Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή ωμιλούσεν έτσι ακούουν έναν μέγαν

θόρυβον εις την πόρταν της στράτας, και αιφνιδίως βλέπουν να έμπη

ο Καδής εις την αυλήν τους με πολλούς ανθρώπους, και ανάμεσα εις

αυτούς ήτον και ο Μουζαφέρ με τον υιόν του. Εις ετούτην την

θεωρίαν, η Δηλαρά έπεσε λιποθυμημένη, και ο Κουλούφ μην ηξεύροντας

τι να κάμη, έτρεξε προς τον Κατήν διά να του ζητήση έλεος. Μα

ετούτος ο Κριτής αντίς να έλθη να τον γυρέψη διά να τον παιδεύση,

του έκαμε μίαν μεγάλην προσκύνησιν και του λέγει με χαροποιόν

πρόσωπον. Αυθέντη, το μετζίλι που εστάλθη εις την Κογέντα εγύρισε

συντροφιασμένον με έναν οικιακόν του Μασούδ πατρός σου, ο οποίος

σου στέλνει σαράντα καμήλια φορτωμένα από διάφορες πραγματείες.

Ημείς δεν αμφιβάλλομεν πλέον, ότι εσύ είσαι υιός του Μασούδ, και

χαίρου με κάθε σου αγαλλίασιν την αγαπημένην σου γυναίκα, και σε

παρακαλούμεν να μας συμπαθήσης διά τα όσα σου εκάμαμεν. Ο Κουλούφ

δεν ήξευρε τι να αποκριθή εις εκείνο που ήκουσεν. Αυτός επίστευσεν

ότι ο Κατής συμφώνως με τους άλλους θα τον επεριέπαιζαν, και ότι

πολλά διαφορετική θα ήτον η ομιλία τους· οπόταν ένας σκλάβος

πλησιάζοντας προς αυτόν του εφίλησε το χέρι και του επρόσφερε μίαν

γραφήν λέγοντάς του· Αυθέντη, ο πατέρας σου και η μητέρα σου είνε

υγιείς, και επιθυμούν κατά πολλά διά να σε απολαύσουν.

Ο Κουλούφ εγέμισεν από εντροπήν, και όλος αντραλωμένος διά τούτα

τα λόγια, δεν ήξευρε τι να αποκριθή· παίρνει ως τόσον την γραφήν,

την ανοίγει, και διαβάζοντάς την έμεινε πολλά εκστατικός εις το να

ιδή που ο Μασούδ του γράφει τόσα λόγια γλυκά, και του στέλνει

τόσον βίον με ένα επιστάτην, Γιοέρ ονόματι, και να τον ονομάζη διά

υιόν του, και άλλα παρόμοια· και ωσάν αποδιάβασε την επιστολήν,

ιδού και εμβαίνουν τα σαράντα καμήλια εις την αυλήν του· και ο

επιστάτης Γιοέρ παρουσιάζεται έμπροσθέν του, και του λέγει·

Αυθέντη, πρόσταξε να ξεφορτώσουν τα καμήλια που ο πατέρας σου σού

στέλνει. Τι διάβολο δηλούν όλα ετούτα; λέγει ο Κουλούφ με

θαυμασμόν· είδα διάφορα συμβεβηκότα παράξενα, μα ωσάν ετούτο όχι·

ετούτος ο επιστάτης Γιοέρ μου ωμίλησεν ωσάν να ήμουν καθολικός

υιός του Μασούδ· ο Κατής, ο Μουζαφέρ φαίνονται πληροφορημένοι απ'

ετούτα τα παρεστηκότα· εγώ δεν ηξεύρω τι να στοχασθώ· ας είναι

λοιπόν, ας πιστεύσω και εγώ ότι η τύχη μου εξαπέστειλε τούτο το

συμβεβηκός, ή διά καλόν μου, ή χειρότερόν μου. Και με όλον που

ήτον σκοτισμένος ο Κουλούφ δι' αυτά, έλαβε πνεύμα διά να κρύψη τον

θαυμασμόν του, και ευθύς επρόσταξε διά να ξεφορτώσουν τα καμήλια,

και τες πραγματείες να τες βάλλουν εις τα μαγαζιά. Και εις το

αναμεταξύ που εξεφόρτωναν τα καμήλια, ο Κατής, ο Μουζαφέρ και ο

Ταχέρ έλαβαν θέλημα από τον Κουλούφ και ανεχώρησαν εις τες οικίες

τους, πιστεύοντες αληθώς να ήτον αυτός υιός του Μασούδ.

Ο Κουλούφ έτρεξεν υστερότερα εις την γυναίκα του, και της εδιηγήθη

τα όσα του ηκολούθησαν, και της έδειξε και την επιστολήν που

έγραψεν ο Μασούδ. Η Δηλαρά τότε εφώναξεν από την χαράν της· ω

δίκαιε Ουρανέ, εσένα πρέπει να ευχαριστήσωμεν, που μας επρόφθασες

με τούτο το παράδοξον συμβεβηκός, και έλαβες ευσπλαχνίαν δι' ημάς

που με το θέλημά σου μας ένωσες. Κυρά, της λέγει ο Κουλούφ, δεν

είναι καιρός ακόμη διά να δοθούμεν εις χαροποίησιν, επειδή και

φοβούμαι, μήπως και έγινε εις ετούτο κανένα λάθος· διατί

στοχάζομαι χωρίς άλλο ότι ο υιός του Μασούδ θα είνε εδώ· διατί

αλλέως δεν ήθελαν έλθει ετούτα τα πράγματα εις ημάς· μα αλλοί εις

εμέ, αν είναι έτσι, επειδή και κρυφόν δεν θέλει σταθή αυτό το

πράγμα, διατί όντας εδώ έως αύριον ημπορεί να το μάθη· τα σαράντα

καμήλια που ήλθαν, αυτά θέλουν ακουσθή εις την χώραν, και είνε

αδύνατον να μη το μάθη. Αλλ' ημείς πρέπει να προλάβωμεν τον καιρόν

που τον έχομεν αρμόδιον, να φύγωμεν απ' εδώ το συντομώτερον, διά

να μη μας συμβή εκείνο που μας εφόβιζε, διατί μου φαίνεται πράγμα

παράξενον ετούτο που μας έτυχεν.

Αυτή η γνώμη άρεσε και της Δηλαράς, όθεν απεφάσισαν εκείνην την

ίδιαν νύκτα να μισεύσουν χωρίς να χάσουν καιρόν. Μα πριν φθάση η

νύκτα, ακούουν μέγαν κτύπον, και αιφνιδίως βλέπουν εις την αυλήν

τους να έμπουν πολλοί καβαλλαρέοι στρατιώται. Εις τούτην την

θεωρίαν, οι δυο νυμφίοι έμειναν ωσάν νεκροί από τον φόβον

νομίζοντες να εξεσκεπάσθη ο δόλος, και ο Κατής με όλες τις φύλαξές

του θα ήλθε να πιάση τον Κουλούφ διά να τον θανατώση. Μα ετούτος

ο φόβος ογλήγορα ηφανίσθη, επειδή και αυτοί οι στρατιώται δεν ήτον

του Κατή, αλλά του Βασιλέως. Ο αρχηγός των οποίων ωσάν εσέβη εις

την αυλήν του, εξεπέζευσε, και επήγεν εις τον Κουλούφ, και τον

επροσκύνησε, λέγοντάς του· Κύριε, εγώ εδώ έρχομαι από όνομα του

βασιλέως Ουσβέκ Χαν· αυτός έχοντας επιθυμίαν διά να σε ιδή, με

έστειλε διά να σε φέρω προς αυτόν, με το να έμαθε τα συμβεβηκότα

σου.

Ο Κουλούφ ευθύς επήκουσεν εις αυτόν τον ορισμόν, και εκίνησε με

τον αρχηγόν, καβαλλικεύοντας ένα άλογον πολλά εύμορφον και

στολισμένον με χρυσά άρματα, που ο Βασιλεύς τού το έστειλεν

επιταυτού διά να τον τιμήση. Φθάνοντας δε ο Κουλούφ εις την αυλήν

του Βασιλέως, ευθύς έτρεξαν οι Οφφικιάλοι του Βασιλέως, και τον

ανέβασαν εις το παλάτι, και τον έφεραν εμπρός εις τον Βασιλέα, ο

οποίος ήτον ενδυμένος με φορέματα σκεπασμένα από διαμάντια,

ρουμπίνια, και σμαράγδια, και εκάθονταν επάνω εις ένα θρόνον από

χρυσάφι και φίλδεσι, και τριγύρου του οποίου έστεκαν οι πρώτοι

αυθεντάδες της Ταρταρίας. Ο Κουλούφ έμεινεν εκστατικός από την

λάμψιν που ο Ουσβέκ Χαν ήτο περικυκλωμένος· και αντί να σηκώση

τους οφθαλμούς του εις τον βασιλέα τους εχαμήλωσε, και έπεσεν εις

τα πόδια του θρόνου του.

Ο Βασιλεύς προστάζοντάς τον διά να σηκωθή του λέγει· υιέ του

Μασούδ, έμαθα ότι σου ηκολούθησαν συμβεβηκότα πολλά περίεργα, τα

οποία επιθυμώ να τα διηγηθής κατά πλάτος, με πάσαν καθαρότητα. Ο

Κουλούφ ακούοντάς ταύτην την φωνήν, σηκώνει τους οφθαλμούς του και

γνωρίζει εις τον Βασιλέα τον ίδιον Οφφικιάλιον, που είχεν υπάγει

διά να τον ιδή εις το σπήτι του, και που με το να τον ενόμιζεν

αληθώς πως ήτον Οφφικιάλος του Ουσβέκ Χαν, του είχε διηγηθή τα

μυστήριά του· και τότε γνωρίζοντας ότι ο Οφφικιάλος ήτον αυτός ο

Βασιλεύς ο ίδιος, έπεσε με το κεφάλι εις την γην όλος έντρομος.

Ο Βεζύρης του Βασιλέως που ευρίσκετο παρών τον εσήκωσε, και του

είπε· μη φοβάσαι, καλέ άνθρωπε, πλησίασε εις τον Βασιλέα, και

φίλησέ του την ποδιά. Ο Κουλούφ τρεμάμενος και έκθαμβος,

επλησίασεν εις τους πόδας του Βασιλέως, και του εφίλησε την ποδιά.

Ετούτος ο Βασιλεύς ευθύς εκατέβη από τον θρόνον του, και πιάνει

τον Κουλούφ από το χέρι, και τον φέρει εις ένα ξεχωριστόν χοντζερέ

του, εις τον οποίον του είπε.

Κουλούφ, βάλε τώρα τον εαυτόν σου εις ησυχίαν και μη φοβάσαι πλέον

καμμίαν εναντιότητα της τύχης σου. Δεν θέλεις είσαι πλέον

χωρισμένος από την Δηλαράν· θέλεις ζήσει με αυτήν εις την αυλήν

μου και θέλεις έχει τον τόπον που είχες εις την Καρακοράν σιμά εις

τον βασιλέα Μουργάν. Εγώ επάνω εις τες διήγησες που ήκουσα διά την

σταθερότητά σου προς την γυναίκα σου, εμβήκα εις περιέργειαν, και

ήλθα εις το σπήτι σου υποκάτω εις την μορφήν του Οφφικιάλου, και

ευθύς που μου εδιηγήθης την ιστορίαν σου με θάρρος και χωρίς

αμφιβολίαν, έλαβα κλίσιν προς εσένα διά να σε βοηθήσω και να σε

χαροποιήσω, και έκαμα με τον τρόπον που είδες. Τα σαράντα καμήλια

τα έβγαλα από το αχούρι μου, έκαμα να αγοράσουν τες πραγματείες

που ήτον φορτωμένα, και ο επιστάτης που σου τα έφερεν ήτον ένας

ευνούχος μου, που ποτέ δεν έβγαινεν από το παλάτι μου. Έκαμα και

σου έγραψαν την επιστολήν με τρόπον που είδες· και διά φόβον που

να μη φθάση το μετζίλι εμπροσθήτερα, έστειλα ένα μου Οφφικιάλον,

και τον επρόσταξεν από όνομά μου να κάμη εις τον αυθέντην του μίαν

διήγησιν κατά πως εγώ τον ερμήνευσα. Ετούτη ήτον μία δοκιμή που

ηθέλησα να κάμω διά περιδιάβασίν μου, την οποίαν ακεραίως την

απόλαυσα.

Ευθύς που ο βασιλεύς ετελείωσε να μιλήση ο Κουλούφ εξανάπεσεν εις

τους πόδας του· και τον ευχαρίστησε διά την μεγάλην του

γενναιότητα και ευεργεσίαν και του έταξεν εις όλην του την ζωήν να

φυλάξη ένα ζωντανόν υποχρέωμα. Και την ιδίαν ημέραν έφερεν και την

αγαπημένην του Δηλαράν με όλον εκείνο που ο βασιλεύς του εδώρησε,

και εκατοίκησαν εις το παλάτι το βασιλικόν, και έζησαν με μεγάλην

τιμήν σιμά εις αυτόν τον γενναίον βασιλέα, ο οποίος έκαμε και του

έγραψαν την ιστορίαν με γράμματα χρυσά, διά να είναι εις

παντοτεινήν ενθύμησιν μία τέτοια αγάπη.

Ετούτο είνε το τέλος αυτής της ιστορίας, βασιλέα μου, που σου είχα

τάξει να διηγηθώ, του λέγει η Χαλιμά· όμως έχοντας την άδειαν από

την βασιλείαν σου να σου διηγηθώ όσες και αν ηξεύρω, εγώ σου τάσσω

να διηγηθώ μίαν υπερθαύμαστον ιστορίαν, που ηξεύρω του βασιλέως

Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας, την οποίαν μου την είχε

διηγηθή μίαν φοράν ένας πολυμαθής Δερβύσης, πλην οπόταν την

ακούσης, ελπίζω, ότι δεν θέλει σε ευχαριστήσει ολιγώτερον από τες

άλλες, που σου εδιηγήθηκα. Και ομιλώντας με τούτον τον τρόπον, ο

Αϊδήν εσηκώθη και επήγεν εις τες υπηρεσίες της βασιλείας του κατά

την συνήθειαν. Και την ερχομένην ημέραν η Χαλιμά, εξυπνώντας εις

την ώραν την διατεταγμένην, άρχισε να λέγη.

&Ιστορία, του βασιλέως Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας.&

Οι ιστορίες οι παλαιές των Ταρτάρων διηγούνται, ότι παλαιόθεν ήτον

ένας Χάνης των Ταρτάρων Νογαΐδων, που ωνομάζονταν Τημουρτάς, ο

οποίος είχεν υιόν ονόματι Καλάφ, που ήτον ο πλέον ωραιότερος και

ανδρείος νέος του καιρού του, και σοφός περισσότερον από τους

μεγαλυτέρους σοφούς του καιρού εκείνου· ήξευρε τα απόκρυφα του

Αλκοράνου, και είχεν εις ενθύμησιν όλες τες απόφασες του Μωάμεθ

και τέλος πάντων τον έκραζαν ήρωα της Ταρταρίας διά την

πολυμάθειάν του, και κάθε λογής επιστήμην, και ανδρείαν που είχεν.

Αυτός ήτον το θεμέλιον των συμβουλών του Τημουρτά πατρός του, και

οπόταν αυτός έδιδε καμμίαν συμβουλήν δεν ήτον τινάς που να μην την

δεχθή. Έξω από αυτό, εις τους πολέμους ήτον ο πρώτος που να βάνη

την ζωήν εις κίνδυνον· πάντα έκανε θαυμαστές νίκες, τόσον που

κανένα γένος δεν αποτολμούσε πλέον να σηκώση τα άρματα εναντίον

του.

Απερνώντας δε πολύν καιρόν με ειρήνην, βλέπει μίαν ημέραν να

έλθουν αποστολάτορες από τον Αμούρ Βασιλέα της Κασμυρίας διά να

ζητήσουν του πατρός του το δόσιμον, που παλαιόθεν του έδιδε, με το

να ήταν μερικοί χρόνοι που του αρνήθη και δεν του εδιδεν· ειδεμή

και ήθελε αρνηθή, θέλει έλθει εναντίον του, και θέλει του πάρει

όλους του τους τόπους. Ο Τημουρτάς έλαβε κάποιον φόβον, και σχεδόν

έκλινε διά να του δώση, επειδή και εφοβούνταν αυτόν τον Βασιλέα,

με το να ήτον ο πλέον δυνατός Βασιλεύς του καιρού εκείνου. Ο Καλάφ

την γνώμην του πατρός του δεν ηθέλησε να την ακούση, αλλά του είπε

να μη φοβηθή, διότι έχει ελπίδες να τον νικήση μ' όλον που είναι ο

πλέον δυνατός του κόσμου. Και έτσι αποφάσισαν διά να ετοιμασθούν

να του εναντιωθούν και με τούτον τον τρόπον απεδίωξαν τους

αποστολάτορας χωρίς να υπακούσουν εις τα ζητήματά τους.

Ο Αμούρ θυμωμένος, που δεν τον υπήκουσαν, εσύναξεν έως διακόσιες

χιλιάδες στράτευμα, και εκίνησεν εναντίον του Τημουρτά. Αυτός ο

Τημουρτάς από το άλλο μέρος έδωσε θέλημα διά να συναχθούν τα πλέον

άξια στρατεύματά του διά να κινήσουν εναντίον του εχθρού, υποκάτω

εις την κυβέρνησιν του υιού του Καλάφ. Έστειλε και εις τον Βασιλέα

της Κιρκασίας και του εζήτησε βοήθειαν ο οποίος του έστειλεν

εξήντα χιλιάδας στράτευμα διαλεχτόν εις βοήθειάν του, υποκάτω εις

την κυβέρνησιν ενός Βεζίρη του· και όντας όλα έτοιμα, εκίνησαν

εναντίον του εχθρού και ανταμωνόμενα τα δύο στρατεύματα, άρχισαν

μίαν ταχινήν τον πόλεμον, εις τον οποίον ο Καλάφ έδειξε μεγάλες

ανδραγαθίες αλλά, φθάνοντας το βράδυ, ετραβήχθησαν και τα δύο μέρη

διά να αναπαυθούν. Την ερχομένην ημέραν πάλιν έδωσαν τον πόλεμον,

και πάντα ο Καλάφ ενικούσε· και τούτο ηκολούθησε διά πολλές

ημέρες.

Τέλος πάντων ο Αμούρ βλέποντας που είναι αδύνατον να τον νικήση,

μηχανεύεται να τάξη μεγάλα χαρίσματα του Βεζύρη της της Κιρκασίας

διά να παραιτήση τον Καλάφ, να μένη αυτός με ολίγον στράτευμα και

έτσι να τον νικήση. Αυτόν τον στοχασμόν τον έβαλεν εις πράξιν, και

έγινε καθώς επιθυμούσε. Επειδή την ερχομένην ημέραν, τον καιρόν

που άρχισαν τον πόλεμον, ο Βεζύρης παίρνει τους Κιρκασίους, και

αναχωρεί εν τω άμα, και άφησε τον Καλάφ με ολίγον στράτευμα. Ο

Καλάφ βλέποντάς την προδοσίαν που του έγινε, δεν έχασε την

ανδρείαν του, αλλά συνάξας το ολίγον στράτευμα που του απέμεινεν

επολέμησε με πολλήν ανδρείαν αλλά τέλος πάντων βλέποντας ότι δεν

κατορθώνει τίποτε, και φοβούμενος να μη πιασθή σκλάβος, εδιάλεξε

μερικούς στρατιώτας ανδρείους, και τους επήρε και έφυγε και ήλθεν

εις τον πατέρα του, και του έφερε την θλιβεράν είδησιν,

φανερώνοντας την προδοσίαν του Βεζύρη που του έκαμεν.

Ο Τημουρτάς Χαν λαμβάνοντας μίαν τοιαύτην θλιβεράν είδησιν, εθλίβη

μεγάλως, και έπεσεν εις μεγάλην απελπισίαν. Και δεν έφθασε μόνον

αυτό, αλλά ολίγον ύστερα φθάνει ένας Οφφικιάλος, και φέρνει την

είδησιν ότι ο Βασιλεύς Αμούρης, αφού και εθανάτωσεν όλον το

στράτευμα του Καλάφ, έρχεται διά να θανατώση όλην την οικογένειαν

την βασιλικήν, και να κυριεύση όλον το Βασίλειον. Τότε ο Τημουρτάς

Χαν βλέποντας τον κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκονταν, παίρνει

την βασίλισσαν Ελμέρω την γυναίκα του, ομού και τον Καλάφ, και

κάνοντας να φορτώση τα πλέον τιμημένα πράγματα που είχεν εις τον

θησαυρό του εβγήκαν από την Ταρταρίαν και εκίνησαν διά την μεγάλην

Βουλγαρίαν, συντροφιασμένοι με αρκετούς στρατιώτας.

Περιπατώντας αρκετές ημέρες και απερνώντας το όρος Καύκασον,

συναπαντούν τέσσαρες χιλιάδες κλέφτες που εκατοικούσαν εις αυτό το

όρος, οι οποίοι ερχόμενοι καταπάνω τους, εκατάκοψαν όλους τους

στρατιώτας που είχαν εις φύλαξιν, και δεν άφησαν άλλον παρά τον

Χάνην, την γυναίκα του, και τον Καλάφ· τον δε βίον του όλον τον

εδιαμοίρασαν, και αυτούς τους απαράτησαν εις την μέσην του βουνού

γυμνούς και τετραχηλισμένους.

Δεν ημπορώ να διηγηθώ τι λογής εστάθη ο πόνος του Χάνη, επόταν

είδεν εις τι κατάστασιν ήλθεν· όθεν ερχόμενος εις απελπισίαν

εγύρευε να θανατωθή, ζηλεύοντάς την τύχην εκείνων που απέθνησκον

εμπρός εις τους οφθαλμούς του. Η Βασίλισσα από το άλλο μέρος

εφθείρονταν εις τα κλάματα, και ο Καλάφ μόνος είχε πνεύμα διά να

βαστάξη το βάρος ενός γραπτού τόσον σκληρού. Επειδή και ήτον πολλά

πεπαιδευμένος εις τες γνώμες του Αλκοράνου και τες αποφάσεις του

Μωάμεθ επάνω εις τον προορισμόν, ήγουν γραπτόν που λέγουσιν οι

Τούρκοι, και διά τούτο είχε πολλά ακίνητον σταθερότητα του

πνεύματος εις το γραπτόν.

Η άκρα θλίψις των γονέων του που έδειχναν, του έδινε μοναχά

μεγάλην θλίψιν· αχ Πατέρα μου! αχ Μητέρα μου! έλεγε, μη χάνεσθε

εις τες δυστυχίες με τούτον το τρόπον· στοχασθήτε ότι ο Ουρανός

είναι εκείνος που μας κάνει να γένωμεν δυστυχείς· ας υποταχθώμεν

το λοιπόν εις το θέλημά του, επειδή και δεν είμασθε ημείς μοναχοί

που ευρισκόμασθε εις δυστυχίες. Πόσοι και πόσοι Βασιλείς

μεγαλύτεροι από ημάς έχασαν τον θρόνον τους, και ήλθαν εις μεγάλες

δυστυχίες, και πάλιν εξαναγύρισαν εις τους θρόνους τους, και

εξανάλαβαν την πρώτην τους τιμήν; τώρα και ημείς ας ρίξωμεν τας

ελπίδας μας εις τον Ουρανόν, και αυτός βλέποντας τες συμφορές μας,

θέλει μας προφθάσει διά να μας βοηθήση.

Αυτά και άλλα λέγοντας, οι γονείς του αγροικούσαν κάποιαν

ελάφρωσιν και παρηγορίαν από τα λόγια του. Ας δοθούμεν, λέγουν οι

γονείς του, το λοιπόν εις τα χέρια του Ουρανού, και ας έχωμεν

υπομονήν ότι τα όσα έχομεν να περάσωμεν είναι όλα γραμμένα εις τον

Ουρανόν, και δεν ημπορούμεν να τα αποφύγωμεν· ας κάμωμε πάλιν

καρδιά και ας υπομείνωμεν τα όσα η τύχη μας θέλει μας προξενήσει.

Και τούτο λέγοντας άρχισαν να περιπατούν πεζοί μη έχοντες ούτε

άλογον, μήτε βάρος επάνωθέν τους. Επεριπάτησαν πολύν καιρόν ζώντες

από μόνα οπωρικά και χόρτα που εύρισκαν εις την στράταν, μα

εμβαίνοντας εις ένα έρημον δάσος έμειναν υστερημένοι και από αυτήν

την ζωοτροφίαν, και από κάθε άλλο που ημπορούσε να τους διώξη την

πείναν. Έμεινε λοιπόν η σταθερότης τους πολλά συντριμμένη. Ο Χάνης

όντας γηραλέος άρχιζε να γροικά ότι οι δύναμές του ωλιγόστευαν· η

Βασίλισσα αποσταμένη και αυτή από την στράταν και από την πείναν,

δεν ημπορούσε πλέον να κινηθή, ώστε που ο Καλάφ, με όλον που και

αυτός θα ήτον ομοίως αποσταμένος, τους έφερνεν επάνω εις τους

ώμους του, πότε τον ένα και πότε τον άλλον, διά να τους δώση

κομμάτι άνεσιν.

Τέλος πάντων μισαπεθαμμένοι και οι τρεις από την δίψαν και από το

απόσταμα, έφθασαν εις ένα βουνόν γεμάτον από φοβερωτάτους κρημνούς

και χάος. Ήτον ετούτο μία ράχη πολλά υψηλοτάτη, περιτριγυρισμένη

από φοβερά και τερατώδη σπήλαια, ανάμεσα εις τα οποία εφαίνετο

πολλά κινδυνώδες πέρασμα, με το να μην εφαίνετο καμμιά λογής

στράτα διά να περάση εις μίαν πλατείαν πεδιάδα, που από εκεί

εφαίνετο· επειδή κάθε μέρος αυτού του βουνού ήτον πυκνωμένον από

αγκάθια, βράχους, και κλαδιά, που ήτον αδύνατον να στοχασθούν μίαν

στράταν να έβγουν από εκεί.

Οπόταν η βασίλισσα εθεώρησεν ετούτους τους αβύσσους, έβγαλε μίαν

μεγαλωτάτην φωνήν από τον φόβον της, και τέλος πάντων ο Χάνης

έχασε κάθε υπομονήν και εμβήκεν εις αδημονίαν. Δεν κάνει χρεία

άλλο, τότε είπε προς τον υιόν του· κλίνω εις το εναντίον μου

γραπτόν, πηγαίνω μόνος μου να κρημνισθώ εις έναν από τούτους τους

βράχους, που ο ουρανός μου τον ετοίμασε διά τάφον μου, θέλω μίαν

φοράν να ελευθερωθώ από την τυραννίαν της τύχης μου, αγαπώ κάλλιον

τον θάνατον, παρά μίαν ζωήν τόσον τυραννισμένην. Ο Χάνης δοσμένος

εις κάθε απελπισίαν, έστεκε διά να πέση εις τον κρημνόν. Τότε ο

υιός του ο Καλάφ τρέχει και τον πιάνει εις τες αγκάλες του. Αχ

πατέρα μου, του είπε τι είναι αυτό που θέλεις να κάμης, εις τι

απελπισίαν εδόθης; στοχάζεσαι με αυτό να φύγης το γραπτόν σου; δεν

ηξεύρεις που με την υπομονήν όλα αποκτώνται, και εκείνο που εις

τον Ουρανόν είνε γραμμένον, θέλει να πληρωθή; ποίος ηξεύρει ύστερα

από τούτα τα βάσανα, τι καλό μας απαντυχαίνει; και μήπως και το

κάνει αυτό ο ουρανός διά να δοκιμάση την υπομονήν μας. Ημείς, το

ομολογώ, είμασθε εις μίαν στάσιν πολλά θλιβερήν, και δεν

ημπορούμεν να περάσωμεν χωρίς κίνδυνον τούτους τους αβύσσους· μα

ποίος ηξεύρει πού να μην ευρεθή καμμία στράτα διά να περάσωμεν εις

εκείνην την πεδιάδα; άφησε το λοιπόν να πηγαίνω να ιδώ μήπως και

εύρω κανένα μονοπάτι και ευθύς γυρίζω. Σύρε, ω υιέ μου, απεκρίθη ο

Χάνης, ημείς εδώ σε καρτερούμεν και μη φοβάσαι διά την απελπισίαν

μου έως εις τον γυρισμόν σου.

Ο Καλάφ επήγε γυρίζοντας εις όλες τες ράχες και βράχους χωρίς να

ημπορέση να ξανοίξη καμμίαν στράταν, όθεν μένοντας πολλά θλιμμένος

έπεσεν εις τα γόνατα, και μετά θερμών δακρύων επικαλούνταν την

βοήθειαν του Ουρανού· έπειτα σηκωνόμενος εξαναγύρισε πάλιν διά να

ξαναζητήση καμμίαν οδόν. Τέλος πάντων ευρίσκει μίαν πολλά στενήν,

εις την οποίαν εμβαίνοντας ευχαρίστησε τον Ουρανόν διά τούτην την

χάριν, και περιπατώντας επλησίασεν έως τα πόδια ενός μεγάλου

δένδρου, που ήτον εις το έμβασμα της πεδιάδος, το οποίον εσκέπαζε

με τον ίσκιον του μίαν πηγήν από νερόν καθαρόν· είδεν ακόμη ολίγον

ξέμακρα από εκεί και άλλα διάφορα δένδρα με διαφόρους μεγαλωτάτους

καρπούς, και εκστατικός διά τούτην την ξάνοιξιν, έτρεξε διά να

δώση την είδησιν του πατρός του και της μητρός του, που εχάρησαν

μεγάλως που ο ουρανός άρχιζε να λαμβάνη ευσπλαγχνίαν διά τες

δυστυχίες τους. Ο Καλάφ παίρνοντάς τους, με μεγάλον κόπον τους

απέρασεν από εκείνην την στενήν οδόν, και τους έφερεν εις την

πηγήν, και έσβυσαν την φλογώδη δίψαν που τους ετυράννιζεν· έπειτα

έφαγον από τους καρπούς που ο Καλάφ έμασεν, οι οποίοι εις εκείνην

την χρείαν τους εφάνηκαν εξαίσιοι. Αυθέντη, τότε λέγει ο Καλάφ του

πατρός του, αναγνωρίζεις τώρα το σφάλμα σου, που ενόμιζες ότι ο

Ουρανός μας είχεν αφήσει να χαθούμεν; αυτός δεν έχει κουφά αυτιά

προς εκείνους που ρίχνουν όλες τους τες ελπίδες προς αυτόν.

Εσταμάτησαν το λοιπόν εις αυτόν τον τόπον δύο τρεις ημέρες διά να

ξεκουρασθούν και να λάβουν τες δύναμές τους, και, αφού

εξεκουράσθηκαν καλά, εκίνησαν προς την πεδιάδα, ελπίζοντες ότι

εκείνη θα τους φέρη εις κανένα τόπον κατοικημένον. Και φθάνοντες

εκεί, βλέπουν μίαν μεγαλωτάτην χώραν πλησίον της πεδιάδος,

κτισμένην με θαυμαστά κτίρια· έρχονται προς αυτήν, και προτού να

πλησιάσουν εις την πόρταν της χώρας εστοχάσθηκαν να μείνουν εκεί

έως να νυκτώση, διατί εντρέπονταν να έμβουν την ημέραν με το να

ήταν γυμνοί σχεδόν και τετραχηλισμένοι, και γεμάτοι από κονιορτόν·

και ούτως επήγαν και εκάθησαν υποκάτω εις κάποια δενδράκια, που

εκεί ευρίσκονταν, διά να καρτερίσουν την νύκτα. Αναπαυόμενοι αυτοί

εις εκείνα τα δένδρα, βλέπουν ένα γέροντα που έβγαινεν από την

χώραν, και ήρχετο εκεί διά να πάρη τον αέρα, και πλησιάζοντας εις

αυτούς τους εχαιρέτησε με χαροποιόν πρόσωπον, έπειτα εκάθισε κοντά

τους.

Ο Χάνης τότε τον ηρώτησε πως ωνόμαζαν εκείνην την χώραν, Αυτή

ονομάζεται Γιαού, απεκρίθη ο γέρων, η οποία είναι η μητρόπολις της

επαρχίας· και ο βασιλεύς που την κυριεύει ονομάζεται Αλέγγ Χαν· μα

απ' εκείνο που μου φαίνεται του λόγου σας είσθε ξένοι. Ναι, του

απεκρίθη ο Χάνης, ημείς είμασθεν από πολλά μακρυνόν τόπον,

γεννημένοι εις το βασίλειον του Κασμίρ, πραγματευτάδες την τέχνην·

μίαν ημέραν πηγαινάμενοι με πολλούς άλλους πραγματευτάδες εις το

πανηγύρι Καπαπάκ, μας εσυναπάντησαν κλέφται, και μας επήραν το

ό,τι είχαμεν, και μας άφησαν εις ετούτην την κατάστασιν που μας

βλέπεις, και με το να εχαθήκαμεν εις την στράταν, και μην

ηξεύροντες πού πηγαίνομεν, εφθάσαμεν εις ετούτο τον τόπον. Ο γέρων

που ήτον φυσικά συμπαθής εις τες δυστυχίες του πλησίον του, έλαβε

σπλάγχνος προς αυτούς, και τους εκάλεσε να έλθουν να σταθούν εις

το σπήτι του με αυτόν. Ο Χάνης τον ευχαρίστησε διά την

ευσπλαγχνίαν που τους έδειχνε. Και ούτως όλους ομού ο γέρων τους

έφερεν εις το σπήτι του, το οποίον ήτο μία μικρά κατοικία, και

πολλά ταπεινά στολισμένη, μα όλα έστεκαν εις καλήν τάξιν.

Ο γέρων ευθύς που εμβήκεν ωμίλησε κρυφά ενός σκλάβου του, ο οποίος

ύστερον από ολίγον εγύρισε με ένα πραγματευτήν που είχεν εις ένα

μποχτζά διάφορα φορέματα ανδρίκια και γυναίκια. Από αυτά τα

φορέματα έκαμε και ένδυσαν τους ξένους που ήταν γυμνοί, και

πληρώνοντάς τον πραγματευτήν τον απέλυσεν· ύστερα επρόταξε τους

σκλάβους του διά να ετοιμάσουν το δείπνον, το οποίον ευθύς

ετοιμάζοντας το με πολυποίκιλα φαγητά και πιοτά, βαλμένα εις

αγγεία από φαρφούρ της Κίνας, εκάθησαν όλοι ομού και εδείπνησαν με

πολλήν ευχαρίστησιν. Ο γέρων πυρωμένος από τα διάφορα πιοτά που

έπιεν, εδόθη εις κάποιαν χαροποίησιν, και έκαμε κάθε δυνατόν διά

να λάβουν κάποιαν ηδονήν και οι ξένοι εκείνοι, και καταλαμβάνοντας

ότι δεν εκατόρθωνε τίποτε, με το να ήταν πολλά μελαγχολικοί διά

τες δυστυχίες τους, είπεν.

Εγώ βλέπω καλώς ότι ματαίως κοπιάζω διά να σας κάμω να βγάλετε από

το πνεύμα σας τα περασμένα σας συμβεβηκότα, που αενάως τα έχετε

εις τον στοχασμόν σας· διά τούτο αν είναι με το θέλημά σας θέλω να

σας κάμω να καταλάβετε ότι, αντίς να είσθε βυθισμένοι εις

στοχασμούς, πρέπει να πασχίσετε να τους αποδιώξετε από τον νουν

σας. Παρηγορηθήτε διά τον χαμόν του πλούτου σας, που οι κλέφται

σας επήραν· το συμβεβηκός που σας θλίβει δεν είνε ασυνήθιστον· οι

πραγματευτάδες και οι στρατοκόποι συχνώς τα δοκιμάζουν. Εγώ ο

ίδιος εις την νεότητά μου έμεινα γδυμένος από κλέφτες εις την

στράταν, οι οποίοι μου επήραν πλούτη υπέρμετρα, και ευρέθηκα εις

την ιδίαν σας κατάστασιν και χειρότερην, με όλον τούτο δεν

απαράτησα που να παρηγορηθώ· ένα μόνον πράγμα με έθλιβε πολλά

οπόταν εστοχάζομουν, από την μεγαλειότητα που ήμουν να καταντήσω

να διακονώ. Κάνει χρεία εγώ να σας διηγηθώ την ιστορίαν μου, η

οποία ελπίζω ότι θέλει σας ωφελήσει μεγάλως να την ακούσετε. Και

αύτη η διήγησις των δυστυχιών μου, ημπορεί να σας ενδυναμώση να

υποφέρετε τες εδικές σας, και ακούσατέ την λοιπόν με προσοχή.

&Ιστορία του Βασιλέως Φουδλάλ, υιού του Μηνορτόκ, βασιλέως τον

Μουσούλ.&

Εγώ είμαι υιός του ποτέ βασιλέως του Μουσούλ, δηλαδή του μεγάλου

Μηνορτόκ. Ευθύς που αυτός με είδε να φθάσω εις την ηλικίαν είκοσι

χρόνων, εγύρευσε διά να με υπανδρεύση· έκαμε να έλθουν ένας μέγας

αριθμός από σκλάβες νέες και πολλά ωραίες. Εγώ τες εστοχάσθηκα

όλες αδιαφόρως, και δεν εστάθη καμμιά που να μου κλίνη την θέλησίν

μου. Αυτές εγύρισαν ωσάν κατησχυμένες από την εντροπήν τους, που

δεν ημπόρεσε να λαβώση καμμιά την καρδιά μου. Ο πατέρας μου

έμεινεν ομοίως και αυτός εκστατικός διά την αναισθησίαν μου. Αυτός

ηθέλησε να με ξαναδοκιμάση με άλλες, μα εγώ του είπα ότι δεν

αγροικούσα διά να έχω κλίσιν διά υπανδρείαν, και αυτό προέρχεται

από την επιθυμίαν που έχω να ξενιτευθώ· διά το οποίον τον

επαρακάλεσα να μου δώση την ελευθερίαν διά να υπάγω μοναχά έως εις

το Μπαγδάτι, και εις τον γυρισμόν μου να κάμω το θέλημά του. Εις

τούτο αυτός δεν ηθέλησε να μου εναντιωθή. Και διά να κάμω καλήν

θεωρίαν εις το Μπαγδάτι, έκαμε να γένουν μεγάλες ετοιμασίες, διά

να με στείλη ωσάν υιόν Βασιλέως που ήμουν· εφόρτωσε δώδεκα καμήλια

φλωριά και άλλα έξοδα, και μου έδωσε και εκατόν ανδρείους

στρατιώτας εις υπηρεσίαν μου και φύλαξίν μου.

Εμίσευσα το λοιπόν από το Μουσούλ με τούτον τον αριθμόν των

ανθρώπων μου, διά να πηγαίνωμεν εις το Μπαγδάτι· επεριπατήσαμεν

μερικές ημέρες, χωρίς να μας συμβή τίποτε. Και μίαν νύκτα, τον

καιρόν που αναπαυόμαστε, αιφνιδίως μας πλακώνει μέγας αριθμός από

Αράπηδες κλέφτες, οι οποίοι σχεδόν μου εθανάτωσαν τους

περισσοτέρους ανθρώπους. Εγώ βλέποντας τον κίνδυνον που

ευρισκόμουν έλαβα καρδίαν, και συμαζώνοντας εκείνους που έμειναν

ζωντανοί, αντιστάθηκα με ανδρείαν εναντίον των κακοποιών, από τους

οποίους εσκοτώσαμεν περισσότερον από τριακοσίους.

Χαλιμά, Τόμος 2 Εξακολούθησις των ιστοριών · 第 11 / 17 段