το σχήμα, το βάδισμα και του προσώπου την σύστασιν, εν ώ όλοι
οι άλλοι ισχυρώς επαθαίνοντο, αυτός μόνος εφαίνετο ασυμπαθής
προς εαυτόν, ουχί υπό φρονήσεως και πραότητος, ουδ' εκ
μετριοπαθείας προς το συμβάν, αλλά μάλλον διότι τον
κατεκυρίευεν η οργή και η αγανάκτησις. Τούτο δ' αγνοούσιν οι
περισσότεροι ότι είναι αληθής λύπη. Διότι το αίσθημα τούτο,
όταν αναφλεχθή εις θυμόν, αποβάλλει την ταπεινότητα και
αδράνειαν, και δραστήριος φαίνεται ο οργιζόμενος, ως θερμός
φαίνεται ο πυρέσσων, καθόσον η ψυχή σφύζει τότε τρόπον τινά,
και διατείνεται και ογκούται. Την διάθεσιν ταύτην εδήλωσε διά
των έργων του ευθύς τότε ο Μάρκιος· διότι εισελθών εις την
οικίαν του, και ασπασθείς την μητέρα και την γυναίκα του,
αίτινες μετά βοής ωλοφύροντο, και ειπών εις αυτός να υποφέρωσι
το συμβάν μετά μετριότητος, ανεχώρησεν αμέσως και διευθύνθη
προς τας πύλας. Εκεί δε πάντες σχεδόν οι πατρίκιοι ομού τον
προέπεμπον. Αλλ' ούτε τι λαβών ή τι ζητήσας, ανεχώρησε, τρεις
ή τέσσαρας πελάτας έχων περί αυτόν. Ημέρας δ' ολίγας διέτριψεν
εις αγρούς τινας μόνος, υπό πολλών αντεφελκόμενος διά λογισμών
ούς ο θυμός τω υπέβαλλεν, ουχί καλόν ή συμφέρον τι αφορώντας,
αλλά πώς να εκδικηθή τους Ρωμαίους, και πώς να διεγείρη κατ'
αυτών βαρύν τον πόλεμον και γειτονικόν. Απεφάσισε λοιπόν ν'
αποπειραθή κατ' αρχάς των Ουολούσκων, οίτινες ήξευρεν ότι
ήκμαζον και κατά τα σώματα ακόμη και κατά τα χρήματα, και
ενόμιζεν ότι αι τελευταίαι των ήτται δεν κατέστρεψαν τοσούτον
την δύναμιν αυτών, όσον τοις ενέβαλον οργήν φιλοπόλεμον.
ΚΒ. Υπήρχε δέ τις ανήρ εκ της πόλεως του Αντίου, όστις διά τε
τον πλούτον και την ανδρείαν και του γένους του την λαμπρότητα
είχε βασιλικήν επιρροήν μεταξύ των Ουολούσκων· ωνομάζετο δε
Τύλλος Αμφίδιος (177). Ήξευρε δ' ο Μάρκιος ότι υπό τούτου
εμισείτο υπέρ πάντα άλλον Ρωμαίον, διότι πολλάκις απειλήσαντες
και προκαλέσαντες αλλήλους κατά τας μάχας, και κομπάσαντες
διότι ήσαν αλλήλων εφάμιλλοι, ως ταύτα φέρουσιν αι φιλοτιμίαι
και ζηλοτυπίαι των νέων πολεμιστών, προσέβηκαν εις την κοινήν
των εθνών αυτών και ιδιαιτέραν κατ' αλλήλων έχθραν. Ουχ ήττον
όμως, βλέπων ότι ο Τύλλος είχε φρονήματος μέγεθος, και προ
πάντων ότι επεθύμει να βλάψη τους Ρωμαίους, άμα τω έδιδον
λαβήν, εδικαίωσε τον ειπόντα (178)· «Δύσκολον να πολεμή τις
τον θυμόν, διότι και την ψυχήν δίδει, διά ν' απολαύση ό,τι
επιθυμεί. Λαβών λοιπόν ιμάτιον, και όλην την ενδυμασίαν δι' ής
εις όντινα ήθελε τον ιδή, να μη φανή ποίος ήτον, ως ο Οδυσσεύς,
Ήλθεν εις πόλιν ανδρών δυσμενών (179).
ΚΓ. Ήτον δ' εσπέρα, και πολλοί μεν τον απήντων, ουδείς δε τον
εγνώριζεν. Εβάδιζε δε προς την οικίαν του Τύλλου, και εισελθών,
αίφνης εκάθησεν εις την εστίαν σιωπών (180), και καλύψας την
κεφαλήν του, έμεινεν ήσυχος. Οι δ' άνθρωποι της οικίας,
θαυμάσαντες, δεν ετόλμησαν μεν να τον ανεγείρωσι, διότι είχεν
αξιοπρέπειάν τινα και το σχήμα και η σιωπή αυτού. Είπον δε εις
τον Τύλλον, όταν εκάθητο εις το δείπνον, το παράδοξον του
πράγματος. Τότε εγερθείς εκείνος, ήλθε προς αυτόν, και τον
ανέκρινε, τις ήτον, διατί ήλθε, και τι ήθελεν· ο δε Μάρκιος,
αποκαλύψας την κεφαλήν του, και ολίγον καιρόν περιμείνας, «Αν
εισέτι δεν με γνωρίζης, ω Τύλλε, είπε τέλος, ή αν βλέπων με δεν
πιστεύης τους οφθαλμούς σου, ανάγκη να γίνω εγώ κατήγορος
εμαυτού. Ειμί ο Γάιος Μάρκιος, όστις έπραξε μεγάλα κακά κατά
των Ουολούσκων, και περιφέρω την επωνυμίαν ήτις δεν επιτρέπει
ν' αρνηθώ αυτά, Κοριολάνος καλούμενος. Διότι όλων των κόπων και
των κινδύνων μου ουδέν άλλο απήλαυσα έπαθλον, πλην του ονόματος
ό φέρω ως παράσημον της προς υμάς έχθρας. Τούτο μοι έμεινεν
αναφαίρετον, όλα δε τ' άλλα ομού μοι τα εστέρησεν ο φθόνος και
η ύβρις του δήμου και η ανανδρεία και προδοσία των αρχών και
των ισοτίμων μου, και φυγάς εδιώχθην, και εκάθησα ικέτης εις
την εστίαν σου, ουχί ασφάλειαν και σωτηρίαν ζητών, — διότι προς
τι θα ηρχόμην εδώ αν εφοβούμην ν' αποθάνω; — αλλά θέλων να λάβω
εκδίκησιν, και εκδικούμενος ήδη κατά των αποβαλόντων με, δι'
αυτού τούτου ότι καθιστώ σε κύριον εμαυτού. Αν λοιπόν έχης
όρεξιν να επιχειρήσης τι κατά των εχθρών σου, άγε, ω γενναίε,
και ωφελήθητι εκ των συμφορών μου, και κατάστησον την ατυχίαν
μου κοινόν των Ουολούσκων ευτύχημα· εγώ δε θέλω πολεμήσει υπέρ
υμών τόσω επιτυχέστερον παρά καθ' υμών, όσω καλήτερον
πολεμούσιν οι γνωρίζοντες τα κατά τους εχθρούς, παρά οι
αγνοούντες. Αν όμως απέκαμες πολεμών, ούτ' εγώ θέλω να ζήσω,
ούτε σύ καλόν είναι να με σώσης, άνδρα έκπαλαι μεν εχθρόν και
πολέμιον, ήδη δ' ανωφελή και άχρηστον.» Ως λοιπόν ήκουσε ταύτα
ο Τύλλος, εχάρη θαυμαστώς, και δους την δεξιάν, «Ανάστα, τω
είπεν, ω Μάρκιε, και θάρρει. Διότι ήλθες μέγα δίδων αγαθόν εις
ημάς, όταν μας δίδης τον εαυτόν σου. Έλπιζε δε μεγαλήτερα παρά
των Ουολούσκων.» Και τότε μεν εφιλοξένησε και επεριποιήθη τον
Μάρκιον· τας δ' επιούσας ημέρας συνεσκέπτοντο περί του πολέμου.
ΚΛ. Την δε Ρώμην ετάραττε μεν η δυσμένεια των πατρικίων κατά
του δήμου, αφορμήν μεταξύ άλλων έχουσα και του Μαρκίου την
καταδίκην, πολλά δε ανήγγελλον θαύματα προσοχής άξια και οι
μάντεις και οι ιερείς και οι ιδιώται. Έν δε λέγεται ότι
τοιούτον τι υπήρξεν. Υπήρχε Τίτος τις Λατίνος, ανήρ ουχί λίαν
επίσημος, φιλήσυχος άλλως και μέτριος, και καθαρός
δεισιδαιμονίας, έτι δε μάλλον αγυρτίας. Ούτος είδεν όνειρον ότι
τω εφάνη ο Ζευς, και τω διέταξε να ειπή προς την σύγκλητον, ότι
κακόν και δυσαρεστότατον χορευτήν τω έστειλαν προ της πομπής
(181). Έλεγε δε ότι ιδών το όνειρον, δεν εφρόντισε πολύ κατ'
αρχάς. Όταν όμως και εκ δευτέρου το είδε και εκ τρίτου, και
πάλιν ημέλησε, τότε ότι τω απέθανεν υιός αγαθός, και το σώμα
του ιδίου ότι έγινεν αιφνιδίως παράλυτον. Ταύτα δ' είπε
κομισθείς φοράδην επί κλίνης εις την σύγκλητον. Άμα δε τα
είπεν, ησθάνθη ευθύς, ως λέγουσι, δυνάμεις αναλαμβάνον το σώμα
του, και αναστάς απήλθε βαδίζων. Θαυμάσαντες λοιπόν οι
βουλευταί, ηρεύνησαν ακριβώς το πράγμα, και ήτον τοιούτον·
Παραδούς τις δούλον του εις άλλους δούλους, τους διέταξε να
φέρωσιν αυτόν εις την αγοράν μαστιγούντες, και έπειτα να τον
φονεύσωσιν. Εν ώ δε ταύτα έπραττον, και ο άνθρωπος
βασανιζόμενος, πολλάς και παντοίας εστρέφετο υπό του πόνου
στροφάς, και κινήσεις άλλας δυσαρέστους εκινείτο πάσχων δεινώς,
επήλθεν η πομπή κατά τύχην· και πολλοί μεν ηγανάκτουν εκ των
παρόντων, ούτε θέαμα φαιδρόν βλέποντες, ούτε πρεπούσας
κινήσεις· ουδείς όμως επεχείρισε να εμποδίση, αλλά
περιωρίσθησαν όλοι εις ύβρεις και εις κατάρας, κατά του ούτω
πικρώς τον άνθρωπον τυραννούντος, εν ώ οι τότε μετεχειρίζοντο
τους δούλους μετά μεγαλητέρας επιεικείας, διότι και οι ίδιοι
ειργάζοντο εις τας οικιακάς υπηρεσίας, και συνέζων μετ'
εκείνων, ώστε είχον περισσοτέραν σχέσιν, και ήσαν ημερώτεροι
προς αυτούς· και μεγάλη τιμωρία δούλου αμαρτήσαντος ήτον, να
λάβη επ' ώμων το ξύλον της αμάξης εφ' ού στηρίζουσι τον ρυμόν,
και να περιέλθη ούτω την γειτονίαν· όστις δ' ήθελε πάθει τούτο,
και τον έβλεπον οι συγκάτοικοι και οι γείτονες, δεν επιστεύετο
πλέον, και εκαλείτο Φούρκιφερ (182)· διότι καλούσι Φούρκαν οι
Ρωμαίοι ό,τι οι Έλληνες ονομάζουσιν υποστάτην και στήριγμα.
ΚΕ. Όταν λοιπόν ο Λατίνος τοις διηγήθη το δράμα τούτο, και
ηπόρουν τις ήτον ο τότε της πομπής προηγούμενος δυσάρεστος και
κακός χορευτής, ανεμνήσθησάν τινες την άτοπον τιμωρίαν του
δούλου εκείνου, όν μαστιγούντες εδίωκον διά της αγοράς, και
μετά ταύτα τον εθανάτωσαν. Eσυμφώνησαν λοιπόν οι ιερείς, και ο
μεν δεσπότης του δούλου ετιμωρήθη, και εις τον Θεόν ετέλεσαν εξ
αρχής πάλιν την πομπήν και τα θεάματα. Φαίνεται δ' ο Νουμάς και
κατά τα άλλα ότι υπήρξε σοφώτατος των ιερών εξηγητής, και τούτο
ότι άριστα ενομοθέτησε προς ευλάβειαν, ότι, όταν οι άρχοντες
και οι ιερείς εκτελώσι τι των αφορώντων τα θεία, προβαίνει ο
κήρυξ μεγαλοφώνως βοών· «Οκ άγε (183)» Σημαίνει δ' η λέξις·
«Τούτο πράττε,» προσκαλούσα να προσέχωσιν εις τα ιερά, και
μηδέν έργον να παρεμβάλλωσι, μηδ' ασχολίαν τινα βιωτικήν, καθώς
τα πλείστα των ανθρωπίνων γίνονται τρόπον τινά κατ' ανάγκην και
διά βίας. Είναι δε συνήθεια παρά τοις Ρωμαίοις να
επαναλαμβάνωσι τας ουσίας και τας πομπάς και τα θεάματα ου
μόνον διά τοσούτον σπουδαίαν αιτίαν, αλλά και διά μικροτάτας.
Αν είς των ίππων οίτινες είλκον τας καλουμένας Θήσσας (184)
ήθελε ατονήσει, ή αν ο ηνίοχος ήθελε λάβει τας νίας εις την
αριστεράν χείρα, αμέσως εψήφιζον ν' αρχίση η πομπή εκ νέου· και
εις τους μεταγενεστέρους χρόνους τριακοντάκις επανέλαβον μίαν
θυσίαν, διότι τοις εφαίνετο πάντοτε ότι επήλθε τι κώλυμα, ή ότι
προσέκρουσεν είς τι η τελετή. Τοσαύτη ήτον των Ρωμαίων η προς
το θείον ευλάβεια.
ΚΣΤ. Ο δε Μάρκιος και ο Τύλλος εις το Άντιον συνωμίλουν κρυφίως
μετά των δυνατωτάτων, και τους παρεκίνουν, εν ώ οι Ρωμαίοι
διετέλουν στασιάζοντες προς αλλήλους, να κινήσωσι πόλεμον. Και
τινές μεν εδίσταζον, διότι είχον διετείς σπονδάς και ανακωχήν
μετά των Ρωμαίων· αλλά την πρόφασιν τοις επρομήθευσαν αυτοί οι
Ρωμαίοι, ένεκα υποψίας τινός ή διαβολής κηρύξαντες εις τα
θεάματα και τους αγώνας ν' αναχωρώσιν οι Ουολούσκοι εκ της
πόλεως πριν της δύσεως του ηλίου. Τινές δε λέγουσιν ότι τούτο
έγινε δι' απάτης και δόλου του Μαρκίου, πέμψαντος εις την Ρώμην
προς τους άρχοντας άνθρωπον να κατηγορήση ψευδώς τους
Ουολούσκους, ότι διανοούνται εις τα θεάματα να επιτεθώσι κατά
των Ρωμαίων, και να καύσωσι την πόλιν. Το κήρυγμα τούτο τους
κατέστησεν όλους δυσμενεστέρους προς τους Ρωμαίους· ο δε Τύλλος
έτι μάλλον αυξάνων το πράγμα και παροξύνων αυτούς, τους έπεισε
τέλος να πέμψωσιν εις την Ρώμην, και ν' απαιτήσωσι την χώραν
και τας πόλεις όσας διά πολέμου αφήρεσαν οι Ρωμαίοι από των
Ουολούσκων. Οι δε Ρωμαίοι, ακούσαντες τους πρέσβεις,
ηγανάκτησαν, και απεκρίθησαν, ότι πρώτοι μεν θα λάβωσι τα όπλα
οι Ουολούσκοι, τελευταίοι όμως θα τα καταθέσωσιν οι Ρωμαίοι.
Μετά ταύτα, συναγαγών πάντα τον δήμον εις εκκλησίαν ο Τύλλος,
αφ' ού εψήφησαν τον πόλεμον, τοις εσυμβούλευσε να καλέσωσι τον
Μάρκιον, μη μνησικακούντες κατ' αυτού, και πιστεύοντες ότι
συμμαχών θέλει τους ωφελήσει περισσότερον αφ' ό,τι τους
έβλαψεν.
ΚΖ. Επειδή δε, προσκληθείς ο Μάρκιος, και ομιλήσας προς το
πλήθος, εφάνη επίσης και διά των λόγων ως και διά των όπλων
ανήρ ικανός και πολεμικός, και έξοχος κατά τε το φρόνημα και
την τόλμην, ανηγορεύθη μετά του Τύλλου στρατηγός αυτοκράτωρ
(185) εις τον πόλεμον. Φοβούμενος δε μη ο αναγκαίος καιρός
προς προπαρασκευήν των Ουολούσκων γίνη πολύς, και αφαιρέση την
ευκαιρίαν της πράξεως, τα μεν άλλα διέταξε να συνάξωσι και
χορηγήσωσιν οι κατά την πόλιν δυνατοί και οι άρχοντες· αυτός δε
τους προθυμοτάτους άνευ καταλόγου πείσας να ταχθώσιν υπ' αυτόν
εκουσίως, εισώρμησεν εις την χώραν των Ρωμαίων αιφνιδίως, και
όταν ουδείς τον επρόσμενεν· όθεν τοσαύτα ήρπασε λάφυρα, ώστε
απηύδησαν άγοντες και φέροντες αυτά οι Ουολούσκοι, και
μεταχειριζόμενοι αυτά εις το στρατόπεδον. Ήτον δ' η τοσαύτη
ευπορία, και το ότι έβλαψε και κατέστρεψε την χώραν, το
μικρότατον δι' αυτόν ωφέλημα εκ της εκστρατείας εκείνης. Ο δε
σκοπός δι' όν έπραττε ταύτα, ο μέγας, ήτον ότι καθίστα τους
πατρικίους έτι μισητοτέρους προς τον δήμον· διότι, εν ώ
εκακοποίει και διέφθειρε τ' άλλα πάντα, εκείνων τους αγρούς
εφύλαττεν ισχυρώς, και δεν άφηνε να τους εγγίσωσιν, ούτε να
λάβωσι τίποτε εξ αυτών. Όθεν έτι μάλλον ύποπτοι εγένοντο προς
αλλήλους, και εταράττοντο, οι μεν πατρίκιοι κατηγορούντες το
πλήθος, ότι εξεδίωξεν αδίκως άνδρα δυνατόν, ο δε δήμος
αιτιώμενος εκείνους ότι εκ μνησικακίας αυτοί φέρουσι τον
Μάρκιον, και ότι εν ώ πoλεμούνται οι άλλοι, αυτοί κάθηνται
θεαταί, φύλακα του πλούτου και των κτημάτων των έχοντες έξω
αυτόν τον πόλεμον. Ταύτα κατορθώσας ο Μάρκιος, και μεγάλως
βοηθήσας τους Ουολούσκους εις το να λάβωσι θάρρος και να
καταφρονώσι τους εχθρούς, επέστρεψεν ασφαλώς.
ΚΗ. Ως δε συνηθροίσθη ταχέως και προθύμως όλη η δύναμις, και
εφάνη πολλή, απεφάσισαν μέρος μεν αυτής ν' αφήσωσιν εις τας
πόλεις προς ασφάλειαν, μετά του λοιπού δε μέρους να
εκστρατεύσωσι κατά των Ρωμαίων. Αφήκαν δ' ο Μάρκιος να εκλέξη
οίαν ήθελεν εκ των δύω στρατηγιών. Αλλ' ο Τύλλος, ειπών ότι
κατά μεν την ανδρείαν δεν βλέπει κατώτερόν του τον Μάρκιον, τον
βλέπει όμως να έχη τύχην καλητέραν εις όλας τας μάχας,
προσεκάλεσεν αυτόν ν' αναλάβη την ηγεμονίαν των εκστρατευόντων·
αυτός δ' είπεν ότι μένων οπίσω, θα φυλάξη τας πόλεις, και διά
τους εκστρατεύοντας θέλει φροντίζει τα πρόσφορα. Έτι μάλλον
λοιπόν ενθαρρυνθείς ο Μάρκιος, επροχώρησε πρώτον προς το
Κίρκαιον, πόλιν άποικον των Ρωμαίων (186) και επειδή αύτη
παρεδόθη εκουσίως, ουδόλως την έβλαψε. Μετά δε ταύτα ελεηλάτει
των Λατίνων την χώραν, πιστεύων ότι ενταύθα θα ήρχοντο να
πολεμήσωσι προς αυτόν οι Ρωμαίοι υπέρ των Λατίνων, οίτινες ήσαν
σύμμαχοι αυτών, και πολλάκις τους επεκαλούντο. Επειδή δε το
πλήθος εφάνη πρόθυμον, και οι ύπατοι, ολίγον έτι έχοντες της
αρχής χρόνον, δεν ήθελον να κινδυνεύωσιν επ' αυτού, και
επομένως απέπεμψαν τους Λατίνους, ο Μάρκιος προέβη κατ' αυτών
των πόλεων, και κυριεύσας κατά κράτος τους Τολερίνους και τους
Λαουικάνους και τους Πεδάνους, προσέτι δε τους Βωλάνους, διότι
αντεστάθησαν εις αυτόν, και τους ανθρώπους αιχμαλώτισε και τα
χρήματα αυτών διήρπασε. Των δε παραδιδομένων ελάμβανε μεγίστην
επιμέλειαν, όπως ουδέ παρά την θέλησιν αυτού βλάπτωνται, και
διά τούτο εστρατοπέδευεν απώτατα απ' αυτών, και απέφευγε την
χώραν των εντελώς.
ΚΘ. Όταν δε, κυριεύσας τας Βόλλας, πόλιν μη απέχουσαν υπέρ τους
εκατόν σταδίους (187) της Ρώμης, πολλά μεν ελαφυραγώγησε
πράγματα, σχεδόν δ' όλους εφόνευσε τους ενήλικας, και οι
Ουολούσκοι, ουδ' όσοι διωρίσθησαν να μένωσιν εις τας πόλεις,
συγκατένευον εις τούτο, αλλ' όλοι ένοπλοι συνέρρεον περί τον
Μάρκιον, λέγοντες ότι εκείνον μόνον ηξεύρουσιν άρχοντά των,
τότε μέγα εφημίσθη το όνομά του καθ' όλην την Ιταλίαν, και
θαυμαστή ήτον της αρετής αυτού η υπόληψις, διότι ενός μόνου
ατόμου μετάθεσις κατώρθωσε στροφήν των πραγμάτων τοσούτον
παράδοξον. Των δε Ρωμαίων αι υποθέσεις ήσαν εις δεινήν
κατάστασιν, διότι είχον μεν απελπισθή από του πολέμου,
κατέτριβον δε τας ημέρας των εις συνωμοσίας και στασιαστικούς
λόγους προς αλλήλους, έως ότου ανηγγέλθη ότι οι εχθροί
πολιορκητικόν τείχος ωκοδόμουν περί το Λαουίνιον, όπου και θεών
πατρώων των Ρωμαίων έκειντο ιερά, και ήτον η του γένους αυτών
αρχή, διότι πρώτην εκείνην την πόλιν έχτισεν ο Αινείας. Έκτοτε
δε διά μιας θαυμαστώς μετεβλήθη η γνώμη του δήμου, παραδόξως δε
και απροσδοκήτως μετετράπη και η των πατρικίων και ο μεν δήμος
επροθυμήθη ν' ακυρώση του Μαρκίου την καταδίκην, και να
προσκαλέση αυτόν εις την πόλιν, η δε βουλή συναχθείσα, και
σκεφθείσα περί του βουλεύματος, απέρριψεν αυτό, και εμπόδισε
την εκτέλεσίν του, είτε διότι φιλονείκως ηναντιούτο εις όλα όσα
ο δήμος εζήτει, είτε άλλως μη θέλουσα να επιστρέψη αυτός διά
χάριτος του λαού, είτε και κατ' αυτού εκείνου ήδη οργιζομένη,
διότι αυτός όλους εκακοποίει, εν ώ όλοι δεν εδείχθησαν
αγνώμονες προς αυτόν, και εφάνη εχθρός της πατρίδος του, εν ώ
ήξευρεν ότι το κυριώτατον και άριστον μέρος αυτής έτρεφε προς
αυτόν συμπαθείας, και ηδικείτο ομού μετ' αυτού. Ως δ' η
απόφασις αύτη εκοινοποιήθη προς τον λαόν, ο μεν δήμος δεν είχε
δικαίωμα να ψηφίση τι νομίμως άνευ προδουλεύματος.
Λ. Ο δε Μάρκιος, ακούσας ταύτα, έτι μάλλον ετραχύνθη, και αφείς
την πολιορκίαν, εβάδιζε μετ' οργής κατά της πόλεως, και
εστρατοπέδευσε περί τας λεγομένας Κλοιλίας τάφρους,
τεσσαράκοντα μόνον σταδίους απέχων της πόλεως. Εφάνη δε
φοβερός, και πολύν εξήγειρε θόρυβον, αλλά και προς το παρόν
έπαυσε την διχογνωμίαν· διότι κανείς, ούτε άρχων, ούτε
βουλευτής ετόλμησε πλέον ν' αντειπή εις το πλήθος ότι δεν
πρέπει να φέρωσιν οπίσω τον Μάρκιον· αλλά βλέποντες τας
γυναίκας να τρέχωσιν άνω και κάτω της πόλεως, και προσευχάς και
δάκρυα και δεήσεις των γερόντων εις τα ιερά, και πανταχού
έλλειψιν τόλμης και λογισμών σωτηρίων, ωμολόγησαν ότι ορθώς ο
δήμος επεχείρησε συνδιάλλαξιν μετά του Μαρκίου, η δε βουλή ότι
εντελώς έσφαλεν όταν έδειξεν οργήν και μνησικακίαν, εν ώ καλόν
ήτον να παύση μάλλον αυτήν. Απεφάσισαν λοιπόν όλοι να πέμψωσι
πρέσβεις προς τον Μάρκιον, και να τω προτείνωσι να επανέλθη εις
την πατρίδα του, να τον παρακαλέσωσι δε συγχρόνως να παύση τον
πόλεμον. Οι δε πεμφθέντες βουλευταί ήσαν σχετικοί του Μαρκίου,
και ήλπιζον πολλήν φιλοφροσύνην κατά τας πρώτας αυτών
συνεντεύξεις μετ' ανδρός οικείου και φίλου. Δεν συνέβη όμως
ούτως, αλλά, διά του στρατοπέδου των εχθρών οδηγηθέντες, εύρον
αυτόν καθήμενον μετ' όγκου και υπεροψίας ανυποφόρου. Έχων δε
τους πρώτους των Ουολούσκων περί εαυτόν, διέταξε τους πρέσβεις
να ειπώσι τι θέλουσιν. Ως δ' είπον αυτοί μετά του πρέποντος
ήθους λόγους επιεικείς και φιλόφρονας, και έπειτα εσιώπησαν,
αυτός απεκρίθη μέρος μεν πικρώς υπέρ εαυτού, και μετ' οργής δι'
όσα έπαθε, μέρος δ' υπέρ των Ουολούσκων, ως στρατηγός,
προσκαλών ν' αποδώσωσι τας πόλεις και την χώραν όσην διά του
πολέμου απέκοψαν, και να δώσωσιν εις τους Οδολούσκους
ισοπολιτείαν οποίαν είχον και οι Λατίνοι· διότι άλλη ασφαλής
κατάλυσις του πολέμου δεν υπήρχε, παρά η επί τη βάσει ισότητος
και δικαιοσύνης. Τοις έδωκε δε τριάκοντα ημέρας καιρόν να
σκεφθώσι. Και άμα αναχώρησαν οι πρέσβεις, ευθύς απεσύρθη και
αυτός εκ της Ρωμαϊκής χώρας.
ΛΑ. Ταύτην έλαβον ως πρώτην αιτίαν δυσαρεσκείας κατ' αυτού όσοι
των Ουολούσκων προ πολλού βαρείαν ησθάνοντο και εφθόνουν αυτού
την δύναμιν. Είς τούτων ην και ο Τύλλος, ιδίως μεν κατ' ουδέν
αδικηθείς υπό του Μαρκίου, αλλ' εις πάθος υποπεσών τοις
ανθρώποις κοινόν. Διότι ελυπείτο βλέπων ότι η δόξα του εντελώς
ημαυρούτο, και ότι παρεβλέπετο υπό των Ουολούσκων, φρονούντων
ότι ο Μάρκιος ήτον το παν δι' αυτούς, απαιτούντων δε ν'
αρκώνται οι άλλοι εις μόνον το μέρος της αρχής και της δυνάμεως
όσον ήθελε τοις δώσει εκείνος. Εκ τούτου διεσπείροντο κρυφίως
αι πρώται κατηγορίαι, και συνερχόμενοι μεταξύ των ηγανάκτουν,
και την αναχώρησίν του ωνόμαζον προδοσίαν, διότι αν δεν έδωκεν
όπλα και τείχη, έδωκεν όμως καιρόν, εφ' ού τα λοιπά δύνανται
και να σώζωνται και πάλιν να καταστρέφωνται, έδωκε τριάκοντα
ημέρας εις τον πόλεμον, εν ώ δεν υπάρχει τι ως αυτόν
μεγαλητέρας μεταβολάς εις μικρότερον λαμβάνον καιρόν. Ο Μάρκιος
όμως δεν αφήκε το διάστημα τούτο του χρόνου να παρέλθη ματαίως,
αλλά, περιερχόμενος, έφθειρε και κατέστρεφε τους συμμάχους των
πολεμίων, και εκυρίευσεν επτά πόλεις μεγάλας και πολυανθρώπους.
Οι δε Ρωμαίοι δεν ετόλμων μεν να βοηθήσωσιν αυτούς, αλλ' αι
ψυχαί των ήσαν καταβεβλημέναι, και ομοίως διέκειντο προς τον
πόλεμον και τα υπό νάρκης ήδη καταληφθέντα και παραλελυμένα
σώματα αυτών. Αφ' ού δ' ο καιρός παρήλθε, και ο Μάρκιος
επέστρεψεν εκ νέου μεθ' όλης της δυνάμεως, έπεμψαν πάλιν
πρεσβείαν να παρακαλέση τον Μάρκιον να μετριάση την οργήν του,
και μακρύνας τους Ουολούσκους εκ της χώρας, να πράξη και
προτείνη ό,τι νομίζει συμφέρον εις αμφοτέρους· διότι εκ φόβου
μεν ουδόλως θα ενέδιδον οι Ρωμαίοι· αν όμως νομίζη ότι πρέπει
να τύχωσιν ευγενούς τινος υποχωρήσεως οι Ουολούσκοι, ότι όλα
δύνανται να εγκριθώσιν υπέρ αυτών, αφ' ού καταθέσωσι τα όπλα.
Προς ταύτα δ' ο Μάρκιος είπεν, ότι ως στρατηγός μεν των
Ουολούσκων ουδέν αποκρίνεται, ως συμπολίτης δε των Ρωμαίων ότι
τους συμβουλεύει και τους παρακαλεί, μετριοφρονέστερον περί του
δικαίου σκεφθέντες, να επιστρέψωσι προς αυτόν μετά τρεις
ημέρας, φέροντες το ζητούμενον ψήφισμα· αν δ' άλλως
αποφασίσωσι, να ηξεύρωσιν ότι δεν θέλουσιν έχει άδειαν να
επανέλθωσι φέροντες κενούς λόγου εις το στρατόπεδον.
ΛΒ. Όταν δ' επέστρεψαν εις την Ρώμην οι πρέσβεις, και ταύτα
ήκουσεν η βουλή, ως αν είχεν η πόλις εμπέσει εις χειμώνα και
τρικυμίαν, ανέσυρε και έρριψε την ιεράν άγκυραν (188),
ψηφίσασα, όσοι ήσαν ιερείς θεών, ή μυστικών οργίων εκτελεσταί,
ή των οιωνών την μαντικήν μετερχόμενοι τέχνην, ήτις ήτον
παλαιόθεν πατροπαράδοτος παρά τοις Ρωμαίοις, όλοι ούτοι ν'
απέλθωσι προς τον Μάρκιον, φέροντες τας στολάς, άς δι' εκάστον
προσδιώριζεν ο νόμος κατά τας ιερουργίας, και να προτείνωσι και
παρακαλέσωσιν αυτόν να παύση τον πόλεμον πρότερον, και μετά
ταύτα να συνδιαλεχθή μετά των πολιτών περί των Ουολούσκων. Και
εδέχθη μεν τους άνδρες εις το στρατόπεδον, ουδ' υπεχώρησεν
όμως, ουδ' έπραξεν, ουδ' είπε τι μαλακώτερον, αλλά τους
προσεκάλεσεν ή να κλείσωσι την ειρήνην επί τοις όροις ούς τοις
είπε και πρότερον, ή να δεχθώσι τον πόλεμον. Αφ' ού λοιπόν
επέστρεψαν οι ιερείς, απεφασίσθη να μένωσιν ακίνητοι εις την
πόλιν, και να φυλάττωσι τα τείχη, αποκρούοντες τους εχθρούς
όταν τους προσβάλλωσι, και πάσαν των την ελπίδα στηρίζοντες
μάλλον εις τον καιρόν και εις τας απροσδοκήτους της τύχης
φοράς, διότι ήξευρον ότι εξ ιδίων ουδέν έπραττον προς σωτηρίαν
των, αλλά την πόλιν κατείχε ταραχή, και φόβος, και φήμαι κακαί,
μέχρις ού συνέβη πράγμα τι όμοιον προς το πολλάκις υπό του
Ομήρου λεγόμενον, μη πείθον όμως πολύ τους ανθρώπους. Όταν
εκείνος εις τας μεγάλας και απροσδοκήτους πράξεις λέγη και
αναφωνή·
«Τω το ενέβαλε δε η Θεά Αθηνά εις τας φρένας·» (189)
«Έτρεψε δε τις αθάνατος τούτων τας φρένας, την φήμην
θεις εις του δήμου τον νουν· (190)
και το
«Ταύτα ενόμισεν, ή τω διέταξε ταύτα Θεός τις.» (191).
καταφρονούσι ταύτα πολλοί, διισχυριζόμενοι ότι διά πραγμάτων
αδυνάτων και δι' απιστεύτων μυθευμάτων, καθιστά απίστευτον την
λελογισμένην και ελευθέραν εκάστου προαίρεσιν. Αλλά δεν πράττει
τούτο ο Όμηρος· εξ εναντίας τα πιθανά και συνήθη και λογικώς
περαιούμενα αποδίδει εις την ημετέραν ενέργειαν, ώστε και λέγει
πολλάκις·
«Τότε εσκέφθην εγώ εντός της μεγάλης ψυχής μου» (192).
και
«Είπε, κ' εθλίβη πικρώς ο Πηλείδης, διπλώς δ' η ψυχή
του
εις λογισμούς εκυμάτει εντός του λασίου του στήθους»
(193)
και πάλιν
«Δεν έπεισεν όμως
τον αγαθόν εις τας σκέψεις, τον έμφρονα Βελλεροφόντην.» (194)
Εις δε τας εκτάκτους και παραδόξους πράξεις, όσαι ανάγκην
έχουσιν ενθουσιώδους τινός ορμής και θάρρους, παρεισάγει τον
Θεόν ουχί ως αφαιρούντα την ελευθέραν θέλησιν, αλλ' ως κινούντα
αυτήν, ούτε εμποιούντα τας ορμάς, αλλά μόνον τας φαντασίας υφ'
ών αι ορμαί διεγείρονται· και διά τούτων δεν παριστά την πράξιν
ακούσιον, αλλά δίδει την αρχήν της εκουσίου ενεργείας,
προσθέτων θάρρος εις αυτήν και ελπίδα. Διότι ή πρέπει να
θεωρήσωμεν τα θεία ως ξένα πάσης αρχής και αιτίας των καθ' ημάς
συμβαινόντων, ή τις άλλος υπάρχει τρόπος δι' ού να βοηθώσι τους
ανθρώπους και να συνεργώσιν υπέρ αυτών; Τούτο δεν κατορθούσι
βεβαίως πλάττοντες το σώμα ημών, ουδέ μεταστρέφοντες οι ίδιοι
εις ό,τι χρειάζεται τας χείρας ημών και τους πόδας, αλλά διά
τινων αρχών και φαντασιών και επινοιών διεγείροντες της ψυχής
ημών τας πρακτικάς ή προαιρετικάς δυνάμεις, ή εκ του εναντίου
αποτρέποντες αυτάς και συνέχοντες.
ΛΓ. Εν Ρώμη δε τότε και αι γυναίκες, άλλαι μεν εις άλλα ιερά,
αι δε πλείσται, και επισημόταται προσέφευγον ικετεύουσαι εις
τον βωμόν του Καπιτωλίου Διός. Μεταξύ δ' αυτών ήτον και η
Ουαλερία, αδελφή του Ποπλικόλα, του πολλά και μεγάλα και εν
πολέμοις και εν τη πολιτεία ωφελήσαντος τους Ρωμαίους. Και ο
μεν Ποπλικόλας είχεν αποθάνει πριν, ως διηγήθημεν εις εκείνου
τον βίον· η δε Ουαλερία ήτον ένδοξος εις την πόλιν και
τιμωμένη, διότι εφαίνετο ότι διά του βίου της δεν κατήσχυνε το
γένος αυτής. Αύτη, παθούσα εξαίφνης το πάθος ό λέγω, και κατ'
επίνοιαν, εις ήν βεβαίως δεν ήτον ξένη η θεία έμπνευσις, το
συμφέρον κατανοήσασα, ηγέρθη η ιδία, και εγείρασα και όλας τας
άλλας, ήλθεν εις την οικίαν της μητρός του Μαρκίου Ουολουμνίας.
Ως δ' εισήλθε, και εύρεν αυτήν καθημένην μετά της νύμφης της,
και εις τα γόνατά της έχουσαν τα παιδία του Μαρκίου, στήσασα
τας γυναίκας κύκλω πέριξ αυτής, «Ημείς, είπεν, ω Ουολουμνία,
και συ ω Ουεργιλία (195), ερχόμεθα γυναίκες προς γυναίκας,
ούτε κατά ψήφισμα της βουλής, ούτε κατά διαταγήν άρχοντος. Αλλ'
ο θεός οικτείρας, ως φαίνεται, τας ικεσίας ημών, μας εκίνησε να
διευθυνθώμεν εδώ προς σας, και να ζητήσωμεν παρ' υμών ό,τι εις
ημάς μεν και τους άλλους πολίτας θέλει γίνει αίτιον σωτηρίας,
εις σας δε, αν πεισθήτε, θέλει φέρει δόξαν λαμπροτέραν εκείνης,
ής απήλαυσαν των Σαβίνων αι θυγατέρες, όταν εις φιλίαν και
ειρήνην συνήνωσαν τους πολεμούντας πατέρας και άνδρας των
(196). Έλθετε, πορευθήτε μεθ' ημών προς τον Μάρκιον, και
ενώσατε τας δεήσεις υμών μετά των ημετέρων, και μαρτυρήσατε
υπέρ της πατρίδος σας μαρτυρίαν αληθή και δικαίαν, ότι καί τοι
πολλά βλαπτομένη, ουδέν κακόν έπραξεν ή εσκέφθη καθ' υμών
οργιζομένη, αλλά σας αποδίδει εις εκείνον, και αν ουδεμίαν
επιεική παραχώρησιν μέλλη παρ' αυτού ν' απολαύση.» Ταύτα είπεν
η Ουαλερία, ανεβόησαν δ' αι άλλαι γυναίκες, και η Ουολουμνία
απήντησε· «Και των κοινών συμφορών, ω γυναίκες, εξ ίσου
μετέχομεν, και ιδίως κακώς διακείμεθα, απολέσασαι του Μαρκίου
την δόξαν και αρετήν, και βλέπουσαι ως και το σώμα αυτού
φρουρούμενον μάλλον παρά σωζόμενον υπό των εχθρικών όπλων. Το
μέγιστον δε δι' ημάς των δυστυχημάτων είναι, αν η πατρίς ημών
ούτως εξησθένησεν, ώστε εις ημάς να στηρίζη τας ελπίδας της·
διότι δεν ηξεύρω αν θέλη φροντίσει δι' ημάς εκείνος, αφ' ού δεν
φροντίζει διά την πατρίδα του, ήν πάντοτε προετίμησε και μητρός
και γυναικός και παιδίων. Ουχ ήττον όμως λάβετε και φέρετε ημάς
προς εκείνον, διότι αν όχι άλλο, δυνάμεθα την τελευταίαν πνοήν
ημών να εκπνεύσωμεν εν ικεσίαις υπέρ της πατρίδος.»