συντροφιάν από χατζήδες, και επήγα εις την Μέκκαν και αφού
επροσκύνησα εκείνους τους τόπους, συντροφεύθηκα με τους χατζήδες
Ταρτάρους, και απερνώντας από τούτην την χώραν, μου άρεσε, και
αποφάσισα να κατοικήσω εις αυτήν, και είνε έως τώρα χρόνια σαράντα
που ευρίσκομαι εδώ, και περνώ μίαν ζωήν καλογηρικήν ή μοναχικήν,
και με κανένα δεν έχω αντάμωσιν. Η Ζεμπρούδα είναι πάντα εις τον
νουν μου, και λαμβάνω κάποιαν ευχαρίστησιν να την ενθυμούμαι.
&Ακολούθησις και τέλος της ιστορίας του βασιλέως Καλάφ, και της
βασιλίσσης της Κίνας.&
Τελειώνοντάς την ιστορίαν του ο Βασιλεύς του Μουσούλ, είπε προς
τους φιλοξενουμένους του. Ετούτη είναι η ζωή μου· εσείς βλέπετε
από τες δικές σας και δικές μου δυστυχίες, ότι η ζωή η ανθρώπινος
είναι ωσάν ένας κάλαμος, που κινείται πότε από τον ένα άνεμον,
πότε από τον άλλον. Εγώ ως τόσον ζω μίαν ζωήν ήσυχον, και είμαι
πολλά ευχαριστημένος. Ο Τημουρτάς, η γυναίκα του, και ο Καλάφ
επαίνεσαν την μεγαλοψυχίαν του, και υπομονήν εις τα όσα του
εσυνέβηκαν ομοίως και την απόφασιν που έκαμε διά να ζήση εις
ησυχίαν. Ύστερα από αυτά ο γέρων τους εδιώρισε τρία κρεββάτια διά
να πηγαίνουν να αναπαυθούν εκείνην την νύκτα. Το ταχύ δε
ξημερώνοντας επήγεν ο γέρων να τους εύρη και τους είπεν· ιδού που
εσείς δεν είσθε μοναχά δυστυχείς· ήκουσα σήμερον ότι ήλθεν ένας
αποστολάτορας από τον Βασιλέα Κασμίρ με ορισμόν ότι αν ήθελεν
ευρεθή εδώ ο Χάνης των Νογκίδων με την φαμηλιάν του να τον
πιάσουν, και να τον φυλακώσουν, επειδή έφυγεν από την επαρχίαν
του. Εις ταύτην την είδησιν αυτοί έμειναν βουβοί, και άλλαξεν η
όψις τους ωσάν των νεκρών.
Ο γέροντας βλέποντας έτσι αλλαγμένα τα πρόσωπα τους τούς είπεν·
αγαπημένοι μου, τι θέλει να ειπή αυτή η σύγχυσις που επάνω σας
βλέπω; Α, Κύριε, απεκρίθη ο Τημουρτάς. Ημείς είμασθε εκείνοι που
αυτός ζητεί. Εγώ είμαι εκείνος ο ταλαίπωρος Χαν των Νογαΐδων· εσύ
βλέπεις την γυναίκα μου και τον υιόν μου· ηθέλομεν έχει μεγάλον
άδικον να μη σου φανερωθούμεν, ύστερον από τόσην δεξίωσιν και
θάρρος που μας έδειξες· ελπίζω όμως ότι εις ετούτην την περίστασιν
με την συμβουλήν σου θα μας βοηθήσης διά να έβγωμεν από τούτον τον
κίνδυνον. Εγώ, απεκρίθη ο γέρων, από εκείνο που καταλαμβάνω, σας
συμβουλεύω ότι εδώ να μη σταθήτε, αλλά να μισεύσετε το
συντομώτερον από τούτην την χώραν και κυττάξετε να πάρετε την
στράταν της Μπέρλας, και εκεί θέλετε είσθαι φυλαγμένοι. Του Χαν
ήρεσε πολλά η συμβουλή του βασιλέως του Μουσλούλ, ο οποίος
δίδοντάς τους τρία άλογα, ζωοτροφίαν διά πολλές ημέρες και μίαν
σακκούλαν φλωριά εμίσευσαν, ευχαριστώντας κατά πολλά τον γέροντα
διά τες μεγάλες ευεργεσίες που τους έκαμε.
Μισεύοντας το λοιπόν από εκεί, επέρασαν τον ποταμόν Ηρτύχ, και
ύστερα από πολλές ημέρες έφθασαν εις την γην της φυλής της
Μπέρλας, και εσταμάτησαν εις την πρώτην τένταν που ηύραν, επειδή
και εκείνοι κατοικούν όλοι εις τέντες. Εκεί αυτοί επούλησαν τα
άλογά τους, και έζησαν με πολλήν ανάπαυσιν, έως που είχαν δηνάρια·
και σώνοντάς τα εσηκώθησαν από εκεί, και υπήγαν παρεμπρός εις τες
τέντες των προεστών· εκεί εμπήκαν εις μίαν τένταν που ήταν
επιταυτού διά τους πτωχούς ξένους, και εκεί έμειναν χωρίς καμμίαν
βοήθειαν. Ο Καλάφ απεφάσισε και επήγαινε διά να ζητήση
ελεημοσύνην. Αυτό άναψε μεγάλως τον πόνον του Χαν, βλέποντας που
εκαταστάθηκαν διά να ζητούν έλεος. Ως τόσον ο Καλάφ εσύναξε
κάμποσα δηνάρια από τες ελεημοσύνες, με τα οποία αγόρασε τα
αναγκαία προς ζωοτροφίαν τους διά μίαν μόνον ημέραν. Ο πατέρας του
με κανένα τρόπον δεν υπόφερνε να βλέπη τον υιόν του να ζητή
ελεημοσύνην, και ο υιός του διά να τον ευχαριστήση αποφάσισε διά
να μην πηγαίνη πλέον εις ζητιανιά, μα να εβγάλη την ζωοτροφίαν
τους με τους κόπους του, και ούτως επήγε διά να κάνη τον βαστάζον·
μα διά κακήν του τύχην απέρασε σχεδόν όλη η ημέρα, και δεν
ημπόρεσε να κερδίση ούτε ένα δηνάρι· και θλιβόμενος δι' αυτό
επήγεν εις ένα λόγγον, και κλαίοντάς με μεγάλον πόνον της καρδιάς
του, και με μεγάλον παράπονον εζητούσε βοήθειαν από τον Ουρανόν,
διατί δεν ημπορούσε πλέον να υποφέρη τα βάσανα· και ωσάν
αποσταμένος που ήτον, αποκοιμήθη υποκάτω εις ένα δένδρον, και αφού
εξύπνησε βλέπει ολίγον μακράν ένα γεράκι πολλά εύμορφον, με μίαν
άλυσσον χρυσήν εις τα ποδάρια εγκοσμημένην με ρουμπίνια και
διαμάντια.
Ο Καλάφ που ήτον καλά παιδευμένος εις την τέχνην των γερακιών, το
έκραξε και ήλθε και το έπιασεν. Αυτός κατά πως εστοχάσθη,
απείκασεν ότι αυτό το γεράκι θα ήτον του βασιλέως του τόπου
εκείνου, και κατά πως εστοχάσθη έτσι ήτον. Επειδή αυτό το γεράκι
την απερασμένην το είχε χάσει ο βασιλεύς εις το κυνήγι, διά το
οποίον του εκακοφάνη τόσον που εκινδύνευε να χαθή από την θλίψιν
του, τόσην αγάπην είχε δι' αυτό, διά το οποίον είχε τάξει, ότι
όποιος ήθελε το εύρει και το φέρει να του δίδη τρεις χάρες που
ήθελε ζητήση.
Ο Καλάφ τέλος πάντων γνωρίζοντας ότι ήτον του Βασιλέως το επήρε
και το έφερεν εις την τέντα του Βασιλέως. Ο Βασιλεύς όλος χαρά,
έτρεξε και επήρε το γεράκι του, και το εφίλησε με μεγάλον πόθον·
έπειτα γυρίζοντας προς τον Καλάφ του λέγει· τι άνθρωπος είσαι εσύ,
αγαπημένε μου; μου φαίνεται πως είσαι ξένος, πες μου το λοιπόν πώς
ευρίσκεσαι εδώ; Αυθέντη, του απεκρίθη ο Καλάφ· εγώ είμαι υιός ενός
πραγματευτού από την Βίσραν, ο οποίος είχε πολλά πλούτη, και
ταξειδεύοντάς με αυτόν και με την μητέρα μου διά να πάμε εις το
Μπαγδάτ, εσυναπαντήσαμε κλέφτες εις την στράταν και μας έγδυσαν
από ό,τι είχαμεν, και ζητώντας ελεημοσύνην εφθάσαμεν έως εδώ.
Είμαι πολλά ευχαριστημένος του απεκρίθη ο Βασιλεύς, που σου έτυχεν
εσένα η τύχη να εύρης το γεράκι μου, επειδή και έταξα με όρκον,
ότι όποιος ήθελε το εύρει και μου το φέρει να του κάμω τρεις χάρες
που θα ήθελε ζητήσει· το λοιπόν ζήτησε ό,τι αγαπάς και θέλει σου
δοθή. Επειδή και ορίζεις απεκρίθη ο Καλάφ, να σου ζητήσω τρεις
χάρες, ιδού τες ζητώ· εγώ κατά πρώτον ήθελα ο πατέρας μου και η
μητέρα μου, οι οποίοι ευρίσκονται εις το πτωχοδοχείον, να ήθελες
τους διορίσει την ζωοτροφίαν τους επί ζωής τους, και να τους
κρατήσης εις το παλάτι σου ωσάν αξιωματικούς. Δεύτερον να μου
δώσης εμένα ένα καλόν άλογον αρματωμένον με όλα του τα
χρειαζόμενα. Και τρίτον μίαν φορεσιάν πλουσίαν και μίαν σακκούλαν
με φλωριά γεμάτην, διά να ημπορέσω να κάμω ένα ταξείδι της
αρεσκείας μου που έχω μελετημένον. Η ζήτησές σου θέλουν πληρωθή,
του είπεν ο Βασιλεύς· φέρε μου εδώ σήμερον τους γονείς σου και
θέλω τους περιποιηθή καθώς μου είπες, και αύριον θέλω σου δώσει το
άλογον, και τα λοιπά που εζήτησες. Ο Καλάφ επροσκύνησε τον
Βασιλέα· έπειτα ήλθεν εκεί που ήσαν οι γονείς του, και τους
ανήγγειλε την προμήθειαν του Ουρανού που τους εξαπέστειλεν.
Αυτωνών επροξενήθη μεγάλη αγαλλίασις δι' αυτήν την είδησιν, και
ακολουθώντες τον Καλάφ, τους επήγε και τους επαράστησε του
Βασιλέως. Ο Βασιλεύς τους εδέχθη με πολλήν περιποίησιν, και τους
εδιώρισε τα αναγκαία τους κατά πως έταξε και έμειναν πολλά
ευχαριστημένοι.
Την ερχομένην ημέραν ο Καλάφ ενδύθη τα πλούσια φορέματα που έλαβεν
από χειρός του Βασιλέως, με ένα σπαθί πολύτιμον και άλλα στολίδια,
ομοίως και μίαν σακκούλαν γεμάτην φλωριά. Έπειτα του έφεραν το
άλογον στολισμένον, και ευχαριστώντας τον Βασιλέα, εκαβαλλίκευσε
το άλογον και ανεχώρησε, και ήλθεν εις την τέντα των γονέων του,
που τους την εδιώρισεν ο Βασιλεύς. Αυτωνών είπεν ο Καλάφ, πως
έχοντας επιθυμίαν διά να ιδή το περίφημον βασίλειον της Κίνας,
αποφάσισε διά να πηγαίνη εκεί, διά να πασχίση μήπως και ημπορέση
να αλλάξη καλύτερην τύχην. Οι γονείς του τον επήκουσαν, και
παίρνοντάς την ευχήν τους εμείσευσε διά την Κίναν.
Φθάνοντας δε εις το Πεκίνον καθέδραν του βασιλείου της Κίνας,
επήγε και κατέβηκε εις ένα σπήτι μιας γηραλέας χήρας· και ευθύς
που εξεπέζευσεν έδωσε θέλημα της χήρας να στείλη κανένα να πάρη
τίποτε διά να φάγη. Η χήρα εν τω άμα έστειλεν ένα παιδίον διά να
ψωνίση τα αναγκαία. Εις αυτό το αναμεταξύ ο Καλάφ ερώτησε την
γραίαν περί των ηθών του τόπου, πόσον λαόν περιέχει, και άλλα·
τέλος πάντων η ομιλία τους έπεσεν επάνω εις τον βασιλέα της Κίνας.
Ειπέ μου, της λέγει ο Καλάφ, ο βασιλεύς είνε καλών ηθών; αγαπά τον
λαόν του; τον κυβερνά με επιμέλειαν; Ναι, του απεκρίθη η χήρα·
αυτός είνε ο πλέον καλύτερος βασιλεύς που έλαβεν η Κίνα, και το
όνομά του είνε φημισμένον διά την μεγάλην του καλωσύνην. Το λοιπόν
από εκείνο που μου λες είπεν ο Καλάφ, κρίνω ότι πρέπει να είνε ο
πλέον ευτυχισμένος Μονάρχης του κόσμου. Αυτός με όλον τούτο δεν
ημπορεί να είνε τοιούτος, εξαναείπεν η γραία, επειδή και την
ανάπαυσιν της ζωής του την συγχίζει πολλά η βασιλοπούλα
Τουρανδότη, θυγάτηρ του μονογενής. Και διά ποίαν αιτίαν
ξαναπεκρίθη ο Καλάφ, είνε αυτή μία τυραννία δι' αυτόν. Ναι, του
είπεν η γραία, ημπορώ με θεμέλιον να σου διηγηθώ τα περί αυτής,
επειδή και η θυγατέρα μου, που είνε εις την δούλευσίν της, μου το
εδιηγήθη ηξεύροντάς τα όλα.
Αυτή η βασιλοπούλα ηκολούθησεν εκείνη, είνε εις ηλικίαν δέκα εννέα
χρονών, και είνε τόσον εύμορφος που κανείς ζωγράφος από τους πλέον
εξαιρέτους δεν ημπόρεσε να της παρομοιάση την ευμορφιάν της. Όθεν
τα κάλλη της και η φήμη της διεσπάρθη εις πολλά βασίλεια, η οποία
φήμη δεν έκαμεν άλλο παρά να προξενήση κακά αποτελέσματα. Αυτή
ανταμώνει εις την ωραιότητα ένα πνεύμα τόσον νόστιμον και
επιτήδειον, αυτή ηξεύρει διάφορες γλώσσες· ομοίως ακόμη την
αριθμητικήν, γεωγραφίαν, φιλοσοφίαν, μαθηματικήν, τους νόμους και
κοντολογής όλες τες επιστήμες· μα η ωραιότης της και η μάθησίς της
μένουν εις τα σκότη, από μίαν σκληροκάρδιον απανθρωπότητα που έχει
χωρίς παράδειγμα. Είνε δύο χρόνοι που ο βασιλεύς της Θέμπας
έστειλε και την εζήτησε διά γυναίκα του με το να ήκουσε την φήμην
της. Ο πατέρας της έχοντας επιθυμίαν διά να κάμη με αυτόν
εδικοσύνην, το ανήγγειλε της θυγατρός του. Αυτή η υπερήφανη
βασιλοπούλα με το να της εφαίνοντον οι άνδρες ένα πλάσμα
καταφρονεμένον, και έχοντας πολύ μίσος προς αυτούς, εδέχθη με
καταφρόνεσιν την συμβουλήν του πατρός της. Ο βασιλεύς εθυμώθη
εναντίον της και την εφοβέρισεν ότι ανίσως και δεν τον υπακούσει
θέλει κάμει με το στανειό να το στέρξη. Αυτηνής της εκακοφάνη αυτό
τόσον, που έπεσεν από την πίκραν της εις το κρεβάτι άρρωστη. Οι
ιατροί γνωρίζοντάς την αιτίαν της αρρώστιας της, είπαν του
βασιλέως, ότι όλα τα ιατρικά τους ήτον ανωφελή, και ότι η
βασιλοπούλα απέθνησκεν αν στέκη στερεός διά να την υποχρεώση να
στεφανώση τον βασιλέα της Θέμπας.
Τότε ο βασιλεύς, ο οποίος πολλά την αγαπούσε, φοβούμενος τον
κίνδυνον που ήτον επήγε διά να την ιδή, και εκεί την εβεβαίωσε πως
δεν θέλει της μιλήσει πλέον περί ταύτης της υπανδρείας. Ετούτο δεν
φθάνει, απεκρίθη η βασιλοπούλα, απεφάσισα διά να αποθάνω, οπόταν
δεν μου ήθελες κάμει εκείνα, που έχω διά να σου ειπώ, με όρκον,
που να μη με παρακούσης. Ο βασιλεύς της έταξε, και έκαμε και
φοβερόν όρκον διά να την υπακούση εις ότι του ήθελεν ειπεί. Τότε η
βασιλοπούλα λέγει· θέλω να στείλης παντού ορισμόν με διαλαλητάδες
που να κηρύξουν ότι όλα τα βασιλόπουλα που θέλουν με ζητήσει,
κανένα να μη με στεφανωθή, αν πρώτον δεν μου ήθελε διαλύση τα
αινίγματα ή απορίας που έχω να του προβάλλω έμπροσθεν εις τους
διδασκάλους και σοφούς και αν μου αποκριθή σωστά, και μου τα
διαλύση, θέλω του είμαι γυναίκα· ειδέ μη και δεν ημπορέσει να
αποκριθή και να τα διαλύση, να του κόπτεται το κεφάλι εις την
αυλήν του παλατίου σου.
Ο βασιλεύς εμετανόησε που έκαμε τον όρκον επειδή και ήτον πολλά
σκληρόν το ζήτημά της· μα στοχαζόμενος που κανείς δεν ήθελε βάλλει
την ζωήν του εις ένα τέτοιον κίνδυνον, την εβεβαίωσε πως θέλει την
υπακούσει, και εν τω άμα έστειλε διαλαλητάδες διά να κηρύξουν αυτό
το πρόσταγμα. Και η βασιλοπούλα βλέποντας ότι έγινε το θέλημά της,
εξανάλαβε την υγείαν της εις ολίγον καιρόν.
Ως τόσον η φήμη της ωραιότητός της, και η διαλάλησις του βασιλέως,
ετράβηξε πολλά βασιλόπουλα από διάφορα μέρη εις το Πεκίνο· τα
οποία έχοντας κάθε ένα καλήν γνώμην εις το ίδιόν τους πνεύμα, ότι
θα διαλύσουν τες απορίες της βασιλοπούλας, έτρεχαν ωσάν οι τυφλοί
εις τον θάνατον, μην ημπορώντας κανείς να διαλύση κανένα από τα
αινίγματά της, και κάθε ολίγον δεν ηκούετο άλλον παρά θάνατος των
βασιλοπούλων· και εκείνο που θλίβει τον λαόν σήμερον, είνε ο
θάνατος ενός βασιλοπούλου νέου, που απόψε έχει να ακολουθήση, το
οποίον διά κακήν του τύχην ήλθεν εδώ. Ο Καλάφ έστεκε πολλά
επιμελής διά να ακούση τα όσα η γραία του εδιηγούνταν, και της
είπε. Μου φαίνεται, μητέρα μου, πολλά δύσκολον, ότι η βασιλοπούλα
θα είναι τόσον σκληρή και θα χαίρεται τον θάνατον τόσων
βασιλοπούλων νέων· και το περισσότερον που αυτά τα βασιλόπουλα
είναι τόσον άφρονα, να υπάγουν να κινδυνεύουν την ζωήν τους εις
τέτοιον τρόπον, μη παίρνοντας παράδειγμα ο ένας από τον άλλον.
Αυθέντη, είπεν η γραία, πίστευσε εις τα όσα σου λέγω, διατί η άκρα
ωραιότης της Βασιλοπούλας είναι τόση, που όστις την ιδή εβγαίνει
από τον εαυτόν του και δεν στοχάζεται τον θάνατον διά το ουδέν.
Και πως αυτά τα αινίγματα, απεκρίθη ο Καλάφ, είναι τόσον σκοτεινά,
που να μην είναι κανείς να τα εξηγήση, ετούτο είναι πολύ, δεν το
πιστεύω. Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εδιηγούνταν, ήλθε νύκτα,
και ακούουν τόσα τύμπανα της δικαιοσύνης, που ελαλούσαν εις όλην
την χώραν. Ο Καλάφ ερώτησε τι θέλει να ειπούν αυτά τα λαλήματα·
και η γραία του είπεν, ότι αυτά έδιδαν είδησιν του λαού, ότι
έμελλε να θανατώσουν το δυστυχισμένον βασιλόπουλον που σου
εδιηγήθηκα, επειδή και δεν εδιάλυσε τα αινίγματα της βασιλοπούλας.
Ο Καλάφ περίεργος διά να ιδή ένα τέτοιον θάνατον, εβγήκεν από το
σπήτι του, και υπήγεν εις την αυλήν του βασιλέως, εκεί που έμελλον
να θανατώσουν το βασιλόπουλον.
Αυτός είδεν εις τήνε μέσην ένα κρεβάτι υψηλόν, εις το οποίον ήτον
το βασιλόπουλον που ανέμενε τον θάνατον και ύστερα από τόσες
παράταξες, και φωτοχυσίες, και άλλα, ανέβη ο τζελάλης και του
έκοψε το κεφάλι· έπειτα υπήγαν τέσσαρες ιερείς Κινέζοι, και του
εσήκωσαν το κορμί με μεγάλην παρρησίαν, να το θάψουν εκεί που
είχαν θαμμένα και τα άλλα βασιλόπουλα. Ο Καλάφ έμεινεν εκστατικός
εις ένα τέτοιον θέαμα, και εβλασφημούσε κατά πολλά την ωμότητα της
βασιλοπούλας, και έλεγε με τον εαυτόν του· όσον και αν ήθελεν ήτον
ωραία, διά την σκληρότητά της μόνον πρέπει να την βδελύττεται
καθένας, και όχι να πιάση αγάπην δι' αυτήν, και να κινδυνεύση εις
τέτοιον τρόπον την ζωήν του. Εκεί που αυτός εστοχάζετο αυτά,
βλέπει κοντά του ένα άνθρωπον που έκλαιγε πικρώς. Ο Καλάφ τον
ερωτά μήπως το βασιλόπουλο ήτον γνώριμόν του.
Α, κύριε, απεκρίθη εκείνος, έτσι να μη το είχα γνωρίση. Εγώ είμαι
ο λαλάς του, που το ανάθρεψα με τα χέρια μου, και ήλπιζα, να το
ιδώ εις τον θρόνον του πατρός του, και τώρα η κακή μου τύχη με
έφερε να το ιδώ εις τέτοιον τρόπον θανατωμένον. Α, κατηραμένε
ζωγράφε, ακολούθησε να λέγη, που η κακή τύχη σε έφερεν εις το
βασίλειόν του, και του έδειξες την εικόνα ετούτης της
σκληρόκαρδης, από την οποίαν ευθύς που είδε την ωραιότητά της,
ετρώθη εις την καρδίαν, και αποφάσισε να έλθη να θυσιαστή με
τούτον τον τρόπον, με όλα τα εμπόδια που επάσχισεν ο πατέρας του
να του κάμη. Ετούτη η κατηραμένη εικόνα είνε η αιτία της θυσίας
του· και ούτω λέγοντας έβγαλε την εικόνα της που την είχεν αυτός,
και την έρριξε κατά γης με θυμόν, έπειτα εμίσευσεν·
Ο Καλάφ επήρε την εικόνα της βασιλοπούλας που ήτον κατά γης, διά
να την θεωρήση την ερχομένην ημέραν, επειδή τότε ήτον νύκτα. Ευθύς
που εφάνη η ημέρα ο Καλάφ άνοιξε το κουτί όπου ήταν εκείνη η
εικόνα· μα εστάθη συλλογισμένος πριν να την θεωρήση. Τι μέλλει να
κάμω, εφώναξε, χρεωστώ να παρουσιάσω εις τους οφθαλμούς μου ένα
υποκείμενον τόσον κινδυνώδες; στοχάσου, ω Καλάφ, στοχάσου τα
αποτελέσματα τα θλιβερά που αυτή επροξένησε, και προξενεί. Μη
κυττάξης αυτήν την ζωγραφιάν, αντιστάσου εις την θέλησίν σου, που
σε βιάζει, διά να μη σου συμβή και εσένα κανένα κακόν αποτέλεσμα.
Μα τι λέγω, μία εικόνα μέλλει να με φοβίση τόσον; αν μέλλω να
αγαπήσω την βασιλοπούλαν, πρέπει να είνε γραμμένον εις τον
Ουρανόν, το οποίον δεν θέλω το αποφύγει· μα μίαν εικόνα ημπορεί
τινάς να την θεωρήση αδιαφόρως· ήθελα είμαι πολλά αδύνατος, ώστε η
θεωρία διαφόρων χρωμάτων να μου σαλεύση τον νουν· ας μη φοβηθώ το
λοιπόν· ας θεωρήσω αδιαφόρως ετούτην την φθοροποιάν μορφήν, να ιδώ
αν έχη τόσην ενέργειαν, που να μου συγχίση τον νουν μου τον
σταθερόν. Έτσι τάζοντας ο Καλάφ να θεωρήση την εικόνα με
σταθερότητα, χωρίς να τον συγχίση με κανένα τρόπον, άρχισε να την
θεωρή· την κυττάζει, την εξετάζει, στοχάζεται την ωραιότητα του
προσώπου, την τελειότητα της μορφής της, την ζωντανωσύνην των
οφθαλμών της, το στόμα, τα μάγουλα και τα λοιπά, εξαισίως τέλεια,
και ωραία. Και αφού καταλεπτώς τα εθεώρησε μένει θαυμασμένος με
μίαν τέτοιαν γλυκείαν και ωραίαν μορφήν και με όλον που την
εκύτταξε με κάποιαν αντίρρησιν, έμεινε τέλος πάντων λαβωμένος από
την ευμορφιάν της.
Μία σύγχυσις αιφνίδια τον περιπλέκει χωρίς να την απεικάση· τι
φλόγα λέγει έξαφνος με καίει; ποίαν σύγχυσιν προξενεί εις τες
αίσθησές μου ετούτη η εικόνα. Δίκαιε Ουρανέ, είνε τούτη η τύχη
όλων εκείνων που εθεώρησαν ετούτην την ζωγραφιάν, να αγαπήσουν την
απάνθρωπον, και σκληρόκαρδον βασιλοπούλαν που παρασταίνει; αλλοί
εις εμέ· γροικώ αρκετά ότι αυτή κάνει και εις εμέ εκείνο το ίδιον
που έκαμε και εις το βασιλόπουλον που την είχε· ποία μεταλλαγή
είνε τούτη, ω μεγάλε Θεέ; Εγώ ολίγον εμπροσθήτερα δεν εκαταλάμβανα
πώς ημπορούσε να δοθή μία ζωγραφιά να κάμη τέτοιον αποτέλεσμα, και
να πηγαίνουν ωσάν τυφλοί να θανατώνωνται, και τώρα να μη βλέπω
πράγμα που να μου φοβερίζη τον θάνατον; όχι, βασίλισσα
απαρομοίαστη, ακολούθησεν αυτός θεωρώντάς με βλέμμα γλυκύ την
εικόνα, κανένα εμπόδιον δεν με κρατεί· εγώ σε αγαπώ με όλον που
είσαι σκληρή, και αποφασίζω ετούτην την ώραν ή να σε κερδίσω, ή να
αποθάνω και εγώ διά την αγάπην σου μαζί με τους άλλους. Και ούτω
λέγοντας, αποφάσισε διά να υπάγη να παρουσιασθή εις τον βασιλέα
της Κίνας, τον πατέρα της, διά να ζητήση θέλημα να φιλονεικήση με
την θυγατέρα του.
Τότε ο Καλάφ ενδυνόμενος με λαμπρά φορέματα, και καπνιζόμενος με
ευωδιαστικά αρώματα εφαίνετο ωραιότερος από τον ήλιον, και ούτω
στολισμένος έφθασεν εις την αυλήν του Βασιλέως. Ένας Οφφικιάλος
βασιλικός βλέποντάς τον ότι ήτον ξένος, τον ηρώτησε, τι γυρεύει
εις εκείνην την αυλήν. Εγώ είμαι ένα Βασιλόπουλον ξένον, του
απεκρίθη ο Καλάφ, και έρχομαι να παρουσιασθώ εις τον Βασιλέα διά
να αποκριθώ εις τα αινίγματα της βασιλοπούλας θυγατρός του. Ο
Οφφκιάλος εις τέτοιαν ομιλίαν κυττάζοντάς τον με έκστασιν του
είπε· Βασιλόπουλον, ηξεύρεις εσύ πως εδώ έρχεσαι να ζητήσης τον
θάνατον; εσύ ήθελες κάμει καλύτερα να σταθής εις τον τόπον σου,
παρά που αποφάσισες να έλθης να χάσης την ζωήν σου. Γύρισε οπίσω,
σε συμβουλεύω, και μη πλανάσαι από μίαν ματαίαν ελπίδα, να
αποκτήσης την σκληράν βασιλοπούλαν Τουρανδότην, επειδή με τα
δυσκολώτατα αινίγματά της θέλει σε στείλει εις τον θάνατον. Εγώ σε
ευχαριστώ, απεκρίθη ο Καλάφ, διά την καλήν σου συμβουλήν, μα εγώ
ηξεύρω πως δεν ήλθα εδώ, διά να ξαναγυρίσω οπίσω. Σύρε το λοιπόν
εις τον θάνατον, του απεκρίθη ο Οφφικιάλλος με θυμόν, επειδή και
δεν ακούεις το συμφέρον σου· και ούτω τον άφησε και εμπήκεν εις το
παλάτι. Και εκεί που έμβαινεν άκουεν άλλους να λέγουν, πόσον
ωραίον είνε τούτο το βασιλόπουλον, και αμαρτία είνε να αποθάνη
έτσι αδίκως.
Τέλος πάντων ο Καλάφ έφθασεν εκεί που ο Βασιλεύς έστεκε και έδιδε
ακρόασιν του λαού. Αυτός έστεκεν εις υψηλόν θρόνον καμωμένον εις
μορφήν Δράκου, εγκοσμημένον με πολύτιμες πέτρες, και είχεν ολόγυρα
του θρόνου του πολλούς φύλακας με τα σπαθιά γυμνά εις τα χέρια· ο
οποίος βλέποντάς τον Καλάφ έστειλεν ένα του φύλακα διά να τον
εξετάξη το τι είνε ο ερχομός του εκεί. Ο Καλάφ του εφανέρωσε την
γνώμην του, λέγοντάς του, ειπέ του Βασιλέως πως είμαι ένα
βασιλόπουλο ξένον, και πως ήλθα διά να λάβω την τιμήν να γίνω
γαμβρός του. Ο Αλτούν Χαν, βασιλεύς της Κίνας, ευθύς που ήκουσε
την αιτίαν του ερχομού του, άλλαξε η όψις του και έμεινεν ωσάν
νεκρός· και αφού εσυνήλθεν, εκατέβη από τον θρόνον του, και
επλησίασεν εις τον Καλάφ λέγοντάς του· νέε τολμηρέ, ηξεύρεις εσύ,
του είπε, την σκληράν απόφασίν μου, και το δυστυχισμένον
αποτέλεσμα όσων έως την σήμερον ηθέλησαν να σταθούν πεισματικώς
εις το να θελήσουν να λάβουν την βασιλοπούλαν θυγατέρα μου; Ναι,
βασιλέα, απεκρίθη ο Καλάφ, γνωρίζω όλον τον κίνδυνον, εις τον
οποίον βάνομαι, και οι οφθαλμοί μου είνε μάρτυρες εις εκείνον τον
θάνατον, που έδωσες εχθές του άλλου βασιλοπούλου, μα εγώ ελπίζω να
διαλύσω τα ζητήματα της θυγατρός σου και να μη κινδυνεύσω ωσάν οι
άλλοι.
Τότε ο βασιλεύς άρχισε να τον μιλή με κάθε γλυκύτητα, και με κάθε
λογής τρόπον διά να τον αποκόψη από τοιαύτην απόφασιν, επειδή και
του εκακοφαίνονταν να χαθή ένας τέτοιος ωραίος και ευγενής νέος,
που κατά αλήθειαν ήτον· μα όλα τα λόγια του δεν έπιασαν κανένα
τόπον. Τότε ο βασιλεύς βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του, τον
απέστειλε λέγοντάς του· σύρε εις την κατοικίαν σου, στοχάσου
καταλεπτώς τον κίνδυνον της ζωής σου, συμβουλεύσου με τους φίλους
σου, και αύριον έλα εδώ με άλλην απόφασιν. Ο Καλάφ εβγήκε πολλά
θλιμμένος, που δεν έλαβε το ποθούμενον εκείνην την ημέραν. Όμως το
ταχύ της άλλης ημέρας εστάθη ο πρώτος που επαρουσιάσθη εις τον
βασιλέα με την αυτήν γνώμην. Ο βασιλεύς βλέποντάς τον πάλιν εις
την αυτήν γνώμην, και μη ημπορώντας να τον κάμη να την αλλάξη με
νέες παρακίνησες, απεφάσισε με μεγάλην του θλίψιν την ερχομένην
ημέραν να γένη η συνάθροισις η συνειθισμένη από τους σοφούς και
διδασκάλους της Κίνας, που έμπροσθεν εις αυτουνούς έμελλε να
γένουν τα αινίγματα, διά να αποφασίσουν αν οι διάλυσες γίνωνται
σωστές ή όχι.
Ως τόσον ο Καλάφ γυριζόμενος εις το σπήτι του εμπήκεν εις
διαφόρους λογισμούς, στοχαζόμενος τες νουθεσίες που του έγιναν από
τον βασιλέα και από τους άλλους διά να μην έμβη εις τέτοιον
κίνδυνον· μα τέλος πάντων ενικήθη από τον έρωτα που τον είχε
λαβώση, ή να αποθάνη ή να θριαμβεύση, με το να εθαρρεύονταν εις
την πολυμάθειαν που και αυτός είχεν εις κάθε λογής επιστήμην. Και
ούτω το ταχύ εσηκώθη και εμετάλθεν εις τον βασιλέα. Ο Βασιλεύς
βλέποντάς τον επρόσταξε με θλίψιν πολλήν διά να γένη η
συνάθροισις. Και αφού εσυνάχθησαν όλοι οι Σοφοί και οι Διδάσκαλοι
εις το ντιβάνι, που έμελλε να γένη η διάλεξις, ο βασιλεύς επήγε
μοναχός του, και έβγαλε την βασιλοπούλαν την θυγατέρα του έχουσαν
σκεπασμένον το πρόσωπόν της, και την έφερεν εις την μέσην του
ντιβανίου που ήσαν δύο χρυσοί θρόνοι, εις τους οποίους ανέβηκαν
εις τον έναν ο βασιλεύς και εις τον άλλον η θυγατέρα του. Εις τα
πλευρά των θρόνων έστεκαν οι σωματοφύλακες του βασιλέως με σπαθιά
γυμνά εις τα χέρια, και δύο σκλάβες πολλά ωραίες έστεκαν κοντά εις
τον θρόνον της βασιλοπούλας.
Έπειτα από το κάθισμα αυτών, εκάθισαν και οι άλλοι, καθένας εις
τον τόπον του με τα κεφάλια σκυπτά, έξω από τον Καλάφ που εγύριζεν
εις κάθε μέρος το βλέμμα του χωρίς κανένα φόβον, και το
περισσότερον προς την βασιλοπούλαν, στοχαζόμενος το
μεγαλοπρεπέστατόν της φέρσιμον.
Τότε ο βασιλεύς γυρίζει προς την θυγατέρα του και λέγει· εις εσένα
στέκει, αγαπημένη μου θυγατέρα, να μιλήσης· πρόβαλε εις τούτο το
νέον βασιλόπουλον τα αινίγματά σου που έχεις ετοιμασμένα, και
παρακαλώ τον Ουρανόν να δώση να τα διαλύση διά να μη χαθή ένας
τέτοιος νέος, διότι είναι αμαρτία. Η βασιλοπούλα εις τούτα τα
λόγια είπε· κράζω εις μαρτυρίαν τον Ουρανόν, ότι δεν βλέπω παρά με
μεγάλην μου θλίψιν να αποθαίνουν τόσα βασιλόπουλα. Μα διατί να
είναι τόσον ισχυρόγνωμα εις το να θελήσουν να με απολαύσουν; διατί
δεν με αφίνουν εις την ησυχίαν μου, μόνον έρχονται να μου
συγχίσουν την ανάπαυσιν; Εγώ αυτό το εγύρεψα διά να μη τολμήση
κανείς να με γυρεύση διά γυναίκα του με το να μην έχω επιθυμίαν
διά να υπανδρευθώ· μα σαν αυτοί θέλουν να βάνουν την ζωήν τους εις
τέτοιον κίνδυνον, εγώ δεν έχω το φταίξιμον. Ήξευρε το λοιπόν, ω
νέε τολμηρέ, ακολούθησεν αυτή γυρίζοντας προς τον Καλάφ, ότι εσύ
δεν θέλεις έχει δίκαιον να με ονειδίσης και να με ονομάσης
σκληρόκαρδον, οπόταν εις ομοίωσιν των άλλων παρομοίων σου θέλει
σου τύχει να υποφέρης σκληρόν θάνατον. Εσύ μόνος είσαι η αιτία του
θανάτου σου, επειδή εγώ δεν σε υποχρεώνω να έλθης διά να με
ζητήσης διά γυναίκα σου.
Ωραιοτάτη μου βασίλισσα, απεκρίθη το βασιλόπουλον Καλάφ, εγώ
ηξεύρω καλώτατα όλον εκείνο που ημπορεί να ειπής επάνω εις ετούτην
την υπόθεσιν. Πρόβαλε, αν ορίζης, τα αινίγματά σου, και εγώ θέλω
κάμει το δυνατόν διά να εύρω την διάλυσιν. Ας είναι απεκρίθη η
Τουρανδότη. «Πες μου ποίον είναι εκείνο το πλάσμα, το οποίον είναι
εις κάθε τόπον φίλος όλου του κόσμου, και που δεν ημπορεί να
υποφέρη το όμοιόν του»; Βασίλισσά μου, απεκρίθη ο Καλάφ, αφού και
εστοχάσθη ολίγον, αυτός είνε ο Ήλιος· βέβαια εφώναξαν με μεγάλην
χαράν, και αλαλαγμόν οι Σοφοί, αυτός είνε ο Ήλιος· «Ποία είνε η
μητέρα, εξαναείπεν η Τουρανδότη, η οποία αφού και δώσει εις το φως
τα παιδιά της, τα καταπίνει όλα οπόταν γένουν μεγάλα;» Αυτή είνε η
θάλασσα, απεκρίθη το βασιλόπουλον επειδή και οι ποταμοί που
πηγαίνουν, και αδειάζονται εις την θάλασσαν έχουν την αρχήν τους
από αυτήν. Επαίνεσαν πάλιν οι Σοφοί με τον ίδιον τρόπον και αυτήν
την διάλυσιν.