πατέρας ή τας μητέρας τούτων χωρίς να εκυριεύθη από μανίαν, πρώτον
μεν όστις παρευρέθη, καθώς και εις τας προηγουμένας περιπτώσεις, ας
τρέξη εις βοήθειαν. Και αν μεν είναι μέτοικος ή ξένος όστις βοηθήση,
ας προσκληθή εις τιμητικήν θέσιν εις τους αγώνας, εάν δε δεν βοηθήση,
ας εξορισθή διά παντός από την χώραν. Όστις δε δεν είναι μέτοικος,
εάν μεν βοηθήση, ας λάβη έπαινον, εάν δε δεν βοηθήση, ας κατακριθή. Ο
δε δούλος, εάν μεν βοηθήση, ας γίνη ελεύθερος, εάν δε δεν βοηθήση, ας
δεχθή εκατόν ραβδισμούς με το μαστίγιον, και εάν μεν γίνη το συμβάν
εις την αγοράν, από τους αγορανόμους, εάν δε συμβή έξω από την αγοράν
εις την πόλιν, τότε οι αστυνόμοι να τον τιμωρήσουν, εάν δε εις τους
αγρούς κάπου, τότε οι άρχοντες, των αγρονόμων. Εάν δε ο
παρευρισκόμενος είναι εγχώριος είτε παις είτε ανήρ είτε γυνή, ας
βοηθήση και ας τον υβρίζη ως ασεβή, όστις δε δεν βοηθεί ας έχη την
κατάραν του συγγενικού και πατρικού Διός συμφώνως με τον νόμον.
Εάν δε κανείς καταδικασθή διά κακοποίησιν των γονέων του, πρώτον μεν
ας εκπατρισθή διά παντός από την πόλιν εις την έξω χώραν και ας
αποκλείεται από όλα τα προσκυνήματα. Εάν όμως δεν απομακρύνεται από
αυτά, ας τον τιμωρούν με ραβδισμούς και όσον θέλουν οι αγρονόμοι. Εάν
δε επιστρέψη ας τιμωρήται με θάνατον. Εάν δε κανείς από τους
ελευθέρους συμφάγη ή συμποσιάση με τον τοιούτον ή έλθη εις καμμίαν
παρομοίαν επιμιξίαν ή και απλώς αν τον συναντήση κάπου και τον
συντροφεύη εκουσίως, ας μην πλησιάση ποτέ ούτε εις προσκύνημα ούτε
εις την αγοράν ούτε γενικώς εις την πόλιν πριν να καθαρθή, πιστεύων
ότι μετεδόθη εις αυτόν κάποια αλιτηρία τύχη. Εάν δε απειθή εις τον
νόμον και μολύνη την πόλιν παρανόμως, όστις εκ των αρχόντων το μάθη
και δεν καταγγείλη εις δίκην τον τοιούτον, αυτό κατά την εποχήν των
ευθυνών του ας είναι μία από τας μεγαλιτέρας κατηγορίας εναντίον του.
Εάν δε πάλιν δούλος κτυπά ελεύθερον, είτε ξένον είτε πολίτην, ας
βοηθήση μεν όστις παρευρεθή, ειδεμή ας πληρώση συμφώνως με το τίμημά
του το πρόστιμον που είπαμεν, και αφού τον δέσουν οι παρευρισκόμενοι
με την σύμπραξιν του κτυπηθέντος, ας τον παραδώσουν εις τον
αδικούμενον. Αυτός δε, αφού τον παραλάβη, ας τον δέση εις χειροπέδας
και ας τον μαστιγώση όσον θέλει, χωρίς να ζημιώση διόλου τον κύριόν
του, και ας τον παραδώση εις εκείνον να τον έχη συμφώνως με τον
νόμον. Ο δε νόμος αυτός ας λέγη: Όστις ενώ είναι δούλος κτυπά
ελεύθερον χωρίς την διαταγήν των αρχόντων, ας τον παραλάβη ο κάτοχός
του από τον κτυπηθέντα δεμένον και ας μη τον λύση πριν ο δούλος να
καταπείση τον κτυπηθέντα ότι είναι πλέον άξιος να λυθή. Αυτοί δε οι
ίδιοι νόμοι ας ισχύουν και διά τας γυναίκας μεταξύ των δι' όλας τας
παρομοίας περιπτώσεις, και διά τας γυναίκας απέναντι των ανδρών και
διά τους άνδρας απέναντι των γυναικών.
ΒΙΒΛΙΟΝ Ι'.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κατόπιν δε από τας κακοποιήσεις ας λεχθή γενικώς είς νόμος περί όλων
των βιαιοτήτων, ο εξής: Κανείς να μη μετατοπίζη ξένον πράγμα, ούτε να
μεταχειρίζεται πράγματα του πλησίον του, εάν δεν λάβη την άδειαν του
κατόχου των. Διότι ωρισμένως από αυτά προέρχονται και θα προέρχωνται
όλα τα κακά που είπαμεν. Από όλα δε τα άλλα πάλιν τα μεγαλίτερα είναι
αι ακολασίαι και αι ύβρεις των νέων. Ακόμη δε μεγαλίτερα είναι, όταν
γίνωνται εις τα προσκυνήματα, και όλως διόλου υπερβολικά, όταν
γίνωνται εις τα δημόσια και τα άγια ή επιτοπίως εις τα μέρη όπου
μετέχουν οι φυλέται ή άλλοι παρόμοιοι. Όταν δε γίνωνται εις τα
ιδιωτικά προσκυνήματα και τους τάφους, είναι δεύτερα και μικρότερα,
εις δε τους γονείς τρίτα, όταν έξω από τας αναφερθείσας προηγουμένως
περιπτώσεις τους υβρίζη, κανείς. Τέταρτον δε είδος αυθαδείας είναι,
όταν περιφρονή κανείς, τους άρχοντας και μετατοπίζη ή μεταχειρίζεται
κανέν πράγμα, ιδικόν των χωρίς την άδειάν των. Πέμπτον δε η αυθάδεια
προς πάντα πολίτην, η οποία ζητεί τιμωρίαν. Εις όλα λοιπόν αυτά
πρέπει να ορίσωμεν ένα κοινόν νόμον.
Και βεβαίως ως προς την ιεροσυλίαν είτε γίνη βιαίως είτε κρυφίως,
είπαμεν γενικώς τι πρέπει να πάσχη ο δράστης. Δι' όσας δε ύβρεις
εκτελεί κανείς με τους λόγους του ή με τα έργα του, πρέπει να
ομιλήσωμεν, αφού προτάξωμεν την συμβουλήν. Είναι δε η εξής:
Όταν κανείς πιστεύη συμφώνως με τον νόμον ότι υπάρχουν θεοί, δεν
κάμνει ποτέ έργον ασεβές εκουσίως ούτε λέξιν προφέρει παράνομον, αλλά
το κάμνει μόνον όταν πάσχη έν από τα τρία αυτά, ή αυτό που είπα, ότι
δηλαδή δεν τους πιστεύει, ή το δεύτερον, δηλαδή ότι υπάρχουν, αλλά
δεν σκοτίζονται διά τους ανθρώπους, ή το τρίτον ότι εξιλεώνονται
ευκόλως παρασυρόμενοι με τας θυσίας και τας προσευχάς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι λοιπόν ημπορούμεν να κάμωμεν ή έστω και να ειπούμεν προς αυτούς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αγαπητέ μου, ας προσέξωμεν να ακούσωμεν πρώτον από αυτούς όσα
προμαντεύω ότι θα ειπούν εμπαικτικώς περιφρονούντες ημάς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πιθανόν να ειπούν εμπαικτικώς τα εξής: Καλέ μου ξένε Αθηναίε και
Λακεδαιμόνιε και Κνώσιε, λέγετε την αλήθειαν. Δηλαδή από ημάς άλλοι
μεν δεν πιστεύομεν διόλου τους θεούς, άλλοι δε τους παραδεχόμεθα
καθώς τους λέγετε σεις. Καθώς επομένως σεις οι ίδιοι εκρίνατε καλόν
να πράξητε διά τους νόμους, πριν να μας απειλήσητε σκληρώς, ζητούμεν
πρώτον να προσπαθήσετε να μας διαφωτίσετε ότι υπάρχουν θεοί, με
πειστικάς αποδείξεις, και ότι είναι καλλίτεροι παρά τοιούτοι, ώστε να
παρασύρωνται έξω από το δίκαιον τερπόμενοι από τα δώρα. Διότι έως
τόρα αυτά ακούομεν και άλλα παρόμοια από τους θεωρουμένους ως
καλλιτέρους ποιητάς και ρήτορας και μάντεις και ιερείς και άλλους
αναριθμήτους, και δεν βλέπομεν να μη κάμνωμεν αδικήματα, αλλά αφού τα
κάμωμεν προσπαθούμεν να τα σκεπάσωμεν. Τόρα λοιπόν από σας που λέγετε
ότι είσθε νομοθέται όχι άγριοι αλλά ήμεροι ζητούμεν να μας φέρετε
πειστικάς αποδείξεις, και αν δεν ειπήτε πολύ καλλίτερα πράγματα από
τους άλλους περί των θεών, τουλάχιστον όμως να ειπήτε καλλίτερα ως
προς την αλήθειαν. Και πολύ πιθανόν να σας πιστεύσωμεν. Λοιπόν
προσπαθήσατε, αν είναι ορθοί οι λόγοι μας, να μας ειπήτε αυτά που σας
παρακαλούμεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λοιπόν, καλέ Ξένε, δεν σου φαίνεται ότι είναι εύκολον να τους
ειπούμεν, καθώς είναι αληθές, ότι υπάρχουν θεοί;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πρώτον μεν θεοί είναι η γη και ο ήλιος και όλα ανεξαιρέτως τα άστρα
και αι ώραι του έτους, αι οποίαι έχουν τόσον καλήν διάταξιν,
χωριζόμεναι εις έτη και μήνας. Και ότι αυτά όλοι οι Έλληνες και οι
βάρβαροι τα θεωρούν ως θεούς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εγώ, αξιομακάριστε φίλε, φοβούμαι τους μοχθηρούς, δηλαδή δεν θέλω να
ειπώ ότι εντρέπομαι μήπως μας περιφρονήσουν. Διότι σεις δεν γνωρίζετε
την αιτίαν της αλλοδοξίας των, αλλά νομίζετε ότι μόνον από ακράτειαν
διά τας ηδονάς και τας επιθυμίας ρέπουν αι ψυχαί των εις τον ασεβή
βίον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και τι άλλο λοιπόν ακόμη αίτιον υπάρχει, καλέ Ξένε;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Σχεδόν εκείνο το οποίον δεν είναι δυνατόν να γνωρίζετε σεις, που ζήτε
έξω από αυτά, αλλά σας διαφεύγει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον εννοείς τόρα πάλιν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κάποιαν αμάθειαν πολύ κακήν, η οποία νομίζει ότι είναι μεγάλη
νοημοσύνη.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς το εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Υπάρχουν λόγοι γραμμένοι μέσα εις διάφορα συγγράμματα, οι οποίοι,
καθώς εγώ εννοώ, δεν λείπουν εδώ ως εκ της τελειότητος του
πολιτεύματός σας, άλλοι μεν με διάφορα μέτρα, άλλοι δε χωρίς μέτρα
και λέγουν οι αρχαιότεροι από αυτούς, ότι πρώτος έλαβε ύπαρξιν ο
ουρανός και τα άλλα. Αφού δε προχωρήσουν ολίγον από αυτήν την πρώτην
ύπαρξιν, μας διηγούνται την θεογονίαν, δηλαδή πώς εγεννήθησαν οι θεοί
και πώς εφέρθησαν μεταξύ των. Τα οποία αν είναι καλά ή όχι διά τους
ακούοντας ως προς τα άλλα δεν είναι εύκολον να τα κατηγορήση κανείς,
αφού είναι αρχαία, ως προς τας περιποιήσεις όμως και τιμάς των γονέων
δεν ημπορώ εγώ να τα επαινέσω και να ειπώ ότι είναι ωφέλιμα ούτε
εντελώς ότι είναι αληθή. Και λοιπόν τα μεν έργα των αρχαίων ας τα
αφήσωμεν και, όπως θέλει ο θεός, ας λέγωνται. Ημείς δε ας ρίψωμεν το
βάρος εις τα έργα των νέων σοφών ότι είναι αίτια των κακών. Και
λοιπόν το εξής κατορθώνουν οι λόγοι των τοιούτων. Δηλαδή, όταν εγώ
και συ φέρωμεν αποδείξεις ότι υπάρχουν θεοί αναφέροντες αυτά τα ίδια,
δηλαδή, τον ήλιον και την σελήνην και τα άστρα και την γην ότι είναι
θεοί και θεϊκά όντα, αυτοί παρασυρόμενοι από αυτούς τους σοφούς θα
μας ειπούν ότι αυτά είναι χώμα και λίθοι και δεν ημπορούν να
φροντίσουν διά τα ανθρώπινα πράγματα. Αυτά δε λέγονται με πολύ ωραία
και πειστικά επιχειρήματα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλόν λόγον μας είπες, καλέ Ξένε, και είθε να ήτο είς μόνον.
Αλλά τόρα που είναι πάρα πολλοί, ίσως είναι πολύ χειρότερα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και τόρα λοιπόν; Ημείς τι λέγομεν; Τι πρέπει να κάμωμεν; Άραγε να
απολογηθώμεν ωσάν να μας κατηγόρησε κανείς εμπρός εις ασεβείς
ανθρώπους, και ως να δικαζώμεθα διά την νομοθεσίαν, και να λέγουν ότι
είναι τρομερόν πράγμα να νομοθετούμεν δι' αυτούς ωσάν διά θεούς; Ή θα
τους αφήσωμεν εις την διάθεσίν των και θα προχωρήσωμεν πάλιν εις τους
νόμους, μήπως γίνη κάπως το προοίμιον εκτενέστερον από τους νόμους;
Διότι ο λόγος εκτεινόμενος δεν θα γίνη σύντομος, εάν πρόκειται διά
μερικούς που θέλουν να είναι ασεβείς άλλα μεν να αποδείξωμεν επαρκώς
με επιχειρήματα, δηλαδή όσα έλεγαν ότι πρέπει να αναπτύξωμεν, δι'
άλλα δε να τους εμπνεύσωμεν φόβον, δι' όσα δε είναι πρέπον να τους
κάμωμεν να στενοχωρούνται, και τότε πλέον να νομοθετήσωμεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Καλέ Ξένε, εις αυτό το ολίγον διάστημα πολλάκις επανελάβαμεν αυτό το
ίδιον πράγμα, ότι δηλαδή δεν είναι διόλου ανάγκη προς το παρόν να
προτιμώμεν περισσότερον την βραχυλογίαν παρά την μακρολογίαν. Διότι,
καθώς λέγει η παροιμία, δεν μας κυνηγά κανείς. Επομένως είναι γελοίον
και ουτιδανόν να φαινώμεθα ότι προτιμώμεν τα συντομώτερα από τα
καλλίτερα. Δεν είναι δε μικρόν πράγμα να έχουν οπωσδήποτε κάποιαν
πειστικότητα οι λόγοι μας περί του ότι οι θεοί υπάρχουν και είναι
αγαθοί και τιμούν υπερβολικά την δικαιοσύνην των ανθρώπων. Διότι αυτό
σχεδόν είναι το ωραιότερον και καλλίτερον προοίμιον δι' όλους τους
νόμους (!). Λοιπόν χωρίς να στενοχωρηθώμεν ούτε να βιασθώμεν, αν
έχωμεν καμμίαν δύναμιν να πείσωμεν με τοιαύτα επιχειρήματα, ας μη
αποκάμωμεν να ομιλήσωμεν όσον το δυνατόν επαρκώς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μου φαίνεται ωσάν παράκλησις ο λόγος σου, διότι με πολλήν προθυμίαν
επιμένεις. Και δεν επιτρέπεται να χάνωμεν καιρόν πλέον, αλλά πρέπει
να ομιλήσωμεν. Εμπρός λοιπόν, πώς ημπορεί κανείς να ομιλήση περί θεού
χωρίς να οργισθή; Διότι βεβαίως είναι ανάγκη να εχθρεύηται κανείς και
να μισή εκείνους, οι οποίοι έγιναν αιτία δι' αυτούς μας τους λόγους
και γίνονται ακόμη και τόρα, διότι δεν πείθονται εις τους μύθους τους
οποίους ήκουαν από μικρά παιδιά, όταν ακόμη ετρέφοντο με το γάλα από
τας τροφούς και τας μητέρας των, οι οποίοι λέγονται με τα παιχνίδια
και με τα σοβαρά και μαζί με τας προσευχάς και τας θυσίας και με
ακούσματα και με θεαματικάς τελετάς, τας οποίας με πολλήν
ευχαρίστησιν παρακολουθεί κανείς όταν είναι νέος, βλέπων τους γονείς
του να φροντίζουν δι' αυτάς με μεγάλην προθυμίαν και ως να έχουν
απόλυτον πεποίθησιν περί της υπάρξεως των θεών να λέγουν εις αυτούς
τας προσευχάς των και τας παρακλήσεις των, και όταν ανατέλλη ο ήλιος
και η σελήνη και όταν δύουν ακούοντες και βλέποντες γονυκλισίας και
προσκυνισμούς όλων των Ελλήνων και των βαρβάρων όταν κυριεύωνται από
διαφόρους συμφοράς, και όταν ευτυχούν όχι πιστεύοντες ότι δεν
υπάρχουν, αλλά έχοντες απόλυτον πεποίθησιν ότι υπάρχουν και χωρίς
καμμίαν υποψίαν μήπως δεν υπάρχουν οι θεοί. Λοιπόν όσοι όλα αυτά τα
περιφρονούν χωρίς κανέν σπουδαίον επιχείρημα, καθώς ημπορούν να
υποθέσουν, όσοι έχουν έστω και ολίγην νοημοσύνην, και μας αναγκάζουν
τόρα να λέγωμεν αυτά που λέγομεν, πώς ημπορεί κανείς με μειλιχίους
λόγους να τους συμβουλεύση και συγχρόνως να τους διδάξη περί θεών
πρώτον ότι υπάρχουν; Και όμως πρέπει να το υπομένωμεν. Διότι δεν
πρέπει, εάν εκείνοι έγιναν μανιώδεις από την ακολασίαν των ηδονών, να
γίνωμεν και ημείς τοιούτοι από την έξαψίν μας.
Λοιπόν ας αποτείνωμεν το εξής προοίμιον χωρίς θυμόν εις τους έχοντας
ούτω πως διεφθαρμένην την διάνοιάν των, και ας τους ειπούμεν
μειλιχίως καταπνίγοντες τον θυμόν μας ως να συνδιαλεγώμεθα με κανένα
από αυτούς: Παιδί μου, συ είσαι νέος. Όσον δε περνά ο καιρός θα σε
κάμη να μεταβάλης πολλάς σημερινάς σου δοξασίας και να παραδέχεσαι τα
αντίθετα. Περίμενε λοιπόν τότε να γίνης κριτής των σπουδαιοτέρων
ζητημάτων. Το σπουδαιότερον δε από όλα είναι αυτό που συ δεν το
θεωρείς τόρα τίποτε, δηλαδή, αφού σκεφθής ορθώς περί των θεών, να
ζήσης καλά ή άσχημα. Και λοιπόν, εάν σου ειπώ δι' αυτούς έν σπουδαίον
επιχείρημα, ποτέ δεν θα νομισθώ ψεύτης, είναι δε το εξής. Δεν είσαι
συ μόνος ούτε οι φίλοι σου, οι οποίοι εσχηματίσατε πρώτοι αυτήν την
γνώμην περί των θεών, αλλά πάντοτε υπάρχουν πολλοί ή ολίγοι που έχουν
αυτήν την ασθένειαν. Λοιπόν εγώ, ο οποίος εσχετίσθην πολλούς
τοιούτους, σου λέγω το εξής. Ότι κανείς, αφού εσχημάτισε αυτήν την
γνώμην νέος περί των θεών, ότι δηλαδή δεν υπάρχουν, δεν έμεινε
διαρκώς μέχρι γεροντικής ηλικίας εις αυτήν την αντίληψιν. Τα άλλα
όμως δύο παθήματα ως προς τους θεούς, αν δεν έμειναν διαρκώς εις
πολλούς, έμειναν όμως εις μερικούς, ότι δηλαδή υπάρχουν μεν οι θεοί,
αλλά δεν φροντίζουν διόλου διά τα ανθρώπινα πράγματα, και έπειτα ότι
φροντίζουν μεν, αλλά ευκόλως εξιλεώνονται με θυσίας και προσευχάς.
Και λοιπόν, αν θέλης να με ακούσης, πρέπει να περιμένης την καθαράν
σου αντίληψιν περί αυτών όσον είναι δυνατόν, και να αναθεωρής τας
σκέψεις σου αν συμβαίνει ούτως ή άλλως, ερωτών και τους άλλους και
προ πάντων τον νομοθέτην. Εις αυτό λοιπόν το διάστημα μη τολμήσης να
κάμης καμμίαν ασέβειαν προς τους θεούς. Διότι πρέπει να προσπαθήση ο
παρών νομοθέτης σου και τόρα και άλλοτε να σε διαφωτίση περί αυτών
των ζητημάτων πώς είναι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ λαμπρά, Ξένε μου, ελέχθησαν έως εδώ.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαιότατα, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία. Αλλά χωρίς να το αντιληφθώμεν
επεριπλέχθημεν εις περιεργότατον ζήτημα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Το ζήτημα το οποίον θεωρούν οι περισσότεροι ως το σοφώτερον από όλα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Εξηγήσου καθαρώτερα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λέγουν μερικοί, ως γνωστόν, ότι όλα τα παρόντα και παρελθόντα και
μέλλοντα πράγματα υπάρχουν άλλα μεν εκ φύσεως, άλλα δε εκ τύχης και
άλλα με τέχνην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και δεν λέγουν καλά;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως είναι λογικόν να ομιλούν ορθά, αφού είναι σοφοί άνδρες. Αλλά
ημείς άκολουθούντες αυτούς ας ιδούμεν τι εξάγουν από αυτά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ωρισμένως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φαίνεται, λέγουν, ότι τα μεν σπουδαιότερα και ωραιότερα πράγματα τα
εκτελεί η φύσις και η τύχη, τα δε μικρότερα η τέχνη, η οποία μάλιστα
λαμβάνει από την φύσιν την δημιουργίαν των σπουδαίων και πρώτων και
πλάττει και κατασκευάζει όλα τα μικρότερα, τα οποία ακριβώς όλοι τα
ονομάζομεν τεχνικά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ιδού πώς θα σου το ειπώ καθαρώτερα. Το πυρ και το ύδωρ και η γη και ο
αήρ λέγουν ότι όλα υπάρχουν εκ φύσεως και εκ τύχης, κανέν δε από αυτά
δεν έγινε με τέχνην. Επίσης δε και τα κατόπιν σώματα, καθώς εννοούν
την γην και τον ήλιον και την σελήνην και τα άστρα, με αυτά τα
στοιχεία κατεσκευάσθησαν, τα οποία είναι εντελώς άψυχα. Ενώ δε
μεταφέρονται εκ τύχης συμφώνως με την ιδιότητά των έκαστον, και με
αυτόν τον τρόπον συνέπεσε να προσαρμοσθούν κάπως τα συγγενή, δηλαδή
τα θερμά με τα ψυχρά ή τα ξηρά με τα υγρά και τα μαλακά με τα σκληρά
και όλα όσα κατά τύχην εξ ανάγκης ανεμίχθησαν με τα αντίθετά των,
κατ' αυτόν τον τρόπον εσχηματίσθη ολόκληρος ο ουρανός και όλα τα
ουράνια σώματα, και πάλιν όλα τα ζώα και τα φυτά, αφού έγιναν από
αυτά αι ώραι όχι από νουν, λέγουν αυτοί, ούτε από κανένα θεόν ούτε με
τέχνην, αλλά, καθώς είπαμεν, από την φύσιν και την τύχην. Η δε τέχνη,
η οποία ήλθε κατόπιν από αυτά, και είναι θνητή γεννηθείσα από
θνητούς, εδημιούργησε κατόπιν μερικάς παιγνιώδεις μιμήσεις όχι πολύ
σχετικάς με την αλήθειαν, αλλά είδωλα κάπως συγγενή των πραγμάτων,
καθώς παράγει η ζωγραφική και η μουσική και όσαι άλλαι τέχναι
ανταγωνίζονται με αυτάς. Και αν υπάρχουν τέχναι, αι οποίαι παράγουν
κάτι σπουδαίον, αυταί είναι όσαι συνήνωσαν με την φύσιν την δύναμίν
των, καθώς λόγου χάριν η ιατρική και η γεωργική και η γυμναστική, και
μάλιστα λέγουν και διά την πολιτικήν ότι πολύ ολίγον μέρος της
μετέχει της φύσεως, το περισσότερον όμως ανήκει εις την τέχνην.
Επομένως και όλη η νομοθεσία δεν ανήκει εις την φύσιν, αλλά εις την
τέχνην. Διά τούτο τα θεσπίσματά της δεν είναι, αληθινά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αξιομακάριστε φίλε, αυτοί πρώτα λέγουν ότι οι θεοί υπάρχουν με
τέχνην, και όχι εκ φύσεως, αλλά με κάποιους νόμους και μάλιστα
διαφορετικούς εις τα διάφορα μέρη, όπως έκαστον μέρος ώρισε εις την
νομοθεσίαν του και λοιπόν, και τα καλά εκ φύσεως μεν είναι άλλα, διά
νόμων δε άλλα. Τα δε δίκαια, ούτε υπάρχουν καν εκ φύσεως, αλλά όλοι
τα διαφιλονικούν διαρκώς μεταξύ των και τα διαρρυθμίζουν. Όσα δε
μεταβάλλουν και όταν τα μεταβάλλουν, τότε έχουν κύρος, ενώ γίνονται
με τέχνην και με νόμους, όχι δε με καμμίαν φύσιν. Όλα αυτά τα
διδάγματα, φίλοι μου, είναι λόγοι ανδρών σοφών ιδιωτών και ποιητών
προς νέους ανθρώπους, και λέγουν ότι το μόνον δίκαιον είναι όπου
υπερισχύει κανείς διά της βίας. Από αυτό δε προέρχονται ασέβειαι εις
τους νέους με την ιδέαν ότι δεν υπάρχουν θεοί τοιούτοι, καθώς μας
επιβάλλει ο νόμος, να τους φανταζώμεθα, και οι φατριασμοί δε από
αυτά προέρχονται, διότι άλλοι τους σύρουν εις τον σύμφωνον με την
φύσιν και ορθόν βίον, ο οποίος είναι το να είσαι πραγματικώς ανώτερος
των άλλων και όχι να υποδουλωθής εις άλλον συμφώνως με τον νόμον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι φοβερόν λόγον μας είπες, καλέ Ξένε, και πόσην καταστροφήν των νέων
και δημοσίως διά τας πόλεις και ατομικώς διά τας οικογενείας των!
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λέγεις βεβαίως την αλήθειαν, φίλε Κλεινία. Και λοιπόν τι πρέπει να
κάμη ο νομοθέτης, αφού προ πολλού αυτά κατήντησαν εις τοιαύτην
κατάστασιν; Ή πρέπει μόνος του να σηκωθή μέσα εις την πόλιν και να
απειλή όλους τους ανθρώπους, εάν δεν παραδεχθούν ότι υπάρχουν θεοί,
και δεν τους φαντασθούν τοιούτους οποίους τους παρουσιάζει ο νόμος;
Και περί των καλών λοιπόν και των δικαίων και περί όλων των σπουδαίων
και δι' όσα συντελούν εις την αρετήν και δι' όσα εις την κακίαν ο
ίδιος λόγος άραγε υπάρχει, ότι δηλαδή πρέπει αυτά να τα παραδέχωνται
καθώς ορίζει γραπτώς ο νομοθέτης· όσοι δε δεν υποτάσσουν τον εαυτόν
των ευπειθώς εις τους νόμους, άλλοι μεν ότι πρέπει να αποθάνουν,
άλλοι δε να τιμωρηθούν με μαστιγώσεις και δεσμά, και άλλοι με
ατιμώσεις, και άλλοι με πτώχευσιν και εκπατρισμόν, και καμμίαν
συμβουλήν να μη δίδη ο νομοθέτης εις τους ανθρώπους συγχρόνως με την
νομοθεσίαν και να τους εξημερώνη όσον είναι δυνατόν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου, καλέ Ξένε, αλλά, και αν υπάρχη μικρά ελπίς να ωφελήση η
συμβουλή εις τα τοιαύτα, δεν πρέπει διόλου να αποκάμη ο νομοθέτης,
και αν είναι μικράς αξίας, αλλά, καθώς λέγει η παροιμία, πρέπει να
φωνάζη με όλην του την φωνήν και να βοηθήση τον παλαιόν νόμον, ότι
δηλαδή υπάρχουν θεοί και είναι αληθινά όλα όσα τόρα είπες συ και
μάλιστα και τον ίδιον τον νόμον και την τέχνην να βοηθήση λέγων ότι
υπάρχουν και τα δύο ή εκ φύσεως ή από κάτι όχι κατώτερον από την
φύσιν, εάν βεβαίως είναι έργα νου με ορθόν λόγον, τον οποίον και συ
μου φαίνεται ότι θέλεις να ειπής και εγώ τόρα πλέον σε πιστεύω.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φιλοπρόοδε Κλεινία μου, και δεν είναι τάχα δύσκολον διά τα πλήθη να
παρακολουθήσουν τοιούτους λόγους και με τόσον υπερβολικόν μήκος;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και πώς, καλέ Ξένε, αφού, όταν ωμιλούσαμεν τόσον διεξοδικώς περί της
μέθης και της μουσικής μεταξύ μας, επεριμέναμεν ο είς τον άλλον, τόρα
που θα ομιλήσωμεν περί των θεών και των σχετικών ζητημάτων δεν θα
υπομείνωμεν; Εκτός δε τούτου και διά την φρόνιμον νομοθεσίαν αυτά
είναι μεγάλη βοήθεια, διότι αι διαταγαί των νόμων, όταν γίνουν
γραπταί, ωρισμένως γίνονται ακλόνητοι, διότι δίδουν έλεγχον εις πάσαν
εποχήν. Επομένως δεν πρέπει να φοβηθώμεν, εάν εις την αρχήν μας
φαίνωνται δυσνόητα, αφού και διά τον αμβλύνουν υπάρχει ευκολία να τα
μελετά επανειλημμένως. Αφού δε είναι ωφέλιμα, νομίζω ότι δεν υπάρχει
διόλου λόγος ούτε είναι ευσεβές να μη βοηθήση αυτούς τους λόγους πας
ανήρ.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πολύ λαμπρά μου φαίνεται, Ξένε μου, ότι ομιλεί, ο Κλεινίας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαιότατα, φίλε Μέγιλλε, και πρέπει να κάμωμεν καθώς λέγει. Διότι,
εάν οι τοιούτοι λόγοι δεν ήσαν διαδεδομένοι σχεδόν εις όλους τους
ανθρώπους, δεν θα υπήρχε καμμία ανάγκη υπεραπολογίας της υπάρξεως των
θεών. Τόρα όμως είναι ανάγκη. Όταν λοιπόν διαφθείρονται οι
μεγαλίτεροι νόμοι από τους κακούς ανθρώπους, ποίος άλλος οφείλει να
τους βοηθήση περισσότερον παρά ο νομοθέτης;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Κανείς άλλος.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν λέγε μου και συ πάλιν, φίλε Κλεινία. Διότι πρέπει να
συμπράττης εις την συζήτησιν. Δηλαδή φαίνεται, σχεδόν ότι όστις λέγει
αυτά νομίζει ότι τα πρώτα από όλα τα πράγματα είναι το πυρ και το
ύδωρ και η γη και ο αήρ, και ότι αυτά θεωρεί ως φύσιν, την δε ψυχήν
ως παραχθείσαν αργότερα από αυτά. Και δεν είναι μόνον πιθανότης
τούτο, αλλά φαίνεται ότι πραγματικώς αυτά μας λέγει με αυτούς τους
λόγους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μήπως λοιπόν δι' όνομα του Διός ευρήκαμεν σχεδόν την πραγματικήν
πηγήν των ανοήτων δοξασιών των ανθρώπων, όσοι ανέκαθεν ανεμίχθησαν
εις τα ζητήματα της φύσεως; Δηλαδή πρόσεχε εις έκαστον λόγον καλά.
Διότι βεβαίως δεν είναι μικρά η διαφορά, εάν, όσοι θίγουν λόγους
ασεβείς και γίνονται εισηγηταί και εις άλλους, αποδειχθούν ότι δεν
μεταχειρίζονται ορθώς τα επιχειρήματα, αλλά λανθασμένως. Εγώ λοιπόν
νομίζω ότι αυτό συμβαίνει πραγματικώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Καλά λέγεις. Αλλά προσπάθησε να μας εξηγήσης πώς το εννοείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φαίνεται λοιπόν ότι πρέπει να θίξωμεν λόγους όλως διόλου πρωτοφανείς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Δεν πρέπει να διστάσωμεν, καλέ Ξένε. Εννοώ δηλαδή ότι έχεις σκοπόν να
έβγης έξω από το θέμα της νομοθεσίας, εάν θίξωμεν τοιαύτας
συζητήσεις. Εάν όμως δεν υπάρχη άλλος τρόπος από αυτόν να
δικαιολογήσωμεν τους σήμερον συμφώνως με τον νόμον αναγνωριζομένους
θεούς, τότε, αξιοθαύμαστε φίλε, λέγε και με αυτόν τον τρόπον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Θα ειπώ, καθώς φαίνεται, πλέον λόγον ασυνήθιστον, τον εξής. Εκείνο,
το οποίον είναι η πρώτη αιτία της γενέσεως και της φθοράς όλων των
πραγμάτων, δεν το έκριναν ως πρώτον, αλλά ως τελευταίον γέννημα οι
λόγοι, οι οποίοι εκαλλιέργησαν την ψυχήν των ασεβών, εκείνο δε, το
οποίον είναι τελευταίον, το έκριναν ως πρώτον, και διά τούτο
επλανήθησαν περί της αληθούς υπάρξεως των θεών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Δεν ενόησα ακόμη.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αγαπητέ μου, φαίνεται ότι όλοι σχεδόν δεν εννοούν τι πράγμα είναι η
ψυχή και ποίαν δύναμιν έχει, και προ πάντων μεταξύ άλλων περί της
γενέσεως αυτής, ότι δηλαδή είναι μεταξύ των πρώτων πραγμάτων,
γεννηθείσα προηγουμένως από όλα τα σώματα, και ότι περισσότερον από
κάθε άλλο κυριαρχεί εις την μεταβολήν αυτών και πάσαν εν γένει
εξέλιξιν. Αφού δε τούτο είναι αληθές, δεν έπεται άραγε λογικώς ότι
προηγουμένως έλαβαν ύπαρξιν τα συγγενή με την ψυχήν παρά τα συγγενή
με το σώμα, και ότι αυτή είναι γεροντοτέρα από το σώμα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι λογικόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν η κρίσις και η μελέτη και ο νους και η τέχνη και ο νόμος
θα είναι προγενέστερα από τα σκληρά και μαλακά και τα βαρέα και
ελαφρά. Και το κυριώτερον, τα μεγάλα και τα πρώτα έργα και αι πράξεις
θα είναι της τέχνης, αφού ανήκουν εις τα προγενέστερα, τα δε εκ
φύσεως και η φύσις, την οποίαν ουχί ορθώς θεωρούν ως το ίδιον πράγμα,
είναι μεταγενέστερα και κυριαρχούνται από την τέχνην και από τον
νουν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς δεν την θεωρούν ορθώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φύσιν εννοούν αυτοί την γένεσιν των πρώτων πραγμάτων. Εάν όμως
αποδειχθή ότι πρώτον πράγμα είναι η ψυχή και όχι το πυρ ούτε ο αήρ,
αλλά ότι η ψυχή έλαβε ύπαρξιν μεταξύ των πρώτων, σχεδόν ορθώς θα
ειπούμεν ότι είναι ανωτέρα της φύσεως. Όλα αυτά θα είναι ορθά, εάν
αποδείξη κανείς ότι η ψυχή είναι αρχαιοτέρα του σώματος, και όχι
άλλως πως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν τόρα πλέον δεν ετοιμαζόμεθα δι' αυτόν τον δρόμον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.