θάλαμον, εις τον οποίον ευθύς που τον έμπασαν έσβυσαν το φως, και
έμεινεν εις το σκοτάδι με την Κυράν, η οποία είχεν υπάγει εις το
κρεββάτι εμπροστήτερα απ' αυτόν. Αυτός σαν έκλεισε την πόρτα με
διπλά σίδερα εγδύθη και επήγε διά να εύρη το κρεββάτι ψηλαφώντας,
και ευρίσκοντάς το εμπήκε σιμά εις την γυναίκα του. Αυτή
αγροικώντας πως αυτός ήλθεν εις το κρεββάτι, εσυγχίσθηκεν εις το
να ιδή πως ευρίσκεται υπόχρεη να υποφέρη τα χάιδια ενός που του
έκρυβε το πρόσωπόν της· και μάλιστα ηξεύροντας ότι διά τέτοιες
τάξες δεν έπαιρναν άλλους, παρά ανθρώπους γέροντας ή κακορίζικους.
Από το άλλο μέρος ο Κουλούφ, με το να του είχε διηγηθή ο Αναΐππης
διά την ωραιότητά της και διά το κάλλος της, του επλήθαινε μία
φλογερά περιέργεια διά να ιδή την αλήθειαν. Ετούτη η επιθυμία που
τον επείραζε και δεν ημπορούσε να εβγάλη την περιέργειάν του, με
το να ήτον νύκτα, τον έκαμε να χάση την υπομονήν, και άρχισε να
λέγη. Κυρά, διά όσον χαροποιά που έπρεπε να μου είνε τούτη η
νύκτα, βλέπω που μου είναι πολλά ανυπόφορη, με το να μη ημπορώ να
ιδώ τα κάλλη σου· διά το οποίον θέλω έχει μίαν παντοτεινήν θλίψιν,
που το ταχύ πρέπει να σε αφήσω χωρίς παντελώς να σε γνωρίσω· μα
παρακαλώ σε, κυρά μου, μην είσαι τόσον σκληρά που να μη μου κάμης
ετούτην την παραμικράν ευχαρίστησιν, το ολιγώτερον να μου μιλήσης
κανένα λόγον.
Αφού και εξεθύμανε με αυτόν τον τρόπον το παράπονόν του εσιώπησε
διά να ακούση εκείνο που η γυναίκα του ήθελε του αποκριθή. Και
έμεινεν εκστατικός οπόταν ήκουσε, που αντί να του αποκριθή εις τα
όσα ωμίλησε, αυτή να του ειπή· ω εσύ, που ο Ταχέρ σε εδιάλεξε διά
να ξανανεώσης την αντάμωσίν μας, όποιος και αν είσαι, φανέρωσέ μου
τις είσαι· μου φαίνεται από την ομιλίαν ότι μου είσαι γνωστός. Ο
Κουλούφ ετρόμαξεν εις τούτα τα λόγια· Κυρά ευθύς απεκρίθη, μου
φαίνεται και εμένα, ότι ακούω εις του λόγους σου την φωνήν μιας
κυράς που γνωρίζω. Α, δίκαιε ουρανέ αράγε είσαι συ εκείνη που
στοχάζομαι; Α, Κουλούφ εφώναξεν εκείνη είσαι εσύ που μιλείς; Ναι,
κυρά μου, απεκρίθη εκείνος· εγώ είμαι αυτός ο δυστυχής Κουλούφ· μα
εγώ δεν ημπορώ να καταλάβω ακόμη πως είσαι εσύ η Δηλαρά. Στάσου
βέβαιος ότι εγώ είμαι εκείνη η ταλαίπωρος Δηλαρά, που σε εδέχθηκα
εις το σπήτί μου με τον βασιλέα Μοργάν· και που με τα άπρεπά μου
μετωρίσματα, σε έκαμα μισητόν προς τον βασιλέα και που πρέπει να
με στοχασθής διά μίαν μεγάλην έχθρισσαν, με το να είμαι εγώ η
αιτία της συμφοράς σου. Παύσε, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Κουλούφ,
παύσε εις το να ονειδίζεσαι. Ο ουρανός έτσι ηθέλησεν. Ευχαριστώ
την καλωσύνην του που έκαμε να γεννηθή εν ταις συμφοραίς μου ένα
τέτοιον χαροποιόν συμβεβηκός. Μα, ωραιοτάτη κυρά, ακολούθησε, πως
είνε τούτο κ' έγινες γυναίκα του Ταχέρ; Τώρα τώρα θέλω σου το
φανερώσει, απεκρίθη αυτή, και άκουσέ το με προσοχήν.
Ο πατέρας μου τον καιρόν που ευρίσκονταν εδώ εις την Σαμαρκάντα,
ήτον κονεμένος εις τον οίκον ετούτον του πενθερού μου Μουζαφέρ,
που από πολύν καιρόν τον εγνώριζεν. Αυτοί όντας αντάμα εσυμφώνησαν
ανάμεσόν τους ετούτην την υπανδρειάν· και ο πατέρας μου
ξαναγυρίζοντας εις την Καρακοράμ με έστειλεν εδώ με πολλήν
συντροφιάν εδικών μου δούλων. Υπήκουσα τον πατέρα μου με
δυναστικόν τρόπον, από αιτίαν εδικήν σου, επειδή σου το
εξομολογούμαι, ω ακριβέ μου Κουλούφ, πως σε αγαπούσα, με όλον που
δεν σου το είχα φανερώσει. Η υπανδρειά μου με τον Ταχέρ δεν σε
αποξένωσεν από την ενθύμησίν μου. Ετούτος ο θηριώδης άνδρας μου,
και άλλο τόσον κακότροπος, με το κακόν του φέρσιμον προς εμέ, με
έκαμε περισσότερον να σε επιθυμήσω, και πάντα είχα την ελπίδα διά
να σε ξαναϊδώ· μα η τύχη μου δεν άργησε να πληρώση έτσι
ευτυχισμένα την επιθυμίαν μου, επειδή και ευρίσκω τον αγαπητικόν
μου εις τον πλαστόν νυμφίον που μου εδόθη· ω συμβεβηκός θαυμάσιος!
εγώ σχεδόν δεν ηξεύρω αν ημπορώ να το πιστεύσω.
&Ακολούθησις και τέλος της Ιστορίας του Κουλούφ και της ωραίας
Δηλαράς.&
Ο Κουλούφ από εκείνο που ήκουσε δεν ημπορούσε πλέον να αμφιβάλλη
που να μην είνε με την Δηλαράν. Ωραιοτάτη Δηλαρά, εφώναξεν από την
χαράν του και από την αγάπην του, ποία ευτυχισμένη μεταλλαγή; διά
ποίαν περίεργον αλυσίδα των συμβεβηκότων εγώ έφθασα εις την
πλήρωσιν των επιθυμιών μου; πώς το λοιπόν; είσαι συ εκείνη που
υποχρεώθηκα να στεφανωθώ διά μίαν νύκτα, εσύ είσαι εκείνη της
οποίας η εικών είνε ζωγραφισμένη διά παντός εις την καρδίαν μου
και που δεν ήλπιζα πλέον να την ιδώ; Α Κυρά μου, ποίος ημπορούσε
να λογιάση τέτοιο συναπάντημα ευτυχισμένον, διά να ενωθώμεν κατά
την επιθυμίαν μας; Η Δηλαρά από το άλλο μέρος δεν ήτο τόσον
αναίσθητη εις τα τρυφερά και παθητικά λόγια του Κουλούφ, και με
άπειρον αγαλλίασιν, που καθείς ημπορεί να την στοχασθή, απέρασαν
εκείνην την νύκτα χωρίς να κλείσουν μάτι.
Το ταχύ, πριν να γένη ημέρα, έρχεται ένας σκλάβος και χτυπά την
πόρταν κράζοντάς με βίαν, Χουλά, Χουλά, σήκου το γληγορώτερον
διότι είναι ημέρα. Ο Κουλούφ εις αυτήν την είδησιν δεν ηθέλησε
ούτε απόκρισιν να του δώση, και ακολούθησε διά να ευφραίνεται με
την Δηλαράν· μα αιφνιδίως αγροίκησε να του παύση η χαρά, και μία
θανατηφόρος θλίψις τον επερικύκλωσεν, και με αναστεναγμόν είπεν·
αχ, Κυρά μου, καταλαμβάνω που οι εδικοί σου βιάζονται διά να μας
χωρίσουν. Ο Μουζαφέρ δεν βλέπει την ώραν διά να ξαναστερεώση την
υπανδρείαν με τον υιόν του· αλλοί εις εμέ, ευθύς που σε αντάμωσα
είμαι στενεμμένος διά να σε υστερηθώ από αιτίαν του όρκου που
είμαι δεμένος· επειδή ωρκίσθηκα και έταξα διά να χωρίσω, αφού
περάση ετούτη η νύκτα. Και πώς; είπεν η Δηλαρά, θέλεις εσύ να
φυλάξης αυτόν τον τυραννικόν όρκον; ήξευρες εσύ, οπόταν τον
έκαμες, πως ήμουν εγώ εκείνη που έταξες διά να τον φυλάξης, και
περιπλέον στοχάζεσαι ότι η Δηλαρά να μην αχρήζη περισσότερον από
μίαν επιορκίαν; α, Κουλούφ, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας, εσύ δεν με
αγαπάς, και διά τούτο θέλεις να με χωρίσης. Μα Κυρά, ξαναείπε
αυτός, λογιάζεις, πως στέκει εις εμένα να σου φυλάξω την αγάπην,
με όλον που θα ήθελα πατήση το όρκον μου; πιστεύεις εσύ ότι ένας
ξένος, χωρίς βοήθειαν και δηνάρια, ημπορεί να αντισταθή εναντίον
του πλουσίου Μουζαφέρ; Ναι είπεν η Δηλαρά, ημπορείς καλώτατα·
καταφρόνησε τους φοβερισμούς του, απόβαλλε τα ταξίματά του, μην
φοβάσαι τίποτε, οι νόμοι θέλουν είνε προς διαφέντευσίν σου, και
ανίσως και έχεις σταθερότητα, θέλεις κάμει ανωφελείς όλες τες
βιάσεις που ημπορούν να σου κάμουν. Καλώτατα, Κυρά μου, είπεν ο
Κουλούφ όλος χαρά· εσύ θέλεις μείνει ευχαριστημένη· απεφάσισα να
χάσω την ζωήν μου, παρά να σε χωρίσω.
Εις αυτό το διαμέσον, που ο Κουλούφ εβεβαίωσε την γυναίκα του με
αυτόν τον τρόπον, ο Ταχέρ, ανυπόμονος διά την άργητα, πηγαίνει και
κτυπά την πόρταν, λέγοντας με φωνήν αγρίαν· τι αργείς ω Χουλά, και
δεν σηκώνεσαι; η ημέρα αύξησε και εσύ δεν κάνεις το χρέος σου; ή
θέλεις να σε παρακαλέσουν; Ο Κουλούφ, εις αυτά τα λόγια δεν έχασε
καιρόν εις το να σηκωθή, και ενδυνόμενος εβγήκε, και εσυναπάντησε
τον Ταχέρ, ο οποίος τον επήρε ευθύς και τον έφερεν εις το λουτρόν
και αφού απολούσθηκε, τον επήγεν εις τον πατέρα του εκεί που ήταν
και ο Αναΐππης. Αυτοί βλέποντάς τον τόν εχαιρέτησαν, και τον
έβαλαν και εκάθησε κοντά τους εις μίαν τράπεζαν διά να προγευθούν·
ύστερον δε από το πρόγευμα ο Αναΐππης τον επήρε κατά μέρος, και
του έδωσε τα πενήντα φλωρία, και ένα καινούριο φακιόλι εις ένα
φουτά δεμένον, και του λέγει· έπαρε, ω νέε, τα όσα σου ετάχθησαν
και περισσότερον, και σε παρακαλεί ο Μουζαφέρ να μη σταθής πολλήν
ώραν εδώ εις την Σαμαρκάντα· χώρισε λοιπόν την γυναίκα σου και
σύρε να κάμης την δουλειάν σου το συντομώτερον.
Θαυμάζω εις εσένα, του αποκρίνεται ο Κουλούφ ρίχνοντάς τα φλωριά
και το φακιόλι, που με αναγκάζεις να χωρίσω τη γυναίκα μου, που
την εστεφανώθηκα εμπροστά σου· ένας τιμημένος άνθρωπος ωσάν και
εμένα δεν κάνει παρόμοια· πώς; το λοιπόν εγώ έρχομαι εις την
Σαμαρκάντα, και ένας πραγματευτής με παίρνει, και μου δίδει
γυναίκα και υστερότερα θέλει να την χωρίσω; ετούτο δεν θέλω το
κάμει ποτέ· και παύσε, αυθέντη Αναΐππη, εις το να με παρακινήσης,
διατί δεν θέλεις κάμει τίποτε.
Ο Αναΐππης έμεινεν εκστατικός εις ετούτα τα λόγια, όθεν ευθύς
τρέχει προς τον Μουζαφέρ, και του λέγει· την επάθαμε τη δουλειά. Ο
Χουλάς αρνείται να χωρίση την γυναίκα του, τον οποίον τον βλέπω
πολλά στερεόν εις την γνώμην του, και λογιάζω μήπως και το κάνει
διά να εβγάλη περισσότερα δηνάρια. Ανίσως και είναι έτσι απεκρίθη
ο Μουζαφέρης, δος του εκατόν φλωριά, και ας πάη να κάμη τη δουλειά
του. Όχι, όχι Μουζαφέρ, εφώναξεν ο Κουλούφ ακούοντάς του από
μακρόθεν· εσείς ματαίως κοπιάζετε εις το να διπλώνετε την πληρωμήν
και αν μου δώσετε και δέκα χιλιάδες φλωριά, εγώ δεν θέλω λύσει ένα
δέμα έτσι άγιον, και που κανείς δεν ημπορεί να με βιάση να λυθώ
από ένα δεσμόν που οι νόμοι τον διαφεντεύουσιν. Α, ετούτο είνε
πολύ να σε υπομένωμεν, αποκρίθηκαν όλοι, σαν δεν θέλεις με το
καλόν, ο Κατής θέλει κάμει δικαιοσύνην· και έτσι λέγοντας ευθύς
τον έκραξαν εις τον Κατήν.
Ο Κατής βλέποντάς τον Κουλούφ, άρχισε με το καλό να τον παρακινή
διά να τον κάμη να κλίνη, να χωρίση την γυναίκα του· μα βλέποντάς
τον στερεόν, άρχισε να τον φοβερίζη, και μη κάνοντας τίποτε και με
τες φοβέρες ηθέλησε να δοκιμάση και με τες δυναστείες· του οποίου
διά πρώτην αρχήν του έδωκεν εκατόν ξυλιές εις τα ποδάρια, και
ύστερα του είπε· σύρε ακόμη απόψε και κοιμήσου με την γυναίκα σου,
και αύριον στοχάσου διά να την χωρίσης, ειδεμή τα όσα σου έκαμα
σήμερον δεν θέλουν παρομοιασθούν με εκείνα που έχω να σου κάμω
αύριον. Έτσι ο Κουλούφ με όλον που ήτον δαρμένος έτρεξε με χαράν
προς την αγαπημένην του Δηλαράν και ωσάν την είδεν, ευθύς του
εδιάβησαν οι πόνοι, της οποίας εδιηγήθη τα όσα επέρασεν εκείνην
την ημέραν.
Η Δηλαρά τότες από την χαράν της, α ακριβέ μου Κουλούφ, εφώναξε με
ανοιχτές τες αγκάλες, έλα να λάβης τον μισθόν της σταθερότητός
σου, που ευχαριστήθης να κακοπάθης παρά να παραιτήσης την Δηλαράν·
μα αλλοί εις εμέ, που δεν είμαι ήσυχη στοχαζομένη το τι έχουν να
σου κάμουν εκείνοι οι βάρβαροι αύριον. Κυρά μου, απεκρίθη ο
Κουλούφ, ό,τι λογής παιδευτήριον ήθελαν να μου ετοιμάσουν, δεν
θέλουν με αποξενώσει από την σταθερότητά μου, και δεν θέλουν κάμει
περισσότερον απ' ότι σήμερον έκαμαν. Τέλος πάντων δεν ηξεύρω η
τύχη μου αν θέλη να αποθάνω, ή να ζήσω διά εσένα, αλλά είμαι
βέβαιος ότι δεν ημπορεί να είνε γραμμένον εις τον Ουρανόν να σε
υστερηθώ. Δεν ημπορώ, απεκρίθη η Δηλαρά, να πιστεύσω ότι αυτός θα
σε αφήση να κακοπάθης, επειδή και αυτός μου έδειξεν ένα μέσον διά
να γελάσης τους εχθρούς σου, το οποίον είναι τούτο.
Αύριον οπόταν θέλει είσαι έμπροσθεν του Κατή, ειπές του ότι είσαι
υιός του Μασούδ· ετούτος είναι πραγματευτής πολλά πλούσιoς της
Κογέντας· εσύ θέλεις ειπεί με σταθερότητα ότι εκείνος είναι ο
πατέρας σου, και πως γλήγορα θέλεις κάμει να έλθουν είδησες από
αυτόν διά βεβαιότητα· μεταχειρίσου ετούτον τον δόλον διά τες ώρες,
διά να αποφύγης το κακόν που σου προετοιμάζουν, και διά να
υποχρεώσης τον Κατή διά να μας αφήση ησύχους να ζήσωμεν μαζί, έως
που να εύρωμεν άλλον τρόπον, διά να τελειώσαμεν την επιθυμίαν μας
και να φύγωμεν απ' εδώ.
Αυτός ο στοχασμός άρεσε του Κουλούφ, και του έδωσε κάποιαν
χαροποίησιν, και αφού απεφάσισαν να ακολουθήσουν έτσι, απέρασαν το
επίλοιπον της ημέρας και όλην την νύκτα αγαλλιώμενοι και έκθαμβοι
διά το γραπτόν τους. Μα ευθύς που έγινεν ημέρα εσυγχύσθηκε πάλιν η
χαροποίησίς τους. Οι άνθρωποι του Κατή, φερμένοι από τον Ταχέρ,
ήλθαν και εκτύπησαν την θύραν του οντά του λέγοντες. Χουλά, είναι
καιρός διά να παρασταθής εις τον Κατή. Σήκον λοιπόν, διότι δεν
ημπορεί να σε καρτερή. Ο Κουλούφ ακούντας τούτο, αναστέναξεν από
καρδίας και η γυναίκα του εδόθη εις κλάψιμον· ταλαίπωρε Κουλούφ,
του είπε· πόσον ακριβά θέλει σου κοστήσει η γυνή σου. Κυρά μου,
αυτός απεκρίθη, σε παρακαλώ, παύσε τα δάκρυά σου, διατί μου
κόπτουν την καρδίαν, και ας έχωμεν τες ελπίδες μας εις τον
Ουρανόν, και αυτός ωσάν δίκαιος δεν θέλει μας αφήσει από το χέρι
του. Και λέγοντας έτσι εσηκώθη και ενδύθη και ανοίγοντας την
πόρταν εβγήκε, και υπήγε εις τον Κατή, μαζί με τους ανθρώπους του.
Ο Κατής βλέποντάς τον του είπε· αι, Χουλά, τι απόφασιν έκαμες; την
χωρίζεις την γυναίκα σου, ή θέλεις να ξαναδοκιμάσης τον θυμόν μου
ακόμη; εσύ πρέπει να στοχασθής, που είσαι ένας κακορίζικος, και
δεν έχεις τον τρόπον να ζήσης μοναχός σου, και θέλεις να κρατήσης
με το στανιό μίαν τέτοιαν κυράν; και πώς έχεις να την ζωοτροφήσης;
Αυθέντη Κατή, απεκρίθη ο Κουλούφ, αν με στοχάζεσαι διά ένα
κακορίζικον καθώς μου λες, λανθάνεσαι· επειδή και η γέννησίς μου
δεν είνε τόσον σκοτεινή καθώς στοχάζεσαι· μα επειδή και ευρίσκομαι
στενεμμένος από τες δυναστείες σου, κάνει χρεία να σου φανερώσω το
ποίος είμαι. Εγώ λοιπόν είμαι υιός μονογενής του Μασούδ,
πραγματευτού της Κογέντας· ο πατέρας μου είνε πολλά πλουσιώτερος
από τον Μουζαφέρ· και αν αυτός ήθελε μάθει τα όσα μου τρέχουν,
ηθέλετε ιδεί τι πλούτον που ήθελε μου στείλει, και βεβαιωτικά
γράμματα διά γνώρισίν μου. Και διατί μου εσυνέβη η δυστυχία, και
με έγδυσαν οι κλέπται εις την στράταν, και ευρέθηκα στενεμμένος
διά να ζητήσω ελεημοσύνην διά να κυβερνηθώ προς ώρας, διά τούτο
δεν είμαι αρκετός να φυλάξω μίαν γυναίκα τον καιρόν που ημπορώ να
φυλάξω εκατόν; και διά τα όσα σου λέγω, αυθέντη Κατή, αν δεν με
πιστεύης, ημπορείς να στείλης ένα μετζίλι προς τον πατέρα μου, που
δεν είναι μακράν παρά οκτώ ημερών δρόμον, διά να βεβαιωθής διά την
κάθε αλήθειαν.
Ο Κατής ακούοντας να ομιλήση ο Κουλούφ εις τέτοιον τρόπον έμεινεν
εκστατικός, και γυρίζοντας προς τον Μουζαφέρ και Ταχέρ, λέγει·
ετούτον, από εκείνο που λέγει και το βεβαιώνει, εγώ δεν ημπορώ να
τον βιάσω περισσότερον, και κατά τον νόμον ημπορεί να κρατήση την
γυναίκα του. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του αποκρίθηκαν· μην τον
πιστεύης αυθέντη, διότι είνε ένας κακός άνθρωπος και ψεύτης, και
με αυτές τες ψευτιές πάσχει να μας γελάση. Ο Κατής τους
εξαναείπεν· εις τούτο εγώ δεν ηξεύρω τι απόφασιν να κάμω· άλλο δεν
λέγω, παρά να στείλω ευθύς εις την Κογέντα έν μετζίλι διά να
εξετάξη, και ανίσως και είνε καθώς λέγει, ημπορεί να την κρατήση,
ειδεμή και είνε ψεύματα, σας τάσσω μεθ' όρκου ότι θα τον κρεμάσω.
Αποφασίζοντάς με τέτοιον τρόπον ο Κατής την υπόθεσιν, οι
κρινόμενοι ανεχώρησαν. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του έστειλαν ευθύς
μετζίλι εις την Κογέντα, διά να εξετάξη την κάθε υπόθεσιν. Ο δε
Κουλούφ έτρεξεν ευθύς διά να δώση λογαριασμόν της γυναικός του διά
τα όσα επέρασε με τον Κατή. Α! ακριβέ μου νυμφίε, χαίρομαι που
εφέρθης με τούτον τον τρόπον, επειδή και η δουλιά μας θέλει
πηγαίνει πολλά καλά. Ημείς έως που να γυρίση το μετζίλι ημπορούμεν
να φύγωμεν, και να πάμε εις την Μποκάρα το γληγορώτερον, και εκεί
θέλομεν κυβερνηθή με την προίκα μου και με τα διαμαντικά μου, που
τα έχω μαζή με εμένα, και θέλομεν ζήσει ατάραχοι από τους εχθρούς.
Ο Κουλούφ εύρεν εύλογον αυτόν τον στοχασμόν της Δηλαράς, και
αποφάσισαν διά να βαλθούν εις ετοιμασίαν, διά να μισεύσουν· μα
επειδή ήτον εις το σπήτι του Μουζαφέρ, και δεν είχαν τον τρόπον
διά να κάμουν κατά την επιθυμίαν τους, φοβούμενοι διά να μη τους
απεικάσουν, απεφάσισαν να γυρεύσουν θέλημα του Μουζαφέρ, και αν
αυτός δεν τους το ήθελε δώσει να το γυρεύσουν από τον Κατή, διά να
έβγουν από εκείνο το σπήτι και να παν εις άλλο, που να τους αρέση,
διά να σταθούν με την ελευθερίαν τους.
Έχοντες λοιπόν με τούτον τον τρόπον αποφασίση, ο Κουλούφ επήγεν
εις τον Μουζαφέρ, και του ανήγγειλε την γνώμην του. Αυτός ομού με
τον υιόν του αντιστάθηκαν, και δεν ήθελαν η Δηλαρά να έβγη από το
σπήτι τους. Τότε ο Κουλούφ τους παίρνει εις τον Κατή, και λέγει
την υπόθεσιν. Ο Κατής τον εξετάζει διατί θέλει να αναχωρήση από
εκεί, και ο Κουλούφ του απεκρίθη, ότι έχω παραγγελίαν από τον
πατέρα μου τον Μασούδ, ότι εκεί που κάθονται οι εχθροί μου να μη
σταθώ ούτε ημέραν, και διά τούτο πρέπει να αναχωρήσω με την
γυναίκα μου, η οποία το επιθυμεί περισσότερον από εμένα. Ψεύματα
λες, απεκρίθη ο Ταχέρ· η Δηλαρά κλαίει και οδύρεται διά το
πταίσιμον που έκαμε με εσένα, και εσύ λες πως θέλει και αυτή να
αναχωρήση από το σπήτι μου; Αυθέντη Κατή, ακολουθεί αυτός, εγώ
θέλω να τον πιάσω με τον λόγον του. Πρόσταξε να έλθη εδώ η Δηλαρά
και αν μεν βεβαίωση εκείνο που λέγει αυτός ο κακοποιός, εγώ το
ευχαριστούμαι να μη την γυρέψω πλέον διά γυναίκα μου, ειδεμή ωσάν
ψεύτην να τον παιδεύσης.
Ο Κατής έστειλεν ευθύς τον Αναΐππην του, και εσήκωσε την Δηλαράν
και την έφερεν έμπροσθέν του, ο οποίος, ευθύς που την είδε να
έλθη, την ερώτησεν ανίσως και επιθυμούσε να έβγη από το σπήτι του
Μουζαφέρ, και ανίσως και έκλινε περισσότερον προς τον Χουλάν, ή
εις τον πρώτον της άνδρα. Ο Ταχέρ τον καιρόν που γεμάτος χαράν
ήλπιζε να αποκριθή προς βοήθειάν του, έμεινε νεκρός ακούοντας να
ειπή του Κατή έτσι. Επειδή και εσύ, αφέντη, Κατή, ζητείς διά να
σου ειπώ την αλήθειαν, εγώ θέλω σου φανερώση το όλον. Ο δεύτερος
μου άνδρας υιός του Μασούδ, είνε ο κύριος της αγάπης μου, και σε
παρακαλώ μεγάλως, αυθέντη Κατή, ότι να προστάξης να μας αφήσουν
διά να πάμε εις άλλο σπήτι να κατοικήσωμεν με την ησυχίαν μας! Ω!
λέγει τότε ο Κριτής προς τον Ταχέρ, εσύ βλέπεις ότι ο Χουλάς
τίποτε δεν είπε ψεύματα· και εις τούτο άλλη εναντίωσις δεν είνε,
παρά πρέπει να τους αφήσετε να υπάγουν όπου θέλουν να κατοικήσουν
χωρίς καμμίαν αντίστασιν.
Τότε ο Ταχέρ σχεδόν ήθελε να σκάση από την χολήν του και από τον
θυμόν του· αλλά μην ημπορώντας να κάμη αλλέως από την απόφασιν του
Κατή, άφησε και εβγήκαν από το σπήτι του, μαζί με όλην την προίκα
που είχε φέρει η Δηλαρά εκεί, και επήγαν και εκάθησαν εις ένα άλλο
σπήτι, εις την πόρταν του οποίου ο Κατής έβαλε φύλακας διά να μη
φύγουν έως που να γυρίση το μετζίλι με τα βεβαιωτικά γράμματα διά
τον Κουλούφ. Αυτοί ευθύς αγόρασαν σκλάβους διά να τους δουλεύουν,
και άλλα χρειαζόμενα διά το σπήτι, όλα με έξοδα της Δηλαράς, και
αφού εβάλθηκαν εις τάξιν δεν εστοχάσθηκαν άλλο παρά να περνούν με
ηδονήν, και να χαίρωνται με μεγάλην αγαλλίασιν την ελευθερίαν τους
και την αγάπην τους, έως που να εύρουν τον καιρόν αρμόδιον διά να
φύγουν.
Ό,τι λογής επιμέλειαν έκαμεν ο Μουζαφέρ με τον υιόν του διά να
κρατήση κρυφήν αυτήν την υπόθεσιν, το συμβεβηκός του Χουλά έκαμε
τόσην ταραχήν εις όλην εκείνην την χώραν, που πολλοί άνθρωποι
ευγενικοί έτρεχαν από την περιέργειάν τους, διά να ιδούν αυτά τα
δύο υποκείμενα που η αγάπη τα είχε τόσον σφηκτά ανταμωμένα, και
από το πολύ πλήθος που έτρεχεν, ο Κουλούφ και η Δηλαρά δεν είχαν
ουδέ μίαν ώραν ησυχίαν. Μίαν ημέραν δε ανάμεσα με τους άλλους
εμπήκεν ένας άνθρωπος πολλά ευγενής, ο οποίος είπε πως ήτον
Οφφικιάλος του Βασιλέως· αυτός ωσάν έλαβε την περιέργειαν διά να
τους ιδή, με γενναιότητα τους επρόσφερεν από καλωσύνην του τον
εαυτόν του εις κάθε εκδούλευσίν τους και πρόσταγμα, και έκαμε
τόσον αυτός, που τους υποχρέωσε διά να τον πάρουν εις καλήν
υπόληψιν.
Βλέποντάς τον αυτοί τόσον φερμένον διά το καλόν τους και την
βοήθειάν τους, τον επαρακάλεσαν διά να σταθή με αυτούς εις το
γεύμα να τους κάμη συντροφιά, ο οποίος υπακούοντάς τους έμεινε,
και διά να τον κάμουν περισσότερον να γνωρίση το σέβας που εις
αυτόν έλαβαν, η Δηλαρά εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, εις τρόπον που
ο αρχηγός μένοντας εκστατικός διά την ωραιότητα της Δηλαράς,
εφώναξεν· α αγαπημένε μου Χουλά, δεν θαυμάζω καθόλου διά την
σταθερότητα που έδειξες εις τον Κατή, με δίκαιον μεγάλον το
έκαμες· και τελειώνοντας αυτά τα λόγια εκάθισαν εις την τράπεζαν,
και έφαγαν με πολλήν ευφροσύνην· αφού δε απόφαγαν και ήθελαν διά
να σηκωθούν, ήλθαν αιφνιδίως εις την ενθύμησιν του Κουλούφ τα
συμβάντα που τους ηκολούθησαν, και την κατάστασιν και κίνδυνον της
ζωής του εις τον οποίον ευρίσκονταν, στοχαζόμενος πως αδύνατον
ήταν να ημπορέσουν να φύγουν, καθώς ήλπιζαν, με το να είχαν από
κάθε μέρος φύλακας, όθεν άρχισε να κλαίη.
Ο Οφφικιάλος βλέποντάς τον να κλαίη έτσι, ηρώτησε το αίτιον, ο δε
Κουλούφ με αναστεναγμόν του απεκρίθη, λέγοντας· τι σε ωφελεί,
Αυθέντα μου, να μάθης το αίτιον; εγώ ενθυμήθηκα τα συμβεβηκότα μου
που επέρασα, και εκείνα που έχω να περάσω, και διά τούτο μου ήλθε
παράπονον και κλαίω. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως του λέγει·
αγαπημένε μου νέε, σε ορκίζω εις τον Προφήτην, να μου διηγήσης τα
συμβεβηκότα που σου ηκολούθησαν, και δεν το ζητώ διά περιέργειάν
μου να τα μάθω, μα γροικώ μίαν κλίσιν υπερβολικήν προς εσάς, διά
να σας βοηθήσω αν είναι τρόπος, και ελπίζω πως δεν θέλεις
μετανοήσει που μου τα εξεμυστηρεύθης· μίλησε λοιπόν με ελευθερίαν
και μη μου κρύψης τίποτε, διατί κατάλαμβάνω ότι είσαι ευγενικός
νέος, και επιθυμώ διά να σε βοηθήσω. Αυθέντη, απεκρίθη ο Κουλούφ,
η ιστορία μου είναι κομμάτι μακρυά· μα σαν επιθυμείς να την μάθης
θέλω σε ευχαριστήσει.
Τότε ο Κουλούφ του εδιηγήθη τα πάντα πολύ καθαρά, και του
εφανέρωσεν ότι δεν είνε υιός του Μασούδ, και πως έτρεξεν εις αυτό
το ψεύμα, διά να στερεώση την απόκτησιν της Δηλαράς· μα το ψεύμα,
ακολούθησεν αυτός, δεν έχει την στερεότητα που επιθυμώ, επειδή και
εστάλθηκαν μετζίλια εις την Κογέντα διά να εξετάσουν την αλήθειαν,
και εις τρεις ημέρες θέλει είνε εδώ το μετζίλι, και πρέπει να έβγη
εις το φως το ψεύδος μου, και ο Κατής με ένα θάνατον άσχημον
πρέπει να με παιδεύση· και ο θάνατος δεν με θλίβει τόσον, όσον με
θλίβει ο χωρισμός της αγαπημένης μου Δηλαράς.
Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτός έκανεν αυτήν την διήγησιν, η οποία
ήταν ανακατωμένη με δάκρυα και αναστεναγμούς, η Δηλαρά από το
μέρος της και αυτή εθρηνούσεν απαρηγόρητα, και έδειχνε πολλά
φανερά τον πόνον της και αι αισθήσεις της ήταν παρόμοιες με
εκείνες του Κουλούφ. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως δεν εθεωρούσε χωρίς
συντριμμόν της καρδίας του ετούτο το θέαμα· αγαπημένοι νυμφίοι,
είπεν, εγώ πολλά αισθάνομαι την θλίψιν σας· ήθελα αν ημπορούσα να
σας βοηθήσω, και να σας εβγάλω από τα βάσανα, μα εις το χέρι μου
δεν είνε, παρά εις του Ουρανού, και αν τον παρακαλέσητε με
θερμότητα, θέλει σας σπλαχνισθή, και σας χαροποιήση. Πρέπει να
ομολογήσω, είπε τότε η Δηλαρά, ότι εις τον κόσμον είνε άνθρωποι
πολλά παράξενοι· έρχονται να προσφέρουν την βοήθειάν τους,
παρακινούν με κάθε τρόπον διά να τους διηγηθούν τους πόνους τους
διά να συντρέξουν, ακούουν όλα τα περιστατικά με ακρίβειαν, και
αντίς να συντρέξουν, άλλο δεν λέγουν, παρά, να έχουν την ελπίδα
τους εις την άνωθεν πρόνοιαν, και να παρακινούν να έχουν υπομονήν,
και με αυτά εβγαίνουν. Ποίος δεν ήθελε πιστεύσει εις το να ιδή
τούτον τον άνθρωπον να έμπη με τόσην ζέσιν εις τα καμώματά μας,
και να μας εξετάξη με τρόπον που εστοχαζόμασθε διά να μας κάμη
κάποιαν βοήθειαν; και αυτός να μας αφήση εις την πρόνοιαν την
άνωθεν, χωρίς να μας δείξη άλλην περιποίησιν; α δεν πρέπει έτσι
εύκολα να ξεμυστηρευθή τις εις έναν που να μη τον γνωρίζη.
Κυρά μου, λέγει ο Κουλούφ, τι θέλεις να κάμη αυτός εις βοήθειάν
μας; ας ειπούμεν την αλήθειαν, αυτός φαίνεται να είνε ευγενικός
άνθρωπος, και υποψίαν δεν έχω που να μας φανερώση όσα του
εξεμυστηρευθήκαμεν· μα διά να μας βοηθήση είνε αδύνατον, διότι το
κακόν μας είνε μεγάλον, και διά τούτο είπε καλά να έχωμεν τας
ελπίδας μας εις την άνωθεν πρόνοιαν, διότι αυτή μόνη ημπορεί να
μας βοηθήση και να μας εβγάλη από τον κίνδυνον που ευρισκόμεθα.
Έστεκαν λοιπόν αυτοί οι δυστυχισμένοι νυμφίοι πολλά θλιμμένοι,
στοχαζόμενοι το τέλος που έμελλε να κάμουν, και απέρασαν εκείνες
τες ολίγες ημέρες κλαίοντες και παραπονούμενοι. Εστοχάσθηκαν ως
τόσον να εύρουν το μέσον διά να φύγουν, μα δεν εστάθη τρόπος,
επειδή και οι φύλακες ήταν πολλά πιστοί, όθεν εδόθηκαν εις την
υστερινήν απελπισίαν. Έφθασε το λοιπόν η διορία που το μετζίλι
έμελλε να έλθη από την Κογέντα, και αυτοί τότε εμπήκαν εις την
μεγαλύτερην θλίψιν και ευθύς που ήλθεν αυτή η φοβερά ημέρα, ο
Κουλούφ εσηκώθη από το κρεββάτι διά να οδεύση προς τον θάνατον.
Και θεωρώντας την γυναίκα του με μάτια γεμάτα από θλίψιν και
απελπισίαν, της είπε με φωνήν τρομασμένην. Εις τον Θεόν σε
απαρατώ, πηγαίνω να πληρώσω το γραπτόν μου, και να θυσιάσω τον
εαυτόν μου δι' εσένα, ω ωραιοτάτη Δηλαρά· ζήσε εις ειρήνην και
ενθυμήσου καμμίαν φοράν εκείνον που εθυσιάσθη δι' αγάπην σου. Α,
Κουλούφ, εφώναξεν η Δηλαρά γεμάτη από κλάματα, εσύ υπάγεις διά να
αποθάνης και εμένα με παρακινείς να ζήσω εις ειρήνην; σκληρέ, εσύ
λοιπόν θέλεις οι ημέρες μου να είναι θλιβερές και ανυπόφερτες·
όχι, όχι, θέλω να σε συντροφεύσω, και να κατεβώ μαζί σου εις τον
άδην· δεν θέλω ο Ταχέρ, ο μισημένος Ταχέρ, να χαρή τον θάνατόν
σου· θέλω κάμει να γνωρίση ο κόσμος, ότι προτιμώ καλύτερα να
αποθάνω μετ' εσένα, παρά να ζήσω με τον Ταχέρ.