εναντιωθήκαμεν όλην την νύκτα με εκείνον τον τρόπον, από την
εντροπήν τους εδίπλωσαν τες δύναμές τους εις τρόπον που επολέμησαν
με ημάς ωσάν απελπισμένοι. Τέλος πάντων επαραδοθήκαμεν
καταδαμασμένοι από τον αριθμόν τους. Εκείνοι μας έγδυσαν και μας
επήραν το ό,τι και αν είχαμεν, και αντί να μας κρατήσουν για
σκλάβους, ή να μας απολύσουν, έτσι γυμνούς που μας άφησαν,
ηθέλησαν να ξεδικήσουν τον θάνατον των συντρόφων τους με το αίμα
μας. Όθεν οι βάρβαροι επέρασαν όλους τους ανθρώπους υποκάτω από
τες λαβωματιές των σπαθιών τους, και κινούμενοι και εναντίον μου
διά να μου κάμουν το ίδιον εφώναξα. Σταθήτε, απάνθρωποι, φέρετε
σέβας εις το βασιλικόν αίμα· εγώ είμαι υιός του Μηνορτόκ, βασιλέως
του Μουσούλ, και κληρονόμος των επαρχιών του. Εγώ είμαι πολλά
ευχαριστημένος, μου είπε τότε ο αρχηγός των Αράβων, που έμαθα το
ποίος είσαι· είναι πολύς καιρός που ημείς μισούμεν θανατηφόρως τον
πατέρα σου, αυτός έκαμε να κρεμάσουν πολλούς από τους συντρόφους
μας, που του έπεσαν εις τα χέρια· διά τούτο και εσύ με τον ίδιον
τρόπον θέλεις τιμωρηθή.
Τέλος πάντων αυτός έκαμε να με δέσουν, και με έφεραν εις την ρίζαν
ενός βουνού, ανάμεσα εις δυο λαγκάδια, και εκεί ήταν διάφορες
καλύβες που εχρησίμευαν διά κατοικίες τους. Εγώ εβάλθηκα υποκάτω
εις την καλύβα, του αρχηγού τους, η οποία ευρίσκονταν εις την
μέσην από τες άλλες, και εφαίνονταν η μεγαλύτερη. Εστάθηκα
φυλαγμένος εκεί όλην την ημέραν· Έπειτα με έδεσαν εις ένα δένδρον
και έμεινα εκεί όλην την νύκτα καρτερώντας τον θάνατον ώραν την
ώραν. Το ταχύ που θα απάντεχα τον θάνατον εξ αποφάσεως, φθάνει μία
σπία εις τον αρχηγόν και του λέγει, ότι μίαν ημέραν μακριάν, εις
μικρόν δάσος, εκείνην την νύκτα έχει να κοιμηθή ένα καραβάνι από
πραγματευάδες, και αν θέλη διά να τους πατήση πρέπει να μισεύση
ογλήγωρα διά να τους προφθάση, και θέλει εύρει μεγάλα κέρδη. Τότε
αυτός ο άρπαγος εσύμμασεν όλους τους συντρόφους, και εν τω άμα
εμίσευσαν, και εμένα με άφησαν εις το δένδρον δεμένον, με ελπίδα
ότι εις τον γυρισμόν τους να μη με εύρουν ζωντανόν. Εις αυτό το
διαμέσον ο ουρανός ο οποίος ματαιώνει όλες τες βουλές των
ανθρώπων, δεν απαράτησε που έτσι ογλίγωρα να χαθώ. Η γυναίκα του
αρχηγού των κλεφτών έλαβεν ευσπλαγχνίαν εις εμέ, και ήλθε προς το
βράδυ και με έλυσεν από το δένδρον, και δίδοντάς μου ένα παλαιόν
φόρεμα και καμπόσον ψωμί μου είπε· πιάσε τούτην την στράταν και
φεύγα το συντομώτερον, διατί σαν γυρίση ο άνδρας μου θέλει σε
φονεύσει. Εγώ ευχαρίστησα την ευεργέτιδά μου και μισεύοντας
επεριπάτησα όλην την νύκτα χωρίς να χάσω την οδόν που μου έδειξε.
Την ερχομένην ημέραν βλέπω ένα άνθρωπο πεζόν που έσερνεν ένα
άλογον φορτωμένον. Εγώ τον έφθασα, και αφού τον εχαιρέτησα, τον
ερώτησα διά πού πηγαίνει. Πηγαίνω διά το Μπαγδάτ, μου απεκρίθη
αυτός, και εις δύο ημέρες θέλω είμαι εκεί. Εχάρηκα εις αυτό το
συναπάντημα, και συντροφιασμένος με αυτόν, εφθάσαμεν εις το
Μπαγδάτ, και εμβαίνοντας από την πόρταν, αυτός επήγεν εκεί που
είχε την δουλειάν του, και εγώ επήγα εις ένα μετζίτι, και
εσταμάτησα εκεί μίαν ημέραν και μίαν νύκτα, εντρεπόμενος να έβγω
εις τέτοιαν κατάστασιν εις τες στράτες, φοβούμενος διά να μη
συναπαντήσω κανένα, από το Μουσούλ, που να με γνωρίζη. Μα τέλος
πάντων η πείνα άρχισε να μου διώχνη την εντροπήν, και μην
ειμπορώντας πλέον να υποφέρω χωρίς γεύσιν, ηναγκάσθηκα να κλίνω
εις εκείνην την χρείαν που εις τέτοιες περίστασες είναι κοινή· και
ούτως απεφάσισα να ζητήσω ελεημοσύνην ωσάν ένας δυστυχισμένος που
ήμουν διά να ημπορέσω να ζήσω.
Εβγάνοντας το λοιπόν από το μετζίτι, επήγα εις μίαν πόρταν ενός
μεγάλου παλατίου, και με φωνήν τρανήν εζητούσα ελεημοσύνην. Μία
γραία σκλάβα έρχεται ευθύς με ένα ψωμί εις το χέρι διά να μου το
δώση και τον καιρόν που άνοιξε την πόρταν διά να μου το δώση βλέπω
από μέσα εις το παλάτι μίαν νέαν κυράν εξαισίας ωραιότητος. Η
θεωρία της μου εσκότισε τους οφθαλμούς, έμεινα όλος εκστατικός·
έλαβα το ψωμί χωρίς να ηξεύρω τι κάνω, και έμεινα ακίνητος εμπρός
εις την γερόντισσαν σκλάβαν· αντίς να την ευχαριστήσω κατά
το χρέος μου, ήμουν έτσι χαμένος, έτσι σκοτισμένος και έτσι
πληγωμένος από τον έρωτα, ώστε εκείνη με εστοχάσθη τρελλόν. Αυτή
χωρίς να μου ομιλήση τίποτε εμίσευσε, και με άφησεν εις την στράταν
όλον αφιερωμένον εις το να θεωρώ αδιαφόρευτα την πόρταν, μήπως
ξανανοίξη διά να θεωρήσω ακόμη εκείνην την νέαν. Και με τούτην την
ελπίδα επλησίασεν η νύκτα χωρίς να επιτύχω του ποθουμένου.
Βλέποντας δε που ενύκτωσεν, εστοχάσθηκα διά να τραβηχθώ απ' εκεί,
μα πριν ξεμακρύνω απ' αυτό το παλάτι ερώτησα ένα γέροντα που
απερνούσεν, αν αυτός ήξευρε τίνος είνε εκείνο το παλάτι. Αυτό
είνε, μου απεκρίθη, σπήτι του Μουφάκ αυθέντη υιού του Αδλανέ.
Αυτός είνε ένα υποκείμενον πλούσιον, πολλά τιμημένον, και από
φυλήν ευγενικήν. Δεν είνε πολύς καιρός που αυτός ήτον κυβερνήτης
ετούτης της χώρας· μα διά κάποια σκάνδαλα που έτρεξαν ανάμεσα εις
αυτόν και τον Κατή, ο Καλίφης του εσήκωσε την αξίαν με το να έδωσε
πίστιν περισσότερον εις του Κατή τα λόγια.
Στοχαζόμενος επάνω εις τούτα τα λόγια που μου είπεν ο γέρων,
εβγήκα χωρίς να απεικάσω από την χώραν, και επήγα και εμβήκα εις
ένα κοιμητήρι μεγάλον, αποφασισμένος να μείνω εκεί την νύκτα.
Έφαγα το ψωμί με ολίγην όρεξιν, τον καιρόν που έπρεπε να την είχα
μεγάλην· έπειτα επλάγιασα σιμά εις ένα τάφον με το κεφάλι
ακουμπισμένον εις ένα σωρόν πέτρες. Δεν ημπόρεσα όμως διά πολλές
ώρες να κλείσω μάτι· η θυγατέρα του Μουφάκ εσύγχυζε μεγάλως τες
αίσθησές μου· η χαριεστάτη εικόνα της μου ήτον καρφωμένη εις τον
νουν μου, και ούτως έπασχα όλες εκείνες τες ώρες χωρίς ανάπαυσιν·
μα τέλος πάντων άρχισα να αποκοιμηθώ ολίγον, και ο ύπνος μου δεν
εστάθη πολλά μακρύς, επειδή και εστάθηκα υποχρεωμένος διά να
εξυπνήσω ευθύς από μίαν μεγάλην σύγχυσιν που ηκούετο εις τον
τάφον. Φοβισμένος από τούτον τον θόρυβον, του οποίου δεν ήξευρα το
αίτιον, εσηκώθηκα διά να φύγω και ξεμακρύνω από το κοιμητήριον,
οπόταν δύο άνθρωποι που έστεκαν εις την πόρταν του κοιμητηρίου με
εσταμάτησαν, και με ερώτησαν τις ήμουν και τι έκανα εις αυτό το
κοιμητήρι. Εγώ είμαι, είπα, ένας δυστυχής ξένος, και μη έχοντας
πού την κεφαλήν κλίναι, ήλθα διά να αναπαυθώ ετούτην την νύκτα
εδώ. Επειδή και εσύ είσαι ένας ζητουλιάρης μου είπεν ένας από τους
δύο, ευχαρίστησε τον Ουρανόν που μας εσυναπάντησες· εμείς θέλομεν
να σου δώσωμεν να φας, και να πιής καλά. Έτσι λέγοντάς μου με
έφεραν εις τον τάφον, εις τον οποίον τέσσαρες από τους συντρόφους
του έτρωγαν ραπάνια μεγάλα και χουρμάδες, και έπιναν ρακήν.
Αυτοί με έβαλαν και εκάθισα κοντά τους, ολόγυρα εις μίαν μικράν
πέτραν, και εστάθηκα στενεμμένος διά να φάγω και να πιώ, το
περισσότερον διά να τους ευχαριστήσω· μα ευθύς εκατάλαβα ότι αυτοί
ήτον κλέφτες, επειδή και άρχισαν να διηγούνται διά μια μεγαλωτάτη
κλεψιά που έκαμαν· και εκεί που ετρώγαμεν, ο προεστώς τους μου
επρόβαλεν αν θέλω να έμβω εις την συντροφιάν τους. Εγώ εις αυτό
ευρέθηκα αντραλωμένος, μην ηξεύροντας τι να αποκριθώ, φοβούμενος
αν του ειπώ το όχι να μη τον θυμώσω και επάνω που εστοχαζόμουν να
τους δώσω την απόκρισιν ιδού ο Αναΐππης του Κατή, συντροφευμένος
από ένα αριθμόν Γιαννιτσαρέους, αρματαμένους, εμβήκαν εις το
κοιμητήριον, και ευθύς έπιασαν τους κλέφτας και εμένα, και μας
έφεραν εις την φυλακήν. Οι κλέφται ωμολόγησαν το πταίσιμόν τους,
και εκαταδικάσθησαν εις θάνατον και εγώ διηγούμενος με τι τρόπον
ευρέθηκα με αυτούς με έβγαλαν από την φυλακήν και με έβαλαν εις
τόπον ξεχωριστόν.
Την δε ερχομένην ημέραν, με κράζει ο Κατής διά να του διηγηθώ τι
άνθρωπος ήμουν. Εγώ του εδιηγήθηκα με καθαρότητα τα συμβεβηκότα
μου, κρύβοντας μόνον την γέννησίν μου. Ακόμη του εδιηγήθηκα και τα
όσα μου εσυνέβηκαν την άλλην ημέραν, που είχα υπάγει εις την
πόρταν του Μουφάκ διά να ζητήσω ελεημοσύνην, και πως εκεί είδα
μίαν Κυράν νέαν, από της οποίας την ιδέαν έμεινα τετρωμένος.
Εκεί που ανάφερα το όνομα του Μουφάκ, εθεώρησα τους οφθαλμούς του
Κατή να ανάπτουν από θυμόν. Εκείνος ο Κριτής έμεινε διά καμπόσον
χωρίς να μιλήση· έπειτα με χαροποιόν πρόσωπον μου λέγει· νέε ξένε,
δεν στέκεται παρά εις εσένα το να αποκτήσης την Κυράν που εχθές
είδες· εκείνη χωρίς αμφιβολίαν είνε θυγατέρα του Μουφάκ, και όσον
και αν ήθελες είσαι από τους πλέον χυδαίους ανθρώπους, εγώ θέλω σε
κάμει να φθάσης να πληρώσης την επιθυμίαν σου· άφησε να κάμω εγώ
και θέλω πασχίσει διά το όφελός σου. Εγώ τον ευχαρίστησα χωρίς να
ημπορέσω να καταλάβω τον στοχασμόν που αυτός εμελετούσεν. Έπειτα
από αυτό επρόσταξεν ένα του ευνούχον διά να με υπάγη εις το
λουτρόν να πλυθώ. Και εις το αναμεταξύ που εκεί ευρισκόμουν, ο
Κριτής στέλνει δύο τζοχανταρέους προς τον Μουφάκ, τον οποίον
εκαλούσε διά να του μιλήση διά μίαν υπόθεσιν πολλά αναγκαίαν του.
Ο Μουφάκ ήλθεν εν τω άμα εις τον Κατήν και ευθύς που ο Κατής τον
είδεν, έτρεξεν και το αγκάλιασεν.
Ο Μουφάκ έμεινε πολλά θαυμασμένος εκ της τοιαύτης δεξιωσύνης· ω,
ω, λέγει με τον εαυτόν του, από τι προέρχεται που ο Κατής ο εχθρός
μου ο θανάσιμος πράττει με εμένα σήμερον τόσην ευγένειαν; εδώ
στέκει κρυμμένον κάτι μυστήριον. Μουφάκ Αγά, του λέγει ο Κατής, ο
ουρανός δεν θέλει η έχθρα μας να διαρκέση διά πολύν καιρόν· αυτός
μας προσφέρει ένα αίτιον διά να εξαλείψη τούτο το μίσος, το οποίον
ξεχωρίζει από πολλούς χρόνους τες φαμίλιες μας. Το βασιλόπουλον
της Βάρσας έφθασεν εψές εις το Μπαγδάτι αγνώριστον, και ήλθε και
κατέβηκε εις το παλάτι μου. Αυτός εμίσευσεν επιταυτού από την
Βάρσα χωρίς να ζητήση θέλημα του βασιλέως πατρός του· επειδή
ήκουσε να ομιλούν διά της θυγατρός σου την ωραιότητα και ετρώθη
τόσον που αποφάσισε διά να έλθη να την στεφανωθή εις γυναίκα του.
Αυτός θέλει να γένη ετούτο το συνοικέσιον με το μέσον μου, το
οποίον το έχω εις μεγάλην χαράν, διατί αυτό θέλει είνε μέσον που
να μας φιλιώσει.
Μου φαίνεται παράξενον, απεκρίθη ο Μουφάχ, ότι το βασιλόπουλον της
Βάρσας θα καταδεχθή να στεφανωθή την θυγατέρα μου Ζεμπρούδαν, και
ότι εσύ θα είσαι εκείνος που θα θελήσης ετούτο το συνοικέσιον, τον
καιρόν που δεν έλειψες να μου κάμης ότι κακόν ημπορούσες. Δεν
κάνει χρεία να ενθυμούμεθα πλέον τα περασμένα, ω Μουφάκ Αγά, του
απεκρίθη ο Κατής, ας αλησμονήσωμεν, σε παρακαλώ, τα όσα απέρασαν
ανάμεσόν μας, και με το μέσον του δεσμού που πρέπει να ενώση την
θυγατέρα σου με το βασιλόπουλο θέλομεν ζήσει εις τελείαν αγάπην.
Ο Μουφάκ ήτον φυσικά καλός, όσον ανάποδος ήτον ο Κατής· αυτός
αφέθηκε να γελασθή από τα ψευδή ταξίματα του Κατή και χωρίς να
αμφιβάλλη, αγκαλιάσθηκαν και ωρκίσθησαν ανάμεσόν τους μίαν
παντοτεινήν αγάπην. Και επάνω εις αυτό εμβήκα εγώ εις τον οντά που
αυτοί ήταν, φερνόμενος εκεί από τον ευνούχον, ο οποίος, εις το
έβγαλμά μου από το λουτρόν, με ένδυσε με πλούσια φορέματα, και μου
έβαλεν ένα φακιόλι διμένον με πανί της Ινδίας, κεντημένον με πολύ
χρυσάφι. Βασιλέα μου, μου είπεν ο Κατής ευθύς που με είδεν, ας
είνε δοξασμένος ο ουρανός που με αξίωσε να σε δεχθώ εις το σπήτι
μου, που δεν ήμουν άξιος τοιαύτης τιμής· ιδού ο Μουφάκ, του οποίου
έδωσα να καταλάβη την αιτίαν του ερχομού σου εις ετούτην την
χώραν· αυτός κλίνει διά να σου δώση την θυγατέρα του εις γυναίκα
σου. Ο Μουφάκ μου έκαμε τότε μίαν μεγάλην προσκύνησιν, και μου
λέγει· ω μεγαλειότατε υιέ του Βασιλέως, εγώ είμαι σκοτισμένος από
την τιμήν που επιθυμάτε να κάμετε εις την θυγατέρα μου· αυτή θέλει
κραχθή πολλά ευτυχισμένη εις το να είνε σκλάβα του υιού του
Βασιλέως.
Στοχασθήτε τι λογής εστάθη η έκστασίς μου εις ετούτα τα λόγια, εις
τα οποία εγώ δεν ήξευρα τι να του αποκριθώ και τι να ομιλήσω.
Εχαιρέτησα ως τόσον τον Μουφάκ χωρίς να του ειπώ κανένα λόγον. Μα
ο Κατής γνωρίζοντάς με αντραλωμένον και αμφιβάλλοντας ότι από
καμμίαν μου απόκρισιν θα μείνη ανωφελής ο στοχασμός του, άρχισε να
λέγη, ότι δεν πρέπει να χάνεται ο καιρός εις λόγια, αλλά πρέπει να
κάμωμεν το συμφωνητικόν γράμμα της υπανδρείας εις ετούτην την
στιγμήν. Και έτσι λέγοντας επρόσταξε τον Αναΐππην του διά να το
καταστρώση ευθύς. Και ύστερον υπογράφοντές το αμφότεροι ο Κατής
είπε προς τον Μουφάκ. Εσύ καλά ειξεύρεις ότι τα πράγματα των
μεγάλων ανθρώπων πρέπει να είνε μυστικά, έως που αυτοί θελήσουν·
όθεν διά τώρα έπαρε τον γαμβρόν σου εις το σπήτι σου και δέξου τον
κατά την μεγαλειότητά του, και παράγγειλε της θυγατρός σου να του
δείξη κάθε υπακοήν και τιμήν, κάνοντας να τελειωθή και το
στεφάνωμα ετούτην την νύκτα. Ο Μουφάκ αφού ευχαρίστησε τον Κατή,
με επήρε και εκατεβήκαμεν από το σπήτι του Κατή, και εις την αυλήν
του εκαβαλικκεύσαμεν επάνω εις δυο μουλάρια πολλά στολισμένα και
εφθάσαμεν εις το σπήτι του, εις το οποίον ξεπεζεύοντας με επήρεν
από το χέρι με μεγάλον σέβας, και με ανέβασεν εις τον χοντζερέ της
θυγατρός του και εκεί με άφησε μοναχόν με αυτήν, αφού και της
εφανέρωσε τα όσα ηκολούθησαν και έκαμαν εις του Κατή.
Η Ζιμπρούχ βεβαιωμένη διά τα όσα της ανήγγειλεν ο πατέρας της διά
την υπανδρείαν μας, με εδέχθη ωσάν άνδρα που έπρεπε μίαν ημέραν να
την ανεβάση εις τον θρόνον. Και εγώ, ως πλέον ευχαριστημένος και
ερωτικός από κάθε άνθρωπον, απέρασα όλην εκείνην την ημέραν εις τα
γόνατα εκείνης της ωραίας Κυράς, καθώς επιθυμούσε, την οποίαν
επάσχισα με ερωτικά λόγια και γλυκά να της ανάψω την κλίσιν προς
το συμφέρον μου, και εκατάλαβα πολλά ογλήγορα ότι δεν ήταν μάταιοι
οι κόποι μου· επειδή και την είδα που αυτή ήτον πολλά ερωτική προς
εμένα διά την νεότητά μου, και διά το πνεύμα που είχα. Πόσην χαράν
μου επροξένησεν οπόταν εκατάλαβα την κλίσιν της αγαπημένης μου και
από την αγαλλίασίν μου δεν ήξευρα τι χάιδια να της κάμω.
Εις τούτο το αναμεταξύ ο Μουφάκ έκαμε κάθε ετοιμασίαν διά να
εορτάση εκείνην την νύκτα τους γάμους, εις τους οποίους εκάλεσεν
όλους τους συγγενείς του, και εχάρηκαν μεγάλως με χορούς, με
λαλήματα και παιγνίδια διάφορα. Και τον καιρόν που οι φίλοι
εχαίροντο, έρχεται η μάνα της νύμφης και την παίρνει από το χέρι
και εμίσευσαν από εκεί. Έπειτα από ολίγον έρχεται ο Μουφάκ και με
παίρνει και εμένα, και με φέρνει εις ένα χοντζερέ πολλά εύμορφα
στολισμένον εις τον οποίον ήτον ένα κρεβάτι στολισμένον με χρυσά
παπλώματα και τριγύρω του πολλές λαμπάδες αναμμένες. Η Ζεμπρούδα
εμβαίνοντας πρώτη εις το κρεβάτι, ο Μουφάκ και η γυναίκα του και η
σκλάβες τους ετραβήχθηκαν, και με άφησαν με αυτήν εις εκείνον τον
χοντζερέ, εις τον οποίον αφού και ευχαρίστησα τον Ουρανόν διά
εκείνο το ευτυχισμένον συναπάντημα, εγδύθηκα, και επλάγιασα σιμά
εις το υποκείμενον που αγαπούσα περισσότερον από την ιδίαν μου
ζωήν.
Την δε ερχομένην ημέραν, οπόταν έφεξεν, ακούω να κτυπούν την
πόρταν του χοντζερέ μου. Εγώ ως εσηκώθηκα και υπήγα διά να ανοίξω,
βλέπω τον Αναΐππην του Κατή που έφερνεν ένα μέγαν μποχτζέ με
φορέματα, τα οποία βλέποντάς τα εστοχάσθηκα ότι ο Κατής μου τα
έστελνε διά δώρον· μα έμεινα γελασμένος· Αυθέντη ξένε, μου λέγει
ευθύς που με είδεν ο Αναΐππης, περιγελαστικώ τω τρόπω· ο Κατής σε
χαιρετά, και σε παρακαλεί να επιστρέψετε τα φορέματα και το
φακιόλι που εχθές σε εδάνεισε διά να παρουσιασθής ως υιός του
Βασιλέως της Βάρσας, και μου έδωσε να σου επιστρέψω και εγώ τα
παλαιά σου φορέματα που εβαστούσες. Έμεινα πολλά σκοτισμένος εις
μίαν τέτοιαν καταφρόνησιν· Τότε εγνώρισα όλην την κακοτροπίαν του
Κατή, και όλος γεμάτος από εντροπήν έδωκα του Αναΐππη εις τα χέρια
το φακιόλι και τα φορέματα του αυθέντου του, και εξαναπήρα τα
παλαιά μου φορέματα που ήταν όλα ξεσχισμένα.
Η Ζεμπρούδα ήκουσε πολύ μέρος από τα όσα μου είπεν ο Αναΐππης, και
βλέποντάς με σκεπασμένων με ξεσχισμένα φορέματα, ω Ουρανέ,
εφώναξε, τι δηλοί τάχατε ετούτη η μεταβολή; τι σου είπεν άρα γε
εκείνος ο άνθρωπος; Κυρά μου, της απεκρίθηκα, ο Κατής είνε ένας
πολύ κακότροπος άνθρωπος, μα αυτός θέλει είνε ο ίδιος τζελάτης της
κακής του διαθέσεως. Αυτός επίστευεν ότι σου έδωσεν ένα
δυστυχισμένον διά άνδρα, μα εσύ είσαι πανδρευμένη αληθώς με ένα
βασιλόπουλον· εγώ δεν είμαι κατώτερος από τον άνδρα που ελόγιαζες
να εστεφανωθής. Εγώ είμαι μονογενής υιός του Βασιλέως του Μουσούλ,
του μεγάλου Μηνορτόκ, και Φαδλάλ είναι το όνομά μου. Και ωσάν της
εφανέρωσα αυτό, ευθύς εις τον ίδιον καιρόν της εδιηγήθηκα, μα
χωρίς να κρύψω το παραμικρόν, όλην μου την ιστορία.
Τελειώνοντας δε την διήγησίν μου, Βασιλέα μου, είπεν αύτη, ήξευρε
ότι αν κατά τύχην και δεν ήθελες είσαι υιός Βασιλέως, δεν ήθελα σε
αγαπήσει ολιγώτερον απ' ό,τι σε αγάπησα. Και με σταθερότητα σε
βεβαιώνω ότι αν έλαβα την ευχαρίστησιν εις το να μάθω την γέννησίν
σου, δεν την έλαβα δι' άλλο, παρά διά την ησυχίαν του πατρός μου.
Εμένα όλη μου η καύχησις και χαρά θέλει μου είναι εις το να έχω
ένα άνδρα, ο οποίος καθαρώς να με αγαπά. Εγώ της έταξα ότι ήθελα
φυλάξει την αγάπην μου εις αυτήν έως τέλος της ζωής μου, και αυτή
μου εφάνη πολλά ευχαριστημένη από ετούτην την βεβαιότητα. Έκραξεν
υστερότερα μίαν από τες σκλάβες της και της είπεν, να υπάγη εν τω
άμα κρυφίως εις ένα πραγματευτήν διά να αγοράση μίαν φορεσιά
ανδρίκια πολλά πλουσίαν.
Η σκλάβα υπήκουσε, και έκαμε καθώς την επρόσταξεν, η οποία ευθύς
εγύρισε με μίαν πλουσίαν φορεσιάν και με ένα φακιόλι παρόμοιον με
εκείνο του Κατή, εις τρόπον που εφάνηκα εις μίαν στιγμήν πλέον
ευγενικά ενδυμένος από πρώτα. Πώς λες, Κύριε; λέγει τότε η
Ζεμπρούδα· πιστεύεις εσύ ότι ο Κατής θα έχη μεγάλο αίτιον εις το
να καυχηθή διά το κάμωμά του; αυτός εστοχάσθηκε διά να κάμη μίαν
εντροπήν εις την οικογένειάν μου, μα της επροξένησε μίαν τιμήν
αθάνατον· τι λογής θέλει είνε το φαρμάκι του, οπόταν γνωρίση ότι
μη θέλοντας επροξένησε τόσον καλόν και τιμήν εις τους εχθρούς του;
μα πριν να του δώσης να γνωρίση ποίος είσαι κάνει χρεία να
παιδεύσης την κακήν του διάθεσιν. Εγώ, ηκολούθησεν αυτή, θέλω
λάβει ετούτην την επιμέλειαν διά να κάμω την εκδίκησιν· ηξεύρω ότι
εις ετούτην την χώραν είναι ένας βαφιάς, ο οποίος έχει μίαν
θυγατέρα μιας ασχημοσύνης παράξενης, δεν θέλω να σου ειπώ
περισσότερον, ακολούθησε, φθάνει μόνον να ηξεύρεις ότι εγώ μελετώ
ένα μέσον εκδικήσεως, που θέλω φέρει τον Κατή εις απελπισίαν και
θέλει γένη μύθος όλης της χώρας.
Αυτή ήτον τόσον αφωσιωμένη εις την εκδίκησιν, που δεν έβλεπε την
ώραν να την βάλη εις πράξιν. Ενδύθη το λοιπόν μίαν ημέραν με
φορέματα ταπεινά, και μπουλωμένη επήγεν εις την αυλήν του Κατή,
και εσταμάτησεν εις μίαν αγκωνήν εκεί που έκρινεν ο Κατής διάφορες
υπόθεσες. Και ωσάν αποτελείωσε τες κρίσες, στοχάζεται την γυναίκα
που έστεκεν εκεί με μεγάλον σέβας, την κράζει, και την ερωτά τι
ζητεί; Αυτή του απεκρίθη ότι ήτον θυγατέρα ενός τεχνίτου, και
επιθυμούσε να του ειπή ένα λόγον μυστικόν. Τότε ο Κατής ωσάν που
αγαπούσε τες γυναίκες, την παίρνει και την φέρνει εις ένα οντά
παράμερον, και βάνοντάς την να καθήση κοντά του της λέγει. Πες
μου, Κυρά, το μυστικόν που έχεις, και το τι έχω να κάμω διά λόγου
σου. Αυθέντη Κατή, αυτή απεκρίθη, σηκώνοντας το σκέπασμα από το
κεφάλι της, εσύ έχεις την δύναμιν εις το να κάνης να φυλάγεται ο
νόμος και η δικαιοσύνη τόσον εις τους πτωχούς ωσάν και εις τους
πλουσίους· πρόσεχε, σε παρακαλώ, και ας είσαι κατανυκτικός εις τα
παράπονά μου, και λάβε ευσπλαγχνίαν της δυστυχίας μου εις την
οποίαν ευρίσκομαι. Ξήγα μου την υπόθεσίν σου, εξαναείπεν ο Κατής,
όλος γεμάτος από σπλάγχνος, και σου ομνύω ότι θέλω κάμει κάθε
δυνατόν και αδύνατον διά να σε ευχαριστήσω.
Τότε η Ζιμπρούδα εξεμπουλώθη τελείως, και άρχισε να δείχνη τα
μαλλιά της κεφαλής της που ήσαν ωραία ωσάν το χρυσάφι, και
ξαπλωμένα εις πλεξίδες επάνω εις τες πλάτες της. Βλέπεις, αυθέντη,
του λέγει, αν ετούτα τα μαλλιά είναι άξια κατάφρονήσεως· εξέταξε
το πρόσωπόν μου σε παρακαλώ, και πες μου χωρίς κολακείαν τον
στοχασμόν σου.
Ο Κατής εις τούτα και εις την θεωρίαν της ωραιότητος εκείνης
έμεινε σκοτισμένος· μα την θυσίαν του βουνού της Μέκκας, εφώναξεν,
εγώ δεν βλέπω εις εσέ κανένα ελάττωμα· το μέτωπόν σου ομοιάζει μία
πλάκα ασήμι· τα φρύδια σου δύο δοξάρια, τα μάγουλά σου δύο
τριαντάφυλλα, τα μάτιά σου δύο διαμάντια και κοντολογής είσαι μία
Θεά.
Η θυγατέρα του Μουφάκ ευχαριστήθη εις ετούτο, και ευθύς εσηκώθη
ορθή και έφερε δύο τρεις γύρους, έπειτα λέγει του Κατή· ιδέ το
περιπάτημά μου, ιδέ την ευμορφάδα του κορμιού μου, αν δεν φαίνωμαι
ωσάν μία θεά, ποίος ημπορεί να με κατηγορήση πως δεν είμαι
εύμορφη; Εγώ μένω θαυμασμένος διά όλην σου την ευμορφάδα, είπεν ο
Κατής, επειδή και δεν είδα μίαν παρομοίαν καλοκαμωμένην νέαν, ωσάν
εσένα· Πώς σου φαίνονται τα μπράτσα τον χειρών μου, ακολούθησε
εκείνη ξεσκεπάζοντάς τα, δεν είνε άσπρα και στρογγυλά; Αχ σκληρή,
αντέκοψεν εδώ ο Κατής γεμάτος από φλόγα έρωτος, εσύ με κάνεις να
αποθάνω· αν έχης άλλο διά να μου ειπής μίλησε ευθύς, διατί το
λογικόν μου με απαρατεί, και δεν ημπορώ πλέον να υποφέρω την
θεωρίαν σου. Θέλεις ηξεύρει, ω αυθέντη, εξανακολούθησεν η
Ζεμπρούδα, ότι με όλην την ευμορφιάν που έχω, ζω εις ένα
σκοτεινότατον σπίτι, του οποίου η εμπασιά είνε εμποδισμένη όχι
μόνον των ανδρών αλλά και των γυναικών, οι οποίες με την κουβένταν
τους ημπορούσαν να μου φέρουν κάποιαν παρηγορίαν. Δεν έλειψαν να
τύχουν υποκείμενα άξια που να με γυρέψουν εις υπανδρείαν και
ήθελαν είνε πολλοί χρόνοι που θα ήμουν υπανδρευμένη, αν ο πατέρας
μου δεν ήθελεν έχει την σκληρότητα να τους αρνηθή ολωνών εκείνων
που με εγύρεψαν διά να υπανδρευθώ· εις τον ένα έλεγε πως είμαι
στεγνή ωσάν ένα ξύλον· εις άλλον πως είμαι υδρωπική· εις άλλους
κουτσή και κρατημένη, και εις άλλους τρελλή και ότι έχω λέπραν,
και είμαι πάντα άρρωστη· κοντολογής με παρασταίνει διά ένα πλάσμα
ανάξιον της ανθρωπίνης ενώσεως, και μου έβγαλεν όνομα πως είμαι
μία ασχημοτάτη, που παρόμοια εις τον κόσμον δεν είναι, και κανείς
πλέον δεν με ζητεί· όθεν είμαι καταδικασμένη εις μίαν παντοτεινήν
σωφροσύνην χωρίς την θέλησίν μου.
Τελειώνοντας αυτά τα λόγια εκαμώθηκε πως κλαίει και επαράστησε με
τόσην τέχνην την μορφήν της, που ο Κατής έμεινε γελασμένος. Ω
πατέρα βάρβαρε, εφώναξεν αυτός· ημπορείς εσύ να τυραννήσης με
τόσην σκληρότητα μίαν θυγατέρα τόσον γλυκυτάτην και ωραίαν; Και
ποία είναι το λοιπόν, η γνώμη του πατρός σου; ακολούθησε προς
αυτήν, μίλησέ μου το λοιπόν, Αγγέλισσά μου, διατί δεν θέλει να σε
υπανδρεύση; Δεν ηξεύρω καθόλου, ω αυθέντη, είπεν η Ζερμπρούδα,
ξανανεώνοντάς τα κλάμματά της, δεν ηξεύρω ποίες είναι οι γνώμες
του· μα σου ομολογώ ότι η υπομονή μου έφθασεν εις το άκρον δεν
ημπορώ πλέον να ζήσω εις την κατάστασιν που ευρίσκομαι· ηύρα το
μέσον διά να έβγω από το σπήτι, και επρόστρεξα εις την δικαιοσύνην
σου διά να λάβης έλεος να του μιλήσης, διά να με υπανδρεύση, και
να έβγω από την τυραννίαν του, ειδεμή θέλω θανατωθη με τα ίδιά μου
χέρια.
Η Ζεμπρούδα με τούτα τα υστερινά λόγια ετελείωσε διά να συγχίση
τον νουν του Κατή. Όχι, όχι απεκρίθη αυτός, δεν αποθαίνεις, ούτε
θέλεις πλέον κάμει την ζωήν που έως τώρα έκαμες. Δεν στέκει παρά
εις εσένα το να έβγης από τα σκότη που σκεπάζουν την ωραιότητά
σου, και να γένης εις τούτην την ίδιαν ημέραν, γυναίκα του Κατή
του Μπαγδατιού. Ναι, ω τελεία εικόνα του παραδείσου, εγώ είμαι
έτοιμος διά να σε στεφανωθώ, αν εσύ αγαπάς να κλίνης. Αυθέντη,
απεκρίθη αύτη, εγώ από το μέρος μου δεν θέλω αρνηθή τέτοιαν χάριν
και τιμήν που ζητείς να μου κάμης, μα φοβούμαι ότι δεν θα
ημπορέσης να καταπείσης τον πατέρα μου, με το να είναι πολλά
σκληρός, καθώς θέλεις τον δοκιμάσει. Μη σε μέλει δι' αυτό, λέγη ο
Κατής, εγώ σου τάσσω κάθε καλόν αποτέλεσμα, πες μου μοναχά εις
ποίον μαχαλά στέκει ο πατέρας σου, τι τέχνην κάνει, και πώς
ονομάζεται, και άφησε να κάμω εγώ. Αυτός ονομάζεται Ουστά Ομάρ,
του αποκρίνεται αυτή, και είναι βαφιάς και κατοικεί σιμά εις την
αγοράν. Τόσον φθάνει, της λέγει ο Κατής· εσύ ημπορείς να
ξαναγυρίσης εις το σπήτι σου, και ογλήγορα θέλεις λάβει το
ποθούμενον. Τότε η Κυρά αφού έδωσε μίαν γλυκιάν ματιάν του Κατή,
εμπουλώθη και εμίσευσεν απ' εκεί, και ήλθε να με εύρη.
Αυτή μου έδωσε λογαριασμόν διά τα όσα ωμίλησε του Κατή και είχε
τόσην ευχαρίστησιν εις αυτό, που δεν ημπορούσε να σταθή ήσυχη έως
που θα ήθελεν ιδεί το αποβησόμενον. Ημείς θέλομεν ξεδικηθή, μου
έλεγεν· ο φίλος μας που ενόμιζε να γένωμεν παίγνιον εις τον κόσμον
θέλει γένη αυτός μύθος της χώρας. Και κατά αλήθειαν ευθύς που η
Ζεμπρούδα εμίσευσεν από τον κριτήν, αυτός έστειλεν ένα μουχξούρι
εις το σπήτι του Ουστά Ομάρ, και τον έκραξε διά να έλθη εμπροστά
του. Ο βαφιάς ήρθεν όλος τρεμάμενος έμπροσθέν του τον οποίον
βλέποντας ο κριτής, τον έβαλε να καθήση κοντά του. Αυτός έμεινε
εκστατικός διά τες τιμές που ελάμβανε, και δεν ήξευρε τι δηλούν.
Ουστά Ομάρ, του λέγει ο Κατής, έχω μεγάλην ευχαρίστησιν να σε ιδώ·
είναι πολύς καιρός που ακούω να μιλούν πολύ καλά διά εσένα· λέγουν
πως είσαι ένας άνθρωπος καλών ηθών, και πιστός μουσουλμάνος, που
ποτέ δεν λείπεσαι από το μετζίτι, που πας πέντε φορές την ημέραν
διά να κάνης την προσευχήν σου, και άλλα έργα διά τα οποία έχω
πολλήν ευχαρίστησιν· λέγουν ακόμη ότι υποχρεώνεις εις την
σωφροσύνην την θυγατέρα σου που είναι εις ηλικίαν υπανδρειάς, διά
το οποίον ο Προφήτης επρόσταξεν να υπανδρευθούν όλοι διά να αυξήση
ο κόσμος, και εις τούτο μόνον καταλαμβάνω που κάνεις αδύνατα και
αμαρτάνεις βαρύτατα.