Λοιπόν ας προσέχωμεν τελείως τον απατηλόν λόγον μήπως αυτός που είναι

νεοπρεπής παρασύρη ημάς τους γέροντας και χωρίς να τον αντιληφθώμεν

μας γελοιοποιήση, και φανώμεν ότι ζητούμεν τα μεγάλα και χάνομεν τα

μικρά. Προσέχετε λοιπόν, ως να επρόκειτο να περάσωμεν ημείς οι τρεις

ένα ορμητικόν ρεύμα ποταμού, και εγώ, επειδή είμαι ο νεώτερος από

όλους και έμπειρος πολλών ρευμάτων, σας έλεγα ότι πρέπει να δοκιμάσω

μόνος μου, αφού σας αφήσω εις μέρος ασφαλές, και να ιδώ αν ημπορήτε

να τον περάσετε και σεις, που είσθε γεροντότεροι, ή ποία είναι η

κατάστασίς του, και αν μεν τον θεωρήσω διαβατόν να σας προσκαλέσω και

να σας συντροφεύσω εις το πέρασμα με την εμπειρίαν μου, εάν δε είναι

αδιάβατος, σχετικώς με την ηλικίαν σας, εις εμέ να περιορισθή ο

κίνδυνος, τότε άραγε δεν θα ωμιλούσα ορθώς; Το ίδιον λοιπόν και τόρα

ο προκείμενος λόγος είναι κάπως ορμητικός και ίσως σχεδόν αδιάβατος

σχετικώς με την δύναμίν σας. Λοιπόν διά να μη σας προξενήση τυχόν

σκοτοδινίασιν και ζάλην, εάν παρεκτρέπεται και ερωτά σας τους

ασυνηθίστους εις τας απαντήσεις, ή γεννήση ασχημίαν και ανυπόφορον

δυσαρμονίαν, νομίζω ότι πρέπει εγώ να κάμω προς το παρόν το εξής,

δηλαδή να ερωτώ πρώτον τον εαυτόν μου, και σεις μόνον να ακούετε από

ασφαλισμένον μέρος, κατόπιν δε πάλιν εγώ να απαντώ, και όλον αυτόν

τον λόγον να τον τελειώσω ούτω πως, έως ότου να λάβη τέλος η

συζήτησις περί ψυχής και αποδειχθή ότι η ψυχή είναι προγενεστέρα από

το σώμα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μας φαίνεται, Ξένε μου, ότι ωμίλησες πολύ λαμπρά, και κάμε καθώς

λέγεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν λοιπόν είναι πρέπον κάποτε να επικαλεσθώμεν κανένα θεόν, τόρα ας

το κάμωμεν. Δηλαδή ας τους επικαλεσθώμεν με όλην μας την προθυμίαν

εις την απόδειξιν της υπάρξεώς των.

Ωσάν δε να κρατούμεθα από ασφαλές σχοινίον, ας προχωρήσωμεν εις το

ζήτημά μας. Και τόρα εγώ, ο οποίος εξελέγχομαι ως προς αυτά με τας

εξής ερωτήσεις, κρίνω ασφαλέστερον να αποκριθώ κατά τον εξής τρόπον.

Όταν μου ειπή κανείς, καλέ μου, Ξένε, άραγε όλα τα πράγματα στέκονται

και κανέν δεν κινείται; Ή όλως διόλου το αντίθετον από αυτό

συμβαίνει; Ή μήπως άλλα μεν κινούνται, άλλα δε ακινητούν;

— Βεβαίως άλλα μεν κινούνται, θα ειπώ εγώ, και άλλα ακινητούν.

— Μήπως λοιπόν τάχα και τα ακινητούντα και τα κινούμενα δεν

ευρίσκονται εις κάποιον τόπον;

— Πώς όχι;

— Και δεν κινούνται άλλα μεν εις τον ίδιον τόπον, άλλα δε εις

περισσοτέρους;

— Ίσως θα εννοής τα λαμβάνοντα την ικανότητα να κινούνται πέριξ του

ακινήτου κέντρου των, θα ειπούμεν, καθώς γίνεται η περιστροφή των

κύκλων, οι οποίοι λέγομεν ότι ακινητούν.

— Μάλιστα.

— Αντιλαμβανόμεθα δε ότι εις αυτήν την περιστροφήν η τοιαύτη κίνησις

σύρει μαζί της συγχρόνως και τον μεγαλίτερον και τον μικρότερον

κύκλον και μοιράζεται αναλόγως των μικρών και μεγάλων τόξων και

γίνεται αλλού μικροτέρα και αλλού μεγαλιτέρα. Δι' αυτό λοιπόν είναι η

πηγή όλων των αξιοθαυμάστων φαινομένων, διότι συγχρόνως δίδει εις

μικρούς και εις μεγάλους κύκλους βραδύτητας και ταχύτητας αναλογικάς,

το οποίον θα ενόμιζε κανείς ότι είναι αδύνατον.

— Πολύ ορθά ομιλείς.

— Ως μετακινούμενα δε εις πολλούς τόπους μου φαίνεται ότι θεωρείς

όσα κινούνται μεταβαίνοντα διαρκώς εις άλλον τόπον, και άλλοτε μεν

βαδίζουν ολόγυρα εις έν κέντρον, άλλοτε δε εις πολλά, διότι

κυλίονται. Έπειτα ότι, όταν έκαστον από αυτά προσκρούση εις κανέν

σώμα ακινητούν διασχίζεται (2), άλλα δε ότι αντιθέτως, ενώ

συναντώνται και κινούνται μαζί εις έν σημείον, συγχωνεύονται εις τα

μεσαία και τα μεταξύ αυτών μέρη.

— Βεβαίως λέγω ότι αυτά συμβαίνουν, καθώς τα λέγεις.

— Και βεβαίως, όταν μεν συγχωνεύωνται, αυξάνουν, όταν δε χωρίζωνται,

σμικρύνουν εφ' όσον η αποκατασταθείσα νέα κατάστασίς των διατηρείται,

εάν όμως αυτή δεν διατηρηθή, τότε καταστρέφονται.

— Εις ποίον λοιπόν φαινόμενον επέρχεται η γένεσις των όντων;

— Προφανώς όταν, αυξήση το στοιχείον και φθάση εις την δευτέραν

μετάβασιν, και από αυτήν εις την πλησιεστέραν, και όταν λάβη τρεις

διαστάσεις και γίνη αισθητόν εις τα αισθανόμενα. Με αυτάς λοιπόν τας

μεταβολάς και μετακινήσεις σχηματίζονται όλα τα όντα. Και, όταν μεν

διατηρήται, είναι όντως ον, όταν όμως μεταβληθή εις άλλην κατάστασιν,

εντελώς παραμορφώνεται. Λοιπόν άραγε δεν αριθμήσαμεν όλα τα είδη των

κινήσεων εκτός δύο, καλοί μου φίλοι;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίαι είναι αυταί αι δύο;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Σχεδόν, αγαπητέ μου, είναι εκείναι, χάριν των οποίων έγινε όλη αυτή η

θεωρία.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λέγε σαφέστερον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δεν επρόκειτο τάχα περί ψυχής;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας δεχθώμεν ως μίαν κίνησιν εκείνην, η οποία ημπορεί να

μετακινήση άλλα σώματα, τον εαυτόν της όμως δεν ημπορεί να κινήση,

και άλλην μίαν από όλας εκείνην, η οποία, και τον εαυτόν της και άλλα

σώματα εις τας συγκρούσεις ημπορεί να μετακινήση, και τους χωρισμούς

και τας αυξήσεις και τας ελαττώσεις και τας γενέσεις και τας φθοράς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ας δεχθώμεν βεβαίως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν τόρα πάλιν δεν θα δεχθώμεν ως ενάτην εκείνην, η οποία

μετακινεί άλλα σώματα, η ιδία όμως μετακινείται από άλλα, εκείνην δε,

η οποία και τον εαυτόν της κινεί και άλλα σώματα μετακινεί και η

οποία προσαρμόζεται εις όλα τα δημιουργήματα και όλα τα φαινόμενα και

ονομάζεται πραγματική μεταβολή και κίνησις των όντων, δεν θα την

ειπούμεν σχεδόν δεκάτην;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Είμαι συμφωνότατος.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν από αυτάς τας δέκα ακριβώς κινήσεις ποίαν θα θεωρήσωμεν ότι

είναι ανδρειοτέρα από όλας και εξόχως δραστηριωτέρα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Είναι ανάγκη να ειπούμεν ότι χιλιάδας φοράς είναι ανωτέρα η κινούσα

τον ίδιον εαυτόν της, όλαι δε αι άλλαι ότι είναι κατώτεραι.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ καλά ομιλείς. Αλλ' άραγε από όσα τόρα δεν είπαμεν καλά πρέπει να

μετακινήσωμεν έν ή δύο;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτό που είπαμεν διά την δεκάτην δεν το είπαμεν σχεδόν ορθώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτή είναι πρώτη ως προς την γένεσιν και αναλόγως και ως προς την

ρωμαλεότητα, κατόπιν δε από αυτήν ως δεύτερον έχομεν αυτό, το οποίον

προ ολίγου το είπαμεν παραλόγως ένατον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ιδού πώς. Όταν έν πράγμα μεταβάλη άλλο και εκείνο πάλιν άλλο, άραγε

από αυτά υπάρχει κανέν ως πρώτον μεταβάλλον; Αλλά πώς είναι δυνατόν,

αφού κινείται από άλλο, να είναι το ίδιον το πρώτον μεταβάλλον;

Βεβαίως είναι αδύνατον. Αλλά τότε, όταν το έν κινήση τον εαυτόν του

και μεταβάλη άλλο, εκείνο δε πάλιν άλλο, και αν κατ' αυτόν τον τρόπον

χιλιάδες των χιλιάδων μετακινήσεις συμβούν, τάχα όλων αυτών των

κινήσεων άλλη είναι η αρχή παρά εκείνη, η οποία εκίνησε η ιδία τον

εαυτόν της;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά το είπες και πρέπει να τα παραδεχθώμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ακόμη δε ας ειπούμεν μόνοι μας και ας απαντήσωμεν εις τον εαυτόν μας

και το εξής. Εάν υπήρχε τρόπος να σταθούν όλα τα πράγματα συνηνωμένα,

καθώς τολμούν να λέγουν οι περισσότεροι από αυτούς, ποία άραγε από

τας λεχθείσας κινήσεις είναι επόμενον να γεννηθή εις αυτά; Βεβαίως η

κινούσα τον εαυτόν της. Διότι δεν είναι δυνατόν ποτε αυτή να

μετατοπισθή προηγουμένως από άλλο πράγμα, διότι δεν υπάρχει

προηγουμένως καμμία μετατόπισις εις τα πράγματα. Επομένως αρχικήν από

όλας τας κινήσεις και πρώτην, η οποία και εις τα ακινητούντα πράγματα

γεννάται και εις τα κινούμενα υπάρχει, θα θεωρήσωμεν λογικώς αυτήν

την ιδίαν, η οποία κινεί τον εαυτόν της και η οποία είναι η

αρχεγονωτέρα και η ανωτέρα από όλας τας μεταβολάς, εκείνην δε, η

οποία μεταβάλλεται από άλλο πράγμα και κινεί άλλα, θα την θεωρήσωμεν

δευτέραν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αφού λοιπόν ευρισκόμεθα εις αυτό το σημείον του λόγου, ας απαντήσωμεν

το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν ιδούμεν αυτήν την κίνησιν να παρουσιασθή τυχόν εις το στοιχείον

της γης ή του ύδατος ή του πυρός, ή όταν είναι χωριστόν έκαστον ή

ανάμικτον, τι φαινόμενον θα ειπούμεν ότι συμβαίνει εις αυτό;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μη τυχόν με ερωτάς, αν θα ειπούμεν ότι έχει ζωήν αυτό, το οποίον

κινεί μόνον του τον εαυτόν του;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μάλιστα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως έχει ζωήν. Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά τόρα; Και όταν βλέπωμεν ψυχήν εις μερικά πράγματα, άραγε άλλο

τίποτε πρέπει να παραδεχθώμεν ή επίσης ότι ζη;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Όχι άλλο, βεβαίως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Στάσου λοιπόν δι' όνομα του Διός. Άραγε δεν θα θελήσης δι' έκαστον

πράγμα τρία ζητήματα να σκεφθής;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Έν μεν την ουσίαν του, δεύτερον δε τον ορισμόν της ουσίας του και

τρίτον το όνομά του. Και μάλιστα ότι δύο ερωτήσεις επιδέχεται έκαστον

ον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς δύο;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άλλοτε μεν έκαστος από ημάς ημπορεί να προβάλη το όνομα και να

απαιτήση ως απάντησιν τον ορισμόν, άλλοτε δε πάλιν ημπορεί να προβάλη

τον ορισμόν και να ερωτήση το όνομα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Άραγε μήπως τόρα πάλιν θέλομεν να ειπούμεν το εξής;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τι πράγμα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως η διαίρεσις εις δύο συμβαίνει και εις άλλα πράγματα και εις

αριθμούς. Εις αυτούς λοιπόν τους αριθμούς τους διαιρουμένους διά του

δύο όνομα μεν δίδομεν το άρτιον, ορισμόν δε τον αριθμόν τον

διαιρούμενον εις δύο ίσα μέρη.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ακριβώς αυτό εννοώ. Και λοιπόν τάχα δεν ορίζομεν το ίδιον πράγμα είτε

μας ερωτήσουν τον ορισμόν και απαντήσωμεν με το όνομα, είτε μας

ερωτήσουν το όνομα και απαντήσωμεν με τον ορισμόν, και ειπούμεν ως

όνομα το άρτιον, ως ορισμόν δε τον εις δύο διαιρούμενον αριθμόν, το

οποίον είναι έν και το αυτό;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν αυτό που ονομάζεται ψυχή ποίον ορισμόν έχει; έχομεν

κανένα άλλον εκτός αυτού, τον οποίον είπαμεν προ ολίγου, δηλαδή ότι

είναι εκείνη η κίνησις που ημπορεί να κινήση η ιδία τον εαυτόν της;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Δηλαδή το να κινή τον εαυτόν της το εννοείς, ως ορισμόν εκείνης, την

οποίαν κατά το όνομα όλοι ονομάζομεν ψυχήν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως αυτό λέγω. Και, αφού αυτό είναι αληθές, τάχα στενοχωρούμεθα

ακόμη ως να μη απεδείχθη τελείως ότι η ψυχή είναι το ίδιον πράγμα με

την πρώτην γένεσιν και κίνησιν των πραγμάτων και του παρόντος και του

παρελθόντος και του μέλλοντος καθώς και με τα αντίθετα αυτών (φθοράν

και στάσιν), αφού βεβαίως απεδείχθη ως η αιτία πάσης μεταβολής και

κινήσεως εις όλα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Όχι, αλλά τελειότατα απεδείχθη ότι η ψυχή είναι η αρχεγονωτέρα από

όλα, αφού απεδείχθη ως η αρχή της κινήσεως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν η κίνησις, η οποία παράγεται από άλλο σώμα εις άλλο, και ποτέ

δεν κάμνει κανέν πράγμα να κινή τον ίδιον εαυτόν του, δεν είναι

δευτέρα ή πολλαπλασία οσουδήποτε αριθμού θελήση κανείς να την

φαντασθή, η οποία, είναι πραγματικώς μεταβολή σώματος αψύχου;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε λοιπόν ορθώς θα είπαμεν και εγκύρως αληθέστατα και τελειότατα,

ότι η μεν ψυχή εγεννήθη προηγουμένως από το σώμα μας, το δε σώμα

δεύτερον και μεταγενέστερον και εξουσιάζεται συμφώνως με την φύσιν

από την κυρίαρχον ψυχήν

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως αληθέστατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ενθυμούμεθα όμως ότι εις τα προηγούμενα παρεδέχθημεν ότι, εάν

αποδειχθή η ψυχή προγενεστέρα του σώματος τότε και τα ψυχικά θα είναι

προγενέστερα των σωματικών.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε δε οι χαρακτήρες και τα ήθη και αι βουλήσεις και οι συλλογισμοί

και αι αληθείς κρίσεις και αι επιμέλειαι και αι αναμνήσεις είναι

προγενέστεραι από το μήκος των σωμάτων και το πλάτος και το βάθος και

την ρωμαλεότητα, αφού είναι προγενεστέρα και η ψυχή από το σώμα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι λογικόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα πλέον λοιπόν είναι άραγε λογικόν να παραδεχθώμεν ότι και των

αγαθών αιτία είναι η ψυχή, και των κακών και των καλών και των

ασχημιών και των δικαίων και των αδίκων και όλων των αντιθέτων, αφού

θα θεωρήσωμεν αυτήν ως αιτίαν όλων;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μήπως λοιπόν η ψυχή, η οποία διοικεί και κατοικεί εις όλα τα εντελώς

κινούμενα, δεν είναι λογικόν να ειπούμεν ότι διοικεί και τον ουρανόν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μία ή περισσότεραι;

— Περισσότεραι — εγώ απαντώ εις την θέσιν σας. Αλλά ας μη δεχθώμεν

ολιγώτερα από δύο είδη ψυχής, δηλαδή την ευεργετικήν και την ικανήν

να εκτελέση τα αντίθετα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ωμίλησες.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ καλά. Λοιπόν η ψυχή κινεί όλα όσα είναι εις τον ουρανόν και την

γην και την θάλασσαν με τας κινήσεις της, αι οποίαι έχουν διάφορα

ονόματα, καθώς βούλησις, σκέψις, επιμέλεια, προμελέτη, ορθή κρίσις,

ψευδής κρίσις, χαρά, λύπη, θάρρος, φόβος, μίσος, στοργή, και με όλας

τας κινήσεις, όσαι είναι, συγγενείς με αυτάς ή αρχιεργατικαί και

παραλαμβάνουν τας δευτερογενείς κινήσεις των σωμάτων και οδηγούν τα

πάντα εις την αύξησιν και την φθοράν και την διαχώρισιν και

συγκόλλησιν και τας παρακαλουθούσας αυτάς θερμότητας, ψύξεις,

ρευστοποιήσεις, ελαφρότητας, σκληρότητα και μαλακότητα, λευκότητα και

μελανότητα, δριμύτητα και γλυκύτητα και όλα όσα μεταχειρίζεται η

ψυχή, και εάν μεν προσλάβη νουν πάντοτε θείον και κινήται (θει)

ορθώς, τότε χειραγωγεί ορθώς και με ευτυχίαν τα πάντα, όταν όμως

συντροφεύση με ανοησίαν, τότε πάλιν κάμνει όλως διόλου τα αντίθετα

από αυτά. Να δεχθώμεν ότι αυτά είναι ούτω πως, ή να αμφιβάλλωμεν

ακόμη μήπως είναι αλλέως πως;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε λοιπόν πρέπει να δεχθώμεν ότι εκείνο το γένος της ψυχής

κυριαρχεί του ουρανού και της γης και όλων των περιστροφών, το οποίον

είναι φρόνιμον και φορτωμένον από αρετήν, ή εκείνο το οποίον δεν έχει

τίποτε από αυτά; Θέλετε λοιπόν εις αυτά να απαντήσωμεν το εξής;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν μεν, αξιοθαύμαστε φίλε, θα του ειπούμεν, ολοκλήρου του ουρανού η

κίνησις και περιστροφή και όλων των ουρανίων σωμάτων έχη ομοίαν φύσιν

με την κίνησιν του νου και με τους υπολογισμούς, και ομοίως

μεταφέρεται, τότε είναι προφανές ότι πρέπει να δεχθώμεν ότι η

καλλιτέρα ψυχή φροντίζει διά τον κόσμον όλον και αυτή τον οδηγεί εις

αυτόν τον δρόμον της.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν όμως μεταφέρεται εξωφρενικώς και ατάκτως, τότε θα ειπούμεν ότι

την οδηγεί η κακή ψυχή.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και αυτό είναι ορθόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ποία λοιπόν είναι η φύσις της κινήσεως του νου; Αυτό τόρα είναι

δύσκολον ζήτημα, φίλοι μου, διά να δώσωμεν φρόνιμον απάντησιν.

Διά τούτο είναι δίκαιον και εγώ να λάβω μέρος εις την απάντησίν σας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, διά να απαντήσωμεν, ας μη βλέπωμεν καταντικρύ καθώς εις τον

ήλιον, ο οποίος τότε μας φέρει την νύκτα μέσα εις το μεσημέρι, ως να

ημπορούμεν ποτέ να ιδούμεν, και να γνωρίσωμεν καλά τον νουν με τα

θνητά βλέμματά μας. Αλλά θα είναι ασφαλεστέρα η όρασίς μας, εάν

βλέπωμεν προς μίαν εικόνα του πράγματος, το οποίον εξετάζομεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Από τας δέκα εκείνας κινήσεις ας λάβωμεν ως εικόνα την κίνησιν, με

την οποίαν ομοιάζει ο νους. Ταύτην θα ενθυμηθώ εγώ μαζί σας και θα

απαντήσω από κοινού με σας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά μου φαίνεται ότι ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ως προς εκείνας ενθυμούμεθα βεβαίως ότι από όλα τα πράγματα

άλλα μεν εδέχθημεν ότι κινούνται, άλλα ότι ακινητούν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Από τα κινούμενα δε πάλιν άλλα μεν κινούνται εις ένα τόπον, άλλα δε

κινούνται μεταφερόμενα εις πολλούς τόπους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Από αυτάς λοιπόν τας δύο κινήσεις εκείνη βεβαίως, η οποία κινείται

πάντοτε εις τον ίδιον τόπον, είναι ανάγκη να κινήται πέριξ ενός

κέντρου, αποτελούσα μίμησιν των τορνευμένων κύκλων, και αυτή βεβαίως

είναι όσον το δυνατόν συγγενής και ομοία με την περιφοράν του νου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν ειπούμεν ότι και ο νους και η εντός ενός τόπου κίνησις γίνεται με

τους ιδίους νόμους και με τον ίδιον τρόπον και εις τον ίδιον τόπον

και εις το ίδιον κέντρον και με την ιδίαν αναλογίαν και τάξιν,

ομοιάζοντα εις τας περιστροφάς με την τορνευμένην σφαίραν, τότε δεν

είναι δυνατόν να φανούμεν εις τον λόγον μας μηδαμινοί καλλιτέχναι

ωραίων εικόνων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν τόρα πάλιν η κίνησις, η οποία ποτέ δεν κινείται με τον ίδιον

τρόπον και με τους ιδίους νόμους, ούτε εις τον ίδιον τόπον ούτε με

την ιδίαν ακτίνα ούτε με το ίδιον κέντρον ούτε με ρυθμόν και τάξιν

ούτε με κάποιαν αναλογίαν, δεν είναι συγγενείς με παντός είδους

ανοησίαν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα είναι.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν δεν είναι διόλου δύσκολον να δηλώσωμεν ρητώς ότι, επειδή

παρεδέχθημεν ότι η ψυχή περιστρέφει όλα, κατ' ανάγκην πρέπει να

παραδεχθώμεν και ότι και την περιστροφήν του ουρανού εκτελεί με

επιμέλειαν και τάξιν ή η καλλιτέρα ψυχή ή η αντίθετος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ξένε μου, από όσα είπαμεν δεν είναι πλέον ευσεβές να ειπούμεν άλλο

τίποτε παρά ότι μία ψυχή περιστρέφει αυτά έχουσα πάσαν αρετήν ή και

περισσότεραι.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ λαμπρά παραδέχεσαι τους λόγους μου, Κλεινία μου, αλλά άκουσε

ακόμη και το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν τον ήλιον και την σελήνην και τα άλλα άστρα τα περιστρέφη όλα μία

ψυχή, άραγε δεν περιστρέφει και το καθέν χωριστά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας φέρωμεν δι' έν από αυτά επιχειρήματα, τα οποία θα γίνουν

παραδεκτά και δι' όλα τα άλλα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διά ποία;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Του ηλίου το σώμα πας άνθρωπος το βλέπει, την ψυχήν του όμως δεν την

βλέπει κανείς. Διότι ούτε άλλου κανενός σώματος ούτε ζωντανού ούτε

αποθαμμένου βλέπει την ψυχήν, αλλ' υπάρχει μεγάλη πιθανότης ότι το

γένος αυτό επλάσθη απολύτως απρόσιτον εις όλας τας αισθήσεις του

σώματος, και μόνον με τον νουν είναι νοητόν, επομένως και ημείς μόνον

με τον νουν ας σκεφθώμεν το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αφού τον ήλιον τον περιστρέφει ψυχή, τότε, εάν ειπούμεν ότι αυτή

κάμνει έν από τα τρία, δεν θα σφάλωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία τρία;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι η ενυπάρχουσα εις αυτό το περιφερικόν φαινόμενον σώμα ολόγυρα

μετακομίζει αυτό, καθώς ημάς μας περιφέρει ολόγυρα η ενυπάρχουσα

εντός μας ψυχή· ή από κανέν μέρος απ' έξω προμηθεύεται πυρ ή κανέν

αέριον, καθώς είναι η θεωρία μερικών, και ωθεί διά της βίας σώμα με

σώμα· ή, τρίτον, αυτή η ιδία είναι γυμνή από σώμα, αλλά έχει κάποιας

άλλας δυνάμεις υπερβολικά θαυμασίας και τον ποδηγετεί.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως όσον δι' αυτό είναι λογικόν έν από αυτά τα τρία να κάμνη η

ψυχή, όταν περιστρέφη πάντα πάντα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτήν λοιπόν την ψυχήν του είναι καλλίτερον πας άνθρωπος να την

νομίζη θεόν είτε μέσα εις άρμα κυριαρχεί τον ήλιον και χύνει φως εις

όλους είτε από έξω, είτε με κανένα άλλον τρόπον. Ή πώς αλλέως;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως, θα τα παραδεχθή όστις δεν έφθασε εις την τελευταίαν

παραφροσύνην.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν δι' όλα τα άστρα και την σελήνην και τα έτη και τους

μήνας και όλας τας ώρας ποίαν άλλην εξήγησιν θα δώσωμεν παρά αυτήν

την ιδίαν, ότι δηλαδή, επειδή η ψυχή ή αι ψυχαί απεδείχθησαν αιτίαι

όλων αυτών και ότι είναι ενάρετοι με όλας τας αρετάς, θα δεχθώμεν ότι

είναι θεοί είτε μέσα εις σώματα, τα οποία είναι ζωντανά και

κανονίζουν όλον τον ουρανόν, είτε οπωσδήποτε αλλέως; Υπάρχει κανείς ο

οποίος, αφού παραδέχεται αυτά, δεν θα δεχθή ότι τα πάντα είναι

κατοικημένα από θεούς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τόσον παράφρων, καλέ Ξένε, δεν υπάρχει κανείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν εις εκείνον που δεν παρεδέχετο προηγουμένως θεούς, φίλε

Μέγιλλε και Κλεινία, ας προβάλλωμεν όρους και ας τελειώνωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίους όρους;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ή να μας φωτίση ότι δεν ομιλούμεν ορθώς παραδεχόμενοι ότι η ψυχή

είναι η πρώτη γένεσις από όλας και όλα τα άλλα όσα είπαμεν συμφώνως

με αυτό, ή, αν δεν είναι ικανός να ομιλήση καλλίτερα από ημάς, ας

πεισθή εις ημάς και ας ζη εις το εξής πιστεύων εις τους θεούς. Λοιπόν

ας προσέξωμεν αν ωμιλήσαμεν πλέον επαρκώς διά τους μη παραδεχομένους

την ύπαρξιν των θεών, ή μήπως ωμιλήσαμεν ατελώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου μάλιστα ατελώς, καλέ Ξένε.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εις αυτά λοιπόν ας λάβη τέλος η συζήτησίς μας.

Τον δε φρονούντα ότι υπάρχουν μεν θεοί, αλλ' ούτοι δεν σκοτίζονται

διά τα ανθρώπινα πράγματα, πρέπει να τον συμβουλεύσωμεν τα εξής:

Αγαπητέ μου, ας του ειπούμεν, το ότι μεν πιστεύει εις τους θεούς ίσως

το κάμνει κάποια συγγένεια θεία, η οποία σε οδηγεί προς το ομογενές

σου, διά να το τιμάς και να πιστεύης ότι υπάρχει. Αλλά των κακών

ανθρώπων η κατάστασις και ιδιωτικώς και δημοσίως πραγματικώς δεν

είναι ευτυχής, αλλά φαινομενικώς μακαρίζονται πολύ και όχι αρμονικώς,

και σε οδηγούν προς την ασέβειαν, διότι και εις την ποίησιν

εγκωμιάζονται και εις τους διαφόρους λόγους. Ή ίσως βλέπεις ασεβείς

ανθρώπους να φθάσουν εις το έσχατον γήρας, και να αφήσουν παίδας των

παίδων των μέσα εις μεγάλας τιμάς, και σε ανησυχούν στιγμιαίως όλα

αυτά, τα οποία είδες ο ίδιος ή τα έμαθες, εξ ακοής ή εξ αυτοψίας

παρευρέθης εις πολλάς ασεβείας και φρικαλεότητας μερικών, οι οποίοι

με αυτά ακριβώς τα μέσα έφθασαν από τα μικρά εις τα μεγάλα και εις

κυριαρχίαν. Τότε δε γίνεσαι ολοφάνερος ότι δι' όλα αυτά δεν θέλεις να

κατακρίνης τους θεούς ως αιτίους ένεκα της συγγενείας σου,

παρασυρόμενος, όμως από κάποιον παραλογισμόν και συγχρόνως μη

δυνάμενος να οργισθής κατά των θεών κατήντησες πλέον εις το πάθημα,

ώστε να φρονής μεν ότι υπάρχουν, αλλά ότι περιφρονούν και αμελούν τα

ανθρώπινα πράγματα. Λοιπόν, διά να μη μεγαλώση η γνώμη σου αυτή το

ασεβές πάθημά σου, και, αν είναι δυνατόν, διά να κατορθώσωμεν να το

εξορκίσωμεν, όταν έλθη, ας προσπαθήσωμεν να συνεχίσωμεν την κατωτέρω

συζήτησιν με εκείνην, την οποίαν απετείναμεν προς τον απολύτως μη

παραδεχόμενον την ύπαρξιν θεών, και αυτήν τόρα να εφαρμόσωμεν. Σεις

δε, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, απαντάτε διαδοχικώς εις την θέσιν του

νέου καθώς εις τα προηγούμενα. Εάν δε συμπέση κανέν δύσκολον εις την

συζήτησίν μας, εγώ θα σας στηρίξω καθώς προηγουμένως και θα σας

περάσω από τον ποταμόν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς. Ώστε και συ αυτό να κάμης και ημείς όσον είναι

δυνατόν θα κάμωμεν καθώς λέγεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλ' ίσως δεν είναι διόλου δύσκολον να αποδείξωμεν αυτό τουλάχιστον,

ότι οι θεοί και διά τα μικρά φροντίζουν όχι ολιγώτερον παρά όσον διά

τα μεγάλα. Διότι αυτός ήκουε και παρευρίσκετο εις τα λεχθέντα προ

ολίγου, ότι, αφού είναι τελείως αγαθοί, έχουν την επιμέλειαν των

πάντων, η οποία είναι αρμοδιωτάτη δι' αυτούς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και πολύ μάλιστα το ήκουσε.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν ας εξετάσωμεν μαζί ποίαν αρετήν παραδεχόμενοι δι' αυτούς

τους θεωρούμεν αγαθούς. Λέγε μου, θεωρούμεν την φρόνησιν και την

νοημοσύνην ως αρετήν, τα δε αντίθετα ως κακίαν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα την θεωρούμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και πάλιν; ότι ιδιότης της αρετής είναι η ανδρεία, η δε δειλία της

κακίας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και άλλα μεν από αυτά θα τα θεωρήσωμεν ως αισχρά, άλλα δε ως καλά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι λογικόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και εις ημάς μεν αρμόζουν τα μηδαμινά, όταν αρμόζουν, εις τους θεούς

όμως ούτε πολύ ούτε ολίγον θα δεχθώμεν ότι υπάρχει από αυτά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και αυτά ο καθείς θα τα παραδεχθή ως ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τόρα; Την αμέλειαν και την αργίαν και την τρυφηλότητα ως αρετήν

της ψυχής, θα την θεωρήσωμεν, ή πώς εννοείς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς είναι δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά τότε ως το αντίθετον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επομένως και τα αντίθετα αυτών θα τα θεωρήσωμεν ως το αντίθετον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως ως το αντίθετον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν; ο τρυφηλός και ο αμελής και ο αργός δεν θα μας φανή

εντελώς καθώς τον παρέστησε ο ποιητής (3), ο οποίος είπε ότι αυτός

είναι προ πάντων όμοιος με τους οκνηρούς κηφήνας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά βεβαίως τους παρωμοίασε.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν πρέπει ούτε να ειπούμεν ότι ο θεός έχει παρόμοιον ήθος, το

οποίον αυτός βεβαίως μισεί, ούτε να επιτρέπωμεν εις κανένα, εάν

δοκιμάση, να προφέρη τοιαύτην λέξιν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως όχι. Διότι πώς είναι δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Όστις λοιπόν έχει καθήκον να εκτελή και να φροντίζη υπερβολικά διά

κάποιον πράγμα, ο νους του όμως διά μεν τα μεγάλα φροντίζει, τα δε

μικρά τα παραμελεί, με ποίαν δικαιολογίαν ημπορούμεν να επαινέσωμεν

αυτόν χωρίς να σφάλωμεν εντελώς; Ας σκεφθώμεν δε κατά τον εξής

τρόπον. Άραγε δεν εκτελεί κατά δύο τρόπους όστις εκτελεί αυτό, είτε

θεός είτε άνθρωπος;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίους δύο εννοούμεν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ή διότι φρονεί ότι δεν υπάρχει σπουδαία διαφορά διά το σύνολον, εάν

αμελούνται τα μικρά, ή από οκνηρίαν και τρυφηλότητα, εάν υπάρχη

διαφορά, αυτός όμως αμελεί. Ή υπάρχει και με άλλον τρόπον γινομένη

αμέλεια; Διότι βεβαίως, όταν είναι αδύνατον να επιμεληθή δι' όλα,

τότε δεν πρέπει να θεωρηθή ως αμέλεια διά τον μη φροντίζοντα διά τα

μικρά ή τα μεγάλα, διά τα οποία ίσως είναι ελλιπής και δεν έχει την

ικανότητα να τα επιμεληθή με την δύναμίν του είτε είναι θεός είτε

κανείς μηδαμινός.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως πώς αλλέως;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν αυτοί που είναι δύο ας αποκριθούν εις ημάς τους τρεις,

αυτοί δηλαδή που παραδέχονται μεν ότι υπάρχουν θεοί, αλλ' ο μεν είς

τους θεωρεί παρακλητούς, ο δε άλλος αμελείς διά τα μικρά. Πρώτον μεν

οι δύο σας παραδέχεστε ότι οι θεοί γνωρίζουν και βλέπουν και ακούουν

τα πάντα και ότι δεν είναι δυνατόν να διαφύγη αυτούς τίποτε από όσα

υπόκεινται εις τας αισθήσεις και εις την επιστήμην; Αυτό φρονείτε δι'

αυτά ή πώς αλλέως;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τόρα πάλιν; Ότι είναι ικανοί δι' όλα όσα έχουν την δύναμιν να

κάμουν οι θνητοί και οι αθάνατοι;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως πώς δεν θα συμφωνήσουν ότι και αυτά είναι ορθά;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και ιδού ότι ημείς που είμεθα όλοι πέντε παρεδέχθημεν ότι αυτοί είναι

αγαθοί και άριστοι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε λοιπόν δεν είναι αδύνατον να παραδεχθώμεν ότι αυτοί εκτελούν

απολύτως οτιδήποτε με οκνηρίαν και τρυφηλότητα, αφού βεβαίως είναι

καθώς τους παραδεχόμεθα; Διότι βεβαίως η αργία εις την ψυχήν μας

είναι απόγονος της δειλίας, η δε οκνηρία της αργίας και της

τρυφηλότητος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επομένως κανείς από τους θεούς δεν αμελεί από αργίαν και οκνηρίαν,

διότι δεν έχει καμμίαν δειλίαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν, εάν τυχόν παραμελούν τα μικρά και ολίγα μεταξύ των

πάντων, τότε ή πράττουν τούτο, διότι γνωρίζουν ότι δεν οφείλουν να

φροντίζουν διά κανέν από αυτά, ή τι άλλο μένει παρά το αντίθετον από

το να γνωρίζουν (η άγνοια);

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Κανέν άλλο.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Δ · 第 3 / 7 段