρών, περώντα κάτωθεν αυτών,

όταν τας εχώριζεν ο κυματισμός και ο σάλος. Ταύτα βλέποντες οι

περί τον Μάγωνα και Ικέτην, ηθέλησαν να κυριεύσωσι την Κατάνην

εξ ής ήρχοντο διά θαλάσσης αι τροφαί εις τους πολιορκουμένους,

και λαβόντες της δυνάμεως αυτών το μαχιμώτατον, εξέπλευσαν εκ

των Συρακουσών. Ο δε Κορίνθιος Νέων, (ήτον δ' ούτος ο αρχηγός

των πολιορκουμένων), ιδών από της κορυφής τους εχθρούς όσοι

έμειναν, ότι απροσέκτως και αμελώς εφύλαττον, επέπεσεν εξαίφνης

επ' αυτούς εν ώ ήσαν διεσπαρμένοι, και άλλους μεν φονεύσας

άλλους δε τρέψας εις φυγήν, εκυρίευσε και κατέλαβε την θέσιν

την λεγομένην Αχραδινήν, ήτις εφαίνετο ότι ήτον το ισχυρότατον

και μάλλον απρόσβλητον μέρος της πόλεως των Συρακουσών,

συγκειμένης τρόπον τινα εκ πολλών πόλεων. Κυριεύσας δε πολύν

σίτον και πολλά χρήματα, δεν αφήκε τον τόπον, ουδ' ανεχώρησε

πάλιν εις την άκραν, αλλά περιφράξας τον περίβολον της

Αχραδινής, και συνάψας αυτήν διά των περιτειχισμάτων μετά της

ακροπόλεως, την εφύλαττε. Τους δε μετά του Μάγωνος και του

Ικέτου, όντας ήδη πλησίον της Κατάνης, προφθάσας ιππεύς εκ

Συρακουσών, τοις ανήγγειλε την άλωσιν της Αχραδινής.

Ταραχθέντες δ' αυτοί, ανεχώρησαν διά τάχους, ούτε την πόλιν

κυριεύσαντες καθ' ής εξήλθον, ούτε φυλάξαντες εκείνην ήν είχον.

ΙΘ. Και ταύτα μεν η πρόνοια και η ανδρεία δύναται μέχρι τινός

να τ' αμφισβητήση προς την τύχην· το δε μετά ταύτα γενόμενον

φαίνεται εντελώς ότι εξ ευνοίας της τύχης συνέβη. Οι στρατιώται

των Κορινθίων όσοι διέτριβον εν Θουρίοις, φοβούμενοι τας

τριήρεις των Καρχηδονίων αίτινες τους παρεφύλαττον μετά του

Άννωνος, και επειδή συγχρόνως διά την σφοδρότητα του ανέμου προ

πολλών ημερών ήτον εξηγριωμένη η θάλασσα, εκίνησαν να πορευθώσι

πεζή διά της χώρας των Βρεττίων (247). Και μέρος μεν πείθοντες

τους βαρβάρους, μέρος δε διά της βίας διερχόμενοι, κατέβαινον

προς το Ρήγιον, εν ώ το πέλαγος ήτον έτι τρικυμιώδες. Ο δε των

Καρχηδονίων ναύαρχος επειδή δεν περιέμενε τους Κορινθίους, και

ενόμιζεν ότι ματαίως εκεί εκάθητο, πείσας εαυτόν ότι επενόησε

σοφόν ότι και πανούργον προς απάτην, διέταξε τους ναύτας να

στεφανωθώσι, και κοσμήσας τας τριήρεις δι' ελληνικών ασπίδων

και φοινίκων καλυμμάτων, έπλεε προς τας Συρακούσας· και παρά

την ακρόπολιν, ισχυρώς τας κώπας κτυπών, και μετά κρότου και

γέλωτος, εβόα ότι έρχεται νικήσας και κατατροπώσας τους

Κορινθίους, ούς κατέλαβεν εις την θάλασσαν διαπλέοντας. Ήλπιζε

δε διά τούτων να προξενήση δυσθυμίαν εις τους πολιορκουμένους.

Αλλ' εν ώ ταύτα εφλυάρει και γελοίαν απάτην μετεχειρίζετο, οι

Κορίνθιοι, καταβάντες εκ των Βρεττίων εις το Ρήγιον, επειδή

ουδείς εφύλαττε, και είχε πέσει ο άνεμος ανελπίστως, και ο

πορθμός εφαίνετο ακύμαντος και λείος, πληρώσαντες ταχέως τα

περάματα και τα αλιευτικά πλοιάρια όσα ήσαν εκεί, απέπλευσαν,

και διέβησαν εις την Σικελίαν τοσούτον ασφαλώς και μετά

τοσαύτης γαλήνης, ώστε έσειρον και τους ίππους εκ των χαλεινών,

κολυμπώντας πλησίον των πλοίων.

Κ. Αφ' ού δ' όλοι διήλθον, ο Τιμολέων δεχθείς αυτούς,

εκυρίευσεν ευθύς την Μεσσήνην (248), και παραταχθείς,

εξεστράτευσε κατά των Συρακουσών, πεποιθώς μάλλον εις την καλήν

τύχην δι' ής τοσαύτα επετύγχανε και κατώρθου, παρά εις την

δύναμίν του· διότι δεν είχε μεθ' εαυτού περισσοτέρους των

τετρακισχιλίων. Ως δ' ανηγγέλθη η έφοδος αυτού εις τον Μάγωνα,

θορυβούμενος ούτος και φοβηθείς, έτι μάλλον συνέλαβεν υποψίας

εξ αιτίας τοιαύτης. Οι περί την πόλιν βάλτοι πολύ μεν δέχονται

εκ βρύσεων πότιμον ύδωρ, πολύ δ' εξ ελών και ποταμών, οίτινες

καταρρέουσιν εις την θάλασσαν, και εις αυτούς τρέφεται πλήθος

εγχέλεων, και υπάρχει πάντοτε άφθονος άγρα αυτών. Ταύτας δ'

εθήρευον ομού οι μισθωτοί στρατιώται και των δύο μερών, επειδή

ήσαν εις αργίαν και εις ανακωχήν. Ως όντες δ' εκατέρωθεν

Έλληνες, και προς αλλήλους μη έχοντες αφορμήν ιδίων απεχθειών,

εις μεν τας μάχας εκινδύνευον προς αλλήλους ευρώστως, επί δε

της ανακωχής ερχόμενοι προς αλλήλους, συνδιελέγοντο. Και τότε

κοινόν έχοντες το έργον της αλιείας, συνωμίλουν, θαυμάζοντες

της θαλάσσης εκείνης την ωραιότητα, και την αξιολογότητα των

χωρών. Και τις εκ των συνεκστρατευόντων μετά των Κορινθίων,

είπε· «Πόλιν τόσον μεγάλην και τόσα καλά έχουσαν, σεις, Έλληνες

όντες, θέλετε να την εκβαρβαρώσητε, κατοικίζοντες πλησιέστερον

ημών τους κακίστους και φονικωτάτους Καρχηδονίους, εν ώ έπρεπε

να εύχεσθε πολλαί Σικελίαι να κείνται μεταξύ αυτών και της

Ελλάδος. Ή νομίζετε ότι ούτοι συνήθροισαν στρατόν και ήλθον από

των Ηρακλείων στηλών και της Αντλαντικής θαλάσσης διά να

κινδυνεύσωσιν υπέρ της δυναστείας του Ικέτου, όστις, αν

εσκέπτεπο ως ηγεμών, δεν θ' απέκρουε τους πατέρας (249) ουδέ

θα έφερε τους εχθρούς κατά της πατρίδος του, αλλά θ' απελάμβανε

και τιμήν και δύναμιν όσην πρέπει, πείσας τους Κορινθίους και

τον Τιμολέοντα;» Τούτους τους λόγους οι μισθοφόροι διέδωκαν εις

το στρατόπεδον, και ενέπνευσαν υποψίαν εις τον Μάγωνα, ότι

προδίδεται. Εζήτει δε και προ πολλού πρόφασιν. Επομένως, ει και

τον παρεκάλει ο Ικέτης να παραμείνη, και τω έλεγε πόσον

ανώτεροι εισί των εχθρών, αυτός όμως, νομίζων ότι εισί κατά την

ανδρείαν μάλλον και κατά την τύχην κατώτεροι του Τιμολέοντος,

παρ' ό,τι υπερισχύουσι κατά το πλήθος της δυνάμεως, απέπλευσεν

ευθύς εις Λιβύαν, αισχρώς και κατ' ουδεμίαν ανθρωπίνην

προσδοκίαν αφείς εκ των χειρών του την Σικελίαν.

ΚΑ. Την δ' επαύριον παρέστη ο Τιμολέων παρατεταγμένος εις

μάχην. Ως δ' ήκουσαν την φυγήν, και είδαν την ερημίαν των

νεωρίων, τοις ήλθε να γελάσωσι διά την ανανδρίαν του Μάγωνος,

και περιερχόμενοι, εκήρυττον εις την πόλιν αμοιβήν εις όν τινα

τοις κατήγγελλε πού απέδρα ο στόλος των Καρχηδονίων. Επειδή

όμως ο Ικέτης ήθελε μάχην εισέτι, και δεν παρητείτο της

εξουσίας επί της πόλεως, αλλ' ενέμενε πεισματωδώς εις τα μέρη

όσα κατείχε, διότι ήσαν ισχυρά και δυσάλωτα, διαιρέσας ο

Τιμολέων την δύναμίν του, ο ίδιος μεν προσέβαλλε παρά το

ρείθρον του Ανάπου ποταμού, όπου ήτον βιαιότερον, τους δ'

άλλους διέταξε να επιτεθώσιν εκ της Αχραδινής, και τούτων

αρχηγός ήτον Ισίας ο Κορίνθιος. Τους δε τρίτους έφερον κατά των

Επιπολών (250) ο Δείναρχος και ο Δημάρετος, εκείνοι οίτινες

έφερον την τελευταίαν βοήθειαν εκ Κορίνθου. Ως επέπεσαν λοιπόν

ούτοι πανταχόθεν συνάμα, και οι περί τον Ικέτην τραπέντες

έφευγον, η πόλις εκυριεύθη κατά κράτος, και ταχέως έγινεν

υποχείριος, και οι εχθροί εδιώχθησαν. Και ταύτα μεν είναι

δίκαιον ν' αποδώσωμεν εις την των μαχομένων ανδρείαν και εις

του στρατηγού την ικανότητα. Το δ' ότι ουδείς των Κορινθίων

ουδ' εφονεύθη ουδ' ετραυματίσθη, εφάνη κατόρθωμα ίδιον αυτής

της τύχης του Τιμολέοντος, ήτις διηγωνίζετο τρόπον τινα προς

την αρετήν του ανδρός, όπως θαυμάζωοιν οι ακούοντες τα

μακαριζόμενα έργα αυτού έτι μάλλον των επαινουμένων. Διότι ου

μόνον εις την Σικελίαν πάσαν και εις την Ιταλίαν διεδόθη ευθύς

η φήμη, αλλ' εντός ολίγων ημερών αντήχει καθ' όλην την Ελλάδα

το μέγεθος του κατορθώματος· ώστε, εν ώ η πόλις των Κορινθίων

δεν επίστευεν έτι ότι ο στόλος αυτής διέπλευσεν, ήκουσε

συγχρόνως ότι εσώθη και ενίκησεν ο στρατός της. Ούτως άριστα αι

πράξεις επέτυχον, και εις το τόσον κάλλος των έργων προσέθηκεν

η τύχη και την ταχύτητα.

ΚΒ. Ως δ' έγινε της άκρας κύριος, δεν έπαθε το ίδιον πάθος μετά

του Δίωνος, ουδ' εφείσθη του τόπου διά το κάλλος αυτού και την

πολυτέλειαν της κατασκευής, αλλά φυλαχθείς από της υποψίας δι'

ήν πρώτον διεβλήθη και μετά ταύτα κατεστράφη εκείνος, εκήρυξε

να έλθη όστις θέλει των Συρακουσίων μετά σιδήρου, και να

βοηθήση εις το να κατασκαφώσι τα τυραννικά οχυρώματα. Όλοι δ'

ανέβησαν, αρχήν ελευθερίας ασφαλεστάτην θεωρήσαντες το κήρυγμα

και την ημέραν εκείνην, και ου μόνον την άκραν, αλλά και τας

οικίας και τα μνήματα των τυράννων ανέτρεψαν και κατέσκαψαν.

Ευθύς δ' ομαλύνας τον τόπον, ωκοδόμησε τα δικαστήρια εις αυτόν,

να ευχαριστήση ζητών τους πολίτας, και της τυραννίδος ανωτέραν

αναδεικνύων την δημοκρατίαν. Αφ' ού, όμως εκυρίευσε την πόλιν,

δεν είχε πολίτας, διότι άλλοι μεν εφονεύθησαν εις τας στάσεις

και τους πολέμους, άλλοι δ' έφυγον την τυραννίαν και η μεν των

Συρακουσών αγορά διά την ερημίαν υπό τόσον βαθέος εκαλύφθη

χόρτου, ώστε οι ίπποι έβοσκον εν αυτή, και οι ιπποκόμοι

κατέκειντο εις την χλόην, αι δ' άλλαι πόλεις, πλην ολιγίστων,

εγένοντο πλήρεις ελάφων και αγριοχοίρων, και εις τα προάστεια

και περί τα τείχη πολλάκις οι αργοί εκυνήγουν. Δεν υπήκουε δε

κανείς των εις τα οχυρώματα και τα φρούρια κατοικούντων, ουδέ

κατέβησαν δις την πόλιν, αλλά φρίκη και μίσος εκυρίευσε πάντας

διά τας εκκλησίας του δήμου, και διά την πολιτικήν, και διά των

ρητόρων το βήμα, εξ ών προέκυψαν εις αυτούς οι πλείστοι των

τυράννων. Διά τούτο απεφάσισεν ο Τιμολέων και οι Συρακούσιοι να

γράψη προς τους Κορινθίους, αυτοί να στείλωσι κατοίκους εις τας

Συρακούσας εκ της Ελλάδος, διότι άλλως η χώρα έμελλε να μείνη

ακαλλιέργητος, και πολύν πόλεμον περιέμενον εκ Λιβύας,

ακούσαντες ότι ο Μάγων ηυτοχειριάσθη, και οι Καρχηδόνιοι

εσταύρωσαν το σώμα του, οργισθέντες διά την στρατηγίαν του, και

συνήγον μεγάλην δύναμιν, προτιθέμενοι την άνοιξιν να διαβώσιν

εις Σικελίαν.

ΚΓ. Ως δ' εκομίσθησαν τα γράμματα ταύτα του Τιμολέοντος, και

ήλθον και των Συρακουσίων οι πρέσβεις, και παρεκάλουν να

επιμεληθώσι της πόλεως οι Κορίνθιοι, και να γίνωσιν εκ νέου

πάλιν αυτής οικισταί, δεν ήρπασαν ούτοι ευθύς την ευκαιρίαν

προς κόρεσιν της πλεονεξίας, ουδ' έλαβον την πόλιν αλλά πρώτον

μεν, περιερχόμενοι τους ιερούς αγώνας εις την Ελλάδα και τας

μεγίστας των πανηγύρεων, ανηγόρευον διά κηρύκων, ότι οι

Κορίνθιοι καταλύσαντες την εν Συρακούσαις τυραννίδα, και

διώξαντες τον τύραννον, καλούσι τους Συρακουσίους, και όν τινα

θέλει των άλλων Σικελιωτών, να κατοικήσωσι την πόλιν, ελεύθεροι

και αυτόνομοι, και την χώραν εξ ίσου και δικαίως διανεμηθέντες.

Έπειτα δε, αγγελιαφόρους στέλλοντες εις την Ασίαν και τας

νήσους, όπου ήκουσαν ότι κατώκουν διεσπαρμένοι φυγάδες, τους

προσεκάλουν όλους να έλθωσιν εις την Κόρινθον, όθεν οι

Κορίνθιοι έμελλον να τους πέμψωσιν ασφαλώς εις τας Συρακούσας,

και πλοία και στρατηγούς να τοις χορηγήσωσιν ιδίαις δαπάναις.

Ως δε ταύτα εκηρύττοντο, η μεν πόλις τον δικαιότατον και

κάλλιστον απελάμβανεν έπαινον, και εζηλεύετο διότι ηλευθέρωσε

μεν από των τυράννων, έσωσε δ' από των βαρβάρων και απέδιδεν

εις τους πολίτας την χώραν οι δε συνελθόντες εις Κόρινθον, μη

όντες αρκετοί το πλήθος, παρεκάλεσαν να λάβωσι συνοίκους εκ

Κορίνθου και της άλλης Ελλάδος· και γενόμενοι ουχί ολιγώτεροι

των δεκακισχιλίων, κατέπλευσαν εις τας Συρακούσας. Ήδη δε και

εκ των διεσπαρμένων εις την Ιταλίαν και την Σικελίαν πολλοί

συνήχθησαν περί τον Τιμολέοντα, και τότε εις αυτούς, εξήκοντα

χιλιάδας γενομένους τον αριθμόν, ως λέγει ο Άθανις (251)

διένειμε μεν την χώραν, επώλησε δε τας οικίας διά χίλια τάλαντα

(252) δίδων ούτω συγχρόνως εις τους αρχαίους Συρακουσίους

αφορμήν να εξαγοράσωσι τας εδικάς των, και ενταυτώ προμηθεύων

ευπορίαν χρημάτων εις τον δήμους, όστις ούτως επένετο και προς

όλα τ' άλλα και προς τον πόλεμον, ώστε και τους ανδριάντας

επώλησε, και ψηφοφορία εγένετο περί εκάστου και κατηγορία, ως

περί ανθρώπων εις ευθύνην υποβαλλομένων. Τότε δε λέγεται ότι οι

Συρακούσιοι διετήρησαν τον ανδριάντα του παλαιού τυράννου

Γέλωνος, εν ώ τους άλλους όλους κατεδίκασαν εν τη χειροτονία,

διότι εσέβοντο και ετίμων τον άνδρα εκείνον ένεκα της νίκης ήν

ενίκησε πλησίον της Ιμέρας κατά των Καρχηδονίων (253).

ΚΔ. Εν ώ δ' ούτως ανέζη και επληρούτο η πόλις, και πανταχόθεν

συνέρρεον εις αυτήν πολίται, θέλων ο Τιμολέων και τας άλλας

πόλεις να ελευθερώση, και εντελώς να εκριζώση εκ της Σικελίας

τας τυραννίδας, εξεστράτευσεν εις τας χώρας αυτών, και τον μεν

Ικέτην ηνάγκασε να χωρισθή από των Καρχηδονίων, και να

συμφωνήση να κατεδαφίση τας ακροπόλεις, και να ζήση ως ιδιώτης

εις τους Λεοντίνους· τον δε Λεπτίνην, όστις ετυράννει της

Απολλωνίας (254) και πολλών άλλων κωμοπόλεων, επειδή παραδόθη

όταν εκινδύνευεν ήδη να συλληφθή, δεν τον εθανάτωσεν, αλλά τον

έπεμψεν εις την Κόρινθον, καλόν νομίζων να βλέπωσιν οι Έλληνες

εν τη μητροπόλει ως φυγάδας και ταπεινώς ζώντας τους τυράννους

της Σικελίας. Θέλων δε να ωφελώνται οι μισθοφόροι εκ της

εχθρικής χώρας, και να μη μένωσιν αργοί, αυτός μεν επέστρεψεν

εις τας Συρακούσας, όπως προσέξη εις της πολιτείας την

αποκατάστασιν, και συνδιαθέση τα κυριώτατα και τα κάλλιστα μετά

του Κεφάλου και του Διονυσίου, των νομοθετών οίτινες ήρχοντο εκ

Κορίνθου· έπεμψε δε και τον Δείναρχον και τον Δημάρετον εις των

Καρχηδονίων την επικράτειαν (255). Ούτοι δε, πόλεις πολλάς

αποσπάσαντες από των βαρβάρων, ου μόνον αυτοί έζων εν αφθονία,

αλλά και χρήματα παρεσκεύαζον διά τον πόλεμον, εξ όσων

ελαφυραγώγουν.

ΚΕ. Εν τούτοις δ' οι Καρχηδόνιοι καταπλέουσιν εις το Λιλύβαιον

(256), φέροντες εβδομήκοντα χιλιάδας στρατού, και τριήρεις

διακοσίας, και πλοία άλλα χίλια, μηχανάς έχοντα και τέθριππα

και σίτον άφθονον και τ' άλλα εφόδια, ως μέλλοντες να

πολεμήσωσιν ουχί κατά μέρος πλέον, αλλά να διώξωσιν εξ όλης της

Σικελίας τους Έλληνας· διότι η δύναμις εκείνη ήτον αρκούσα όπως

καταβάλη τους Σικελιώτας και αν νοσηρώς δεν διέκειντο, και αν

δεν είχον δι' αλλήλων εξαφανισθή. Ακούσαντες δ' ότι ελεηλατείτο

η επικράτειά των, ευθύς μετ' οργής εκινήθησαν κατά των

Κορινθίων, στρατηγούς έχοντες τον Ασδρούβαν και τον Αμίλκαν.

Έφθασε δε ταχέως η αγγελία εις Συρακούσας, και τόσον

κατεπλάγησαν οι Συρακούσιοι διά το μέγεθος της δυνάμεως, ώστε

εκ τοσούτων μυριάδων μόλις τρισχίλιοι ετόλμησαν, λαβόντες τα

όπλα, να ταχθώσιν υπό τον Τιμολέοντα· οι δε μισθοφόροι ήσαν

τετρακισχίλιοι τον αριθμόν, και εκ τούτων πάλιν περί τους

χιλίους δειλιάσαντες καθ' οδόν ανεχώρησαν, φρονούντες ότι δεν

είχεν υγιείς ο Τιμολέων τας φρένας, αλλ' εμαίνετο παρ' ηλικίαν,

και προς επτά μυριάδας εχθρών εβάδιζε μετά πεντακισχιλίων πεζών

και χιλίων ιππέων, και έφερε την τοσαύτην δύναμιν οκτώ ημερών

δρόμον μακράν των Συρακουσών, όθεν ούτε σωτηρίαν εδύναντο να

ελπίσωσιν οι φεύγοντες, ούτε τάφον καν οι πεσόντες. Ενόμιζε δε

κέρδος ο Τιμολέων ότι ούτοι φανεροί εγένοντο προ της μάχης·

τους δε λοιπούς ενθαρρύνας, ταχέως επορεύθη προς τον Κρίμησον

ποταμόν, όπου ήκουσεν ότι συνέρχονται οι Καρχιδόνιοι.

ΚΣΤ. Εν ώ δ' αυτός ανέβαινε τον λόφον, μεθ' όν έμελλον να ιδώσι

το στράτευμα και την δύναμιν των εχθρών, τον απήντησαν

ερχόμενοι ημίονοι φέροντες σέλινα· και εις τους στρατιώτας

εφάνη ως αν ήτον κακόν το σημείον, διότι τα μνήματα των νεκρών

συνηθίζομεν ως επί το πλείστον διά σελίνων να στεφανώμεν, και

παροιμία τις επεκράτησεν εκ τούτου διά τον επικινδύνως

νοσούντα, ότι χρειάζεται σέλινον. Θέλων λοιπόν ν' απαλλάξη

αυτούς από της δεισιδαιμονίας, και να τοις αφαιρέση τους φόβους

ο Τιμολέων, εσταμάτησε την πορείαν, και άλλα πολλά πρόσφορα

προς τον καιρόν εις αυτούς ομιλήσας, είπεν ότι ο στέφανος

φερόμενος εις αυτούς προ της νίκης, αυτομάτως ήλθεν εις χείρας

των· διότι οι Κορίνθιοι στεφανούσι διά σελίνου τους νικώντας τα

Ίσθμια, ως ιερόν, και πάτριον θεωρούντες τούτο το στέμμα, και

τότε ακόμη, των Ισθμίων, ως τώρα των Νεμείων (257), σέλινον

ήτον ο στέφανος. Το πάλαι δε δεν εγίνετο χρήσις της πεύκης.

Ομιλήσας λοιπόν ο Τιμολέων, ως ερρέθη, προς τους στρατιώτας,

έλαβε σέλινα και εστέφη πρώτος αυτός, και έπειτα οι περί αυτόν

αρχηγοί και το πλήθος. Οι δε μάντεις ιδόντες δύο αετούς οίτινες

επέτων προς αυτούς, και ο μεν είς έφερε δράκοντα εις τους

όνυχάς του, ο δ' έτερος επέτα μεγαλοφώνως κλαγκάζων και

θαρραλέως, έδειξαν αυτούς εις τους στρατιώτας, και όλοι

ετρέποντο εις προσευχάς των θεών και εις παρακλήσεις.

ΚΖ. Το έτος ήτον τότε κατά την αρχήν του θέρους, και λήγων ο

Θαργηλίων (258), επλησίαζεν ήδη εις τας τροπάς του ηλίου.

Επειδή δε πολλήν ανέδιδεν ομίχλην ο ποταμός, κατ' αρχάς μεν

εκρύπτετο υπό σκότος η πεδιάς, και ουδέν εφαίνετο των εχθρών·

βοή δ' αμφίβολος και συγκεχυμένη ανέβαινε προς τον λόφον επάνω,

όταν ανίστατο τοσούτος στρατός. Ως δ' αναβάντες εις τον λόφον

εστάθησαν οι Κορίνθιοι, και κατά γης αφέντες τας ασπίδας

ανεπαύοντο, ο ήλιος προχωρών ανεβίβαζε την αναθυμίασιν, και ο

θολός αήρ αθροιζόμενος πρός τα υψηλά και συμπυκνούμενος,

εκάλυψεν υπό νέφη τας ακρωρείας. Εκαθαρίσθησαν δ' οι τόποι υπό

τους πόδας αυτών, και εφάνη ο Κρίμησος, και είδον τους εχθρούς

διαβαίνοντας αυτόν, πρώτα μεν τα τέθριππα, καταπληκτικώς προς

τον αγώνα παρεσκευασμένα, κατόπιν δε τούτων δεκακισχίλιοι

οπλίται λευκάσπιδες. Τούτους εξέλαβον ως Καρχηδονίους ως εκ της

λαμπρότητος του οπλισμού, και εκ της βραδύτητος και της τάξεως

της πορείας αυτών. Μετά δε τούτους ήρχετο ο χείμαρος των άλλων

εθνών, και διέβαινον αντωθούμενοι και μετά πολλής ταραχής· ώστε

εννοήσας ο Τιμολέων ότι ο ποταμός τω έδιδε την αφορμήν να λάβη

εκ των εχθρών τόσους μεθ' όσων θέλει να πολεμήση, και ειπών εις

τους στρατιώτας να ιδώσι την φάλαγγα ότι είχε διαλυθή υπό του

ρεύματος, και άλλοι μεν είχον ήδη διαβή, άλλοι δ' έμελλον να

διαβώσι, διέταξε τον Δημάρετον να λάβη τους ιππείς και να

ορμήση κατά των Καρχηδονίων, και να συνταράξη τας γραμμάς αυτών

πριν έτι παραταχθώσιν. Ο ίδιος δε, καταβάς εις την πεδιάδα, τα

μεν κέρατα έδωκεν εις τους άλλους Σικελιώτας, εγκαταμίξας εις

εκάτερον καί τινας ξένους. Εν τω μέσω δε, λαβών πέριξ του τους

Συρακουσίους και των μισθοφόρων το μαχιμώτατον, ολίγον μεν

περιέμνεινε, παρατηρών των ιππέων το κίνημα. Ως δ' είδεν ότι τα

άρματα, τρέχοντα εμπρός της τάξεως, δεν άφηνον αυτούς να

προσβάλωσι τους Καρχηδονίους, και ότι όπως μη συνταραχθώσιν

ηναγκάζοντο εις συνεχείς εξελιγμούς, και εις πυκνάς επιστροφάς

και εφόδους, λαβών την ασπίδα του, και κράξας προς τους πεζούς

να τον ακολουθήσωσι και να έχωσι θάρρος, εφάνη ότι εξέπεμπε

φωνήν υπερφυσικήν και μείζονα της συνήθους, είτε διότι εις το

πάθος κατά των αγώνα και τον ενθουσιασμόν ούτω την επέτεινεν,

είτε διότι, ως τότε οι πλείστοι επίστευσαν, θεός τις ανέκραζε

μετ' αυτού. Απέδωκε δε ταχέως την κραυγήν ο στρατός, και τον

προέτρεψε να τους οδηγήση και να μην αργή. Τότε διά σημείου

διέταξε τους ιππείς να παρελάσωσιν έξω παρά την τάξιν των

αρμάτων, και να προσβάλωσι κατά πλευράν τους εχθρούς· αυτός δε,

τους προμάχους πυκνώσας και συνασπίσας, και κελεύσας την

σάλπιγγα να ηχήση, ώρμησε κατά των Καρχηδονίων.

ΚΗ. Ούτοι δε, την μεν πρώτην προσβολήν υπέμεινον ανδρείως, και

απέφευγον τας πληγάς των δοράτων, διότι είχον κατάφρακτα τα

σώματά των εις σιδηρούς θώρακας και χαλκάς περικεφαλαίας, και

εκαλύπτοντο υπό μεγάλας ασπίδας. Όταν δ' εις ξίφη κατήντησεν ο

αγών, απαιτών τέχνην ουχ ήττον ή ρώμην, εξαίφνης από των βουνών

βρονταί φοβεραί εξερρήγνυντο, και πυρώδεις κατήρχοντο αστραπαί.

Έπειτα δε το σκότος καταβάν από των λόφων και των κορυφών εις

την μάχην μετά βροχής και ανέμου και χαλάζης, εις μεν τους

Έλληνας επέπιπτεν όπισθεν και κατά νώτον, των δε βαρβάρων

εκτύπα τα πρόσωπα, και ήστραπτεν εις τους οφθαλμούς των, και

λαίλαψ υγρά και συνεχής κατεφέρετο συγχρόνως από των συννέφων.

Ταύτα δε πολύ τους ενώχλουν, και μάλιστα τους απείρους· ουχ

ήττον δε φαίνεται ότι τους έβλαψαν αι βρονταί, και των όπλων ο

πάταγος, όταν εκτύπα αυτά η ραγδαία βροχή και η χάλαζα, διότι

δεν ηκούοντο των αρχηγών τα προστάγματα. Προσέτι δε, επειδή οι

Καρχηδόνιοι δεν ήσαν ελαφροί κατά τον οπλισμόν, αλλά, καθώς

είπομεν, όλοι κατάφρακτοι, εμπόδιον ήτον εις αυτούς ο πηλός,

και οι κόλποι των χιτώνων των πληρούμενοι ύδατος, ώστε ήσαν

βαρείς εις τον αγώνα και δυσκίνητοι, ευκόλως δ' ερρίπτοντο κατά

γης υπό των Ελλήνων, και αφ' ού έπιπτον, δεν εδύναντο πλέον να

ανεγερθώσιν εκ του πηλού μετά των όπλων των. Προσέτι και ο

Κρίμησος εξεχείλισε διά το πλήθος των διαβαινόντων, μεγάλως ήδη

και υπό των βροχών αυξηθείς, και η περί αυτόν πεδιάς,

διατεμνομένη υπ' αυλάκων και φαράγγων πολλών, επληρούτο

ρευμάτων μη εχόντων εκροήν, και εις αυτά κατακυλιόμενοι οι

Καρχηδόνιοι, δυσκόλως εξήρχοντο. Τέλος δε, εν ώ η κακοκαιρία

εξηκολούθει, οι Έλληνες κατέβαλον την πρώτην τάξιν αυτών,

άνδρας τετρακοσίους, και τότε το πλήθος όλον ετράπη εις φυγήν.

Και πολλούς μεν επρόφθανον εις την πεδιάδα και τους εφόνευον,

πολλούς δ' ο ποταμός, απαντωμένους μετά των έτι διαβαινόντων,

τους κατέβαλλε, και παρασύρων αυτούς τους έπνιγε, πλείστους δε

θέλοντας να σωθώσιν εις τους λόφους, τρέχοντες κατόπιν οι

ψιλοί, τους εθανάτουν. Λέγεται δ' ότι δέκα χιλιάδες

εφονεύθησαν, και ότι εξ αυτών τρισχίλιοι ήσαν Καρχηδόνιοι

(259)· μέγα πένθος εις την πόλιν αυτών! διότι ούτε κατά το

γένος, ούτε κατά τον πλούτον, ούτε κατά την δόξαν δεν υπήρχον

άλλοι εκείνων ανώτεροι, ούτε μνημονεύεται ότι απέθανον πρότερον

ποτέ εις μίαν μάχην τοσούτοι εξ αυτών των Καρχηδονίων· αλλά

Λίβυας ως επί το πλείστον και Ίβηρας και Νομάδας μετεχειρίζοντο

εις τας μάχας, ώστε όταν ενικώντο, άλλοι εβλάπτοντο.

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος · 第 8 / 20 段