αγνοούν και ενώ πρέπει να επιμελούνται αμελούν από άγνοιαν, ή ότι, αν
και γνωρίζουν ότι οφείλουν, όμως κάμνουν καθώς λέγουν διά τους
προστυχωτέρους ανθρώπους, οι οποίοι, αν και γνωρίζουν ότι άλλα είναι
τα καλλίτερα παρά αυτά που κάμνουν, όμως δεν τα κάμνουν, διότι κάπως
νικώνται από τας ηδονάς ή τας λύπας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν τα ανθρώπινα πράγματα δεν μετέχουν άραγε της εμψύχου φύσεως
και συγχρόνως ο άνθρωπος δεν είναι το θεοσεβέστερον από όλα τα ζώα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό φαίνεται τουλάχιστον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως λέγομεν ότι είναι κτήματα των θεών όλα όσα είναι θνητά ζώα
καθώς και όλος ο ουρανός.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν μας είναι αδιάφορον αν φρονή οποιοσδήποτε ότι αυτά είναι
μικρά ή μεγάλα, διά τους θεούς. Διότι εις καμμίαν από τας δύο
περιπτώσεις δεν είναι πρέπον οι κάτοχοι μας να μας αμελούν, αφού
είναι επιμελέστατοι και άριστοι. Αλλά ας εξετάσωμεν περιπλέον και το
εξής.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι πράγμα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Η αίσθησις και η δύναμις δεν επλάσθησαν άραγε αντίθετοι μεταξύ των ως
προς την ευκολίαν και την δυσκολίαν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως το να βλέπωμεν και να ακούωμεν τα μικρά είναι δυσκολώτερον
παρά τα μεγάλα, αλλά πάλιν να κρατούμεν και να νικώμεν και να
επιμελούμεθα τα μικρά και τα ολίγα είναι γενικώς δι' όλους
ευκολώτερον παρά τα αντίθετα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και πολύ μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά ένας ιατρός, ο οποίος ανέλαβε να θεραπεύση κάτι ολόκληρον και
θέλει και ημπορεί, άραγε, εάν διά μεν τα μεγάλα φροντίζη, διά δε τα
τεμάχια και τα μικρά παραμελή, θα είναι δυνατόν να θεραπεύση το όλον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως δε ούτε οι πλοίαρχοι ούτε οι στρατηγοί ούτε οι οικονόμοι ούτε
πάλιν μερικοί πολιτικοί ούτε κανείς άλλος παρόμοιος ημπορεί χωριστά
από τα ολίγα και μικρά να τακτοποιήση τα πολλά και τα μεγάλα. Διότι
ούτε χωρίς μικρούς λίθους τακτοποιούνται καλά οι μεγάλοι, καθώς
λέγουν οι κτίσται.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας μη θελήσωμεν ώστε να υποθέσωμεν τον θεόν ως χειρότερον από
τους θνητούς τεχνίτας, οι οποίοι τα σχετικά των έργα όσον είναι
καλλίτεροι, τόσον ακριβέστερον και τελειότερον τα κατασκευάζουν με
μίαν τέχνην και τα μικρά και τα μεγάλα. Ο δε θεός, ο οποίος είναι
σοφώτατος και θέλει να επιμελήται και ημπορεί, όσα μεν ήτο εύκολον να
τα επιμεληθή, διότι είναι μικρά, διόλου δεν τα επιμελείται ως κάποιος
αργός ή δειλός και φυγόπονος και μόνον διά τα μεγάλα φροντίζει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου ας μη δεχθώμεν αυτήν την γνώμην περί των θεών, καλέ Ξένε.
Διότι απολύτως ούτε ευσεβής ούτε ορθή θα ήτο αυτή η σκέψις. Μου
φαίνεται δε τόρα πλέον ότι πολύ καλά ωμιλήσαμεν εις τον
προφασιζόμενον διά την αμέλειαν των θεών.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως ως προς το να αναγκάσωμεν αυτόν με τα επιχειρήματά μας να
ομολογήση ότι δεν έχει δίκαιον. Αλλ' όμως μου φαίνεται ότι το ζήτημά
μας χρειάζεται ακόμη κάποιους ελκυστικούς μύθους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίους, αγαπητέ μου;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας πείσωμεν τον νεανίαν αυτόν με τα εξής επιχειρήματα, ότι δηλαδή
όστις φροντίζει δι' έν σύνολον όλα τα μέρη τα κανονίζει προς σωτηρίαν
και τελειοποίησιν του όλου, αναλόγως του οποίου όσον είναι δυνατόν
ενεργεί και πάσχει και έκαστον μέρος. Έπειτα ότι εις αυτά υπάρχουν
διωρισμένοι άρχοντες επιτηρούντες και τα μικρότερα παθήματα και τας
πράξεις, και εφαρμόζουν τελειοποίησιν και εις τας τελευταίας
λεπτομερείας. Μεταξύ δε αυτών και το άτομόν σου, ταλαίπωρε, συντελεί
εις το όλον, όταν στρέφη διαρκώς προς αυτό, αν και είναι ελάχιστον.
Συ δε δεν ενόησες ως προς αυτό ότι χάριν εκείνου γίνεται παν ό,τι
γίνεται, διά να υπάρχη πάσα αρμονική ύπαρξις, η οποία συντελεί εις
τον βίον του σύμπαντος, χωρίς να υπάρξη χάριν σου, αλλά συ χάριν
εκείνης. Διότι πας ιατρός και πας καλλιτέχνης εργάτης και όλα μεν τα
εκτελεί χάριν του όλου, ρυθμίζων αυτά προς το συνολικόν καλόν, αλλά
μάλλον το μέρος εκτελεί χάριν του όλου και όχι το όλον χάριν του
μέρους. Συ δε αγανακτείς, διότι δεν γνωρίζεις ότι το ως προς σε
ωφελιμώτερον διά το σύμπαν συμβαίνει και εις εσέ δυνάμει της κοινής
καταγωγής. Επειδή δε η ψυχή άλλοτε μεν συζή με άλλο σώμα και άλλοτε
με άλλο, και τούτο λαμβάνει πολυειδείς μεταβολάς εξ αιτίας της, ή εξ
αιτίας άλλης ψυχής, δεν μένει άλλο τίποτε εις τον παίκτην παρά να
μεταθέση το μεν τελειοποιηθέν ήθος εις καλλίτερον τόπον, το δε
χειροτερεύσαν εις χειρότερον, δι' εκάστην καθώς της αρμόζει, διά να
απολαύση την αρμοδίαν μοίραν της.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Νομίζω ότι εξηγούμαι με ποίον τρόπον θα εδικαιολογείτο η ευκολία της
επιμελείας των θεών δι' όλα. Διότι, εάν μεν προσέχη κανείς εις το
σύνολον πάντοτε, όταν μετασχηματίζη όλα τα αντικείμενα, λόγου χάριν
όταν από το πυρ κάμη ύδωρ έμψυχον, και όχι έν σύνολον πολλών
πραγμάτων από έν ή έν από πολλά, διερχόμενα από μίαν και δύο και
τρεις γενεάς, τότε αι μεταθέσεις της διαπλάσεως θα επροχώρουν εις το
άπειρον. Τόρα όμως υπάρχει θαυμασία ευκολία εις τον επιμελούμενον διά
το σύμπαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς το εννοείς αυτό πάλιν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ιδού πώς. Επειδή ο βασιλεύς ημών παρετήρησε ότι όλαι μας αι πράξεις
είναι ψυχικαί και ότι υπάρχει εις αυτάς και πολλή αρετή και πολλή
κακία και ότι η ψυχή και το σώμα είναι άφθαρτα, αλλ' όχι αιώνια,
καθώς οι νομίμως αθάνατοι θεοί — διότι δεν θα υπήρχε ποτέ γέννησις
ζώων, εάν το έν εξ αυτών των δύο εξηφανίζετο — και επειδή ενόησε ότι
το μέρος της ψυχής, το οποίον είναι αγαθόν, επλάσθη διά να ωφελή, το
δε κακόν να βλάπτη, όλα αυτά σκεφθείς ευρήκε, πού πρέπει να κείται
έκαστον μέρος, διά να καθιστά εις το σύμπαν νικήτριαν μεν την αρετήν,
νικωμένην δε την κακίαν όσον το δυνατόν περισσότερον και καλλίτερον.
Εσχεδιάσθη λοιπόν συμφώνως με όλα αυτά, πως όταν γίνη το καθέν, ποίαν
τοποθεσίαν πρέπει να αλλάζη ως κατοικίαν και ποίους τόπους. Τας δε
αιτίας της μεταβολής της ποιότητος επαφήκε εις την θέλησιν εκάστου
από ημάς. Διότι όπως θέλει έκαστος και οποίου είδους ψυχήν έχει, ούτω
πως σχεδόν και τοιούτος γίνεται συνήθως έκαστος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι λογικόν τουλάχιστον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν μεταβάλλονται όλα όσα μετέχουν της ψυχής, διότι έχουν εντός
των την αιτίαν της μεταβολής. Μεταβαλλόμενα δε μετακινούνται συμφώνως
με την διάταξιν της ειμαρμένης και τον νόμον. Και αν τα ήθη
μεταβάλλωνται ολιγώτερον, τότε μετατοπίζονται ολίγον εις το ίδιον
επίπεδον της χώρας των, εάν δε περισσότερον και αδικώτερον, τότε
μεταπίπτουν εις το βάθος και εις τον κάτω κόσμον λεγόμενον, τον
οποίον ονομάζουν Άδην και με άλλα σχετικά ονόματα και όπου φοβούνται
πολύ και ονειροπολούν ζωντανοί, χωρισμένοι από τα σώματά των. Όταν
όμως η ψυχή μεταβληθή ακόμη περισσότερον ως προς την κακίαν ή την
αρετήν εξ αιτίας της θελήσεώς της και της επιμόνου συμπεριφοράς της,
όταν μεν συνενωθή με την αρετήν και γίνη υπερόχως θεία, τότε
μετατοπίζεται και εις υπερόχως άγιον τόπον καθόλου και πολύ
καλλίτερον από τον προηγούμενον όταν δε κάμη τα αντίθετα, μετατοπίζει
εις τα αντίθετα την ύπαρξίν της.
Αυτό είναι το δίκαιον θεών των Ολυμπίων, (4)
καλό μου παιδί και παλικάρι, που νομίζεις ότι παραμελείσαι από τους
θεούς σου, δηλαδή, όταν μεν γίνη χειρότερος, πηγαίνει προς τας
χειροτέρας ψυχάς, όταν δε γίνη καλλίτερος, προς τας καλλιτέρας και
εις την ζωήν και εις οποιονδήποτε θάνατον και πάσχει ό,τι είναι
πρέπον να κάμνουν οι όμοιοι προς τους ομοίους. Αυτήν την δίκην δεν
είναι δυνατόν ποτε ούτε συ να αποφύγης ούτε άλλος κανείς και να
καυχηθή ότι είναι ανώτερος από τους θεούς. Την οποίαν και από όλας
τας δίκας υπεροχώτερον ετακτοποίησαν όσοι την ετακτοποίησαν και είναι
πρέπον απολύτως να την σέβεσαι. Διότι ποτέ δεν θα παραμεληθής από
αυτήν. Ούτε εάν είσαι τόσον μικρός, ώστε να εισδύσης εις το βάθος της
γης, ούτε υψηλός, ώστε να πετάξης εις τον ουρανόν, αλλά θα πληρώσης
την αρμόζουσαν τιμωρίαν είτε εδώ μένεις είτε εις τον Άδην μεταβής
είτε και εις αγριώτερον τόπον από αυτούς μετακομισθής. Ο ίδιος δε
λόγος ισχύει και δι' εκείνους, τους οποίους συ παρετήρησες ότι έγιναν
μεγάλοι από μικροί, ενώ ανοσιούργησαν ή έπραξαν κάτι παρόμοιον, και
ενόμισες ότι από άθλιοι έγιναν ευτυχείς, και έπειτα μέσα εις τα
κάτοπτρα των πράξεών των ενόμισες ότι αντελήφθης καθαρά την αμέλειαν
των θεών δι' όλα, χωρίς να γνωρίζης ποία είναι η υπηρεσία αυτών διά
το σύμπαν. Και πώς, παλικαρά μου εσύ, δεν φρονείς ότι πρέπει να
γνωρίζης αυτήν; Την οποίαν εάν δεν γνωρίζη κανείς, ούτε σχέδιον
ημπορεί να σχεδιάση ποτέ ούτε με λόγον να συντελέση εις την ευτυχή
και δυστυχή κατάστασιν της ζωής. Εις αυτά εάν μεν σε καταπείθη ο
Κλεινίας απ' εδώ και όλη η ιδική μας γερουσία, ότι δηλαδή δεν
γνωρίζεις τι λέγεις περί θεών, τότε ίσως σε δεχθή και ο θεός με το
καλόν. Εάν δε έχης ακόμη ανάγκην κανενός λόγου, τόρα που θα
ομιλήσωμεν ημείς προς τον τρίτον, άκουε, εάν έχης έστω και ολίγον
νουν. Δηλαδή ότι μεν υπάρχουν θεοί και φροντίζουν διά τους ανθρώπους
εγώ νομίζω ότι δεν απεδείχθη διόλου ατελώς μεταξύ μας. Το ότι όμως
πάλιν οι θεοί είναι παρακλητοί από τους αδίκους, όταν δεχθούν δώρα,
ούτε πρέπει να το επιτρέψωμεν εις κανένα να το ειπή και πρέπει τον
καθένα να προσπαθήσωμεν να εξελέγξωμεν με κάθε τρόπον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά το είπες, και ας κάμωμεν καθώς λέγεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, διά το όνομα των ιδίων των θεών, με ποίον τρόπον γίνονται
άραγε παρακλητοί, εάν γίνωνται; Και διότι ποίου είδους είναι; Βεβαίως
είναι ανάγκη να είναι άρχοντες, αφού θα διοικούν τον ουρανόν
ολόκληρον διαρκώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τόρα άραγε με ποίους άρχοντας προσφέρνουν (ομοιάζουν); Ή κάπως
με εκείνους, με τους οποίους είναι δυνατόν να επιτύχωμεν, αν τους
παρομοιάσωμεν με την διαφοράν μόνον του μεγέθους; Άραγε μήπως είναι
κάπως ηνίοχοι ζευγών αγωνιζομένων ή πλοίαρχοι πλοίων; Πιθανόν δε να
παρομοιάζωνται και με αρχηγούς στρατοπέδων. Ακόμη δε είναι δυνατόν να
ομοιάζουν με ιατρούς, οι οποίοι φοβούνται τον πόλεμον των ασθενειών
εναντίον των σωμάτων, ή με γεωργούς, οι οποίοι από τον φόβον των
περιμένουν κακοκαιρίας, συνήθως καταστρεπτικάς εις την βλάστησιν των
φυτών, ή και με επιστάτας ποιμνίων. Δηλαδή, αφού εσυμφωνήσαμεν προς
τον εαυτόν μας ότι ο ουρανός είναι φορτωμένος από πολλά αγαθά, αλλά
και από τα αντίθετα, και περισσότερον από τα αντίθετα, διά τούτο
λοιπόν, υποθέτομεν, αυτή είναι μάχη έχουσα ανάγκην μεγάλης προσοχής,
σύμμαχοί μας δε είναι οι θεοί και οι δαίμονες, ημείς δε πάλιν είμεθα
κτήματα θεών και δαιμόνων. Μας καταστρέφει δε η αδικία και η
υπερηφάνεια μαζί με την ανοησίαν, μας σώζει δε η δικαιοσύνη και η
σωφροσύνη μαζί με την φρόνησιν, αι οποίαι κατοικούν μέσα εις τας
εμψύχους δυνάμεις των θεών. Από αυτό δε ημπορεί να εννοήση κανείς ότι
έν μικρόν μέρος από αυτάς κατοικεί και εντός μας. Λοιπόν κάποιαι
ψυχαί κατοικούσαι εις την γην και έχουσαι άδικον πόθον παραπλανούν με
κολακευτικούς λόγους και με κάποιαν γοητείαν τας ψυχάς των φυλάκων
κυνών ή των βοσκών ή ακόμη και των όλως απολυταρχικών κυριάρχων,
καθώς λέγουν οι κακοί, και κατορθώνουν, ενώ είναι πλεονέκται μεταξύ
των ανθρώπων, να μη πάθουν κανέν κακόν. Λέγομεν δε ότι αυτό το
σφάλμα, το οποίον τόρα ονομάζεται πλεονεξία, είναι ασθένεια εις τα
σάρκινα σώματα, εις δε τας πόλεις και τα πολιτεύματα είναι η ιδία
λέξις τροποποιημένη, δηλαδή η αδικία.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν είναι ανάγκη αυτόν τον λόγον να ειπή όστις λέγει ότι υπάρχουν
θεοί πάντοτε και διά τους αδίκους και διά τους αδικούντας ανθρώπους,
αρκεί κανείς να δώση εις αυτούς μερίδιον των αδίκων κερδών, καθώς εάν
οι λύκοι έδιδαν μικρόν μέρος εις τους κύνας από τα αρπαγμένα, εκείνοι
δε, εξημερωνόμενοι με τα δώρα τους επέτρεπαν να κλέπτουν τα ποίμνια.
Άραγε δεν λέγουν αυτό όσοι νομίζουν παρακλητούς τους θεούς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό βεβαίως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν με ποίους από τους προηγουμένους φύλακας αν παρομοιάση τους
θεούς δεν θα γίνη γελοίος οποιοσδήποτε άνθρωπος; Άραγε με τους
πλοιάρχους, οι οποίοι με κέρασμα οίνου και με την κνίσαν
εκτροχιάζονται και εκτροχιάζουν με τα πλοία και τους ναύτας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά βεβαίως ούτε με ηνιόχους παραταχθέντας εις διαγωνισμόν, οι
οποίοι διά δώρων κατεπείσθησαν να αφήσουν την νίκην εις άλλα ζεύγη.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Θα ήτο φρικαλέα η παρομοίωσις, την οποίαν παρουσιάζεις με αυτόν τον
λόγον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως δε ούτε με στρατηγούς ούτε με ιατρούς ούτε με γεωργούς ούτε
με βοσκούς αλλ' ούτε και με κύνας, τους οποίους εμάγευσαν οι λύκοι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πρόσεχε τα λόγια σου. Πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά άραγε δεν είναι οι μεγαλίτεροι από όλους τους φύλακας και εις τα
μεγαλίτερα πράγματα οι θεοί;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πάρα πολύ μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτούς λοιπόν που φυλάττουν τα καλλίτερα πράγματα και είναι υπέροχοι
φύλακες ως προς την αρετήν, θα τους θεωρήσωμεν άραγε χειροτέρους από
τους κύνας και από τους μεσαίους ανθρώπους, οι οποίοι ποτέ δεν είναι
δυνατόν να καταπροδώσουν το δίκαιον χάριν δώρων διδομένων ασεβώς από
αδίκους άνδρας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου μάλιστα. Αυτός ο λόγος είναι ανυπόφορος. Και από όλους όσοι
περιστρέφονται εις την ασέβειαν ο λόγος όστις υποστηρίζει αυτήν την
γνώμην σχεδόν είναι δίκαιον να θεωρηθή ως ο χειρότερος και ο
ασεβέστατος από όλους τους ασεβείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν τόρα πλέον τα τρία ζητήματά μας, δηλαδή ότι υπάρχουν θεοί
και ότι φροντίζουν και ότι είναι εντελώς άκαμπτοι έξω από το δίκαιον,
θέλετε να δεχθώμεν ότι απεδείχθησαν επαρκώς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι; Και μάλιστα είμεθα σύμφωνοι με αυτούς τους λόγους.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και είναι μεν αληθές ότι ελέχθησαν κάπως ορμητικώτερον ένεκα της
επιμονής των κακών ανθρώπων. Αλλά, φίλε Κλεινία, η λογομαχία αυτή
έγινε, διά να μη νομίζουν ότι από την συζήτησιν τους δίδεται δικαίωμα
να κάμνουν ό,τι θέλουν οι κακοί, δηλαδή ό,τι και όσα και οποίου
είδους πράγματα φαντάζονται διά τους θεούς. Λοιπόν ημείς είχομεν την
προθυμίαν να ομιλήσωμεν δι' αυτά ωσάν νεώτεροι. Και αν δε μικρόν
αποτέλεσμα εφέραμεν εις το να καταπείσωμεν αυτούς τους ανθρώπους να
μισήσουν τον εαυτόν των, και κάπως να αγαπήσουν τα αντίθετα ήθη,
πάλιν θα είχε πολύ καλά την θέσιν του το προοίμιον μας εις τους
νόμους περί ασεβείας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αλλά υπάρχει ελπίς, ειδεμή βεβαίως η γενεά των λόγων δεν θα κατακρίνη
την νομοθεσίαν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κατόπιν λοιπόν από το προοίμιον αρμόζει να γίνη λόγος μεταξύ μας, ο
οποίος να ερμηνεύση ορθώς τους νόμους, προκηρύττων εις όλους τους
ασεβείς να εγκαταλείψουν τους ασεβείς των τρόπους, και να έλθουν με
τους ευσεβείς. Δι' όσους δε δεν πείθονται, ας υπάρχη ο εξής νόμος
περί της ασεβείας. Εάν κανείς ασεβή με λόγους ή με έργα, ο
παρευρισκόμενος ας τον αποκρούση καταγγέλλων αυτόν εις τους άρχοντας.
Από δε τους άρχοντας όσοι λάβουν είδησιν πρώτοι, ας τον εγκαλέσουν
εις το αρμόδιον διά τοιαύτας υποθέσεις δικαστήριον συμφώνως με τους
νόμους. Εάν δε καμμία αρχή λάβη είδησιν και δεν εκτελέση αυτά, η ιδία
ας γίνη υπόδικος ασεβείας εις τον θέλοντα να τιμωρήση αυτήν χάριν των
νόμων.
Εάν δε καταδικασθή κανείς, ας ορίση το δικαστήριον μίαν τιμωρίαν δι'
εκάστην ασέβειαν χωριστά. Και λοιπόν δι' όλους ας είναι βάσις τα
δεσμά. Από δε τα τρία δεσμωτήρια, τα οποία υπάρχουν εις την πόλιν, έν
μεν κοινόν διά τους περισσοτέρους εις την αγοράν, χάριν της θεραπείας
των σωμάτων εις πολλούς, έν δε πλησίον της νυκτερινής συγκεντρώσεως
των αρχόντων (5), ονομαζόμενον σωφρονιστήριον, έν δε πάλιν εις το
μέσον της χώρας, όπου τυχόν είναι έρημον μέρος και όσον το δυνατόν
αγριώτερον, το οποίον να λάβη φήμην κάποιας τιμωρίας. Από δε τας
τρεις αιτίας της ασεβείας, τας οποίας εξετάσαμεν, δύο είδη
αποτελούνται, από εκάστην και γίνονται έξ τα διάφορα γένη των
ασεβούντων εις τα θεία, τα οποία δεν έχουν ανάγκην ίσης τιμωρίας ούτε
ομοίας.
Δηλαδή όστις δεν πιστεύει απολύτως εις τους θεούς, έχει όμως ήθος εκ
φύσεως δίκαιον, αυτός μισεί πάντοτε τους κακούς από αποτροπιασμόν δε
της αδικίας δεν δέχεται να πράξη τας τοιαύτας πράξεις και αποφεύγει
τους μη δικαίους ανθρώπους και αγαπά τους δικαίους (6). Εις όσους
όμως εκτός του ότι φρονούν ότι τα πάντα είναι έρημα από θεούς
συμπέσουν και ακράτειαι των ηδονών και των λυπών, και υπάρχει ισχυρά
ανάμνησις και οξύνοια μαθήσεως, η μεν απιστία εις τους θεούς είναι
κοινή εις αυτούς καθώς και εις εκείνους, ως προς την βλάβην όμως των
άλλων ανθρώπων εκείνο μεν το γένος κάμνει ολιγώτερα κακά, αυτό όμως
περισσότερα. Δηλαδή ο μεν πρώτος θα είναι αθυρόστομος ως προς τους
θεούς και τας θυσίας και τους όρκους, και ενώ περιγελά τους άλλους
πιθανόν να κάμη άλλους ομοίους του, εάν δεν τιμωρηθή. Ο δε άλλος δεν
πιστεύει μεν καθώς ο προηγούμενος, θεωρείται όμως αγαθός, αλλά είναι
φορτωμένος με δολιότητα και οπισθοβουλίαν, από αυτούς δε πολλοί
αναδεικνύονται ψευδομάντεις και πάσης μαγείας ζωηροί οπαδοί, επίσης
δε από αυτούς κάποτε αναδεικνύονται και τύραννοι και λαοπλάνοι και
στρατηγοί και σχεδιασταί μυστικών ιεροτελεστιών. Από αυτούς λοιπόν
ημπορούν να σχηματισθούν πολλά γένη. Αλλά τα σπουδαιότερα διά την
νομοθεσίαν είναι δύο. Εξ αυτών το μεν ειρωνικόν δεν είναι άξιον μόνον
ενός θανάτου, ούτε δύο αλλά πολλών, το δε άλλο έχει ανάγκην συμβουλών
και δεσμών. Ομοίως δε και το γένος αυτών που νομίζουν ότι οι θεοί δεν
φροντίζουν αποτελεί άλλα δύο γένη, και το άλλο που τους θεωρεί
παρακλητούς άλλα δύο. Από αυτά δε, τα οποία διαχωρίζονται κατ' αυτόν
τον τρόπον, όσοι μεν έγιναν τοιούτοι από ανοησίαν χωρίς καμμίαν
κακίαν του θυμικού και του ήθους, αυτούς ο δικαστής ας τους περιορίση
συμφώνως με τον νόμον εις το σωφρονιστήριον όχι ολιγώτερον των πέντε
ετών. Εις τούτο δε το διάστημα ας μη τους επισκέπτεται άλλος πολίτης
παρά μόνον τα μέλη της νυκτερινής συγκεντρώσεως των αρχόντων
ομιλούντες συμβουλευτικώς προς αυτούς προς σωτηρίαν της ψυχής των.
Όταν δε συμπληρωθή ο χρόνος των δεσμών των, εάν μεν κανείς από αυτούς
φαίνεται ότι είναι σώφρων, ας κατοική μαζί με τους σώφρονας, αν δε
όχι, και αν καταδικασθή πάλιν εις παρομοίαν δίκην, ας τιμωρηθή διά
θανάτου.
Όσοι δε έγιναν θηριώδεις ως προς την απιστίαν προς τους θεούς ή ως
προς το να θεωρούν αυτούς αμελείς ή παρακλητούς, και περιφρονούντες
τους ανθρώπους δελεάζουν πολλούς εκ των ζώντων, διότι δισχυρίζονται
ότι παραπλανούν τους αποθανόντας και υπόσχονται να μεταπείσουν τους
θεούς ωσάν με συγχωροχάρτια, δελεάζοντες αυτούς με θυσίας και
προσευχάς και ύμνους, και ούτω πως προσπαθούν να κυριεύσουν τελείως
και τα άτομα και ολοκλήρους οικογενείας και πόλεις χάριν των
χρημάτων, από αυτούς όστις καταδικασθή ως ένοχος ας ορίση το
δικαστήριον δι' αυτόν να τεθή εις δεσμά συμφώνως με τον νόμον, να μη
πλησιάζη δε αυτόν κάνεις ελεύθερος, να λαμβάνη δε ωρισμένην τροφήν
από τους νομοφύλακας. Όταν δε αποθάνη, να τον πετάξουν άταφον έξω από
τα σύνορα. Εάν δε κανείς ελεύθερος συντελή εις την ταφήν του, ας
υπόκειται εις δίκην ασεβείας από τον τυχόντα. Εάν δε αφήση εις την
πόλιν παίδας αρκετούς, οι επιμελούμενοι των ορφανών ας φροντίζουν και
δι' αυτούς, ως όχι ολιγώτερον ορφανούς, ευθύς από την ημέραν της
καταδίκης του πατρός των.
Δι' όλα δε αυτά ας ορισθή κοινός νόμος, ο οποίος τους περισσοτέρους
από αυτούς θα τους κάμη ολιγώτερον να σφάλλουν με έργα και με λόγους
προς τους θεούς, μάλιστα ολιγώτερον ανοήτως, διότι δεν θα επιτρέπεται
να εκκλησιάζωνται έξω από τον νόμον. Δηλαδή ας υπάρχη δι' όλους
γενικώς ο εξής νόμος.
Κανείς να μην έχη προσκυνήματα εις την ατομικήν του κατοικίαν. Όταν
δε κανείς αποφασίση να εκτελέση θυσίαν, ας υπάγη εις τα δημόσια
προσκυνήματα, διά να θυσιάση, και ας δώση τα θύματα εις τας χείρας
των ιερέων και των ιερειών, όσοι έχουν δικαίωμα να φροντίζουν δι'
αυτά. Ας προσευχηθή δε μαζί και αυτός και όστις άλλος θέλει μαζί του.
Αυτά δε ας γίνωνται διά τον εξής λόγον. Προσκυνήματα και εικόνας θεών
δεν είναι εύκολον να τοποθετή κανείς, αλλά χρειάζεται μεγάλη σκέψις,
διά να γίνη τούτο ορθώς. Έπειτα αι γυναίκες προ πάντων όλαι καθώς και
οι εντελώς ανίσχυροι και οι κινδυνεύοντες και οι στενοχωρημένοι, μέσα
εις την στενοχωρίαν των, ή και αντιθέτως, όταν εύρουν καμμίαν
σωτηρίαν, συνηθίζουν να καθιερώνουν πάντοτε εκείνο το μέρος και να
τάζουν θυσίας και εικόνας εις τους θεούς και τους δαίμονας και τους
παίδας των θεών, και εις τας εξύπνους οπτασίας από τον φόβον των και
εις τα όνειρά των. Ομοίως δε οι αναφέροντες πολλάς οπτασίας θεωρούν
ως θεραπείαν το να μεταβάλλουν εις βωμούς και προσκυνήματα όλας τας
οικίας και όλα τα χωρία, και εις τα καθαρά μέρη και όπου αλλού τύχη
από αυτά τα μέρη. Δι' όλα αυτά πρέπει να κάμωμεν συμφώνως με τον
νόμον που λέγομεν τόρα. Ακόμη δε διά τους ασεβείς, διά να μη
προφασίζωνται τα τοιαύτα εις τας πράξεις των, τοποθετούντες
προσκυνήματα και βωμούς εις τας ατομικάς των κατοικίας και νομίζοντες
ότι πρέπει κρυφίως να εξιλεώνουν τους θεούς με θυσίας και με
προσευχάς, και να αυξάνουν απείρως την αδικίαν εις τον εαυτόν των και
εις τους επιτρέποντας αυτά προφασιζόμενοι τους θεούς, οι οποίοι είναι
ανώτεροί των, και τότε δικαίως όλη η πόλις να έχη την προκοπήν (!)
τρόπον τινά των ασεβών.
Και λοιπόν τον νομοθέτην ο θεός θα τον κατακρίνη. Δηλαδή ας ορισθή
αυτός ο νόμος, να μην έχη κανείς προσκυνήματα θεών εις την ατομικήν
του κατοικίαν. Όστις δε αποδειχθή ότι έχει άλλα και ιερουργεί έξω από
τα δημόσια, εάν μεν τα έχη κάποιος ανήρ ή γυνή, ο οποίος δεν έκαμε
κανέν από τα μεγάλα και ανόσια έργα, τότε, όστις λάβη είδησιν ας τον
καταγγείλη εις τους νομοφύλακας, αυτοί δε ας τον διατάξουν να
μεταφέρη εις τα δημόσια προσκυνήματα τα ατομικά του, εάν δε δεν
πείθεται, ας τον τιμωρήσουν έως ότου να μεταφερθούν. Εάν δε γίνη
κανείς φανερός ότι διέπραξε ασέβειαν, όχι παιδικήν αλλά ανδρικήν,
είτε διότι ετοποθέτησε προσκυνήματα εις ιδιόκτητά του μέρη, είτε
διότι εθυσίασεν ο ίδιος δημοσίως εις οιουσδήποτε θεούς, επειδή
θυσιάζει, ενώ δεν είναι καθαρός, ας τιμωρηθή διά θανάτου. Κατά πόσον
δε είναι παιδικόν το σφάλμα ή όχι, ας το κρίνουν οι νομοφύλακες και
τότε ας τον εγκαλέσουν εις το δικαστήριον και ας επιβάλουν εις αυτόν
την ποινήν της ασεβείας.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΙΑ'.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και τόρα πλέον είναι ανάγκη να θέσωμεν την αρμόζουσαν τάξιν διά τας
μεταξύ των πολιτών συναλλαγάς. Γενικόν δε μέτρον είναι το εξής. Μήτε
κανείς να εγγίζη τα ιδικά μου χρήματα όσον είναι δυνατόν, μήτε πάλιν
να μου πάρη και το ελάχιστον, χωρίς να με πείση. Συμφώνως δε με αυτά
τα ίδια θα κάμω και εγώ ως προς τα χρήματα των άλλων, όταν έχω νουν
σώφρονα.
Και λοιπόν λέγομεν ότι τον θησαυρόν πρώτον τον οποίον απεθήκευσε
κανείς ως κειμήλιον διά τον εαυτόν του και τους ιδικούς του, αν δεν
είναι από τους ιδικούς μου προπάτορας, τότε ούτε να τον εύρω θα
ευχηθώ, ούτε, αν τον εύρω, θα τον μετακινήσω, ούτε πάλιν θα τον
ανακοινώσω εις τους λεγομένους μάντεις, οι οποίοι οπωσδήποτε θα με
συμβουλεύσουν να σηκώσω το αποθηκευμένον εις την γην. Διότι δεν είναι
δυνατόν τόσον πολύ να ωφεληθώ ως προς την απόκτησιν χρημάτων, όσον θα
προοδεύσω εις τον όγκον της αρετής της ψυχής και του δικαίου, εάν δεν
πάρω τον θησαυρόν, αποκτών άλλο κτήμα απέναντι άλλου, καλλίτερον μέσα
εις καλλίτερον μέρος, δηλαδή προτιμήσας την δικαιοσύνην μέσα εις την
ψυχήν παρά τον πλούτον εις την περιουσίαν μου. Διότι και εις άλλα
εφαρμόζεται καλώς η παροιμία να μη κινή κανείς τα ακίνητα, αλλά και
εις αυτό ημπορεί να εφαρμοσθή ως έν από εκείνα. Πρέπει δε να
πιστεύωμεν και εις τους λεγομένους περί αυτών μύθους, ότι δηλαδή διά
την τεκνογονίαν δεν συμφέρουν τα τοιαύτα.
Όστις όμως φανή αμέριμνος διά τα τέκνα του και περιφρονήση τον
νομοθέτην αυτού του νόμου, και όσα δεν απεθήκευσε ούτε ο ίδιος ούτε
κανείς από τους πατέρας των πατέρων του τα σηκώση χωρίς να καταπείση
τον αποθέσαντα, και ούτω πως καταστρέφει ωραιότατον νόμον και
απλούστατον και διόλου αγενούς ανδρός νομοθεσίαν, ο οποίος είπε·
«ό,τι δεν κατέθεσες μη το σηκώνεις», (7) και περιφρονήση αυτούς τους
δύο νομοθέτας και σηκώση πράγμα που δεν απεθήκευσε αυτός, όχι κανέν
μικρόν αλλά κάποτε υπερβολικόν πλήθος θησαυρού, αυτός τι πρέπει να
πάθη; Και λοιπόν τι θα πάθη μεν από τους θεούς, ο θεός το ηξεύρει.
Όστις όμως τον ιδή πρώτος, εάν μεν συμβή το τοιούτον μέσα εις την
κεντρικήν πόλιν, ας το γνωστοποιήση εις τους αστυνόμους, εάν δε εις
κανέν μέρος της πόλεως, εις τους αγορανόμους, εάν δε εις κανέν μέρος
της άλλης χώρας εις τους αγρονόμους και τους άρχοντας αυτών. Αφού δε
ειδοποιηθούν, ας στείλη να ερωτήση η πόλις τους Δελφούς. Και ό,τι
αποφανθή ο θεός και διά τα χρήματα και διά τον μετακινήσαντα, αυτό ας
εκτελέση η πόλις υπηρετούσα τας μαντείας του θεού. Και αν μεν ο
καταδότης είναι ελεύθερος, ας αποκτήση υπόληψιν αρετής, εάν δε δεν
καταδώση, ας αποκτήση φήμην κακίας. Εάν δε είναι δούλος, εάν μεν
καταδώση, είναι πολύ ορθόν να γίνη ελεύθερος και να αποδώση η πόλις
το αντίτιμόν του εις τον κύριόν του· εάν δε δεν καταδώση, ας τιμωρηθή
διά θανάτου.