Κατόπιν δε από αυτόν είναι καλόν να ακολουθήση και διά τα μικρά και

διά τα μεγάλα είς και ο αυτός νόμος, ο εξής. Εάν κανείς αφήση κάπου

ιδικόν του πράγμα εκουσίως ή ακουσίως, όστις το εύρη ας το αφήση εις

την θέσιν του, φρονών ότι φυλάττει η ενοδία θεότης (η έφορος των

οδών) τα τοιαύτα, τα οποία είναι αφιερωμένα εις την επιτήρησιν της

θεότητος. Εάν όμως παραβαίνων κανείς ταύτα εξ απειθείας τα σηκώση και

τα φέρη εις την οικίαν του, τότε, αν μεν είναι δούλος μικρού

αντιτίμου και τον συναντήση κανείς όχι κατωτέρας ηλικίας των τριάντα

ετών, ας του δώση πολλούς ραβδισμούς. Εάν δε είναι κανείς ελεύθερος,

εκτός του να θεωρήται κατά κοινήν γνώμην ακοινώνητος των νόμων, ας

πληρώση το δεκαπλάσιον του αντιτίμου εις τον αφήσαντα το πράγμα εν τη

οδώ.

Εάν δε κανείς κατακρίνη κάποιον ότι έχει κάτι από τα ιδικά του μέγα ή

μικρόν, αυτός δε ομολογή μεν ότι το έχει, όχι όμως το ιδικόν του,

τότε, εάν μεν είναι καταγραμμένον εις τα βιβλία των Αρχόντων το κτήμα

συμφώνως με τον νόμον, ας προσκληθή ο κάτοχός του εις την αρχήν, και

ας το καταθέση. Όταν δε φανερωθή, εάν μεν έχη καταγραφή εις τα βιβλία

εις ποίον ανήκει από τους διαφιλονικούντας αυτό, ας το πάρη αυτός και

ας φύγη. Εάν δε είναι κανενός άλλου έξω από τους παρευρισκομένους,

όποιος δώση αξιόπιστον εγγυητήν χάριν του απουσιάζοντος, ότι θα το

παραδώση εις εκείνον, ας το σηκώση καθώς θα έκαμνε εκείνος. Εάν όμως

το φιλονικούμενον δεν έχη καταγραφή εις τα βιβλία των αρχόντων, ας

κατατεθή μέχρι της δίκης πλησίον τριών αρχόντων εκ των γεροντοτέρων.

Και αν το κρατημένον είναι σφαχτόν, όστις χάση την δίκην περί αυτού

ας πληρώνη και την τροφήν του εις τους άρχοντας. Την δε υπόθεσιν να

την δικάσουν εντός τριών ημερών οι άρχοντες.

Ας συμμαζεύη από οπουδήποτε τον δούλον του όστις θέλει, εάν έχη τας

φρένας του, και ας τον κάμη ό,τι θέλει από όσα είναι ευσεβή. Αλλά ας

συμμαζεύη και χάριν άλλου συγγενούς του ή φίλου τον φεύγοντα (δούλον)

διά να ελευθερωθή. Εάν δε κάποιος προσπαθή να αποσπάση κανένα, διά να

τον ελευθερώση ωσάν δούλον συμμαζευόμενον, τότε ας τον παραιτήση ο

συμμαζεύων αυτόν, αλλά ο αποσπών αυτόν ας αφήση τρεις αξιοπίστους

εγγυητάς και τότε ας τον αποσπάση, όχι όμως αλλέως. Εάν δε κανείς

αποσπά έξω από αυτά, ας θεωρηθή ένοχος και, αν καταδικασθή, ας

πληρώνη την διπλασίαν της σημειωθείσης βλάβης εις εκείνον, από τον

οποίον τον απέσπασε.

Αλλά ας συμμαζεύη και τον απελεύθερον, εάν δεν περιποιήται τους

απελευθερώσαντας αυτόν, ή περιποιείται όχι επαρκώς. Η περιποίησις

είναι να συχνάζη τρεις φοράς τον μήνα ο απελευθερωθείς εις την οικίαν

του απελευθερώσαντος και να ερωτά τι πρέπει να κάμη από ό,τι είναι

δίκαιον και συγχρόνως δυνατόν. Και διά τον γάμον του να κάμη ότι

εγκρίνει όστις υπήρξε άλλοτε κύριός του, να μη επιτρέπεται δε να γίνη

πλουσιώτερος από τον απελευθερώσαντα. Το δε πλεόνασμα ας γίνεται

κτήμα του κυρίου του. Να μη μένη δε περισσότερον από είκοσι έτη ο

απολυθείς, αλλά καθώς και οι άλλοι ξένοι να απέλθη, αφού λάβη την

περιουσίαν του, εκτός εάν πείση και τους άρχοντας και τον

απελευθερώσαντα. Εάν δε κανείς απελεύθερος ή από τους άλλους ξένους

αποκτήση περιουσίαν περισσοτέραν από το τρίτον τίμημα, (τάξις) από

την ημέραν που θα συμβή αυτό εντός τριάντα ημερών ας λάβη τα ιδικά

του και ας αναχωρήση, και ας μη δίδεται καμμία άδεια διαμονής πλέον

εις αυτόν από τους άρχοντας. Εάν δε κανείς απειθήσας εις αυτούς

εγκαλεσθή εις το δικαστήριον και καταδικασθή, ας τιμωρηθή διά θανάτου

και τα χρήματά του ας γίνουν δημόσια. Αι δε τιμωρίαι αυτού ας

γίνωνται εις τας φυλετικάς δίκας, εάν δεν απαλλαχθούν από τας

καταγγελίας προηγουμένως ενώπιον των γειτόνων ή εις τα κατ' εκλογήν

δικαστήρια.

Εάν δε εγγίζη ως ιδικόν του κανέν ζώον ή οτιδήποτε άλλο από τα

πράγματά του, ας το επιστρέψη ο κρατών αυτό εις τον πωλήσαντα ή εις

τον δωρήσαντα αυτό με τρόπον αξιόχρεον και νόμιμον ή άλλον έγκυρον

τρόπον εντός μεν τριάντα ημερών εις τον πολίτην ή και τον μέτοικον

της πόλεως, εις δε τον ξένον εντός πέντε μηνών (ας το παραδώση), αλλά

το μέσον της προθεσμίας να αποτελή ο μην των χειμερινών τροπών του

ηλίου.

Όσα δε κανείς ανταλλάσσει αγοράζων ή πωλών εις άλλον, ας παραδίδη το

πράγμα εις το ιδιαιτέρως ωρισμένον προς τούτο μέρος της αγοράς δι'

έκαστον και ας λάβη αμέσως το αντίτιμον διά να ξεκάμη, όχι όμως εις

κανέν άλλο μέρος, ούτε επί πιστώσει να κάμη κανενός πράγματος πώλησιν

ή αγοράν. Εάν δε με άλλον τρόπον ή εις άλλους τόπους ανταλλάσση

κανείς με άλλον οτιδήποτε απέναντι οποιουδήποτε πράγματος, μόνον αν

έχη πεποίθησιν εις το πρόσωπον, με το οποίον συναλλάσσεται, ας κάμη

αυτά, έχων υπ' όψει του ότι δεν υπάρχουν δίκαι συμφώνως με τους

νόμους διά τα πωληθέντα συμφώνως με αυτόν τον τελευταίον τρόπον που

λέγομεν.

Όσον δε διά τα δάνεια όστις θέλει ας δανείζεται από τους φίλους του.

Εάν όμως συμβή καμμία φιλονικία περί του δανείου, ας κανονίσουν αυτοί

μόνοι των έχοντες υπ' όψει ότι δεν επιτρέπονται δίκαι περί τοιούτων

ζητημάτων εις κανένα με κανένα τρόπον.

Όστις δε πωλήση τοις μετρητοίς και λάβη αντίτιμον του πράγματος όχι

κατώτερον των πενήντα δραχμών, ας μένη υποχρεωτικώς εντός της πόλεως

δέκα ημέρας, ο δε αγοραστής ας γνωρίζη την κατοικίαν του πωλητού μη

τυχόν έχη κανέν παράπονον εναντίον του, καθώς συμβαίνει συνήθως εις

τοιαύτα ζητήματα και χάριν των επιστροφών, αι οποίαι γίνονται

συμφώνως με τους νόμους. Η δε νόμιμος επιστροφή ή όχι ας συμβαίνη ως

εξής. Εάν κανείς πωλήση δούλον πάσχοντα από φθίσιν, από λιθίασιν, από

στραγγουρίαν, ή από την λεγομένην ιεράν νόσον (σεληνιασμόν) ή και από

καμμίαν άλλην άγνωστον εις τους περισσοτέρους ασθένειαν χρονίαν και

ανίατον σωματικήν ή ψυχικήν, τότε, εάν μεν τον πωλήση εις ιατρόν ή

γυμναστήν, ας μη επιτραπή εις αυτόν να επιτύχη επιστροφήν, ούτε εάν

κανείς ομολογήση την αλήθειαν πριν τον πωλήση εις κάποιον. Εάν όμως

τον πωλήση κανείς τεχνίτης εις ιδιώτην, τότε όστις τον αγοράση ας τον

επιστρέψη εντός εξαμήνου, εκτός όταν πάσχη από ιεράν νόσον. Δι' αυτήν

δε ας επιτρέπεται να γίνη η επιστροφή εντός ενός έτους. Ας εικασθούν

δε και οι δύο εμπρός εις ιατρούς, όσους εκλέξουν και οι δύο εκ

συμφώνου. Όστις δε χάση την δίκην, ας πληρώση το διπλάσιον του

αντιτίμου της πωλήσεως. Εάν δε επώλησε ιδιώτης προς ιδιώτην να

επιτρέπεται μεν επιστροφή καθώς ελέχθη και διά τους προηγουμένους,

επίσης δε και δίκη, αλλά όστις χάση την δίκην ας πληρώση το αντίτιμον

εις το απλούν. Εάν δε πωλήση κανείς φονέα εν γνώσει και του πωλητού

και του αγοραστού, ας μη επιτυγχάνη επιστροφήν διά τοιαύτην πώλησιν,

εάν όμως εν αγνοία του αγοραστού, τότε να γίνεται η επιστροφή

οιανδήποτε ώραν το αντιληφθή κανείς από τους αγοραστάς, η δε κρίσις

να γίνη ενώπιον πέντε νομοφυλάκων, των νεωτέρων από όλους, αν δε

αποδειχθή δικαστικώς ότι το εγνώριζε, τότε και τας οικίας του

αγοραστού ας καθαρίση συμφώνως με τον νόμον του ερμηνευτού και ας

πληρώση εις τον αγοραστήν το τριπλάσιον του αντιτίμου.

Όστις δε ανταλλάσσει ή νόμισμα απέναντι νομίσματος ή κανέν

οποιονδήποτε ζώον ή πράγμα άψυχον, ας δίδη πάντοτε συμφώνως με τους

νόμους και ας λαμβάνη ακίβδηλα πράγματα. Ως προοίμιον δε καθώς εις

τους άλλους νόμους, ας παραδεχθώμεν και διόλην αυτήν την κακίαν το

εξής. Έκαστος οφείλει να γνωρίζη ότι υπάγεται εις την ιδίαν

κατηγορίαν η κιβδηλεία και το ψεύδος και η απάτη, και είναι εκείνη,

διά την οποίαν πολύ κακώς οι περισσότεροι συνηθίζουν να εφαρμόζουν

την διάδοσιν ότι, εάν γίνεται εις κατάλληλον ευκαιρίαν το τοιούτον,

ημπορεί να έχη την θέσιν του πολλάκις, οι οποίοι όμως αφήνουν

απροσδιόριστον το επίκαιρον και το πού και πότε και με αυτήν την

εκφρασιν πολύ ζημιώνονται και ζημιώνουν άλλους.

Εις τον νομοθέτην δε δεν επιτρέπεται να αφήση τούτο απροσδιόριστον,

αλλά πρέπει να το διασαφήση εντός μεγαλειτέρων ή μικροτέρων ορίων.

Και λοιπόν και τώρα ας το ορίσωμεν. Κανείς ποτε ας μη μεταχειρισθή

ούτε ψεύδος ούτε απάτην ούτε κανέν αντικείμενον κίβδηλον ούτε με

λόγον ούτε με έργα επικαλούμενος συγχρόνως τους θεούς, εάν δεν θέλη

να γίνη ο πλέον θεομίσητος άνθρωπος. Τοιούτος δε είναι όστις

ορκίζεται ψευδείς όρκους και δεν σκοτίζεται διόλου διά τους θεούς,

κατά δεύτερον δε λόγον όστις ψεύδεται ενώπιον των ανωτέρων του.

Ανώτεροι δε είναι οι καλλίτεροι απέναντι των χειροτέρων και οι

γέροντες απέναντι των νέων. Διά τούτο και οι γονείς είναι ανώτεροι

από τα τέκνα και οι άνδρες από τας γυναίκας και τα παιδία και οι

άρχοντες από τους αρχομένους. Τούτους δε πρέπει όλοι να τους σέβωνται

και εις όλα τα άλλα αξιώματα και μάλιστα εις τα πολιτικά, χάριν των

οποίων συνέπεσε το ζήτημα τούτο. Δηλαδή πας άνθρωπος της αγοράς, ο

οποίος κιβδηλοποιεί κάτι, ψεύδεται και απατά και επικαλούμενος τους

θεούς ορκίζεται συμφώνως με τους νόμους των αγορανόμων χωρίς ούτε

τους ανθρώπους να εντρέπεται ούτε τους θεούς να σέβεται. Και βεβαίως

είναι καλή πράξις να μη μιαίνη κανείς ευκόλως τα ονόματα των θεών,

αλλά να ευρίσκεται εις την θέσιν που ευρισκόμεθα συνήθως οι

περισσότεροι ως προς την καθαρότητα και τον εξαγνισμόν προς τους

θεούς.

Εάν όμως οπωσδήποτε δεν υπακούη κανείς, ας υπάρχη ο εξής νόμος. Όστις

πωλεί οτιδήποτε εις την αγοράν, ας μην ειπή ποτέ του δύο τιμάς διά τα

πωλούμενα, αλλά ας λέγη ωρισμένην τιμήν, και αν δεν επιτύχη αυτήν,

είναι ορθόν να το αποσύρη, και αυτήν την ιδίαν ημέραν δεν πρέπει να

ορίση ούτε μεγαλιτέραν ούτε μικροτέραν τιμήν. Ας λείπη δε πας έπαινος

και όρκος διά τα πωλούμενα πράγματα. Εάν δε κανείς δεν υπακούη εις

αυτά, όστις τον επιτύχη από τους πολίτας, χωρίς να είναι κάτω των

τριάντα ετών εις την ηλικίαν, αν θέλη να τιμωρήση τον ορκιζόμενον, ας

τον κτυπά χωρίς να φοβηθή τίποτε κακόν, αν δε αμελήση και δεν

υπακούση, ας κατακριθή ως προδότης των νόμων. Εκείνον δε που πωλεί

κανέν κίβδηλον και δεν ημπορεί να υπακούση εις τους λόγους τούτους,

όστις τον επιτύχη από τους γνωστούς, εάν είναι ικανός να τον

εξελέγξη, ας τον εξελέγξη εμπρός εις τους άρχοντας, και αν μεν είναι

δούλος ή μέτοικος, ας πάρη το κίβδηλον αντικείμενον, ο δε πολίτης,

εάν μεν δεν τον εξελέγξη, ας δυσφημισθή ως κακός, διότι στερεί τους

θεούς τα δικαιώματά των, εάν δε τον εξελέγξη, ας το αφιερώση εις τους

θεούς, οι οποίοι προστατεύουν την αγοράν. Όστις δε αποδειχθή ότι

πωλεί κανέν τοιούτον, εκτός της στερήσεως του κιβδήλου, όσας δραχμάς

ζητήση διά το πωλούμενον, τόσας φοράς ας ξυλισθή με την μάστιγα από

τον κήρυκα εις την αγοράν, αφού αυτός διαλαλήση διά ποίον λόγον

πρόκειται να ξυλισθή. Δι' όλας δε τας κιβδηλοποιήσεις και τας

κακουργίας των πωλητών ας λάβουν πληροφορίας από τους ειδικούς και οι

αγορανόμοι και οι νομοφύλακες και ας γράψουν εις μίαν στήλην τι

πρέπει να κάμη ο πωλητής και τι όχι και ας τα τοποθετήσουν εμπρός από

το αγορανομείον, διά να χρησιμεύσουν ως νόμοι σαφείς διά την κίνησιν

της αγοράς.

Όσον δε διά τους αστυνόμους ωμιλήσαμεν αρκετά εις τα προηγούμενα, εάν

όμως φανή καμμία πρόσθετος ανάγκη, ας την ανακοινώσουν εις τους

νομοφύλακας και αφού γράψουν ό,τι νομισθή ελλιπές, ας τοποθετήσουν

επάνω εις μίαν στήλην εντός της αστυνομίας και τα πρώτα και τα

δεύτερα θεσπίσματα αυτής της αρχής.

Αμέσως δε κατόπιν από τας κιβδηλοποιήσεις έρχεται το επάγγελμα της

καπηλείας. Αφού δε γενικώς δώσωμεν περί αυτών συμβουλήν και λόγον,

κατόπιν θα θέσωμεν τον νόμον. Δηλαδή όλη η καπηλεία εδημιουργήθη εις

τας πόλεις όχι προς βλάβην, όταν είναι σύμφωνος με την φύσιν, αλλά

όλως το αντίθετον. Διότι βεβαίως πώς δεν είναι ευεργετικός πας όστις

οποιανδήποτε περιουσίαν η οποία είναι ασύμμετρος και ανώμαλος την

κάμνει ομαλήν και συμμετρικήν; Αυτό πρέπει να δεχθώμεν ότι κάμνει και

η δύναμις του νομίσματος, και ο έμπορος πρέπει να φρονούμεν ότι δι'

αυτό προωρίσθη και ο μισθωτός και ο ξενοδόχος και ότι όλοι αυτοί, οι

οποίοι είναι άλλοι κοσμιώτεροι και άλλοι κάπως απειρόκαλοι, αυτόν τον

προορισμόν έχουν βεβαίως, να προμηθεύουν ευκολίας εις όλους διά τας

ανάγκας των και εξομάλυνσιν των περιουσιών. Τότε λοιπόν ποία είναι η

αιτία διά να θεωρούνται αυτά τα επαγγέλματα όχι καλά και τι συνέτεινε

εις το να δυσφημισθούν, ας το εξετάσωμεν, ώστε, και αν όχι εις το

σύνολόν του, τουλάχιστον εις μερικά του μέρη να ημπορέσωμεν να το

θεραπεύσωμεν με τον νόμον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό το ζήτημα δεν φαίνεται μικρόν ούτε έχει ανάγκην ολίγης

ικανότητος. Αλλά πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Φίλε Κλεινία, πολύ μικρά τάξις ανθρώπων και εκ φύσεως ολίγη και με

τελείαν ανατροφήν μορφωμένη, όταν έλθη εις την ανάγκην και επιθυμίαν

κανενός πράγματος, έχει την ικανότητα να συγκρατήται εις το ορθόν

μέτρον, και όταν της δοθή ευκαιρία να λάβη πολλά χρήματα, είναι

νηφάλιος και προτιμά από το πολύ το μέτριον. Τα πλήθη όμως των

ανθρώπων όλως αντιθέτως διάκεινται από αυτούς, δηλαδή και αι ανάγκαι

των είναι υπέρμετροι και, ενώ επιτρέπεται να κερδίσουν τα μέτρια,

προτιμούν να κερδίσουν απλήστως. Διά τούτο λοιπόν όλαι αι τάξεις αι

ασχολούμεναι εις την καπηλείαν και το εμπόριον και τα ξενοδοχικά είδη

εσυκοφαντήθησαν και περιέπεσαν εις εξευτελιστικούς ονειδισμούς.

Διότι, εάν κανείς (πράγμα το οποίον δεν εύχομαι να γίνη ποτέ ούτε

ημπορεί να γίνη) υποχρεώση — αυτό είναι κωμικόν βεβαίως να το ειπή

κανείς, αλλ' όμως θα το ειπούμεν — να γίνουν ξενοδόχοι οι καλλίτεροι

άνδρες εις όλα τα μέρη δι' ολίγον καιρόν, ή να γίνουν κάπηλοι, ή να

κάμουν κανέν παρόμοιον επάγγελμα, ή γυναίκες από καμμίαν ανάγκην της

ειμαρμένης να λάβουν μέρος εις αυτάς τας βιωτικάς ασχολίας, τότε ήτο

δυνατόν να εννοήσωμεν πόσον είναι αγαπητόν και προσφιλές έκαστον από

αυτά και πόσον, εάν εγίνετο με λογικήν και με τρόπον αδιάφθορον, θα

εξετιμώντο όλα αυτά τα επαγγέλματα με γόητρον μητρός και τροφού. Τόρα

όμως, αφού έκαστος χάριν καπηλείας ιδρύει εις έρημα μέρη οικοδομάς

και όπου υπάρχουν μακρινοί δρόμοι προς όλας τας διευθύνσεις, και

υποδέχεται μέσα εις αναπαυτικά καταλύματα ταξιδιώτας ευρισκομένους

εις στενοχωρίαν ή ωθουμένους από την αγρίαν βίαν των κακοκαιριών,

παρέχων καλοκαιρινήν ανάπαυσιν ή εις τους καύσωνας αναψυχήν, κατόπιν

όμως δεν προσφέρει εις αυτούς φιλοξενίας ως προς φίλους συμφώνως με

την υποδοχήν, αλλά ωσάν εχθρούς αιχμαλώτους υποχειρίους τους

ελευθερώνει απέναντι μιαρωτάτων και αδίκων και ακαθάρτων λύτρων, όλα

αυτά και τα παρόμοια αισχρά πραξικοπήματα εναντίον όλων αυτών

συνετέλεσαν να συκοφαντηθή η βοήθεια η παρεχομένη εις τους

ευρισκομένους εις απορίαν. Δι' όλα αυτά λοιπόν πρέπει να εύρη

φάρμακον ο νομοθέτης.

Και βεβαίως είναι ορθόν και παλαιόν το ρητόν ότι είναι δύσκολον να

πολεμή κανείς προς δύο πράγματα και μάλιστα αντίθετα, καθώς συμβαίνει

εις τας ασθενείας και εις άλλας πολλάς περιπτώσεις. Ωρισμένως δε και

τόρα η εναντίον αυτών μάχη είναι εναντίον δύο, δηλαδή της πτωχείας

και του πλούτου, εκ των οποίων αυτός μεν διέφθειρε την ψυχήν των

ανθρώπων με την τρυφηλότητα, εκείνη δε με τα βάσανα παρωθεί αυτήν εις

την αναίδειαν. Λοιπόν ποία θεραπεία ημπορεί να ευρεθή διά την

ασθένειαν αυτήν εις μίαν νοήμονα πόλιν; Πρώτον μεν να υπάρχη όσον το

δυνατόν περιωρισμένον το γένος των καπήλων. Έπειτα να ανατίθεται εις

ανθρώπους, οι οποίοι εάν διαφθαρούν, δεν θα προκύψη μεγάλη καταστροφή

εις την πόλιν. Τρίτον δε πρέπει οι ίδιοι οι μετέχοντες των

επαγγελμάτων αυτών να εύρουν τρόπον να μη μεταδίδωνται ευκόλως τα ήθη

της αναιδείας και της δουλοπρεπούς ψυχής.

Κατόπιν λοιπόν από αυτό το προοίμιον ας ορισθή με το καλό ο εξής

νόμος. Από τους Μάγνητας, τους οποίους ο ευνοϊκός θεός τους

συνοικίζει και πάλιν, όσοι είναι γεωμόροι ανήκοντες εις τας πέντε

χιλιάδας σαράντα κατοικίας, ας μη γίνη κανείς κάπηλος ούτε εκουσίως

ούτε ακουσίως, ούτε έμπορος ούτε να αναλάβη καμμίαν υπηρεσίαν εις

ιδιώτας μη ίσους με αυτόν, εκτός του πατρός του και της μητρός του

και των άλλων ανιόντων συγγενών και όλων των γεροντοτέρων του όσοι

είναι ελεύθεροι ελευθέρως.

Το δε ελευθερόφρον και το δουλοπρεπές με ακρίβειαν μεν δεν είναι

εύκολον να το ορίσωμεν διά νόμου, ας κρίνεται όμως από τους

θεωρηθέντας ως αρίστους εις την αγάπην του πρώτου και αποστροφήν του

δευτέρου. Οποιοσδήποτε δε λάβη μέρος εις την καπηλείαν με

οποιονδήποτε τέχνασμα, ας τον καταγγέλλη ως καταισχύνοντα το γένος

του ο βουλόμενος προς τους θεωρουμένους ως πρώτους, εάν δε κριθή ότι

καταρρυπαίνει με ανάξιον επάγγελμα την πατρικήν του οικίαν, ας

υποβληθή εις τα δεσμά έν έτος, διά να απομακρυνθή από αυτό, και αν το

επαναλάβη πάλιν, τότε ας δεθή δύο έτη, και εις πάσαν ενοχοποίησίν του

ας εξακολουθή να διπλασιάζη τον προηγούμενον χρόνον της ποινής.

Δεύτερος όμως νόμος ας ορισθή ο εξής. Πρέπει να είναι μέτοικος ή

ξένος όστις πρόκειται να γίνη κάπηλος. Τρίτος δε, ότι, διά να είναι

όσον το δυνατόν καλός ή όσον το δυνατόν ολιγώτερον κακός ο τοιούτος

συγκάτοικος της πόλεώς μας, πρέπει οι νομοφύλακες να είναι φύλακες

όχι μόνον εκείνων, τους οποίους είναι εύκολον να προφυλάξουν διά να

μη γίνουν παράνομοι και κακοί, δηλαδή όσοι είναι εκ φύσεως και εξ

ανατροφής καλοί, αλλά τους αντιθέτους και τους επαγγελλομένους

επαγγέλματα, τα οποία έχουν ροπήν κάπως ισχυράν διά να τους

παρακινούν να γίνουν κακοί, πρέπει να προφυλάττουν περισσότερον. Αφού

λοιπόν η καπηλεία είναι πολυειδής και περιλαμβάνει πολλά παρόμοια

επαγγέλματα, δι' όσα κριθούν από αυτά ως απαραίτητα να μείνουν εις

την πόλιν, πρέπει να συνεδριάσουν πάλιν οι νομοφύλακες μετά των

πραγματογνωμόνων εις έκαστον είδος καπηλείας, καθώς διετάξαμεν

προηγουμένως ως προς την κιβδηλοποιίαν, η οποία είναι συγγενές έργον

με αυτήν, και αφού συνεδριάσουν να συσκεφθούν ποίον κέρδος είναι

ορθόν να δίδη εις τον κάπηλον η αγορά και η κατανάλωσις, αφού δε

καταγράψουν να θεσπίσουν την ορισθείσαν αγοράν και κατανάλωσιν και να

φυλάττουν την καταγραφήν και οι αγορανόμοι και οι αστυνόμοι και οι

αγρονόμοι. Και τότε πλέον η καπηλεία σχεδόν θα ωφελή όλους, πολύ δε

ολίγον θα ημπορή να βλάπτη τους χρησιμοποιούντας αυτήν εντός των

πόλεων.

Όσα κανείς ομολογεί ότι τα εσυμφώνησε, αλλά δεν τα εκτελεί συμφώνως

με την συμφωνίαν, να υπάρχουν δίκαι περί μη εκτελέσεως της συμφωνίας

εις τα φυλετικά δικαστήρια, εάν εις την διαιτησίαν ή εμπρός εις τους

γείτονας δεν ημπορούν προηγουμένως να συμβιβασθούν δι' όλα, εκτός

μόνον δι' όσα εμποδίζουν οι νόμοι ή κανέν ψήφισμα, ή όσα κανείς

συμφωνήση εκβιασθείς από καμμίαν άδικον υποχώρησιν.

Είναι δε η τάξις των τεχνιτών ιερά υπό την προστασίαν του Ηφαίστου

και της Αθηνάς, οι οποίοι επροίκισαν την ζωήν μας με διαφόρους

τέχνας, επίσης δε του Άρεως και της Αθηνάς, οι οποίοι επενόησαν άλλας

αμυντικάς τέχνας διά να σώζουν τα έργα των τεχνιτών. Δικαίως δε και

η τάξις αυτών προστατεύεται από αυτούς τους θεούς. Αυτοί λοιπόν όλοι

διαρκώς προστατεύουν την χώραν και τον δήμον, οι μεν πρώτοι ως

κυρίαρχοι των πολεμικών αγώνων, οι δε δεύτεροι αποτελειώνοντες την

κατασκευήν των εμμίσθων οργάνων και των έργων. Αυτοί λοιπόν ως προς

αυτά δεν πρέπει να ψεύδωνται, σεβόμενοι τους θεούς τους προγόνους

αυτών. Εάν λοιπόν τόρα κανείς από τους τεχνίτας δεν τελειώση εις τον

συμφωνημένον χρόνον έν έργον από κακίαν, χωρίς να σεβασθή διόλου τον

βιοδότην θεόν, και φρονών ότι ως ιδικός του ο θεός θα τον συγχωρήση,

μη έχων διανοητικήν όρασιν, αυτός πρώτον μεν θα υποστή τιμωρίαν χάριν

του θεού, εκτός δε τούτου, δι' αυτόν ας υπάρχη ο εξής νόμος. Ας

πληρώση το αντίτιμον του έργου, διά το οποίον ηπάτησε τον

παραγγελιοδότην του, και πάλιν εξ αρχής ας το εκτελέση δωρεάν εις τον

συμφωνημένον χρόνον.

Και εις τον αναλαμβάνοντα μίαν εργασίαν ο παρών νόμος συμβουλεύει τα

ίδια, τα οποία συνεβούλευσε και εις τον πωλητήν, δηλαδή να μη

προσπαθή να ζητήση μεγαλίτερον αντίτιμον, αλλά όσον το δυνατόν μόνον

την αξίαν του πράγματος, Το ίδιον λοιπόν και διά τον αναλαμβάνοντα

μίαν εργασίαν.

Διότι ο τεχνίτης βεβαίως γνωρίζει την αξίαν. Εις τας πόλεις λοιπόν

των ελευθέρων δεν πρέπει με την τέχνην του, η οποία είναι καθάρειον

και ανόθευτον πράγμα εκ φύσεως, να προσπαθή ο ίδιος τεχνίτης να

εξαπατήση με τεχνάσματα τους ιδιώτας, αλλά να υπάρχη εκδίκησις δι'

αυτά εις τον αδικούμενον απέναντι του αδικούντος.

Εάν δε πάλιν κανείς παρήγγειλε έν έργον εις τεχνίτην και δεν πληρώνη

το αντιμίσθιόν του ακριβώς όπως έγινε η νόμιμος συμφωνία, και ασεβή

προς τον Δία τον πολιούχον και Αθηνάν, οι οποίοι προστατεύουν την

πολιτείαν και από μανίαν δι' ολίγον κέρδος καταλύει μεγάλας

επικοινωνίας, ας υπάρχη ο νόμος βοηθός μαζί με τους θεούς εις την

αλληλεγγύην της πόλεως.

Δηλαδή όστις έλαβε πρώτος το έργον από τον τεχνίτην και δεν πληρώνη

το αντιμίσθιόν του εις την συμφωνηθείσαν προθεσμίαν, ας πληρώση το

διπλάσιον.

Εάν δε διαρρεύση ολόκληρον έτος, ενώ όλα τα άλλα οφειλόμενα χρήματα

δεν φέρουν κανένα τόκον, αυτός ας πληρώση δι' εκάστην δραχμήν κατά

μήνα ένα οβολόν, αι δε δίκαι αυτών να γίνωνται εις τα φυλετικά

δικαστήρια.

Είναι δε δίκαιον και περί της διασώσεως των πολεμικών τεχνιτών,

δηλαδή των στρατηγών και όσοι είναι τεχνίται εις τοιαύτα πράγματα, να

ειπούμεν εν παρέργω ότι γενικώς τους ενθυμήθημεν μαζί με τους

τεχνίτας, διότι και αυτοί είναι τεχνίται καθώς εκείνοι. Λοιπόν, εάν

και από αυτούς κανείς αναλάβη είτε εκουσίως είτε κατά διαταγήν έν

δημόσιον έργον και το εκτελέση καλώς, ο δε δήμος αποδώση τας τιμάς

δικαίως, αι οποίαι είναι ως μισθοί διά τους πολεμικούς άνδρας, τότε ο

νόμος δεν θα παύση ποτέ να εγκωμιάζη αυτόν (τον δήμον). Εάν όμως

αποκτήση κανέν καλόν έργον εκ των πολεμικών χωρίς να αποδώση τας

τιμάς, ο νόμος θα τον κατακρίνη. Λοιπόν ας υπάρχη αυτός ο νόμος εις

ημάς ανάμικτος με έπαινον, και συμβουλευτικός, όχι όμως υποχρεωτικός

διά το πλήθος των πολιτών, να τιμά κατά δεύτερον λόγον τους αγαθούς

άνδρας, όσοι είναι σωτήρες όλης της πόλεως είτε με την ανδρείαν των

είτε με πολεμικάς εφευρέσεις. Διότι βεβαίως κατά πρώτον λόγον το

μεγαλίτερον βραβείον πρέπει να δοθή εις εκείνους, οι οποίοι θα

ημπορέσουν να εκτιμήσουν εξόχως τους γραπτούς νόμους των αγαθών

νομοθετών.

Και λοιπόν τα μεγαλίτερα συμβόλαια όσα συνομολογούν μεταξύ των οι

άνθρωποι, εκτός βεβαίως των ορφανικών και των επιτροπικών περί

επιμελείας των ορφανών, σχεδόν ωρίσθησαν από ημάς. Τόρα λοιπόν,

κατόπιν από εκείνα που είπαμεν, είναι ανάγκη να ορίσωμεν οπωσδήποτε

αυτά. Αφορμή δε δι' όλα αυτά είναι αι επιθυμίαι των μελλοθανάτων να

κάμουν διαθήκην και αι περιπέτειαι εκείνων, οι οποίοι δεν άφησαν

απολύτως καμμίαν διαθήκην. Ανέφερα δε την λέξιν ανάγκη, φίλε Κλεινία,

διότι έλαβα υπ' όψιν την δυστροπίαν και την δυσκολίαν αυτών. Διότι

βεβαίως δεν είναι δυνατόν και να αφήσωμεν αυτό το ζήτημα

ατακτοποίητον. Δηλαδή έκαστος πολλά θα εθέσπιζε και όλοι διαφορετικά

μεταξύ των και αντιθέτως και με τους νόμους και με τα ήθη των ζώντων

και με τα ιδικά των προηγούμενα, πριν να φθάσουν εις την στιγμήν της

διαθήκης, εάν κανείς τους έδιδε το δικαίωμα να είναι απολύτως έγκυρος

η διαθήκη, την οποίαν θα εκτελέση κανείς με οποιανδήποτε ψυχικήν

κατάστασιν εις το τέλος της ζωής του. Διότι κάπως είμεθα ανόητοι και

χαϊδευμένοι οι περισσότεροι, όταν πλέον νομίζωμεν ότι πρόκειται να

αποθάνωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το εννοείς αυτό, καλέ Ξένε;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ. Είναι δύσκολον πράγμα, φίλε Κλεινία, ο άνθρωπος που

πρόκειται να αποθάνη, και επιφορτίζει εις τους νομοθέτας λόγον πάρα

πολύ φοβερόν και δύσκολον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επειδή θέλει εις όλα αυτός να έχη κύρος, συνηθίζει να ομιλή με οργήν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Είναι φρίκη, θεέ μου, φωνάζει αυτός, εάν τα ιδικά μου πράγματα δεν

έχω δικαίωμα να τα δώσω εις όποιον θέλω ή όχι, και εις άλλον

περισσότερα και άλλον ολιγώτερα εξ όλων όσοι εδείχθησαν εις εμέ κακοί

και όσοι αγαθοί, βασανισθέντες αρκετά εις τας ασθενείας μου, άλλοι δε

εις τα γηρατειά μου και εις άλλας διαφόρους περιπετείας μου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λοιπόν δεν σου φαίνονται, καλέ Ξένε, ότι έχουν δίκαιον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μου φαίνεται, φίλε Κλεινία, ότι οι παλαιοί νομοθέται ήσαν μαλθακοί

και ότι ενομοθέτησαν βλέποντες και σκεπτόμενοι εις μικράν έκτασιν των

ανθρωπίνων πραγμάτων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επειδή εφοβούντο αυτόν τον λόγον, αγαπητέ μου, έθεσαν τον εξής νόμον,

να έχη δικαίωμα έκαστος να διαθέση τα πράγματά του απολύτως όπως

θέλει, εγώ όμως και συ θα απαντήσωμεν αρμονικότερα εις τους

μελλοθανάτους πολίτας μας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Δ · 第 5 / 7 段