αληθινά, έξω από της θυγατρός μου· και άκουσον το αίτιον που δεν
την υπανδρεύω· αύτη είναι περασμένης ηλικίας, διά να υπανδρευθή,
επειδή έχει τριάντα χρόνους, και η κακορίζικη δεν είναι εις στάσιν
να παρουσιασθή εις άνδρα. Αυτή είναι ασχημοτάτη, σακάτισσα,
κολοβή, παλαβή, και κοντολογής είναι τέρας της φύσεως. Πολλά καλά,
είπεν ο Κατής χαμογελώντας· εγώ αυτό το εκαρτερούσα, Ουστά Ομάρ·
ήμουν αρκετά βεβαιωμένος ότι εσύ ήθελες κάμει ένα παρόμοιον
πανηγυρικόν της θυγατρός σου· μα ήξευρε, ακριβέ μου φίλε, ότι
ετούτη η ασχημοτάτη, η κολοβή και σακάτισσα, με όλα τα άλλα
ελαττώματα που έχει, είνε πολλά αγαπημένη από έναν άνθρωπο, ο
οποίος επιθυμεί να την πάρη εις γυναίκα, και αυτός ο άνθρωπος
είμαι εγώ.
Εις τούτην την ομιλίαν ο βαφιάς εκύτταξε τον κριτήν εις το
πρόσωπον με θαυμασμόν, και του είπε· αν έχης επιθυμίαν, αφέντη, να
με εμπαίξης είσαι νοικοκύρης, και ημπορείς να γελάσης όσον σου
αρέσει με την θυγατέρα μου. Όχι, μη γένοιτο, απεκρίθη ο Κατής, εγώ
δεν γελώ με κανένα, μα αγαπώ την θυγατέρα σου, και διά τούτο σου
την γυρεύω. Ο τεχνίτης ακούοντας έτσι, εδόθηκεν εις ένα μεγάλον
γέλωτα. Μα τον Προφήτην εφώναξε, κάποιος σου έδωσε να καταλάβης
ένα ψεύμα επειδή και σε βεβαιώνω, ω αυθέντη, ότι η θυγατέρα μου
είναι κρατημένη, κολοβή και ιδροπικιασμένη. Ας είναι, αντίκοψεν ο
Κατής, εγώ την δέχομαι εις τούτην την μορφήν που είναι, επειδή και
αγαπώ παρόμοιες κόρες! τοιαύτης λογής είναι η άρεσίς μου, και
εσένα δεν πρέπει να σε μέλη δι' αυτό. Εγώ ξαναλέγω ακόμη ετούτην
την φοράν, λέγει ο βαφιάς, ότι η θυγατέρα μου δεν είναι διά την
αφεντιάν σου με το να είναι τερατώδης. Ω, ετούτο είναι πολύ, λέγει
ο Κατής, με φωνήν θυμωμένην· είμαι βαρεμένος από τούτα τα λόγια,
Ουστά Ομάρ· εγώ θέλω εσύ να μου την δώσης ετούτην την άσχημον και
τερατώδη, καθώς αυτή είνε, εις γυναίκα, και μη μου αποκρίνεσαι
άλλο.
Ο βαφιάς βλέποντάς τον αποφασισμένον διά να στεφανωθή την θυγατέρα
του, και βεβαιωμένος ότι τινάς διά περιδιάβασίν του τον έκαμε διά
να λάβη κλίσιν με αυτήν, είπε με τον εαυτόν του. Κάμνει χρεία να
του ειπώ πως προίκα καμμιάς λογής δεν έχω να της δώσω, και με
τούτο θέλει τραβηχθή να μη μου μιλήση άλλο. Αυθέντη, του είπεν,
εγώ είμαι πρόθυμος διά να σε υπακούσω οπόταν θέλης έτσι· μα ήξευρε
πως προίκα δεν έχω να σου δώσω, και αν την θέλης χωρίς προίκαν
καλώς, ειδεμή ας κάθεται. Ετούτο είνε παρά πολύ, είπεν ο Κατής, μα
ας είνε· εγώ είμαι ευχαριστημένος να την λάβω και δίχως προίκα,
και λέγοντας, ούτως ηθέλησε διά να γραφθή η συμφωνία. Ο βαφιάς του
εναντιώθη, ότι το γράμμα δεν θέλει το υπογράψει, ανίσως και δεν
είναι παρόν εκατόν και ένας μάρτυρες, οι οποίοι να είνε Ιμάμιδες,
Μουλάδες, και Χοτζάδες. Εσύ απιστείς πολύ, του λέγει ο Κατής· μα
δεν βλάπτει, θέλω να σε ευχαριστήσω, επειδή και δεν θέλω να
υστερηθώ την θυγατέρα σου. Τότε έστειλε τους τζοχανταρέους του διά
να πηγαίνουν να κράξουν τοιούτους μάρτυρας, και εις ολίγον ήλθαν
περισσότεροι από όσους εζητούσεν ο βαφιάς.
Αφού εσυναθροίσθησαν όλοι εκεί, ο βαθιάς είπεν έτσι του Κατή·
αυθέντη εγώ σου δίνω την θυγατέρα μου εις νόμιμόν σου γυναίκα·
επειδή και θέλεις έτσι μα σου ομολογώ έμπροσθεν εις τούτους τους
αφεντάδες, ότι αν αυτή δεν ήθελε σου αρέση, να μην ημπορής, να την
χωρίσης, με κανένα τρόπον και αν χωρίση θα ήθελες μου δώση χίλια
φλωριά ευθύς εις το χέρι. Καλώτατα, απεκρίθη ο Κατής, είμαι
ευχαριστημένος, και σου δίνω τον λόγον μου δι' αυτό με όρκον,
εμπρός εις τους περιεστώτας μάρτυρας. Δίδοντας το λοιπόν ο Κατής
τον λόγον του με εκείνον τον τρόπον και ωσάν αποβεβαιώθη η
συμφωνία τους από τους μάρτυρας, ο βαφιάς εβγήκε λέγοντας ότι
υπάγει να του στείλη την νύμφην του, και με το μίσευμα του βαφιά
ανεχώρησαν και οι μάρτυρες, και έμεινεν ο Κατής μόνος εις το σπήτι
του γεμάτος από ευχαρίστησιν, και δεν έβλεπε την ώραν διά να ιδή
την νέαν του γυναίκα.
Αυτός λοιπόν ο Κατής είχε δύο χρόνους που είχε πάρει εις γυναίκα
μίαν θυγατέρα ενός πραγματευτού πλουσίου, η οποία μαθαίνοντας ότι
ο άνδρας της απεφάσισε να πάρη και άλλην γυναίκα, της εκακοφάνη
τόσον, που δεν ηθέλησε πλέον να σταθή με αυτόν, τον οποίον
κράζοντάς τον του είπε· ήκουσα σήμερον ότι θέλεις να πάρης και
άλλην γυναίκα, διά το οποίον σου λέγω, ότι ανίσως και την πάρης
δεν στέκω μαζί σου, ό,τι δεν ημπορώ να φτουρήσω μίαν αισχύνην
παρομοίαν και είμαι ευχαριστημένη καλύτερον να με χωρίσης, παρά να
ιδώ άλλην γυναίκα μαζί σου. Εσύ μου έκαμες μίαν μεγάλην χάριν να
μου το ειπής εμπροσθήτερα, της απεκρίθη ο Κατής, επειδή και δεν
ετολμούσα διά να σου ειπώ εγώ την νέαν μου υπανδρείαν· μα σαν είνε
έτσι θέλω σε ευχαριστήσει. Και ούτω λέγοντας, ευθύς άνοιξε μίαν
κασσέλαν και έβγαλε μίαν σακκούλαν και της εμέτρησε χίλια φλωριά,
λέγοντάς της· έπαρε, ω γυναίκα, την προίκα σου, και ύπαγε όπου
θέλεις· «Εγώ σε χωρίζω μίαν φοράν, δύο φορές, τρεις φορές σε
αποχωρίζομαι, και διά πλέον βεβαιωσύνην σου δίδω ετούτα τα λόγια
εγγράφως και υπογραμμένα από τον Αναΐππην μου κατά τους νόμους».
Και με τούτον τον τρόπον εχώρισε την γυναίκα του, η οποία εν τω
άμα ετραβήχθη εις τον πατέρα της μαζί με την προίκα της.
Ευθύς που αυτή ανεχώρησεν ο Κατής έκαμε και εστόλισε το σπήτι του
με διάφορα στολίδια, ήγουν με πεύκια, εύμορφα στρωσίδια και άλλα
ευγενικά πράγματα, διά να δεχθή την νέαν του γυναίκα, και όλα ήταν
έτοιμα και εκαρτερούσε με μεγάλην ανυπομονησίαν να δεχθή την πολλά
αγαπημένην του, και δεν έβλεπε την ώραν πότε να έλθη. Δεν απέρασεν
ώρα και ιδού βλέπει και έρχονται δύο βαστάζοι φέροντες ένα
γάιδαρον φορτωμένον με μίαν κασσέλαν, σκεπασμένην με ένα πεύκι
μεταξωτόν πράσινον· τι μου φέρετε εσείς ω φίλοι, τους λέγει ο
Κατής; αυθέντη του απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αποθέτοντες την
κασσέλαν εις την γην, εδώ είνε η νύμφη σου· σήκωσε το πεύκι και
ιδές την πόσον είνε εύμορφη και καλοκαμωμένη. Ο Κατής με προθυμίαν
σηκώνει το πεύκι, και με έκστασιν βλέπει μίαν κόρην κολοβήν, μίαν
ράχιν που υπερέβαινε την κεφαλήν της, και κρατημένην από χέρια και
ποδάρια, και περιπλέον είχε το πρόσωπόν της μακρύ μισήν πήχυν και
γεμάτο από πρίσματα, τα μάτια πετασμένα και κόκκινα ωσάν την
φωτιάν, το στόμα της τρανόν ωσάν του κροκοδείλου, με τα δόντια
πετασμένα έξω από τα χείλη, και η μύτη της ήτο τόσον πλατεία, που
εφαίνονταν να ήσαν δύο φούρνοι. Τότε αυτός ο Κατής δεν ημπόρεσε να
ιδή ένα τέτοιο τέρας χωρίς να του κάμη τρόμον, όθεν την
εξανασκέπασεν ευθύς με το πανί, και λέγει των βαστάζων· τι θέλετε
εσείς να κάμω ετούτο το ελεεινόν θέαμα, ω ζώα; Αυθέντη, του
απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αυτή είνε η θυγατέρα του Ουστά Ομάρ,
βαφιά, ο οποίος μας είπεν ότι την εστεφανώθης από αγάπην και μας
την έδωσε διά να σου την φέρωμε. Δίκαιε Ουρανέ, εφώναξεν ο Κατής,
ημπορώ να στεφανωθώ ένα τέρας της φύσεως παρόμοιον;
Εις τον ίδιον καιρόν ο βαφιάς προβλέποντάς την έκστασιν του Κατή,
έφθασεν εκεί. Ταλαίπωρε, του λέγει ο Κατής, διά ποίον με παίρνεις;
δεν ηξεύρεις που εγώ ημπορώ να σε παιδεύσω κατά πως σου πρέπει και
να σε βάλω εις τα σίδερα, που παίρνεις τόση τόλμη να αναγελάσης με
εμένα; φοβήσου τον θυμόν μου, ω δυστυχή, και αντίς διά τούτο το
τέρας της φύσεως που μου έστειλες, δος μου την άλλην σου θυγατέρα,
της οποίας η ευμορφιά μου είνε πολλά επιθυμητή· ειδεμή θέλεις
δοκιμάσει πόσον ημπορεί να κάμη ένας Κατής θυμωμένος. Αυθέντη, του
λέγει ο Ομάρ, παύσε να με φοβερίζεις, σε παρακαλώ, και μην είσαι
θυμωμένος εναντίον μου· ομνύω εις τον Πλάστην του κόσμου ότι άλλην
θυγατέρα από αυτήν δεν έχω· εγώ σου το είπα χίλιες φορές ότι αυτή
διά λόγου σου δεν ήτον· μα εσύ δεν ήθελες να με πιστεύσης, και εις
τούτο δεν έχω πταίξιμον κανένα. Ο Κατής εις ετούτα τα λόγια ήλθεν
εις τον εαυτόν του, και λέγει του βαφιά. Ομάρ σήμερον το ταχύ
ήλθεν εδώ μία κόρη πολλά ωραία και μου είπε πως είνε θυγατέρα σου,
και πως δεν θέλεις να την υπανδρεύσης, δίδοντας να καταλάβη ο
κόσμος πως είνε λίαν τερατώδης, διά να μην ήθελε κανείς σου την
γυρέψη εις γυναίκα. Αυθέντη, του λέγει, ο βαφιάς, εκείνη η εύμορφη
κόρη είμαι βέβαιος πως σε ενέπαιξε, βαλμένη από κανένα εχθρόν σου,
διά να σου κάμη καταισχύνην και σε περιπαίξη.
Τότε ο Κατής άρχισε να τραβά τα γένεια του, και να στοχάζεται διά
πολλήν ώραν· έπειτα είπεν· ετούτη είνε μία δυστυχία που έμελλε να
μου έλθη, και δεν κάνει χρεία να μιλήσωμεν άλλο. Κάμε, σε
παρακαλώ, να ξαναφέρουν την θυγατέρα σου εις το σπήτι, και σου
δίδω και τα χίλια φλωριά που σου έταξα και μη ζητής άλλο, αν θέλης
να είμεθα φίλοι. Ο βαφιάς διά να μην έλθη εις άλλα λόγια με τον
Κατήν, και διά να μη τον κάμη εχθρόν του, έστερξε να κρατήση τα
χίλια φλωριά, και να πάρη την θυγατέρα του οπίσω, κάνοντας πρώτον
να την χωρίση κατά τους νόμους.
Ετούτο το συμβάν εμαθεύθη πολλά ογλήγορα εις όλην την χώραν, και
έγινεν εις όλους αξιογέλαστον το εμπαίξιμον του Κατή, και διά
πολλές ημέρες δεν ωμιλούσαν άλλο παρά δι' αυτόν· Ημείς ξεχωριστά
εχαρήκαμεν μεγάλως διά την εκδίκησιν που εκάμαμεν του Κατή, χωρίς
παντελώς να το καταλάβη· Απερνώντας αυτή η εκδίκησις, έστειλα ένα
μετζίλι διά να διηγηθή του βασιλέως πατρός μου τα όσα μου
εσυνέβηκαν αφού και εμίσευσα από κοντά του, και τον εβεβαίωσα ότι
ογλήγορα ήμουν διά γύρισμα ομού με την αγαπημένην γυναίκα που
επήρα. Και εκεί που εκαρτερούσα την απόκρισιν με το μετζίλι, αλλοί
εις εμένα, μου έφερε μαντάτα πολλά θλιβερά, ότι ο βασιλεύς πατέρας
μου μανθάνοντας ότι οι Άραβες κλέφτες, που μας επάτησαν, εσκότωσαν
όσους και αν είχα κοντά μου, και λογιάζοντας ότι και εγώ έμεινα
σκοτωμένος, από την λύπην του απέθανε, και ότι ανέβη εις τον
θρόνον του ένας εξάδελφός μου, ονόματι Αμαδεδίν, ο οποίος με μίαν
γραφήν που έγραψε με το ίδιον μετζίλι μου εσημείωνε την χαράν που
ο λαός έλαβεν, ακούοντας πως ευρισκόμουν ζωντανός· και ότι με
εκαρτερούσε μετά πάσης χαράς διά να πηγαίνω το συντομώτερον, και
ήτον έτοιμος διά να μου απαρατήση θεληματικώς τον θρόνον που εις
εμέ απαρθένευεν. Ετούτη η είδησις με έκαμε διά να αποφασίσω το
γληγορότερον να γυρίσω εις το Μουσούλ. Έλαβα θέλημα από τον Μουφάκ
πενθερόν μου, και παίρνοντάς την γυναίκα μου ομού με πολλούς
ανθρώπους διά φύλαξιν, εμίσευσα διά το Μουσούλ.
Δεν είχα φθάσει ακόμη εις το ήμισυ της στράτας, και ιδού που βλέπω
τον Αμαδεδίν να έρχεται με πολύν λαόν, και με τους προεστούς του
Μουσούλ εις συναπάντησίν μου και φθάνοντάς με επέζευσεν ευθύς από
το άλογόν του, και ήλθε και με επροσκύνησε δείχνοντάς μου την
καλήν του προθυμίαν, καθώς εις την επιστολήν του μου το
εσημείωνεν. Έπειτα ήλθαν όλοι οι προεστοί και με μεγάλον σέβας με
επροσκύνησαν και με ευφήμησαν διά βασιλέα τους. Και ούτω
συντροφιασμένος με όλους εκείνους εμβήκαμεν εις το Μουσούλ με
μεγάλην παράταξιν όλος και ο λαός έδειξε με μεγάλους αλαλαγμούς
την ευχαρίστησίν του που με εξαναείδε, και έκαμε διά τρεις ημέρας
μεγάλες χαρές και πανηγύρεις.
Τελειώνοντας δε αυτές οι χαρές έβαλα εις καλήν τάξιν όλα τα του
βασιλείου, και εβασίλευσα επάνω εις τον ραγιά μου με πολλήν
θερμότητα. Αγαπούσα περισσότερον παρά ποτέ την Ζιμπρούδα, και
εζούσα πολλά ευτυχισμένος, οπόταν ένας νέος Δερβύσης φανερώνεται
εις την αυλήν μου, ο οποίος, με τες διάφορες χάρες και πνεύμα
χαριέστατο που είχεν, επροχώρησεν εις τους προεστούς του παλατίου
μου, και τον επήραν εις μεγάλην αγάπην, και άλλο δεν ωμιλούσαν
παρά διά τες μεγάλες χάρες του Δερβύση. Μου ήλθεν επιθυμία να τον
ιδώ, και ευρίσκοντάς τον πλέον χαριτωμένον από εκείνο που άκουα,
τον επήρα εις τόσην υπόληψιν, που τον έκαμα ένα από τους της αυλής
μου, διά να τον έχω πάντα κοντά μου, να με ευφραίνη με τες
διήγησές του και με τες μεσελέδες του, ο οποίος ήτον πολλά
πρακτικός από όλα τα πράγματα του κόσμου· επειδή και με όλον που
ήτον νέος είχε περιπατήσει πολύν κόσμον.
Μίαν ημέραν που ευρισκόμασθε εις το κυνήγι εις ένα λόγγον
εξεμάκρυνα από τους ανθρώπους μου, και έμεινα με τον Δερβύσην
μοναχά. Αυτός εκεί που επερπατούσαμεν, μου εδιηγούνταν τα ταξείδια
που είχε κάμει, και διά τα όσα περίεργα που εις τας πόλεις και
βασίλεια είχεν ιδεί, και ανάμεσα εις τα άλλα δι' ένα γέροντα
Μπαρχάν που εγνώρισεν. Ετούτος ο μέγας άνθρωπος, μου είπεν,
ήξευρεν ένα μεγάλον αριθμόν σεκρέτα, ήγουν απόκρυφα, όλα πολλά
περίεργα. Αυτός από την πολλήν αγάπην που επήρε, μου έδειξεν ένα
σεκρέτον πολλά θαυμαστόν, και μου παρήγγειλε κανενός να μη το ειπώ
με όρκον. Ποίας ενεργείας είναι αυτό το σεκρέτον ερώτησα εγώ,
μήπως και είναι εκείνο που μετατρέπουν το μολύβι και σίδηρον εις
χρυσόν; Όχι, Βασιλέα μου, ετούτο είναι πολύ τιμώτερον από αυτό,
ετούτο κάνει να αναζήση ένα κορμί αποθαμμένον, όχι πως να του
επιστρέψω την ψυχήν, εις τούτο μονάχα ο Ουρανός ημπορεί να κάμη
αυτό το θαύμα, μα κάνω και εμπαίνει η ψυχή μου εις κάθε νεκρόν
σώμα, και το ανασταίνω. Και διά να σε ευχαριστήσω θέλω κάμει να
ιδής την δοκιμήν εις ετούτην την έλαφον που την έχομεν σκοτωμένην.
Εγώ του είπα πως θέλει μου κάμει μεγάλην χάριν κάμνοντάς με να ιδώ
ένα τέτοιον πράγμα.
Τότε αυτός μου λέγει· στοχάσου λοιπόν εκείνο που έχω να κάμω.
Ευθύς που ετελείωσε ταύτα τα λόγια, βλέπω να πέση το κορμί του
χωρίς αίσθησιν, και εις τον ίδιον καιρόν είδα την έλαφον που
ανέζησε και εσηκώθη με πολλήν γληγορότητα και έρχεται προς με και
με έγλυφε, κάνοντάς μου πολλές χαρές. Και αφού έφερε κάμποσους
γύρους πίπτει κατά γης αύτη, και σηκώνεται ο Δερβύσης που
ευρίσκονταν νεκρός. Ετούτο το θέαμα μου έπληξε τον νουν και
επαρακάλεσα τον Δερβύσην, που ήτο καλύτερον να μη τον είχα ιδή,
διά να μου το φανερώση. Αυτός μου απεκρίθη πως διά τον όρκον που
έκαμα, δεν ημπορώ να το δείξω κανενός με κανένα τρόπον. Βλέποντάς
τον εγώ που δεν έκλινε διά να μου το δείξη μου άναπτε περισσότερον
την επιθυμίαν μου διά να μου το φανερώση και από τες πολλές
παρακάλεσες τέλος πάντων εκαμώθη, διά να μη με παρακούση, πως
απεφάσισε διά να μου το δείξη. Ιδού ω βασιλέα μου διά να σε
ευχαριστήσω, μου είπε, σου το δείχνω· φθάνει να είπης με τον νουν
σου ετούτα τα δύο λόγια Χαλβιλαχά και Μαχούλ, και κάθε λογής
νεκρόν σώμα το αναζής· Ευθύς που έμαθα αυτά τα δύο λόγια ηθέλησα
διά να κάμω την ενέργειάν τους επάνω εις την ιδίαν έλαφον, τα
οποία λέγοντάς τα ευθύς εμεταμορφώθηκα εις εκείνο το ζώον. Μα η
ευχαρίστησις που είχα διά την ενέργειαν που ακολούθησεν
ευτυχισμένα, εμετεστράφη ογλήγορα εις τόσον πόνον. Επειδή και
ευθύς που το πνεύμα μου εμπήκεν εις το κορμί της ελάφου, ο άνομος
και επίβουλος Δερβύσης έκαμε να περάση το εδικόν του εις το
κουφάρι μου και ωσάν έλαβε την μορφήν μου, ευθύς παίρνει το δοξάρι
μου και το ετέντωσε να με σκοτώση. Εγώ μένοντάς μου το λογικόν,
και καταλαμβάνοντάς την γνώμην του, εδόθηκα εις μίαν ταχείαν
φυγήν, και με όλον τούτο ο σκληροκάρδιος δεν έλειψε που να
τελειώση την επιβουλήν του, μα του εστάθη αδύνατον. Ιδού νέα μου
συμφορά, που δι' αυτό εκαταστάθηκα να ζω με τα ζώα εις τα βουνά
και εις τους λόγγους. Καλότυχος ανίσως και ήθελα παρομοιάση
τελείως, και με το χάσιμο της μορφής μου να ήθελα χάσει και το
λογικόν μου, και έτσι δεν ήθελα πέσει εις χίλιες σκληρές και
θλιβερές συμφορές.
Εις το αναμεταξύ που εγώ εθρηνούσα την κατάστασίν μου εις τα δάση,
ο Δερβύσης εκυρίευε τον θρόνον του Μουσουλίου, και εχαίρονταν το
βασίλειόν μου. Και το περισσότερον που με έθλιβεν ήτον, που
εστοχαζόμουν πως εχαίρονταν και την αγαπημένην μου Ζεμπρούδαν. Και
καθώς αυτός αφού έλαβε την μορφήν μου εστοχάσθη ότι εγώ διά μέσον
αυτού του σεκρέτου που μου έδειξε να μην ήθελα φανερωθή εις το
παλάτι, και του συγχύσω την ανάπαυσιν, έδωσε θέλημα ότι να έβγουν
όλοι οι κυνηγοί να υπάν εις εκείνους τους λόγγους που είμασθε, και
να σκοτώσουν, όλες τες ελαφίνες που εκεί ευρίσκονταν. Εγώ όμως διά
τύχην μου εις αυτό το αναμεταξύ ηύρα ένα αηδόνι ψόφιον, το οποίον
το ανάζησα δίδοντας τες αίσθησές μου εις αυτό. Και υποκάτω εις
αυτήν την νέαν μορφήν επέταξα προς το παλάτι του εχθρού μου, και
επήγα και εκάθησα επάνω εις ένα δένδρον που ήτον εμπρός εις τα
παράθυρα της αγαπημένης μου Ζεμπρούδας.
Εκεί στοχαζόμενος την δυστυχίαν μου, άρχισα να κελαδώ τα πάθη μου
με μίαν φωνήν πολλά παθητικήν, κυττάζοντας πάντα τα παράθυρα της
αγαπημένης μου. Αυτή ακούοντας ένα λάλημα τοιούτης λογής θλιβερόν
και νόστιμον, εβγήκεν εις το παράθυρόν της διά να με ακούση καλά,
και εγώ βλέποντάς την ακολουθούσα με περισσοτέραν ισχύν το
θλιβερόν μου λάλημα, ωσάν πως να της έδιναν να καταλάβη τον πόνον
μου. Μα αλλοί εις εμέ, που αντίς αυτή να συντριβή η καρδιά της από
το παθητικόν μου λάλημα, εγελούσε και ελάμβανε ηδονήν ομού με μίαν
σκλαβοπούλαν που την αγαπούσε.
Εγώ αποφάσισα να μείνω εις εκείνο το περιβόλι, και ούτω διά πολλές
ημέρες έκανα το ίδιον, και ελάμβανα κάποιαν ευχαρίστησιν να θεωρώ
την αγάπην μου, με όλον που ήμουν ένα πουλί. Η Ζεμπρούδα δεν
έλειπε καθημερινώς να έρχεται να με βλέπη και να χαίρεται, και
τέλος πάντων επιθυμώντας διά να με έχη εις την εξουσίαν της,
επρόσταξε τους κυνηγούς διά να κάμουν κάθε τρόπον να με πιάσουν.
Εγώ αυτοθελήτως εμπήκα εις τα βρόχια, και πιάνοντάς με μέ έφεραν
εις την Ζεμπούδαν. Αυτή από την χαράν της με επήρεν εις τα χέρια
της, και με εχάιδευσε, και λέγοντάς μου πολλά λόγια χαϊδευτικά με
εφίλησε. Τότε και εγώ από το άλλο μέρος επλησίαζα με πολλήν
νοστιμάδα την μύτην μου εις τα χείλη της και την εγλυκοφιλούσα. Α
μαργιόλικο, εφώναξε γελώντας, φαίνεται, πως απεικάζεις εκείνο που
σου λέγω ω και τι πολλά νόστιμον που είσαι. Και αφού μου έκαμε και
άλλα χάδια, με έβαλεν εις ένα χρυσόν κλουβί, και το εκρέμασεν εις
τον χοντζερέ της. Κάθε ημέραν οπόταν αυτή εξυπνούσεν, εγώ ελαλούσα
με πολλήν νοστιμάδα, και οπόταν ήρχονταν να μου δώση τίποτε να
φάγω, αντί να φαίνομαι αγριωμένον, άπλωνα τες φτερούγες μου, και
επλησίαζα φέροντας την μύτην μου διά να λάβω το φαγί. Αυτή
έμνεισκεν εκστατική βλέποντάς με πολλά ήρεμον, και κάποτε με
έβγαζεν από το κλουβί και επετούσα με ελευθερίαν, μα από κοντά της
δεν έφευγα έχοντας χαράν να την χαϊδεύω εγώ με τες φτερούγες μου,
και με το πέτασμα που έκανα ολόγυρά της, και με κάποια γλυκά
τζιμπήματα που της έκανα. Και με τούτον τον τρόπον αυτή με
αγαπούσε τόσον, που μίαν ώραν δεν έστεκε χωρίς να με έχη κοντά
της.
Αν εις την δυστυχίαν μου είχα κάποιαν άνεσιν εις το να ευρίσκωμαι
σιμά εις την αγάπην μου το επλήρωνα πολλά ακριβόν, οπόταν έβλεπα
τον άνομον Δερβύσην να έρχεται με την μορφήν μου προς αυτήν, και
να την χαίρεται ο μιαρός. Τι ανυπόφερτη δυστυχία και θλίψις!
οπόταν το ενθυμούμαι όλος τρέμω. Ως τόσον βλέποντας έτσι, κάθε
ολίγον εσήκωνα τους οφθαλμούς μου εις τον ουρανόν, και εζητούσα
εκδίκησιν εις τούτο το άδικον που μου εγίνετο, και η καρδία μου
ήτον γεμάτη από θυμόν, και εθλιβόμουν μεγάλως. Αν καμμίαν φοράν ο
Δερβύσης ήθελε να με χαϊδεύση, οπόταν η Ζεμπρούδα με εκρατούσεν
εις τα χέρια της, του έδιδα τόσες τσιμπησιές με θυμόν με την μύτην
μου που τον έκανα να με αφίνη· μα ο θυμός μου δεν επροξενούσεν
άλλο, παρά να τους κάνω να γελούν.
Η Ζεμπρούδα ως τόσον εκρατούσεν εις τον ίδιον χοντζερέ μίαν
σκυλοπούλαν που την αγαπούσεν· ετούτη η σκύλα μίαν ημέραν που
ήμασθε μοναχοί, εψόφησε τον καιρόν που εγεννούσε, και ο ψόφος της
μου εφώτισε τον νουν διά να κάμω την τρίτην δοκιμήν· Θέλω, είπα να
ιδώ τι έχει να κάμη η Ζεμπρούδα βλέποντας το αηδόνι ψόφιον, θα
θλίβεται, ή όχι; και ούτω λέγοντας επέρασε το πνεύμα μου εις το
κορμί της σκύλας, και άφησα το αηδόνι ψόφιον και τούτον τον
στοχασμόν ο Ουρανός μου τον εξαπόστειλε, διά να κάμω την εκδίκησίν
μου.
Οπόταν η Ζεμπρούδα ήλθεν εις τον χοντζερέ της, βλέποντας το αηδόνι
ψόφιο, έβγαλε μίαν φωνήν τόσον δυνατήν, που έτρεξαν όλες οι δούλες
της. Κυρά, της είπαν, τι έπαθες; σου εσυνέβη κανένα εναντίον; α
πιστές δούλες μου, εγώ είμαι απελπισμένη, τους απεκρίθη κλαίοντας
πικρώς· το πτωχόν αηδόνι μου, το αγαπημένον μου αηδόνι εψόφησεν.
Α, ακριβόν μου πουλί, διατί με υστέρησες έτσι ογλήγορα; πώς ημπορώ
να υποφέρω μην ακούοντας πλέον την γλυκειάν σου φωνήν και τα
νόστιμά σου παιγνίδια; Αυτά και άλλα λέγοντας ήτον τόσον περίλυπη,
που καμμιά από τες σκλάβες της δεν ημπόρεσε να την παρηγορήση.
Έδωκαν ως τόσον την είδησιν του Δερβύση διά την θλίψιν της
Βασίλισσας, ο οποίος έτρεξε με ταχύτητα προς αυτήν, διατί την
αγαπούσε και αυτός κατά πολλά. Αυτός έκαμε κάθε τρόπον διά να την
παρηγορήση, μα εστάθηκαν όλοι του οι κόποι άκαιροι.
Τέλος πάντων βλέποντας που καμμίαν παρηγορίαν δεν ελάμβανε, της
είπε· μη θλίβεσαι πλέον, αγαπημένη μου Ζεμπρούδα, ότι εστοχάσθηκα
μ' ένα σεκρέτον που έχω, να κάμω το αηδόνι, ότι κάθε ταχινήν να
έρχεται να σε διασκεδάζη διά μίαν φοράν μόνον, και αύριον το ταχύ
θέλεις ιδεί την δοκιμήν. Μη με παίρνεις διά μίαν αστόχαστην, σε
παρακαλώ, απεκρίθη εκείνη, και θέλεις να με περιπαίξης, δίδοντάς
μου να καταλάβω να μου το αναστήσης. Εγώ τα λόγια σου δεν τα
πιστεύω, και άφησε παρακαλώ διά να ξεθυμάνω κλαίοντάς το. Μη
γένοιτο, μη γένοιτο, Βασίλισσά μου, της απεκρίθη αυτός, πως σου το
λέγω διά κανένα τέλος και διά να πιστεύσης, ιδού που θέλω σε κάμει
να ιδής την δοκιμήν.
Τότε κάνοντας να έβγουν όλες οι δούλες της από εκεί, έμειναν αυτοί
οι δύο μοναχοί και εγώ ωσάν σκύλλα που ήμουν έστεκα εις μίαν
αγκωνήν, και επαρακαλούσα τον Ουρανόν διά να βάλη εις πράξιν το
έργον, διά να ξεδικηθώ. Παίρνοντας λοιπόν ο Δερβύσης ένα θρονί
εκάθησε, και λέγοντας εκείνα τα δύο λόγια, έπεσε χωρίς αίσθησες·
και εν τω άμα το αηδόνι ανέζησε, και άρχισε να λαλή με μεγάλον
θαυμασμόν της Ζεμπρούδας. Εγώ ευρίσκοντας τον καιρόν ευτυχισμένον
ευθύς αφίνω το κορμί της σκύλας, και με ταχύτητα εξαναπήρα το
ιδικόν μου, και εις τον ίδιον καιρόν τρέχω με βίαν, και αρπάζω το
αηδόνι από το κλουβί και του τραβώ τον λαιμόν, και το εσκότωσα.
Έπειτα το έβαλα εις τα ποδάριά μου και το εκαταπάτησα με πολύν
θυμόν· τι κάνεις, ω Βασιλέα, η Ζιμπρούδα μου είπε φωνάζοντας·
διατί μου εφόνευσες με τούτον τον τρόπον το αηδόνι μου; όταν εσύ
δεν ήθελες να ξαναζήση, δεν έπρεπε να το ανακράξης εις νέαν ζωήν.
Ευχαριστίαν να έχη ο ουρανός, εφώναξα τότε εγώ, χωρίς να αφηκρασθώ
αυτή το τι έλεγε, τόσον ήμουν φερμένος από την χαράν μου διά την
εκδίκησιν που έκαμα εις την καταφρόνησιν που ανόμως ο Δερβύσης
έκαμε της τιμής μου, και της αγάπης μου. Η Ζεμπρούδα έμεινεν
εκστατική εις το να με ακούση να ομιλώ ούτως. Βασιλέα, αυτή μου
λέγει, τι δηλούν ετούτα που μιλείς; Εγώ τότε της εδιηγήθηκα τα όσα
μου εσυνέβηκαν από αιτίαν του μιαρού Δερβύση, και επαρατήρησα,
εκεί που της τα εδιηγούμην, εγέμισε το πρόσωπόν της από εντροπήν
διά την απάτην που έλαβε, και μου έκαμεν άδικον, που δεν το
ήξευρε. Και από την θλίψιν της ήτον όλη έξω από τον εαυτόν της,
χωρίς να έχη παρηγοριάν. Δεν ημπορούσεν αυτή να αμφιβάλλη ότι εγώ
δεν ήμουν ο καθολικός της άνδρας, διατί το κορμί του Δερβύση που
ευρέθη εις τα δάση νεκρόν την εβεβαίωνε.
Αφού και ετελείωσα να φανερώσω της Ζεμπρούδας ένα συμβεβηκός τόσον
παράξενον, το εμετανόησα πολλά, και ήτον καλύτερα που να μην της
είχα ειπή την αλήθειαν, διατί αλλοί εις εμένα, ημπορούσε να ζήση·
μα τι λέγω; πού χάνεται το πνεύμα μου; δεν ηξεύρω εγώ ότι τα καλά
και τα κακά που μέλλουν να έλθουν στέκουν γραμμένα εις τον
Ουρανόν; Ως τόσον η Ζεμπρούδα εσυνέλαβε τόσην θλίψιν και πίκραν
εις την απάτην που έλαβε, και έδωσε την ευχαρίστησιν εκείνου του
τρισαθλίου, που δεν μου εστάθη δυνατόν διά να την παρηγορήσω,
δίδοντάς της να καταλάβω ότι το λάθος της ήτον όλον άξιον
συμπαθείας, και ότι όλον το ανόμημα ήτον του μιαρού Δερβύση· μα
όλες εστάθηκαν μάταιες η παρηγοριές που της έκαμα. Και δεν
απέρασαν ολίγες ημέρες που από την θλίψιν της εξεψύχησεν εις τες
αγκάλες μου, ζητώντας μου συμπάθειον διά ένα ανόμημα, του οποίου
δεν ήτο πταίστρια.
Δεν ημπορώ να σας διηγηθώ καταλεπτώς τον πόνον, και την θλίψιν που
έλαβα εις το να χάσω τοιούτης λογής γυναίκα. Και αφού έκαμα να την
θάψουν με εκείνην την τιμήν που της έπρεπεν, έκραξα τον Αμαδεδίν
εξαδελφόν μου, και του λέγω· εξάδελφέ μου, με το να μην έχω
κληρονόμον, σου απαραιτώ τον θρόνον του Μουσούλ να χαρής την
βασιλικήν μεγαλειότητα, επειδή και εγώ θέλω να περάσω το επίλοιπον
της ζωής μου ωσάν απλούς άνθρωπος, από τον μεγάλον πόνον που έχω
διά τον χαμόν της αγαπημένης μου Ζεμπρούδας. Ο Αμαδεδίν που αληθώς
με αγαπούσε, δεν έπαυσε να με παρακινήση να αλλάξω αυτήν την
απόφασιν, μα τον έκαμα να καταλάβη ότι άκαιρα χάνει τους λόγους
του.
Άφησα λοιπόν τον Αμαδεδίν εις τον θρόνον του Μουσούλ, και
συντροφιασμένος μοναχά με ολίγους σκλάβους, έφθασα εις το Μπαγδάτ
με πολύ χρυσίον και πετράδια, ήγουν διαμάντια. Επήγα και κατέβηκα
εις το σπήτι του πενθερού μου Μουφάκ, του οποίου εστάθη μέγας ο
θαυμασμός ομού και της γυναικός του εις το να με ιδούν, οπόταν
τους εφανέρωσα τον θάνατον της θυγατρός τους, που πολύ την
αγαπούσαν. Δεν έκαμα ετούτην την διήγησιν χωρίς να χύσω άπειρα
δάκρυα και χωρίς να μη κινήσω και τα εδικά τους.