ευκολίαν τα αινίγματά της, εθυμώθη και απεφάσισε να μην αφήση
κανένα μέσον που να τον κάμη να χαθή. «Ποίον είνε εκείνο το
δένδρον, του είπε, του οποίου όλα τα φύλλα είνε από την μίαν
μεριάν μαύρα και από την άλλην άσπρα;» και λέγοντας αυτά
εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, διά να τον κάμη με την ωραιοτάτην της
μορφήν να συγχυσθή και να μην αποκριθή εις το προκείμενον, και με
αυτόν τον τρόπον να τον κάμη να χαθή. Ο αγαπητικός της Καλάφ εις
την θεωρίαν εκείνης της ηλιακής μορφής της βασιλοπούλας, αντίς να
αποκριθή εις το αίνιγμα, έμεινε βουβός και ακίνητος. Όλον το
Ντιβάνι ευθύς εμβήκεν εις ένα μεγάλον φόβον, επειδή και όλοι
επιθυμούσαν την νίκην του Καλάφ. Ο ίδιος ο Βασιλεύς έγινεν αχνός
ωσάν το κερί, και επίστευεν ότι ο Καλάφ θα ήτο εις κακήν στάσιν
και έμελλε να χαθή. Μα ο Καλάφ ερχόμενος εις τον εαυτόν του από
την αντράλωσιν, που του είχεν αιφνιδίως προξενήση η ωραιότης της
βασιλοπούλας, εξαναθάρρυνε το Ντιβάνι που ήτον φοβισμένον, και
ξαναπιάνοντάς την ομιλίαν είπεν.
Ωραιοτάτη βασιλοπούλα, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης, αν έμεινα διά
καμπόσον εις σιωπήν· ελογίαζα ότι θα είχα ιδή έν από εκείνα τα
ουράνια κορίτσια που είνε ετοιμασμένα διά τους πιστούς
Μουσουλμάνους εις τον Παράδεισον· δεν ημπόρεσα να θεωρήσω τόσα
κάλλη χωρίς μεγάλην μου αντράλωσιν· λάβε την καλωσύνην να ξαναειπής
το αίνιγμα που μου επρόβαλες, διατί δεν το ενθυμούμαι πλέον,
επειδή και η θεωρία σου με έκαμε να το αλησμονήσω. Εγώ σε ερώτησα,
είπεν η Τουρανδότη, ποίον είνε εκείνο το δένδρον που τα φύλλα του
είνε από το ένα μέρος μαύρα, και από το άλλο άσπρα. Ετούτο το
δένδρον, απεκρίθη ο Καλάφ, είνε ο χρόνος, ο οποίος είνε συνθεμένος
από ημέρες και νύκτες. Ετούτη η απόκρισις εφάνη παρομοίως επαινετή
εις όλους του Ντιβανιού, και έλεγαν ότι αυτή είνε αληθινή διάλυσις
και έδιδαν χιλίους επαίνους εις τον Καλάφ. Τότε ο Αλτούν Χαν λέγει
της θυγατρός του, τώρα, ω θυγατέρα μου, πρέπει να ομολογηθής
νικημένη, και να κλίνης εις το να στεφανωθής τον νικητήν σου· οι
άλλοι δεν ημπόρεσαν να αποκριθούν ούτε εις ένα από τα αινίγματά
σου, και τούτος σου τα εξηγεί όλα. Αυτός δεν έχει λάβει ακόμη την
νίκην, απεκρίθη η βασιλοπούλα, ξανασκεπάζοντας το πρόσωπόν της διά
να κρύψη την σύγχυσίν της και τα δάκρυά της που έμεινε νικημένη.
Έχω να του προβάλλω και άλλα αινίγματα ακόμη, το οποίον θέλω το
κάμει αύριον.
Ω ετούτο δεν θέλω το γροικήσει, απεκρίθη ο βασιλεύς· εσύ έμεινες
νικημένη από τούτον τον χαριέστατον νέον, ενώπιον τούτου του
μεγαλοπρεπούς Ντιβανίου· δος λοιπόν το χέρι σου διά να γένη
νυμφίος σου και μη φαίνεσαι πλέον σκληρή· ενθυμήσου το τι μου
έταξες, πως όποιος ευρεθή να διαλύση τα αινίγματά σου, αυτός θα
είνε χωρίς άλλην πρόφασιν νυμφίος σου· εγώ επάνω εις τον λόγον σου
έκαμα την σκληράν απόφασιν που έως τώρα ηκολούθησα· όμως απ' εδώ
και εμπρός μη στοχασθής πως θα σταθώ εις την απόφασίν μου, επειδή
εβγήκα από το χρέος του όρκου μου. Απ' αυτά και άλλα παρόμοια
εκατανύχθη η καρδιά της βασιλοπούλας, και μάλιστα που ευρέθη
νικημένη, και μην ημπορώντας πλέον να κάμη αλλιώς, εγύρισε προς
τον Καλάφ και είπεν. Α σκληρέ Καλάφ, ποίος σου είπε να έλθης εδώ
να συγχύσης την ανάπαυσίν μου; ποίος εστάθη εκείνος που σε
ηνάγκασε να έλθης να υποχρεώσης με την άκραν σου χάριν, με την
πολλήν σου σταθερότητα να ρίξω την αγάπην μου εις εσένα, που ακόμη
δεν ήξευρα τι ήθελε ειπή αγάπη προς άνθρωπον, και τώρα να γροικώ
μίαν μεγάλην κλίσιν δι' εσένα; Η αγάπη λοιπόν του Βασιλέως πατρός
μου, που δείχνει δι' εσένα, και οι μεγάλες χάρες που έχεις, με
κάνουν να αποφασίσω διά να σε δεχθώ διά νυμφίον μου, διατί άλλος
δεν είναι που να σε ομοιάση.
Εις ετούτα τα λόγια όλον το Ντιβάνι ηχολόγησεν από χίλιες χαρές
των παρεστηκότων, διά την απόφασιν της βασιλοπούλας, και διά την
ευτυχίαν του Καλάφ που εγλύτωσε τον θάνατον, και ηξιώθη διά να
λάβη εκείνην που επιθύμησαν πολλοί, και δεν την απόλαυσαν, αλλά
έχασαν την ζωήν τους. Ο Βασιλεύς εκατέβη από το θρονί του και
αγκάλιασε την θυγατέρα του που του έδωκε τέτοιαν χαράν, έπειτα
έπιασε και εφίλησε και τον Καλάφ, και εν τω άμα τον εκήρυξε
γαμβρόν του, και μετά μεγάλης χαράς ελύθη το Ντιβάνι, και
εμίσευσαν όλοι μετά μεγάλης αγαλλιάσεως. Ο δε βασιλεύς παίρνοντάς
την θυγατέρα του και τον Καλάφ από τα χέρια τους έφερε μέσα εις το
σαράγι του, και έκαμε μεγάλες δεξίωσες του Καλάφ, και συμπόσιον
μέγα, και ευφράνθηκαν υπερβολικώς όλην εκείνην την ημέραν, έως την
μισήν νύκτα. Την δ' ερχομένην ημέραν ο βασιλιάς της Κίνας
επρόσταξε διά να γενούν ετοιμασίες διά τους γάμους του Καλάφ με
την βασιλοπούλαν, και όντας όλα έτοιμα έκαμε τους γάμους με
μεγάλην μεγαλοπρέπειαν, και με άπειρες χαρές, και παιγνίδια διά
ένα μήνα ολόκληρον. Και παύοντας οι γάμοι, ο Καλάφ επαρακάλεσε τον
βασιλέα της Κίνας, διά να στείλη να φέρουν τον πατέρα του και την
μητέρα του, που ήτον εις το βασίλειον της φυλής της Μπρέλας· οι
οποίοι και εις ολίγον καιρόν έφθασαν εκεί, και εχάρηκαν την
μεγάλην ευτυχίαν του υιού τους. Και ο βασιλεύς της Κίνας έκαμε και
τους εξαναστερέωσεν εις τον θρόνον τους, στέλνοντας φοβερισμούς
εις Κασμίρην, πως αν δεν τους ήθελε δώσει τον θρόνον τους ήθελε
του κηρυχθή εχθρός θανάσιμος· και με τούτον τον τρόπον τους
ελευθέρωσε το βασίλειόν τους, και τους απέστειλεν εκεί μετά
μεγάλης τιμής, και με μερικόν στράτευμα. Και ο Καλάφ αφού εστάθη
τρεις χρόνους εις το βασίλειον της Κίνας, μαζί με την αγαπημένην
του Τουρανδότην, μανθάνοντας τον θάνατον του πατρός του, εμίσευσεν
από εκεί μαζί με την γυναίκα του και δύο παιδιά που είχε κάμει εις
αυτό το αναμεταξύ, και επήγεν εις την Νογαϊδά, και ανέβη εις τον
θρόνον του πατρός του, και εβασίλευσε διά πολλούς χρόνους, και
απέρασε μίαν ζωήν ευτυχισμένην και ασύγχυστην, και πάντα κατά
πολλά αγαπημένα με την περιπόθητήν του γυναίκα, που με κίνδυνον
μέγαν της ζωής του την απόκτησεν.
Εδώ ετελείωσεν η Χαλιμά την ιστορίαν της, την οποίαν ηύρεν ο
βασιλεύς Αϊδήν πολλά περίεργον και νόστιμην, και πάλιν άρχισε να
την επαινή, και να της κάνη νέα χαρίσματα μεγάλης τιμής άξια,
ανάμεσα εις τα οποία της εχάρισεν ένα διαμάντι μεγάλον ωσάν αυγό
χήνας, δεμένον ολόγυρα με χρυσάφι, και ένα καρβούνι ομοίας
μεγαλειότητος, το οποίον την νύκτα έλαμπε πολλά περισσότερον από
ένα λαμπρόν φως. Ομοίως έκαμε και της Μεδινάς διάφορα χαρίσματα
πολύτιμα. Και μένοντας κατά πολλά ευχαριστημένη η Χαλιμά διά τα
χαρίσματα που ο Αϊδήν της έκαμε, τόσον αυτής, όσον και της αδελφής
της, λέγει του· έχω μεγάλην ευχαρίστησιν, ω βασιλεύ μου, βλέποντας
ότι όλας τας ιστορίας που εγώ έως τώρα σου εδιηγήθηκα, έτυχαν της
γνώμης σου, και της κλίσεως σου, ελπίζω όμως ότι μία άλλη ιστορία
που έχω να διηγηθώ, θέλει υπερβή όλας τας απερασμένας τόσον εις το
μάκρος της διηγήσεως, ωσάν και εις τα διάφορα περιστατικά που
περιέχει· αυτή η ιστορία είνε εκείνου του θαυμαστού βασιλέως
Βεδρεδήν Λώλου, και του Βεζύρη του του μελαγχολικού, η οποία
φανερώνει ότι ουδένας εις τούτον τον κόσμον ημπορεί να είναι
τελείως ευτυχισμένος, και που να μην ευρίσκεται χωρίς θλίψιν και
πίκραν που να τον συγχίζη· διά τούτο αυτή θέλει υπάγη εις μάκρος
περισσότερον από τας άλλας εις την οποίαν θέλουν περικλεισθή
διάφορες άλλες ιστορίες πολλά περίεργες και παραδειγματικές. Όθεν
σε παρακαλώ να μη βαρεθής να την ακροασθής, διατί σε βεβαιώνω πως
θέλεις εύρει μέσα εις αυτήν πολλήν ευχαρίστησιν μα επειδή και διά
την ώραν μην όντας καιρός αρμόδιος να την αρχίσω, την μετατρέπω
διά την ερχομένην ημέραν. Η γνώμη της Χαλιμάς ήρεσε κατά πολλά του
Αϊδήν, και έτσι εσηκώθη και υπήγε κατά την συνήθειαν εις το
Ντιβάνι του. Την ερχομένην ημέραν έρχεται η Μεδινά, και την ξυπνά
λέγοντάς της, σηκώσου, αγαπημένη μου αδελφή, να διηγηθής την
ιστορίαν που έταξες την απερασμένην ημέραν, διότι έχω πολλήν
περιέργειαν διά να την ακούσω, επειδή και καταλαμβάνω ότι θέλει
είναι πολλά ωραία. Η δε Χαλιμά σηκωθείσα, ευθύς άρχισε να την
διηγηθή, καθώς θέλετε ακούσει.
&Ιστορία του βασιλέως Βεδρεδήν Λώλου και του Βεζύρη του.&
Ο Βεδρεδήν Λώλος, Βασιλεύς της Δαμασκού, είχε διά Βεζύρην του
άνθρωπον πολλά φρόνιμον, και εμπιστευμένον· αυτός ωνομάζετο
Ταλμούχ, και είχεν άκρον ζήλον διά την δούλευσιν του Βασιλέως του,
και τον είχεν ως το δεξιόν του μάτι. Ο λαός όλος ευχαριστούντο
κατά πολλά διά την καλήν του κυβέρνησιν, και διά τα καλά του ήθη.
Αυτόν τον επωνόμασε Βεζύρην μελαγχολικόν, επειδή πάντοτε ήτον
σκυθρωπός και μελαγχολικός, και δεν εγελούσε ποτέ του με κανένα
τρόπον. Μίαν ημέραν ο Βασιλεύς του ωμιλούσε διά κάποια απόκρυφα,
και διά ένα συμβεβηκός εγελούσεν υπερβολικά, που κατά αλήθειαν
ήτον άξιον να γελά καθένας. Μα ο Βεζύρης τον άκουε με τόσην
σοβαρότητα, που ο βασιλεύς έμεινε θαυμασμένος. Ταλμούχ, του λέγει,
εσύ είσαι ένας άνθρωπος παράξενος, που κανένα πράγμα δεν σε κάνει
να γελάσης, αλλά στέκεις έτσι σοβαρός και σκυθρωπός πάντα. Και
είναι σχεδόν δέκα χρόνοι, που είσαι εις την δούλευσίν μου, και
ποτέ δεν σε είδα να γελάσης· τι θέλει να ειπή τούτο, και από τι
προέρχεται αυτή η μελαγχολία σου;
Βασιλέα μου, απεκρίθη ο Βεζύρης· η μεγαλειότης σου δεν πρέπει να
το θαυμάζης· καθένας έχει τα βάσανά του· δεν είναι άνθρωπος επάνω
εις την γην, που να μην είναι χωρίς θλίψιν και βάσανον. Η
απόκρισίς σου δεν είναι σωστή, απεκρίθη ο Βασιλεύς· αν του λόγου
σου έχης καμμίαν κρυφήν θλίψιν που να σε βασανίζη, από αυτό δεν
ημπορείς να ειπής ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι χωρίς βάσανον.
Αυτό που βεβαιώνω, ω βασιλέα μου εξαναπεκρίθη ο Ταλμούχ, ότι
τέτοια είναι η κατάστασις των απογόνων του Αδάμ· η καρδιά μας δεν
ημπορεί να χαρή ποτέ ένα καλόν τέλειον χωρίς να είνε συγκερασμένον
και με το πικρόν, και από λόγου σου ημπορείς να διακρίνης και τους
άλλους. Η βασιλεία σου, πες μου, είνε τέλεια ευχαριστημένη; Ω όσον
δι' εμέ δεν ημπορώ να είμαι ευχαριστημένος, απεκρίθη ο βασιλεύς·
έχω πολλούς εχθρούς, φέρω το βάρος του βασιλείου, χίλιοι στοχασμοί
μού διαμοιράζουν τον νουν, και συγχίζουν την ανάπαυσιν της ζωής
μου· μα είμαι βέβαιος ότι είνε πολλοί άνθρωποι τελείως
ευχαριστημένοι και χωρίς καμμίαν θλίψιν.
Ο βεζύρης Ταλμούχ, εδιαφέντευε πάντα εκείνα που είχεν ειπεί, με
τρόπον που ο βασιλεύς βλέποντάς τον σταθερόν εις την γνώμην του,
του είπεν. Αν δεν ευρίσκεται χωρίς βάσανον ή θλίψιν κανείς, όμως
δεν είνε κυριευμένος από τόσην σκυθρωπότητα και μελαγχολίαν ωσάν
εσένα· εσύ με κάνεις να λάβω μεγάλην περιέργειαν διά να μάθω το
αίτιον της μεγάλης σου θλίψεως· φανέρωσέ μου λοιπόν, σε εξορκίζω,
τι είνε η αφορμή που σου προξενεί αυτήν την μελαγχολίαν; θέλω σε
υπακούσει, Βασιλέα μου, απεκρίθη ο βεζύρης, και θέλω να σου
ξεσκεπάσω την αιτίαν της εσωτερικής μου λύπης, διηγούμενος την
ιστορίαν της ζωής μου.
&Ιστορία του βεζύρ Ταλμούχ, επονομαζομένου μελαγχολικού, και της
βασιλοπούλας Τζελίκας.&
Εγώ είμαι μοναχός υιός ενός πλουσίου πραγματευτού τζοβαϊριστή από
το Μπαγδάτι. Ο πατέρας μου, που ωνομάζετο Αμπτουλά, τίποτε δεν
αψήφισε εις την ανατροφήν μου· με έκαμε να μάθω φιλοσοφίαν,
μαθηματικήν, τους νόμους, και άλλες πολλές επιστήμες, και μάλιστα
διάφορες γλώσσες. Και ωσάν έγινα εις νόμου ηλικίαν, μου άρεσε να
εξοδεύω χωρίς στοχασμόν. Ο πατέρας μου το απείκασε με μεγάλον του
πόνον· επάσχισε με τες φρόνιμές του συμβουλές να με αντικόψη, μα
δεν εκατώρθωσε τίποτε, διατί έλαβα μεγάλην κλίσιν εις την
απολυμένην ζωήν. Μίαν ημέραν που εσεργιανίζαμεν εις το περιβόλι
του σπητιού μας και που αυτές εβλασφημούσε κατά την συνήθειάν του
τα κακά μου ήθη, μου είπεν· ω υιέ μου, εγνώρισα έως εδώ ότι οι
νουθεσίες μου δεν σ' ωφελούν με κανένα τρόπον, μα θέλεις ελαφρωθή
ογλήγορα από έναν, που καθημερινώς σε ενοχλεί διά το καλόν σου· ο
θάνατός μου δεν θέλει είναι πολλά μακράν και ωσάν γέροντας που
είμαι μέλλω να διαβώ εις τον άλλον κόσμον, και θέλω σου αφήσει
μεγάλα πλούτη, και κύτταξε καλά να μη τα μεταχειρισθής εις
κακοπραξίες· και αν από κακήν σου γνώμην ήθελες αστόχαστα τα
εξοδιάση να μην αφήσης που να προστρέξης εις τούτο το δένδρον, που
βλέπεις εις την μέσην τούτου του περιβολιού· κρέμασε εις εκείνο το
χονδρότερον κλωνάρι μίαν θηλιάν θανατηφόρον διά να πνιγής, και με
αυτό θέλεις ελευθερωθή από όλες τες δυστυχίες που θέλουν σου
συμβή.
Τέλος πάντων αυτός απέθανεν ύστερον από ολίγον καιρόν. Και αφού
τον έθαψα με μεγάλην τιμήν, εκληρονόμησα τον πλούτον του όλον τον
οποίον τον ηύρα τόσον πλουσιοπάροχον, που τον εστοχάσθηκα πολλά
αρκετόν διά να ημπορέσω να κάμω τα κακά μου θελήματα· αυγάτισα
ευθύς τους σκλάβους μου, ετράβηξα προς του λόγου μου όλους τους
ασώτους νέους της χώρας· εκρατούσα ταύλαν ανοικτήν διά όποιον και
αν έρχονταν, και εδόθηκα εις κάθε λογής ασωτίαν εις τρόπον που από
ολίγον εις ολίγον χωρίς να απεικάσω, έφθειρα όλον εκείνο το
πατρικόν μου. Ευθύς έμεινα παραιτημένος από τους φίλους μου, και
από όλους τους δουλευτάδες μου. Τι θλιβερά μεταλλαγή της τύχης! η
δύναμίς μου ευρέθη ταπεινωμένη. Τότε εστοχάσθηκα τα υστερνά λόγια
του πατρός μου· μα ήτον πολλά αργά, που δικαίως μου ετύχαινε να
έλθω εις εκείνην την κατάστασιν, και έλεγα κτυπώντας την κεφαλήν
μου· διατί να μην ακούσω τες νουθεσίες του πατρός μου; διατί να
κάμω τέτοια πράγματα και να έλθω εις τέτοιαν κατάστασιν, να
κατασταθώ παίγνιον των συνομηλίκων μου; διατί να σταθώ τόσον άφρων
και να μη τον υπακούσω εις τα όσα μου είπε διά το καλόν μου; μα
σαν δεν τον υπήκουσα εις τα πρώτα του λόγια, θέλω τον υπακούσει
εις την υστερινήν απόφασιν που είπε· θέλω το λοιπόν να κάμω καθώς
με εδιέταξε, και να υπάγω να κρεμασθώ ετούτην την στιγμήν εις το
δένδρον που μου εδιώρισε· και έτσι ημπορώ να ελευθερωθώ από τα
βάσανα που μέλλουν να μου έλθουν.
Έτσι λέγοντας επήρα μίαν θηλιάν και εμβήκα εις το περιβόλι μου,
επλησίασα εις το δένδρον που μου έδειξεν ο πατέρας μου, και μου
εφάνηκε πολλά αρκετόν εις την βουλήν μου. Έβαλα εις την ρίζαν
τούτου του δένδρου δύο πέτρες ψηλές, επάνω εις τες οποίες
ανεβαίνοντας, εσήκωσα τα χέριά μου διά να δέσω την θηλιάν εις
εκείνο το χοντρόν κλωνάρι, και δένοντάς την τήν επέρασα εις τον
λαιμόν μου, αλείφοντάς την καλά με σαπούνι διά να γλυστρήση να μην
τυραννηθώ πολύ· έπειτα ερρίχθηκα από τες πέτρες και έμεινα
κρεμασμένος. Τον καιρόν που η θηλιά έμελλε να κλείση διά να με
πνίξη, σχίζεται το κλωνάρι από το βάρος μου και πίπτει μαζί μου
κατά γης. Έμεινα περίλυπος διά τον κόπον που έκαμα ματαίως εις το
να κρεμασθώ, μα θεωρώντας το κλωνάρι που είχε τόσον κακά δουλέψη
εις την απελπισίαν μου, βλέπω με θαυμασμόν μου, ότι από εκεί που
είχε ξεκοπή έβγαιναν κάποια πετράδια, τρέχω και βλέπω ότι το
κούφαλον του δένδρου ήτον γεμάτο, από διάφορα πετράδια. Ευθύς
παίρνω ένα τσεκούρι και το κόπτω από την ρίζαν, και το ευρίσκω που
ήτον γεμάτον από διαμάντια, ρομπίνια, σμαράγδια, και άλλα πολύτιμα
πετράδια. Έβγαλα τότε την θηλιάν που είχα εις τον λαιμόν μου, και
απέρασα από την απελπισίαν εις μεγαλωτάτην χαροποίησιν.
Αντί να ξαναδοθώ εις τες ξεφάντωσες ωσάν και πρώτα, απεφάσισα να
πιάσω την τέχνην του πατρός μου. Είχα πολλήν γνωριμίαν εις τα
πετράδια, και ημπορούσα να ελπίσω ότι η επιχείρησίς μου να μην
υπάγη κακά. Κάνω το λοιπόν συντροφιάν με άλλους δύο τζοβοϊτζήδες,
που εγνώριζαν τον πατέρα μου, με τους οποίους αποφασίσαμεν διά να
πηγαίνωμεν να πραγματεύσωμεν εις την Όρμαν, χώραν παραθαλάσσιον·
ηύραμεν ένα καράβι, και εμβαίνομεν εις αυτό, και αρχίσαμεν διά να
ταξειδεύσωμεν. Το ταξείδι μας εστάθη πολλά ευτυχισμένον από αέρα,
και αρμενίζαμεν με πολλήν χαροποίησιν, αλλά πριν να φθάσωμεν εις
τον ποθούμενον τόπον, οι σύντροφοι μου έκαμαν να γνωρισθούν πως
δεν ήσαν άνθρωποι τιμημένοι· επειδή και εκείνην την νύκτα που
εμέλλαμεν να φθάσωμεν εις τον λιμένα, έβγαλαν διάφορα κρασιά
εκλεχτά που είχαν, με τα οποία έκαμαν κάθε τρόπον και με εμέθυσαν.
Και αφού με είδαν πως έπεσα εις βαθύτατον ύπνον με εσήκωσαν και οι
δύο και με έρριξαν εις την θάλασσαν. Μα η θάλασσα όντας φουσκωμένη
από αέρα, τα κύματα ωσάν να ήσαν προσταγμένα, από τον Ουρανόν δεν
με εκαταβύθισαν, αλλά με έρριξαν εις την στερεάν υποκάτω εις μίαν
ρίζαν ενός βουνού. Βλέποντάς με εκεί ελεύθερον από τον κίνδυνον,
εδόξασα τον Θεόν που με εφύλαξε, και έμεινα εκεί το επίλοιπον της
νυκτός.
Φθάνοντας η ημέρα ανέβηκα με πολύν κόπον εις την κορυφήν του
βουνού, επειδή ήτον δύσβατον. Εσυναπάντησα εκεί πολλούς χωριάτες
που έβγαζαν κρυστάλλι από κάποια μεταλλία και το έφερναν
υστερώτερα και το επουλούσαν εις την Όρμαν. Αυτωνών εδιηγήθηκα την
επιβουλήν που μου έγινε, και τον κίνδυνον που επέρασα, και τους
εφάνη τόσον αυτωνών, ωσάν και εμένα, πως εστάθη θαύμα που
εγλύτωσα. Εκείνοι οι καλοί άνθρωποι έλαβαν σπλάχνος εις εμέ, και
μου έδωσαν και έφαγα από εκείνο που έτρωγαν, και υστερότερα με
επήραν μαζί τους, και ύστερον από μερικές ημέρες με έφεραν εις την
Όρμαν, πόλιν μεγάλην, και φθάνοντας εκεί, επήγα και κατέβηκα εις
ένα χάνι, εις το οποίον ο πρώτος που εσυναπάντησα εστάθη ένας από
τους συντρόφους μου. Εκείνος εφάνη πολλά θαυμασμένος εις το να ιδή
άνθρωπον που επίστευε να εδούλευσεν εις τροφήν των οψαριών.
Έτρεξεν ευθύς διά να χαλέψη τον σύντροφόν μας, και να του δώση
είδησιν του ερχομού μου εκεί, και να συμφωνήσουν την δεξίωσιν που
έχουν να μου κάμουν· και ευθύς εσυμφώνησαν τον τρόπον. Εγώ τους
είδα υστερώτερα από ολίγον, τον ένα ύστερα από τον άλλον, και
ήλθαν εις την αυλήν που ήμουν, και απέρασαν από εμπροστά μου,
καμωνόμενοι πως δεν με γνωρίζουν.
Ω άνομοι, τότε τους είπα· ο Ουρανός έκαμεν ανωφελή την κακήν σας
βουλήν· ζω ακόμη διά αισχύνην της βαρβαρότητός σας· επιστρέψατέ
μου τα διαμαντικά μου ευθύς, επειδή δεν θέλω να είμαι πλέον εις
συντροφιάν τέτοιων παρανόμων. Εις ετούτα τα λόγια, που έπρεπε να
τους αντραλώσουν, έλαβαν την αγνωσίαν να αποκριθούν τοιούτης
λογής· ω κλέπτη, ω φονέα, ποίος είσαι εσύ, και από πού έρχεσαι;
ποία διαμάντια, ποίες πραγματείες έχομεν ημείς εδικές σου; Έτσι
λέγοντας άρχισαν να με δέρνουν, έπειτα βλέποντάς με πως ήθελα να
τρέξω εις του Κατή διά να τους εγκαλέσω, επρόλαβον τον καιρόν, και
υπήγαν αυτοί πρώτοι εις αυτόν, του οποίου έδωσαν να καταλάβη πολλά
εναντίον διά εμένα και έπειτα, διά να γένη πλέον ωφέλιμος προς
αυτούς, τον εδώρισαν διάφορα πετράδια, τα οποία λογιάζω να ήταν
όλα από τα εδικά μου. Ποίος είναι ο άνθρωπος αυτός που σας
ενοχλεί; τους είπεν ο Κατής· φέρετέ τον εδώ, και εγώ θέλω τον
παιδεύσει. Αυθέντη, απεκρίθησαν, ημείς δεν τον γνωρίζομεν, ούτε
τον είδαμεν άλλην φοράν· Εις αυτό το αναμεταξύ φθάνω και εγώ εις
την αυλήν του Κατή. Τότε αυτοί εφώναξαν βλέποντάς με· ιδού, ω
αυθέντη, εκείνος ο άνομος κλέπτης, ο οποίος λαμβάνει την τόλμην να
παρουσιασθή εις την αυλήν σου· Μεγάλε κριτά, σε παρακαλούμεν να
μας διαφεντεύσης. Εγώ τότε επλησίασα εις τον Κατή διά να ειπώ τα
δίκαιά μου, μα μην έχοντας δώρα διά να του προσφέρω, δεν ηθέλησεν
ούτε να με ακούση· αλλά επρόσταξε, και με εφυλάκωσαν. Και αυτοί
ωσάν είδαν την φυλάκισίν μου, εμίσευσαν μετά χαράς μεγάλης.
Οι χωριάτες, που είχον έλθη ύστερ' απ' αυτούς, μανθάνοντάς την
αδικίαν που μου έγινεν, έτρεξαν εις τον Κατή και τον εβεβαίωσαν
δι' εμένα ότι αληθώς εγλύτωσα από την θάλασσαν, και ότι εις τον
δρόμον τους εδιηγήθηκα ότι οι σύντροφοί μου με έρριξαν εις την
θάλασσαν, και μου επήραν όλον μου το έχειν, και η ζήτησίς μου
είναι αληθινή και χωρίς δόλον. Ο Κατής ακούοντας τέτοιες
μαρτυρίες, άνοιξε τα μάτια του, και ευθύς έστειλε μερικούς
τζοχανταρέους του διά να εύρουν εκείνους τους πραγματευτάδες· μα
εστάθη ματαίως η ζήτησίς του· επειδή και οι άνομοι ωσάν είδαν που
ο Κατής με εφυλάκωσε, φοβούμενοι διά να μη φανερωθούν ψεύται,
εμβήκαν εις ένα καράβι εκείνην ημέραν και εμίσευσαν με καλόν αέρα.
Αυτός ο αιφνίδιος μισευμός τους εβεβαίωσε τον Κατή πως αδίκως με
εφυλάκωσε, και ευθύς έδωσε θέλημα και με ηλευθέρωσαν από την
φυλακήν. Και ιδού ποίον εστάθη το τέλος της συντροφιάς μου, πού
είχα κάμει με εκείνους τους κακούς τζοβαϊρτζήδες.
Ελευθερωμένος από την θάλασσαν και από την φυλακήν, έκανε χρεία να
λογισθώ ωσάν ένας άνθρωπος χαμένος, χωρίς άσπρα, χωρίς φίλους, και
χωρίς εμπιστοσύνην. Και καταστημένος διά να θραφώ από ελεημοσύνην
εμίσευσα από την Όρμαν χωρίς να ηξεύρω που πηγαίνω· και
περπατώντας μερικές ημέρες, έφθασα εις ένα κάμπον, σιμά εις τον
κόρφον της Περσικής θαλάσσης, εις τον οποίον αντάμωσα ένα καραβάνι
από πραγματευτάδες της Ινδίας, που επήγαιναν εις το Κυράζι της
Περσίας. Εγώ ανακατώθηκα με αυτό, και με μερικές δούλευσες που
έκανα των πραγματευτών, με εκυβέρνησαν από φαγί, έως που εφθάσαμεν
εις το Κυράζι, εις το οποίον ο βασιλεύς Σχατάμ είχε καθέδραν του
βασιλείου του. Μίαν ημέραν που εγύριζα από το μετζίτι εις το
κονάκι μου βλέπω έναν αξιωματικόν του βασιλέως της Περσίας. Αυτός
ήτον πλουσίως φορεμένος, και είχεν εύμορφον παρουσιαστικόν, με
εθεώρησε με προσοχήν, και κράζοντάς με μου είπεν· ω νέε πόθεν
είσαι; στοχάζομαι να είσαι ξένος. Εγώ του απεκρίθηκα πως είμαι από
το Μπαγδάτι, και έπειτα του εδιηγήθηκα καταλεπτώς τα όσα μου
εσυνέβησαν. Ο Οφφικιάλος είδον που έλαβε κάποιον πόνον διά τες
δυστυχίες μου· έπειτα μου λέγει· στάσου με καλήν καρδίαν και έλα
κοντά μου, και ογλήγορα θέλεις αλλάξει κατάστασιν. Εγώ τον
ηκολούθησα, και με έφερε εις ένα εύμορφον οντά εις το παλάτι το
βασιλικόν, και εκεί με ηρώτησε πώς ονομάζομαι, και πόσων χρόνων
είμαι. Ταλμούχ, του απεκρίθηκα, είναι το όνομά μου, και είκοσι δύο
χρόνων είναι η ηλικία μου· μου έκαμε και άλλες πολλές εξέτασες,
και του απεκρίθηκα εις εύμορφον τρόπον. Ταλμούχ, εξαναείπεν αυτός,
εγώ γροικώ κάποιον πόνον διά τα όσα σου εσυνέβηκαν, όθεν θέλω να
σου είμαι εις τόπον πατρός σου. Ήξευρε ότι εγώ είμαι Καπή Αγάς του
βασιλέως της Περσίας· είναι ένας τόπος άδειος από τους δώδεκα
τζοχανταρέους του οντά του βασιλέως, και θέλω σε βάλει εις εκείνον
τον τόπον· εσύ είσαι εύμορφος νέος, καλοκαμωμένος· δεν ημπορώ να
κάμω καλύτερον διάλεγμα, και ελπίζω να κάμης τιμήν και εις εμένα.
Εγώ ευχαρίστησα τον Καπή Αγά διά την μεγάλην του καλωσύνην, που
έδειχνεν εις εμένα. Με επήρε λοιπόν υποκάτω εις την επίσκεψίν του,
και με ένδυσε κατά την συνήθειαν των τζοχανταρέων και μου
ερμήνευσε τον τρόπον πως έχω να μεταχειρισθώ την δούλευσίν μου· με
έβαλε την άλλην ημέραν εις τον αριθμόν των τζοχανταρέων του οντά
του βασιλέως, και εις ολίγον καιρόν έκαμα τιμήν του βασιλέως.
Εις εκείνην την αυλήν ήτον εμποδισμένον με θάνατον όποιος ήθελε
σταθή αργά εις το περιβόλι του παλατίου εις το οποίον, αφού και οι
άνδρες ετραβιόνταν πριν νυκτώση, έβγαιναν οι γυναίκες του
παλατίου, και εσεργιάνιζαν διά μερικές ώρες. Και μίαν ημέραν όντας
εις τον κήπο μόνος μου, και στοχαζόμενος τα περασμένα μου
συμβεβηκότα, επέρασεν η διωρισμένη ώρα που έπρεπε να τραβηχτώ,
χωρίς να καταλάβω. Ερχόμενος το λοιπόν εις τον εαυτόν μου, τρέχω
διά να έβγω, μα ευρίσκοντας τες πόρτες κλεισμένες, έμεινα ωσάν
νεκρός· και εις αυτό το αναμεταξύ που εστοχαζόμουν πώς να έβγω,
βλέπω μίαν Κυρίαν, και παραστένεται αιφνιδίως έμπροσθά μου, η
οποία εφαίνονταν, με όλον που ήταν νύκτα, να ήτον ωραιοτάτη κόρη.
Πώς ευρίσκεσαι, ω νέε, εδώ, μου είπεν, ετούτην την ώραν; Αχ, κυρά
μου, της απεκρίθηκα, από αλησμονιά μου, και από κακήν μου τύχην
έμεινα· μα σε παρακαλώ διά το Θεόν δείξε μου πόθεν να έβγω διά να
μη χάσω την ζωήν μου. Είναι αδύνατον, μου απεκρίθη εκείνη, να
έβγης πλέον ταύτην την νύκτα, διότι όλες οι πόρτες είναι
κλεισμένες μα πρέπει να ευχαριστήσης την τύχην σου, ότι χωρίς
ετούτο δεν με ήθελες συναπαντήσει. Ω πόσον είμαι δυστυχής,
εφώναξα, εγλύτωσα από τόσους κινδύνους, και πάλιν εμετάπεσα εις
ένα χειρότερον, που μέλλω να χάσω την ζωήν μου χωρίς άλλο. Μη
θλίβεσαι, μου λέγει η νέα· η θλίψις σου θέλει μετατραπεί εις
αγαλλίασιν. Θεώρησέ με· εγώ δεν είμαι κακοκαμωμένη δεν έχω παρά
δέκα οκτώ χρόνους, και στοχάζομαι να μην είμαι άσχημη. Ωραία κυρά,
της είπα, με όλον που είναι νύκτα, γνωρίζω καταλεπτώς την
ευμορφιάν σου, και την εξανοίγω τόσον, που με κάνει να μείνω
εκστατικός· μα στοχασθήτε την κατάστασίν μου, και πέτε την
αλήθειαν αν δεν είναι πολλά κινδυνώδης; Αλήθεια, εκείνη απεκρίθη·
μα ο χαμός της ζωής δεν είναι βέβαιος· επειδή και ο βασιλεύς είνε
πολλά καλός, και θέλει σε συμπαθήσει· άφησε το λοιπόν τα μέλλοντα,
επειδή και είναι εις το χέρι του Ουρανού, και μη στέκης
συγχυσμένος διά τώρα. Αν εσύ ήξευρες ποία είμαι, και πόσην
ευτυχίαν θέλει σου προξενήσει ετούτο το συμβάν, ήθελες λογισθή ο
πλέον ευτυχισμένος των ανθρώπων.