άλλων γυναικών επορεύθη προς το στρατόπεδον των Ουολούσκων· η
δ' όψις αυτών ενέπνευσε και εις τους εχθρούς οίκτον, αιδώ και
σιωπήν. Έτυχε δ' ο Μάρκιος να κάθηται τότε επί του βήματος μετά
των ανωτέρων αξιωματικών, και ως είδε προερχομένας τας
γυναίκας, εθαύμασεν· όταν δ' εγνώρισε την μητέρα του, ήτις
εβάδιζε πρώτη, ήθελε να εμμείνη εις τους μεν αμετατρέπτους και
ακάμπτους του διαλογισμούς, αλλά νικηθείς υπό του πάθους και
συνταραχθείς υπό του θεάματος, δεν υπέμεινε να πλησιάση εν ώ
αυτός εκάθητο, και καταβάς μετά βίας, την προϋπάντησε, και
ησπάσθη πρώτον και επί μακρόν χρόνον την μητέρα του, έπειτα την
γυναίκα και τα παιδία του, ούτε δακρύων ούτε φιλοφροσύνης πλέον
φειδόμενος, αλλ' εις του πάθους το ρεύμα όλον εαυτόν παραδούς.
ΛΕ. Κορεσθείς δε τούτων, όταν ενόησεν ότι η μήτηρ του ήθελε ν'
αρχήση να ομιλή, περιστοιχισθείς υπό των προβούλων των
Ουολούσκων, ήκουσε την Ουολουμνίαν ταύτα λέγουσαν· «Βλέπεις, ω
υιέ μου, και χωρίς ημείς να σοι το ειπώμεν, και εννοείς εκ των
ενδυμάτων και εκ της μορφής των αθλίων σωμάτων ημών, εις ποίαν
οικουρίαν μας κατεδίκασεν η φυγή σου. Σκέφθητι τώρα πόσον
είμεθα πασών των γυναικών ατυχέσταται ημείς αι ενταύθα
ελθούσαι, δι' άς η τύχη μετέβαλε το γλυκύτατον των θεαμάτων εις
φοβερώτατον, διότι εγώ μεν βλέπω τον υιόν μου, αυτή δε τον
άνδρα της εχθρικώς απειλούντα της πατρίδος τα τείχη. Ό,τι δ'
εις τους άλλους είναι παρηγορία πάσης δυστυχίας και
κακοπραγίας, το να προσεύχωνται εις τους θεούς, και τούτο
κατήντησε δυσχερέστατον δι' ημάς· διότι δεν δυνάμεθα να ζητώμεν
νίκην συγχρόνως διά την πατρίδα και σωτηρίαν διά σε παρά των
Θεών· αλλ' ό,τι ήθελε καταρασθή τις των εχθρών εναντίον ημών,
ταύτα περιέχουσιν αι ημέτεραι ευχαί. Διότι ανάγκη η γυνή και τα
τέκνα σου να στερηθώσιν ή σου ή της πατρίδος των. Εγώ δε δεν θα
περιμείνω να κρίνη ο πόλεμος εν ώ ζω την τύχην μου κατά τούτο.
Αλλ' αν δεν σε πείσω αντί έριδος και κακών να φέρης ομόνοιαν
και φιλίαν, και να γίνης αμφοτέρων ευεργέτης μάλλον παρά του
ενός μέρους καταστροφεύς, ήξευρε και έσω προειδοποιημένος, ότι
δεν θα επέλθης κατά της πατρίδος σου, πριν πατήσης νεκρόν της
μητρός σου το σώμα· διότι δεν πρέπει να περιμείνω την ημέραν
καθ' ήν θέλω ιδή ή τους πολίτας θριαμβεύοντας κατά του υιού
μου, ή τον υιόν μου θριαμβεύοντα κατά της πατρίδος του. Και αν
μεν σοι ζητώ να σώσης την πατρίδα σου καταστρέφων τους
Ουολούσκους, τότε βεβαίως, υιέ μου, δύσκολος σοι προτείνεται
και δυσδιάλυτος σκέψις· διότι ούτε τους πολίτας ν' αφανίσης
είναι καλόν, ούτε τους εις σε εμπιστευθέντας είναι δίκαιον να
προδώσης. Τώρα δε ζητούμεν απαλλαγήν των κακών, σωτήριον μεν
εις αμφοτέρους επίσης, ένδοξον δε μάλλον και καλήν εις τους
Ουολούσκους, διότι, όντες ισχυρότεροι, θέλουσι φανή ότι αυτοί
δίδουσιν, εν ώ τα λαμβάνουσι, τα μέγιστα των αγαθών, την
ειρήνην και την φιλίαν. Τούτων, αν γίνωσι, συ θέλεις είσθαι προ
πάντων αίτιος, αν δε δεν γίνωσι, συ θέλεις έχει μόνος την
μομφήν παρ' αμφοτέρων. Εν ώ δε ο πόλεμος είναι άδηλος πάντοτε,
τούτο όμως έχει το πρόδηλον, ότι εις σε άλλο δεν μένει, παρ' αν
νικήσης, να ήσαι ο κακός της πατρίδος σου δαίμων, αν νικηθής,
να φανής ότι διά της οργής σου έγινες εις άνδρας φίλους και
ευεργέτας αίτιος των μεγίστων συμφορών.»
ΛΣΤ. Εν ώ δε ταύτα έλεγεν η Ουολουμνία, ο Μάρκιος ηκροάτο ουδέν
αποκρινόμενος. Επειδή δε και αφ' ού εσιώπησεν αύτη, έμεινεν έτι
σιωπών επί χρόνον πολύν, πάλιν η Ουολουμνία «Τι σιγάς, ω υιέ
μου; τω είπε. Τι; καλόν είναι να παραδίδηταί τις εντελώς εις
την οργήν και την μνησικακίαν; και δεν είναι καλόν να κάμνη
τινά χάριν εις την μητέρα όταν περί τοιούτων παρακαλή. Ή
αρμόζει εις μέγαν άνδρα να ενθυμήται ότι εκακοποιήθη, το δε να
σέβηται και τιμά τους γονείς του διά τας ευεργεσίας δι' ών τα
παιδία υπ' αυτών ευεργετούνται, δεν είναι ίδιον ανδρός μεγάλου
και αγαθού; Αλλ' εις ουδένα μάλλον ήρμοζε ν' αποδώση χάριν, ως
εις σε, όστις ούτω πικρώς ενεργείς την αχαριστίαν. Άλλως τε
κατά μεν της πατρίδος μεγάλως ήδη εξεδικήθης, εις δε την μητέρα
σου ουδεμίαν χάριν απέδωκας. Και οσιώτατον μεν θα ήτον, και
χωρίς τινος ανάγκης, όταν ούτω σε παρακαλώ, να τύχω παρά σου
των καλών και δικαίων. Αλλ' αν συ δεν πείθησαι, διατί να μη
προσφύγω και εις την εσχάτην ελπίδα;» Και ταύτα ειπούσα,
προσπίπτει εις τους πόδας αυτού, ομού μετά της γυναικός και των
τέκνων του. Ο δε Μάρκιος, «Τι μ' έκαμες, ω μήτερ» αναβοήσας,
την ανήγειρε, και σφοδρώς πιέσας την δεξιάν της, «Ενίκησας,
είπε, νίκην ευτυχή μεν διά την πατρίδα, εις εμέ δ' ολεθρίαν,
και απέρχομαι νικηθείς υπό σου μόνης.» Ως δ' είπε ταύτα, ολίγα
συνομιλήσας ιδίως μετά της μητρός και της γυναικός του, αυτάς
μεν απέπεμψεν οπίσω εις Ρώμην, ως τον παρεκάλεσαν· άμα δε
παρήλθεν η νυξ, απήγαγε τους Ουολούσκους, οίτινες διέκειντο
ουχί κατά τον ίδιον τρόπον πάντες, ουδ' ομοίως, αλλ' οι μεν
αυτών εμέμφοντο και τον άνθρωπον και την πράξιν του, οι δε ούτε
τούτον ουδ' εκείνον, διότι επεθύμουν την φιλίωσιν και την
ειρήνην. Τινές δε, δυσαρεστούμενοι προς τα γινόμενα, εθεώρουν
όμως τον Μάρκιον ουχί ως άνθρωπον πονηρόν, αλλά συγγνώμης
άξιον, διότι εις τοιαύτην πίεσιν μόνον ενέδωκεν. Ουδείς δ'
αντέστη, αλλ' όλοι τον ηκολούθησαν, την αρετήν μάλλον παρά εις
την εξουσίαν αυτού σεβόμενοι.
ΛΖ. Το δε μέγεθος του φόβου και του κινδύνου των Ρωμαίων ως εκ
του πολέμου, απεδείχθη μάλιστα όταν κατελύθη ο πόλεμος. Διότι
ως οι τα τείχη φυλάττοντες είδον εκείθεν τους Ουολούσκους
αναχωρούντας, ανεώχθησαν ευθύς πάντα τα ιερά, και πάντες
εφόρεσαν στεφάνους, ως αν είχον νικήσει, και ετέλουν θυσίας.
Μάλιστα δ' η προς τας γυναίκας αγάπη και τιμή της τε βουλής και
του πλήθους άπαντος εδήλωσε την χαράν της πόλεως, και όλοι εν
πάση πεποιθήσει έλεγον και εφρόνουν ότι εκείναι έγινον της
κοινής σωτηρίας αίτιαι. Και η μεν βουλή εψήφισεν, παν ό,τι
αύται ήθελον ζητήσει προς δόξαν ή προς χάριν, να το πράξωσι και
το χορηγήσωσιν αυταίς οι άρχοντες· αλλ' αύται ουδέν άλλο
εζήτησαν, εκτός του να οικοδομηθή ιερόν της Γυναικείας τύχης,
και το μεν ανάλωμα να καταβάλωσιν εξ εαυτών διά συνεισφοράς,
τας δ' ιερουργίας και τας τιμάς όσαι ανήκουσιν εις τους Θεούς
ν' αναλάβη δημοσίως η πόλις. Η βουλή επήνεσε τότε την
φιλοτιμίαν αυτών, και διά δημοσίας δαπάνης ίδρυσε τον ναόν και
το άγαλμα (197)· αύται όμως ουχ ήττον συνεισέφερον, και
κατασκεύασαν δεύτερον άγαλμα. Περί αυτού δε λέγουσιν οι Ρωμαίοι
ότι, όταν το έστηνον εντός του ναού, ωμίλησε και είπε τοιαύτα
τινά·
«Μ' ε δ ό σ α τ ε, γ υ ν α ί κ ε ς, κ α τ ά θ ε σ μ ό ν
θ ε ο φ ι λ ή.»
ΛΗ. Μυθολογούσι δε μάλιστα ότι δις ηκούσθη η φωνή αυτή,
πείθοντες ημάς περί πραγμάτων άτινα φαίνονται ως ποτέ να μη
έγιναν, και περί ών είναι δύσκολον να πεισθώμεν. Αδύνατον δεν
είναι τω όντι να φανώσιν αγάλματα ιδρούντα, δακρύοντα, ή
υγρασίαν τινά σταλάζοντα αιματώδη· διότι τα ξύλα και οι λίθοι
πολλάκις μεν συνάγουσι σήψιν τινά, εξ υγρασίας προκύπτουσαν,
πολλά δ' εκπέμπουσιν αφ' εαυτών χρώματα, και δέχονται βαφάς εκ
των περί αυτά· και ουδέν φαίνεται υπάρχον εμπόδιον εις το να
δίδη ο Θεός ενίοτε σημεία τινά διά των τοιούτων. Δυνατόν δ'
είναι προσέτι όταν ρήγνυνται τα αγάλματα να εκβάλλωσι και
κρότον τινά ομοιάζοντα γογγισμόν ή στεναγμόν, ή όταν
διαστέλλωνται κατά το βάθος τα μόρια αυτών βιαιότερον· αλλ' εις
άψυχον να ενυπάρχη φωνή έναρθρος, και διάλεκτος ούτω σαφής και
αξιόλογος, και εντελής κατά την προφοράν, τούτο είναι όλως
ακατανόητον· αφ' ού ουδ' η ψυχή, ουδ' ο Θεός δύναται να ηχή και
να ομιλή άνευ σώματος οργανικού, και έχοντος τα προς τον λόγον
αρμόδια μέρη. Όπου δ' η ιστορία διά πολλών και αξιοπίστων
μαρτύρων βιάζει ημάς να πιστεύσωμεν, εκεί το φαινόμενον μας
πείθει ότι πάθος τι ανόμοιον προς την αίσθησιν προσέβαλε την
φανταστικήν της ψυχής ημών δύναμιν (198)· καθώς καθ' ύπνους
νομίζομεν ότι βλέπομεν όσα δεν βλέπομεν, και ακούομεν όσα δεν
ακούομεν. Ουχ ήττον όμως οι λίαν εμπαθές έχοντες το αίσθημα της
προς τον Θεόν αγάπης και φιλίας αυτών, και μηδέν των τοιούτων
δυνάμενοι να διαμφισβητήσωσιν ή ν' αρνηθώσι, στηρίζουσι κυρίως
την πίστιν αυτών εις το θαυμάσιον, και εις την ιδέαν ότι η
δύναμις του Θεού είναι εκ των ου καθ' ημάς· διότι ουδέν αυτής
ουδαμώς ομοιάζει την δύναμιν του ανθρώπου, ούτε η φύσις, ούτε η
τέχνη, ούτε η ισχύς· ούτε παράλογον είναι οσάκις πράττει τι εκ
των όσων δεν πράττονται υφ' ημών, και κατορθοί τ' ακατόρθωτα·
αλλά μάλλον κατά πάντα ο Θεός διαφέρων, προ πάντων είναι
ανόμοιος του ανθρώπου και αλλοίος ως προς τα έργα. Αλλά των μεν
θείων τα πλείστα, καθ' Ηρακλείτου (199), διαφεύγουσιν εξ
απιστίας την γνώσιν ημών.
ΛΘ. Τον δε Μάρκιον, ως επανήλθεν εις το Άντιον εκ της
εκστρατείας, μισών μεγάλως ο Τύλλος, και δυσμενώς εκ φόβου προς
αυτόν διακείμενος, υπεβουλεύετο να τον φονεύση ευθύς, φρονών
ότι αν διέφευγε τότε, λαβήν άλλην δεν θα τω έδιδε. Πολλούς δε
συναγαγών και ετοιμάσας κατ' αυτού, διέταξε ν' αποδώση την
αρχήν, δίδων εις τους Ουολούσκους και λόγον των πράξεών του.
Εκείνος δε, φοβούμενος να γίνη ιδιώτης εν ώ εστρατήγει ο Τύλλος
και είχε μεγίστην δύναμιν μεταξύ των συμπολιτών του, έλεγεν ότι
την μεν αρχήν θέλει αποδώση εις τους Ουολούσκους εάν διατάξωσι,
διότι και διά της διαταγής όλων αυτών την έλαβεν^ ευθύνας όμως
και λόγον να δώση εις τους Αντιάτας όσοι επιθυμούσιν, ουδέ τώρα
το αποφεύγει. Έγινεν επομένως εκκλησία, και εκεί οι
προητοιμασμένοι δημαγωγοί εγειρόμενοι παρώξυνον το πλήθος. Όταν
δ' ανέστη ο Μάρκιος, και οι μεν λίαν θορυβούντες ενέδιδον υπ'
αιδούς, και τον άφηνον να ομιλήση αφόβως, οι δε άριστοι των
Αντιατών, οι προ πάντων χαίροντες διά την ειρήνην, εφαίνοντο
ότι θα τον ήκουον μετ' ευνοίας και θα τον έκρινον μετά
δικαιοσύνης, εφοβήθη ο Τύλλος του ανδρός την απολογίαν, διότι
ήτον περί το λέγειν δεινότατος, και τα πρότερα αυτού έργα τω
περιποίουν εύνοιαν νικώσαν την μετά ταύτα κατηγορίαν του· ή
μάλλον αυτή η κατηγορία ήτον απόδειξις του μεγέθους της
οφειλομένης χάριτος εις αυτόν διότι δεν θα εφαίνοντο
αδικούμενοι ως μη κατακτήσαντες την Ρώμην, αν, εξ αιτίας του
Μαρκίου, δεν ήσαν εγγύς να την κατακτήσωσιν. Έκρινον λοιπόν ότι
δεν πρέπει ν' αργήσωσι περισσότερον, ή ν' αποπειραθώσι του
πλήθους· αλλά κραυγάζοντες οι θρασύτατοι των συνωμοτών ότι δεν
πρέπει να τον ακούσωσιν, ουδέ ν' αφήσωσι να τυραννή ο προδότης
τους Ουολούσκους, και να μη καταθέτη την αρχήν, επέπεσαν όλοι
ομού και τον εφόνευσαν, και ουδείς των παρόντων τον
υπερησπίσθη. Ότι όμως τούτο εγένετο παρά την γνώμην των
πλείστων, τούτο αμέσως το έδειξαν, συνδραμόντες εξ όλων των
πόλεων, και θάψαντες εντίμως αυτόν, και δι' όπλων και λαφύρων
κοσμήσαντες τον τάφον αυτού, ως ανδρός εξόχου και στρατηγού. Οι
δε Ρωμαίοι τον θάνατον αυτού ακούσαντες, άλλο μεν ουδέν έδειξαν
σημείον ουδέ τιμής, ουδ' οργής κατ' αυτού· αλλ' έδωκαν εις τας
γυναίκας την άδειαν ήν εζήτησαν να πενθήσωσιν αυτόν επί δέκα
μήνας, ως ήτον συνήθεια να πενθή εκάστη τον πατέρα, τον υιόν ή
τον αδελφόν της, και τούτο ήτον το όριον του μακροτάτου
πένθους, ορισθέν υπό του Νουμά Πομπιλίου, ως εδηλώσαμεν εις όσα
περί εκείνου εγράψαμεν (200). Του δε Μαρκίου την έλλειψιν
ευθύς συνησθάνθησαν των Ρωμαίων τα πράγματα. Διότι πρώτον μεν
διαιρεθέντες περί ηγεμονίας προς τους Αικανούς, οίτινες ήσαν
φίλοι αυτών και σύμμαχοι, προέβησαν μέχρι τραυμάτων και φόνων
(201). Έπειτα δε, νικηθέντες υπό των Ρωμαίων εις μάχην, εις ήν
και ο Τύλλος απέθανε, και το άνθος της δυνάμεως αυτών
κατεστράφη, ηρκέσθησαν εις συνθήκας αισχίστας, υπήκοοι
γενόμενοι, να υπακούωσιν εις της Ρώμης τας προσταγάς.
ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ
ΚAI
MAPKIOΥ ΓΑΪΟΥ
A. Αφ' ού δ' εξετέθησαν αι πράξεις όσας ενομίσαμεν λόγου και
μνείας αξίας, προφανές είναι ότι αι μεν πολεμικαί υπέρ
ουδετέρου κλίνουσι την πλάστιγγα ισχυρώς· διότι επίσης
αμφότεροι πολλά μεν εις τας στρατηγίας των στρατιωτικής
ανδρείας και τόλμης, πολλά δε τέχνης και προνοίας επέδειξαν
έργα· εκτός αν θέλη τις να ειπή τον Αλκιβιάδην στρατηγόν
τελειότερον, διά τας κατά γην και κατά θάλασσαν και εις πολλούς
αγώνας διηνεκείς νίκας αυτού και τα κατορθώματα. Κοινόν δ'
είχον αμφότεροι ότι όταν αυτοπροσώπως διώκουν τους στρατούς,
ανώρθουν πάντοτε και προδήλως τα πράγματα της πατρίδος των, και
όταν πάλιν απεσύροντο, ότι έτι προδηλότερον έβλαπτον. Ως προς
την πολιτικήν δε διαγωγήν, την μεν του Αλκιβιάδου, την λίαν
εκλελυμένην, και μη καθαρεύουσαν αναγωγίας και βωμολοχίας,
διότι εθήρευε την εύνοιαν του λαού, ταύτην οι σώφρονες
εβδελύττοντο· την δε του Μαρκίου, διότι ήτον χάριτος
εστερημένη, υπερήφανος και ολιγαρχική, εμίσησεν ο δήμος των
Ρωμαίων. Και επαινετή μεν ουδεμία είναι· αλλ' ο δημαγωγών και
προς χάριν του δήμου πολιτευόμενος είναι αμεμπτότερος των κακώς
μεταχειριζομένων τον λαόν, όπως μη φαίνωνται ότι δημαγωγούν
διότι, αισχρόν μεν είναι το να κολακεύη τις τον δήμον όπως
αποκτά δύναμιν, αλλά το να ισχύη διά του φόβου, και κακοποιών
και πιέζων, είναι ου μόνον αισχρόν, αλλά προσέτι και άδικον.
Β. Κατά δε τον τρόπον, ως γνωστόν, ο μεν Μάρκιος υπολαμβάνεται
ότι ήτον απλούς και ακέραιος, ο δ' Αλκιβιάδης πανούργος την
διαγωγήν και μη σεβόμενος την αλήθειαν. Μάλιστα δε κατηγορούσιν
αυτόν και δι' απάτην και κακοήθειαν, μεθ' ής δολιευθείς τους
πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, ως διηγείται ο Θουκυδίδης (202),
διέλυσε την ειρήνην. Αλλά τούτο μεν το πολιτικόν αυτού
τέχνασμα, ει και έρριψε πάλιν την πόλιν εις πόλεμον, την
κατέστησεν όμως ισχυράν συγχρόνως και φοβεράν, διότι διά του
Αλκιβιάδου απέκτησε την συμμαχίαν των Μαντινέων και των
Αργείων. Ότι δε και ο Μάρκιος κατέστησε και αυτός δι' απάτης
εις πόλεμον τους Ρωμαίους και τους Ουολούσκους, ψευδώς διαβαλών
τους ερχομένους εις την θεωρίαν, τούτο διηγείται ο Διονύσιος
(203)· η δ' αιτία καθιστά το έργον αυτού έτι χειρότερον διότι
ουχί εκ φιλονεικίας, ή πολιτικής έριδος ή αμίλλης, ως εκείνος,
αλλ' εις οργήν ενδίδων, παρ' ής, ως λέγει ο Δίων (204), ουδείς
ουδέν ποτε απολαμβάνει ευχάριστον, πολλά της Ιταλίας μέρη
συνετάραξε, και πολλάς πόλεις, αίτινες κατ' ουδέν τον ηδίκησαν,
κατέστησε παρανάλωμα του κατά της πατρίδος θυμού. Και ο
Αλκιβιάδης μεν κατέστη εξ οργής αίτιος μεγάλων συμφορών εις
τους συμπολίτας του· αλλ' άμα είδε μετανοούντας αυτούς,
κατεπραΰνθη· και ότε πάλιν απερρίφθη, δεν ενέκρινε των
στρατηγών τα σφάλματα, ουδ' ημέλησεν όταν τους είδε κακώς να
σκέπτωνται και να κινδυνεύωσιν· αλλ' ό,τι τοσούτον επαινείται ο
Αριστείδης πράξας προς τον Θεμιστοκλέα, τούτο έπραξε και αυτός
προς τους τότε άρχοντας, ελθών, αν και δεν ήσαν φίλοι του, και
ειπών και διδάξας τα δέοντα. Ο δε Μάρκιος, πρώτον μεν
εκακοποίησεν όλην την πόλιν, αν και υφ' όλης δεν εκακοποιήθη,
εξ εναντίας μάλιστα η αρίστη και ισχυροτάτη μερίς των πολιτών
συνηδικήθη μετ' αυτού και συνέπαθεν. Έπειτα δε, όταν διά πολλών
πρεσβειών και παρακλήσεων επροσπάθησαν να κατευνάσωσι την οργήν
και την λύπην του, δεν συνεκινήθη, ουδ' ενέδωκε, και απέδειξεν
ότι εκίνησε βαρύν και άσπονδον πόλεμον όπως καταβάλη και
καταστρέψη την πατρίδα του, όχι όπως επιστρέψη εις αυτήν και
την απολαύση. Και κατά τούτο δεν δύναταί τις να τους ειπή
διαφέροντας, ότι ο μεν Αλκιβιάδης, όταν επεβουλεύθη υπό των
Σπαρτιατών, εκ φόβου συγχρόνως και μίσους αυτών μετέβη προς
τους Αθηναίους· ο δε Μάρκιος, προς όν οι Ουολούσκοι
προσεφέροντο μετά πάσης δικαιοσύνης, δεν ήτον καλόν να
εγκαταλείψη αυτούς· διότι και αρχηγός αυτών ανηγορεύθη, και
μεγίστην δύναμιν είχε, και πάσαν αυτών την εμπιστοσύνην, εν ώ
εκείνου κατεχρώντο μάλλον ή ό,τι τον μετεχειρίζοντο οι
Λακεδαιμόνιοι, μέχρις ού, περιφερόμενος εις την πόλιν, και
κυλινδούμενος εις το στρατόπεδον, μέχρι τέλους ερρίφθη εις του
Τισαφέρνου τας χείρας· εκτός αν τον επεριποιείτο, διά να μη
φθαρώσιν εντελώς αι Αθήναι, εις άς επόθει να επιστρέψη.
Γ. Χρήματα δε ο μεν Αλκιβιάδης ότι και έλαβε πολλάκις ουχί
πρεπόντως εκ δωροδοκιών λέγεται, και ότι εδαπάνησε κακώς εις
τρυφήν και ακολασίαν. Εις δε τον Μάρκιον έδωκαν οι στρατηγοί
προς τιμήν, αλλά δεν τον έπεισαν να τα δεχθή. Διά τούτο και προ
πάντων δυσηρέστει το πλήθος εις τας περί χρεών του δήμου
διαφοράς του, διότι επίστευον ότι έβλαπτε τους πένητας ουχί
προς κέρδος, αλλά προς ύβριν και περιφρόνησιν. Ο Αντίπατρος
(205) έν τινι επιστολή του, γράφων περί του θανάτου του
φιλοσόφου Αριστοτέλους, προς τοις άλλοις λέγει ότι ο ανήρ
εκείνος είχε και του πείθειν την δύναμιν. Εκ των πράξεων όμως
και των αρετών του Μαρκίου ελλείπον το προσόν τούτο, καθίστα
αυτάς επαχθείς και εις αυτούς τους υπ' αυτού ευεργετουμένους,
διότι δεν υπέφερον την υπερηφάνειαν αυτού, και την αυθάδειαν,
της ερημίας σύνοικον, ως λέγει ο Πλάτων (206). Ο δ' Αλκιβιάδης
εξ εναντίας ήξευρε να μεταχειρίζηται οικείως τους υποθέσεις
έχοντας μετ' αυτού, ώστε θαυμαστόν δεν είναι ότι εις όσα
κατώρθου ήνθει η δόξα του ενισχυομένη υπό της αγάπης και της
τιμής των ανθρώπων· διότι και αυτών των σφαλμάτων του τινά
ευχαρίστουν πολλάκις και ήρεσκον. Όθεν ούτος μεν, εν ώ ου
μικράς ουδ' ολίγας βλάβας επέφερεν εις την πόλιν, εξελέγετο
όμως πολλάκις αρχηγός και στρατηγός· Εκείνος δ' εν ώ διά πολλών
κατορθωμάτων και ανδραγαθιών απέκτησεν αρχήν ήτις τω ανήκεν,
απεβλήθη όμως αυτής. Ούτω τον μεν, ουδέ κακοποιούμενοι υπ'
αυτού εδύναντο να μισώσιν οι πολίται, ο δε συνέβαινε να μισήται
καίτοι θαυμαζόμενος.
Δ. Προσέτι δε, ο μεν Μάρκιος ουδέν έπραξε μέγα όταν ήτον της
πόλεως στρατηγός, αλλ' όταν εστρατήγει των εχθρών κατά της
πατρίδος του. Ο δ' Αλκιβιάδης και ως στρατιώτης και ως
στρατηγός ωφέλησε τους Αθηναίους, και παρών εν Αθήναις
υπερίσχυσε πάντοτε των εχθρών του όσον ήθελεν, και αι κατ'
αυτού διαβολαί ίσχυον μόνον επί της απουσίας του. Ο Μάρκιος
όμως παρών κατεδικάσθη υπό των Ρωμαίων, και παρόντα τον
εφόνευσαν οι Ουολούσκοι, ανοσίως, ει και δικαίως. Αιτίαν δ'
ευλογοφανή έδωκεν ο ίδιος, ότι μη δεχθείς δημοσίως τας
συνθηκολογίας, επείσθη ιδίως υπό των γυναικών, και δεν διήλλαξε
μεν την έχθραν, αλλ' εν ώ εξηκολούθει ο πόλεμος, απώλεσε τον
καιρόν και τον κατεδαπάνησε. Διότι έπρεπε να καταπείση τους εις
αυτόν εμπιστευθέντας, και ούτω ν' απέλθη, αν λόγου άξιον
εθεώρει να τηρήση δικαίαν διαγωγήν προς αυτούς. Αν δ' ολίγον
περί των Ουολούσκων εφρόντιζε, και εκίνησε τον πόλεμον όπως
κορέση την ιδίαν οργήν του, και μετά ταύτα τον έπαυσε, δεν ήτον
καλόν να φεισθή της πατρίδος του ένεκα της μητρός του, αλλ'
έπρεπε να φεισθή της μητρός του ομού μετά της πατρίδος του·
διότι και η μήτηρ και η γυνή του ήσαν μέρος της πατρίδος ήν
επολιόρκει. Το δε, απηνώς μεν ν' αποκρούση τας δημοσίας ικεσίας
και την δέησιν των πρέσβεων και τας παρακλήσεις των ιερέων,
έπειτα δε να χαρισθή εις την μητέρα του και ν' αναχωρήση, δεν
ήτον τιμή της μητρός του, αλλά της πατρίδος του ατιμία, ήτις
εσώζετο εξ οίκτου και εκ παρακλήσεων, ένεκα μιας γυναικός, ως
αν δεν ήτον αξία να σωθή ένεκα εαυτής. Η χάρις αύτη φθόνον
διήγειρε, και ήτον ωμή και άχαρις, και προς ουδέν των δύο μερών
εύνοιαν μαρτυρούσα· διότι αναχώρησεν ούτε πεισθείς υπό των
πολεμουμένων, ούτε πείσας τους συμπολίτας του. Τούτων δε πάντων
αίτιον ήτον του τρόπου του το ακοινώτητον, το λίαν υπερήφανον
και αύθαδες· διότι αυτό καθ' εαυτό δυσάρεστον όν εις το πλήθος,
όταν συνδυάζηται και μετά της φιλοδοξίας, γίνεται εντελώς
άγριον και ανυπόφορον. Οι έχοντες αυτό, εν ώ δεν περιποιούνται
το πλήθος, ως αν δεν είχον ανάγκην τιμής, οργίζονται όμως ότι
τιμή δεν τοις αποδίδεται. Και το να μη είναι μέν τις
κολακευτικός και περιποιητικός των όχλων, τούτο το είχε και ο
Μέτελλος, και ο Αριστείδης, και ο Επαμινώνδας· αλλ' ούτοι,
καταφρονούντες αληθώς όσα ο δήμος είναι κύριος να δίδη και ν'
αφαιρή, και εξοστρακιζόμενοι πολλάκις, και εις τας χειροτονίας
αποτυγχάνοντες, και καταδικαζόμενοι, δεν ωργίζοντο κατά των
πολιτών ότι δυσμενώς διέκειντο προς αυτούς, αλλ' ηγάπων αυτούς
άμα μετενόουν, και εφιλιούντο προς αυτούς όταν τους παρεκάλουν.
Όστις δεν περιποιείται το πλήθος πολύ, ούτος δεν αρμόζει ουδέ
πολύ να το τιμωρή· διότι η αγανάκτησις δι' αποτυχίαν τιμής
προέρχεται μάλιστα εκ της μεγάλης επιθυμίας προς επιτυχίαν
αυτής.
Ε. Και ο μεν Αλκιβιάδης δεν ηρνείτο ότι τιμώμενος έχαιρε, και
ότι παραβλεπόμενος ελυπείτο· όθεν επροσπάθει ν' αγαπάται υπό
των περί αυτόν και να τους ευχαριστή. Τον δε Μάρκιον δεν άφηνεν
η υπερηφάνειά του να περιποιήται τους δυναμένους να τιμήσωσιν
αυτόν και να τον προαγάγωσι, και όμως η φιλοδοξία του τω
ενέπνεεν οργήν και λύπην όταν παρημελείτο. Ταύτα είναι όσα
δύναταί τις να εύρη ψεκτά εις τον άνδρα· τα δ' άλλα όλα εισί
λαμπρά. Ως προς την σωφροσύνην δε και την περί τα χρήματα
εγκράτειαν άξιος είναι να παραβληθή προς τους αρίστους και
καθαρωτάτους των Ελλήνων, ουχί δε τω όντι προς τον Αλκιβιάδην,
όστις ως προς ταύτα υπήρξε πάντων θρασύτατος, και υπέρ πάντας
προς το καλόν αδιαφορώτατος.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ
Α. Η κατάστασις των πραγμάτων των Συρακουσών ήτον προ της
αποστολής του Τιμολέοντος εις Σικελίαν τοιαύτη. Ο Δίων,
αποδιώξας Διονύσιον τον τύραννον (207), ευθύς εφονεύθη δολίως,
και διηρέθησαν οι μετά του Δίωνος τους Συρακουσίους
ελευθερώσαντες. Η δε πόλις άλλον μετ' άλλον μεταβαλούσα συνεχώς
τύραννον, υπό πλήθους κακών παρ' ολίγον να μείνη εντελώς
έρημος. Της δε λοιπής Σικελίας μέρος μεν ήτον εντελώς
ανεστατωμένον και εστερημένον πόλεων εξ αιτίας των πολέμων, αι
δε πλείσται πόλεις κατείχοντο υπό βαρβάρων μιγάδων και
στρατιωτών αμίσθων, οίτινες πρόθυμοι ήσαν εις τας μεταβολάς των
δυναστειών. Τότε, δέκα έτη μετά την αποδίωξίν του, ο Διονύσιος,
ξένους συλλέξας, και εκδιώξας τον Νυσαίον (208), όστις τότε
εκυρίευε των Συρακουσών, ανέλαβε τα πράγματα πάλιν, και
εγκατέστη εκ νέου τύραννος, ανελπίστως μεν διά μικράς δυνάμεως
την μεγίστην των τυραννίδων αίτινες ποτέ υπήρξαν απολέσας, έτι
δ' ανελπιστότερον από φυγάδος και ταπεινού γενόμενος πάλιν
κύριος εκείνων οίτινες τον εδίωξαν. Όσοι λοιπόν Συρακούσιοι
έμεινον εις την πόλιν, εδούλευον τον τύραννον όστις ούτε άλλως
ήτον ήπιος, τότε δ' είχεν εντελώς εξαγριωθή την ψυχήν υπό των
συμφορών του. Οι δ' άριστοι και οι επισημότατοι, απευθυνθέντες
προς τον Ικέτην, όστις ήτον των Λεοντίων δυνάστης, παρεδόθησαν
εις εκείνον, και τον ανηγόρευσαν στρατηγόν εις τον πόλεμον, αν
και δεν ήτον καλήτερος ουδενός των ομολογουμένως τυράννων, αλλά
διότι δεν είχον πού αλλαχού να στραφώσι, και ενεπιστεύθησαν εις
αυτόν, ως όντα εκ γενετής Συρακούσιον, και έχοντα δύναμιν αξίαν
ν' αντιταχθή εις την του τυράννου.
Β. Εν τω μεταξύ δ' ήλθον Καρχηδόνιοι μετά στόλου μεγάλου, και
εγένοντο απειλητικοί· ώστε φοβηθέντες οι Σικελιώται, ήθελον να
στείλωσι πρεσβείαν εις την Ελλάδα, και να ζητήσωσι παρά των
Κορινθίων βοήθειαν, ου μόνον διά την συγγένειαν, ουδέ διότι
πολλάκις εμπιστευθέντες εις εκείνους ευηργετήθησαν, αλλά προ
πάντων διότι έβλεπον την πόλιν φιλελεύθερον και μισοτύραννον,
και πολεμήσασαν τους πλείστους και μεγίστους πολέμους ουχί διά
πλεονεξίαν και υπέρ εκτάσεως της εξουσίας της, αλλ' υπέρ της
των Ελλήνων ελευθερίας. Ο δ' Ικέτης, της στρατηγίας σκοπόν έχων
την τυραννίδα, ουχί δε την ελευθερίαν των Συρακουσίων, είχε μεν
ήδη συνεννοηθή κρυφίως προς τους Καρχηδονίους, φανερώς δ'
επήνει τους Συρακουσίους, και έπεμψεν ομού μετ' αυτών τους
πρέσβεις εις την Πελοπόννησον, ουχί διότι ήθελε να έλθη
συμμαχία εκείθεν, αλλ' αν, ως ήτον επόμενον, οι Κορίνθιοι, διά
τας ελληνικάς ταραχάς και ασχολίας ηρνούντο την βοήθειαν,
ήλπιζεν ότι ευκολώτερον θα παρέδιδε τα πράγματα εις τους
Καρχηδονίους, όπως έχη αυτούς συμμάχους και συναγωνιστάς κατά
των Συρακουσίων μάλλον παρά κατά του τυράννου. Αλλά ταύτα
ολίγον μετέπειτα απεδείχθησαν.