Μίαν ημέραν ήκουσεν ότι ο βασιλεύς Καπαλκάμ ετοιμάζετο διά να

πηγαίνη με μεγάλον στράτευμα εναντίον δύο γειτόνων του βασιλέων

που ήρχονταν διά να του πάρουν τους τόπους του. Επήγε να προσφέρη

την δούλεψίν του προς τον Βασιλέα, ο οποίος τον έβαλεν εις τον

αριθμόν των στρατιωτών του. Αυτός ο νέος εφέρθη με τόσην ανδρείαν

εις αυτόν τον πόλεμον, που σχεδόν από τες νίκες που έκαμεν

εκατατροπώθηκαν οι εχθροί του Βασιλέως. Έλαβε λοιπόν μεγάλες τιμές

από τον βασιλέα, και τον επαίνεσαν όλοι οι αρχηγοί· και περιπλέον

έλαβε και την επίσκεψιν του Μουγγάρ, υιού του Βασιλέως. Μα έως εδώ

δεν εστάθη η φήμη του επειδή και παύοντας αυτός ο πόλεμος,

εσηκώθησαν άλλοι δύο Βασιλείς εναντίον του Καπαλκάμ. Όθεν αυτός ο

Βασιλεύς εγύρισε τα άρματά του εναντίον αυτών των νέων εχθρών και

τότε πάλιν ο υιός του Αμπτουλά έδειξε και εις αυτόν τον πόλεμον

περισσοτέραν ανδρείαν από τον άλλον. Αυτή η δευτέρα φήμη, τον

έκαμε να έμπη καθολικά εις την χάριν του Μουγγάρ Βασιλοπούλου,

τόσον που δεν τον άφινεν από κοντά του, και από ημέραν εις ημέραν

ηύξανεν η αγάπη του προς αυτόν· όθεν εις ολίγον διάστημα καιρού, ο

Κουλούφ έγινεν ο μυστικός του. Ύστερον δε από ολίγον καιρόν,

απέθανεν ο Καπαλκάμ, και ο υιός του ανέβη εις τον θρόνον, και

ευθύς που εκηρύχθη Βασιλεύς επλούτηνε τον Κουλούφ από αξίες και

τιμές και τον έκαμε πρώτον του συμβουλάτορα.

Ο Κουλούφ βλέποντας ότι τα πράγματά του άλλαξαν μορφήν, και ότι

δεν ευρέθη περισσότερον ευτυχισμένος ωσάν τότε, είπε με τον εαυτόν

του· κάνει χρεία να πιστεύση κάνεις βεβαίως ότι όλα τα συμβεβηκότα

της ζωής μας είναι γραμμένα εις τον ουρανόν. Οπόταν εζούσα εις την

Δαμασκόν εν ταις τρυφαίς, ελόγιαζα ποτέ πως θέλω έλθει εις

δυστυχίαν; και ερχόμενος εδώ εις Καρακορτάμ ημπορούσα ποτέ να

ελπίσω να γένω εκείνος που είμαι; όχι βέβαια· όλες οι ευτυχίες μας

και οι δυστυχίες μας κρέμονται από θέλησιν ανωτέραν. Ας ζήσωμεν το

λοιπόν κατά πως μας αρέσει, και ας αναμένωμεν τα της τύχης, που

δεν ημπορούμεν να αποφύγωμεν. Εις τούτον τον τρόπον στοχαζόμενος ο

Κουλούφ, κατά πως εστοχάσθηκεν, έτσι ακολουθούσε την θέλησίν του

χωρίς εναντίωσιν.

&Ιστορία της ωραίας Δηλαράς&

Μίαν ημέραν βγαίνοντας ο Κουλούφ από το παλάτι, συναπαντά μίαν

γυναίκα γραίαν σκεπασμένην με ένα πανί της Ινδίας και ο γύρος του

πανιού ήτον κεντημένος με χρυσίον και ρουμπίνια· είχεν αυτή μία

αρμαθιά μαργαριτάρια εις το ένα χέρι, και εις το άλλο ένα

δεκανίκι, και πέντε σκλάβες σκεπασμένες και αυτές, και την

εσυντρόφευαν. Επλησίασεν αυτός προς την γραίαν και την ερωτά, αν

οι σκλάβες ήτον διά πούλημα. Ναι, είπεν η γραία· μα ετούτες, με

όλον που είναι εύμορφες, δεν είναι διά λόγου σου αλλ' επειδή σε

βλέπω πως είσαι ένας ευγενής άνθρωπος, επιθυμώ να σε κάμω να

διαλέξης, την πλέον ωραίαν που να σου αρέση, από άλλες που έχω εις

το σπήτι μου, και αν θέλης έλα κοντά μου διά να τις ιδής. Λέγοντας

έτσι εκίνησαν μαζί με τον Κουλούφ διά να πηγαίνουν. Φθάνοντας δε

εμπρός εις ένα μετζίτι, η γραία του λέγει· καρτέρει με εδώ, ω

αυθέντη, έως να γυρίσω. Απέρασεν έως μία ώρα, και ιδού που βλέπει

την γραίαν με μίαν κόρην που είχε ένα μποχτζέ, εις τον οποίον

είχεν ένα πανί και ένα φερετζέ με τα οποία ένδυσε τον Κουλούφ

λέγοντάς του· αυθέντη, ημείς είμασθε υποκείμενα τιμημένα και από

καλό γένος, και δεν είνε τίμιον ένας ξένος να έμπη εις το σπήτι

μας, και διά τούτο σε ενδύω γυναίκια, διά να μη γνωρισθής. Ο δε

Κουλούφ δεν ωμίλησεν, αλλά ηκολούθησε την γραίαν, η οποία τον

έφερεν εις ένα μεγάλο παλάτι αγνώριστο, εις το οποίον εμβαίνοντας

έβλεπεν ότι τα όσα του επαρουσιάζονταν εις τα μάτια του είχαν μίαν

υπερβολικήν μεγαλοπρέπειαν και μεγαλειότητα, αφού όμως επέρασαν

μίαν μεγάλην αυλήν που ήτον πατωμένη με πλάκες από δίασπρον,

έφθασαν εις μίαν σάλαν μιας υπερβολικής μεγαλειότητος, εις το

μέσον της οποίας ήτον μία λεκάνη πορφυρά γεμάτη νερό, και μέσα εις

αυτήν έπλεγαν διάφορα ψάρια με βούλλες χρυσές· και εις το

αναμεταξύ που αυτός εστοχάζονταν τα ψάρια με θαυμασμό, βλέπει να

πλησιάζη προς αυτόν μία Κυρά πολλά νέα με χαροποιόν πρόσωπον, και

αφού τον επροσκύνησε, τον επήρεν από το χέρι και τον έβαλε να

καθίση επάνω εις μίαν χρυσήν μαξιλάραν και όταν εκάθισεν, αυτή

έλαβε την επιμέλειαν διά να του σφουγγίση το πρόσωπον που ήτον

ιδρωμένον, με ένα ψιλό μαντύλι, και κάνοντάς του ετούτην την

δούλευσιν εχαμογελούσε, και του έδινε ματιές από τες οποίες πολλά

γλήγορα έμεινε τετρωμένος.

Τον καιρόν που αυτός την εύρισκε πολλά της αρεσκείας του και

αποφάσισε διά να την αγοράση να που μία άλλη νέα, της οποίας τα

ξανθά μαλλιά εκυματούσαν επάνω εις τες πλάτες της, και μάλιστα

ήτον πλέον ωραία από την πρώτην, η οποία ήρχονταν προς αυτόν. Αυτή

επλησίαζε με μίαν νοστιμάδα ευγενικήν προς τον Κουλούφ, του οποίου

επήρε το χέρι και το εφίλησε, και ύστερον ετοίμαζε διά να του

πλύνη τα ποδάρια εις μίαν λεκάνην χρυσήν. Αυτός δεν ηθέλησε να

υπακούση, και όντας εκστατικός διά την ωραιότητά της, εσηκώθη διά

να πέση εις τα γόνατά της με την απόφασιν διά να την αγοράση· μα

έξαφνα έμεινεν ακίνητος, ωσάν ένας που χάνει τες αισθησές του, εις

το να ιδή είκοσι άλλες νέες την μίαν ωραιότερην από την άλλην.

Αυτές εσυντρόφευαν μίαν κυράν νεαράς ηλικίας, ακόμη πλέον ωραίαν

και πλουσιώτερον φορεμένην από τες άλλες και εφαίνονταν ότι αυτή

θα ήτον η κυρά τους. Ο δε Κουλούφ επίστευσε πως βλέπει την σελήνην

τριγυρισμένην από τους αστέρας και εις την θεωρίαν της θαυμασίας

εκείνης ωραιότητος έπεσε λιγοθυμημένος. Οι σκλάβες έτρεξαν ευθύς

όλες να τον συντρέξουν και κάνοντάς του να επανέλθη εις τον εαυτόν

του, η κυρά που του επροξένησε τούτο, έτσι του ωμίλησε· καλώς μας

ήλθες, ευγενικέ νέε. Ο Κουλούφ αφού την επροσκύνησεν, έβγαλε από

την καρδιά του ένα βαθύτατον στεναγμόν. Έπειτα οι σκλάβες τον

έβαλαν και εκάθισεν εις ένα θρονί και ευθύς του έφεραν ένα

εξαίρετον σερμπίτι, εις κούπες χρυσές κεκοσμημένες με πετράδια, το

οποίον το έπιε μαζί με την Κυράν. Αυτή βλέποντας το μελαγχολικόν

του πρόσωπον, και συγχυσμένον, που σχεδόν δεν ημπορούσε να προφέρη

ένα λόγον, του λέγει· από τι προέρχεται η σύγχυσίς σου που σε

κυριεύει και η μελαγχολία που φαίνεται εις τους οφθαλμούς σου;

μήπως και είσαι βαρεμένος εις το να ευρίσκεσαι εις την συντροφιά

μας με το να μη σου αρέση. Α, ωραιοτάτη Κυρά, της απεκρίθη,

κυττάζοντας την με ένα βλέμμα ερωτικόν· Παύσε, σε παρακαλώ, παύσε

να με πειράζης· πολλά καλά ηξεύρεις, ότι δεν ημπορούν να θεωρηθούν

χωρίς βλάψιμον οι χάριτες σου· είμαι, σου το ομολογώ, έξω από τον

εαυτόν μου· μία σύγχυσις, που εγώ δεν ημπορώ να την καταλάβω,

κυριεύει όλα τα πνεύματα, και με κάνει να στέκω με τούτον τον

τρόπον μελαγχολικός. Στάσου με καλήν καρδίαν, τον αντίκοψεν η

Κυρά, και στοχάσου πως εδώ ήλθες διά να αγοράσης μίαν σκλάβαν. Ας

υπάμεν το λοιπόν όλοι μαζί να καθήσωμεν εις το τραπέζι, και ελπίζω

η συντροφιά μας να σε χαροποιήση.

Λέγοντας έτσι εκείνη επήρε τον Κουλούφ από το χέρι και τον έφερεν

εις μίαν σάλαν και εκεί εκάθησαν όλες εις μίαν μακράν τράπεζαν, η

οποία ήτον γεμάτη από πολυποίκιλα και νόστιμα φαγητά και πιοτά.

Και αφού έφαγαν και έπιαν, εσηκώθηκαν οι σκλάβες από την τράπεζαν

και άλλες επήραν και ελαλούσαν διάφορα όργανα, και άλλες

ετραγουδούσαν με αγγελικές φωνές, και άλλες εχόρευαν διαφόρους

χορούς. Παύοντας αυτές επήρεν η κυρά ένα τζιβούρι και το ελαλούσε,

τραγουδώντας με μίαν φωνήν τόσον γλυκείαν και ωραίαν, που

υπερέβαινε τα ίδια αηδόνια.

Ο Κουλούφ ακούοντάς την αγγελικήν της φωνήν και το εύμορφον λάλημά

της, δεν ημπόρεσε πλέον να υποφέρη την φλόγα του έρωτος. Κυρά μου,

εφώναξεν, εσύ μου εσήκωσες τον λογισμόν μου, εγώ δεν ημπορώ να

υποφέρω τες σαϊτιές που μου δίνεις· δος μου άδειαν να ημπορέσω να

σου φιλήσω το χέρι, και να βάλλω το κεφάλι μου υποκάτω εις τους

πόδας σου. Έτσι λέγοντας ετούτος ο ταλαίπωρος αγαπητικός, έπεσε

κατά γης, ωσάν ένας που είνε έξω του εαυτού του, και παίρνοντας το

χέρι της κυράς το εφίλησε με πολλήν τρυφερότητα. Μα εκείνη η

γλυκυτάτη νέα θυμωμένη διά την τόλμην του, τον άμπωσε με αγριότητα

και του είπεν· όποιος και αν είσαι, στάσου, και μη ξεπηδάς τα όρια

της σωφροσύνης· εγώ είμαι μία θυγατέρα ευγενής· είναι μάταιον εσύ

να επιθυμήσης να με αποκτήσης, επειδή και δεν ηξεύρεις να με

απολαύσης, διά το οποίον δεν θέλεις με ιδεί πλέον. Με τούτα τα

λόγια, αυτή ετραβήχθη ομού με τες άλλες νέες που την εσυντρόφευαν

και έμεινεν εκεί αυτός μόνος.

Ο Κουλούφ έμεινε πολλά θλιμμένος, που επροξένησε της κυράς που

αγαπούσε δυσαρέσκειαν, και έστεκεν εκεί εις την σάλαν

περικυκλωμένος από χιλίους στοχασμούς. Τότε ήλθε προς αυτόν η

γραία που τον είχε φέρει εκεί και του είπε· δεν έπρεπε να φερθής

με τέτοιον τρόπον εις την κυράν και με όλον που εγώ σου έδωκα να

καταλάβης πως ήταν σκλάβες, εσύ έπρεπε να στοχασθής από την

μεγαλοπρέπειαν του παλατίου, και από τα πλούσια φορέματα που ήτον

στολισμένη, ότι ήταν άλλα υποκείμενα· αυτή το λοιπόν η κυρά που

την επρόσβαλες είνε θυγατέρα ενός από τους πρώτους της αυλής του

βασιλέως. Η ομιλία της γραίας αβγάτισεν όχι μόνον την αγάπην του

Κουλούφ, αλλά και την θλίψιν του ακόμη εις το να μην εφέρθη

τακτικώς με αυτήν, και ήτον σαστισμένος διά να την ξαναϊδή.

Τότε η κυρά, πλέον καλύτερα ενδεδυμένη με διαφορετικά φορέματα,

έρχεται εις την σάλαν με τες άλλες νέες, και άρχισε να γελά

βλέποντάς τον Κουλούφ μεγαγχολικόν και σκυθρωπόν. Εγώ λογιάζω, του

λέγει ότι εμετανόησες διά το λάθος που έκαμες, και θέλω να σε

συμπαθήσω, με συμφωνίαν ότι εις το ερχόμενον να είσαι πλέον

τακτικός, και να μου φανερώσης και ποίος είσαι. Καθώς αυτός δεν

επιθυμούσεν άλλο παρά να ξαναφιλιωθή με αυτήν την ευγενικήν κυράν,

έτσι δίχως δισταγμόν της εφανέρωσε πως ονομάζετο Καλούφ, και ήτον

μυστικός του βασιλέως.

Κύριε, τότε του απεκρίθη, είνε καιρός που η φήμη σου ήλθεν εις τα

αυτιά μου, αγροίκησα πως εσύ είσαι ο πλέον αγαπημένος του

βασιλέως· όθεν είχα επιθυμίαν πολλήν διά να σε ιδώ· χαίρομαι το

λοιπόν που σήμερον έλαβα τούτην την ευχαρίστησιν· ας ακολουθήσωμεν

το λοιπόν τα λαλούμενα και τους χορούς μας, είπε προς τες νέες,

και, ας κάμωμε κάθε δυνατόν διά να δώσωμεν χαροποίησιν τούτου του

ξένου. Όλες οι νέες εξανάρχισαν να χορεύουν, να λαλούν, και να

κάνουν κάθε λογής παιχνίδια, έως που ήλθεν η νύκτα. Και αφού

ενύκτωσεν άναψαν διάφορα κηρία και λαμπάδες και εις το αναμεταξύ

που ετοίμαζαν το δείπνον, η κυρά και ο Κουλούφ ευρίσκονταν μαζί,

και εσυνομιλούσαν διάφορες υποθέσεις του βασιλέως· και ανάμεσα εις

τες άλλες η κυρά τον εξέταζεν αν αυτός ο βασιλεύς είχεν εύμορφες

σκλάβες. Ναι, ω κυρά, είπεν ο Κουλούφ αυτός έχει πολλά ωραίες

σκλάβες, και διά τώρα, αγαπά μίαν που ονομάζεται Γουλαδάμ· ετούτη

είνε μία νέα πολλά ωραία, και ήθελα ειπεί πως αυτή θα ήτον η πλέον

εύμορφη που ευρίσκεται στον κόσμον, ανίσως και δεν ήθελα ιδεί

εσένα· επειδή και το κάλλος σου υπερβαίνει κατά πολλά εκείνης, και

δεν ημπορεί με κανένα τρόπον να παρομοιασθή με εσένα.

Ετούτα τα κολακευτικά λόγια δεν εκακοφάνηκαν της Δηλαράς (έτσι

ωνομάζετο αυτή η κυρά)· η οποία ήτον θυγατέρα του Βαρούκ, μεγάλου

αυθέντου της Καραΐτης, ο οποίος τότε δεν ευρίσκονταν εκεί, με το

να είχε πάγει από μέρος του Βασιλέως του διά να συγχαρή τον Ουσβάκ

Χαν, που ανέβη εις τον θρόνον της Ταρταρίας· και εις αυτό το

διάστημα που αυτός έλειπεν, η Δηλαρά έκλινε να φέρη από καμμίαν

φοράν ένα νέον εις το σπήτι της διά να μετεωρισθή, και να περάση ο

καιρός της· μα έστεκε μ' όλον τούτο πολύ εις τα εδικά της, οπόταν

ήθελεν επεικάσει κανένα που να της ήθελε χάσει το σέβας. Έμεινε

λοιπόν αυτή πολλά ευχαριστημένη εις το να ακούση τον Κουλούφ ότι

αυτή υπερέβαινεν εις την ευμορφιάν την αγαπητικήν του Βασιλέως,

και τούτος ο έπαινος την έκαμε πλέον ζωντανήν και χαροποιάν· όθεν

τον καιρόν του δείπνου είπε πολλά πράγματα νόστιμα, και ετελείωσε

με το πνεύμα της εις το να ανάψη του Κουλούφ την φλόγα του έρωτος

προς αυτήν.

Ο Κουλούφ το λοιπόν οπόταν ήλθεν ο καιρός διά να αναχωρήση, εστάθη

έμπροσθεν της Δηλαράς και της είπεν· αν εγώ ήθελα σταθή μαζί σου

εκατόν χρόνους, ήθελε μου φανή να μην εστάθην μίαν στιγμήν μα ό,τι

λογής και αν ήθελε ήτον η ευχαρίστησίς μου, κάνει χρεία να σε

απαρατήσω διά να αναπαυθής· αύριον αν ορίσης και είναι με το

θέλημά σου θέλω ξαναέλθη. Εγώ σου δίδω το θέλημα, απεκρίθη εκείνη·

εσύ πρέπει το βράδυ να ευρεθής εις την ιδίαν πόρταν του μετσινίου,

και θέλω κάμει να σε φέρουν εδώ. Ετούτο λέγοντας ο Κουλούφ,

ευχαριστώντάς την, εβγήκεν από το παλάτι.

Φθάνοντας εις την κατοικίαν του, όλην την νύκτα δεν έκλεισε μάτι

στοχαζόμενος το κάλλος της Δηλαράς, και τα όσα είδεν εκείνην την

ημέραν. Το ταχύ που εσηκώθη ευθύς επήγεν εις τον Βασιλέα. Ε, πόθεν

έρχεσαι, ω Κουλούφ, του είπεν ο Βασιλεύς, ευθύς που τον είδε· τι

εγίνηκες εχθές, και δεν εφάνης καθόλου προς εμένα; Αυθέντα, του

απεκρίθη ο Κουλούφ, οπόταν η βασιλεία σου θέλει μάθει τα όσα μου

εσυνέβηκαν, θέλει με συμπαθήσει που δεν ήλθα· και τον ίδιον καιρόν

του εδιηγήθη τα όσα του ηκολούθησαν· είναι αδύνατον, του είπεν ο

Βασιλεύς, τούτη η Κυρά να είναι τόσον ωραία, καθώς μου διηγάσαι·

εσύ μου μιλείς με τόσην ζωντανωσύνην, που με κάνει να μην το

πιστεύω. Αυθέντη, εξαναείπεν ο Κουλούφ, κοντολογής είναι τόσον

ωραία που σχεδόν ο πλέον περίφημος ζωγράφος ημπορεί να αμφιβάλη

διά να την παρομοιάση με το κονδύλι· ω, τούτο είναι παρά πολύ, του

είπεν ο Βασιλεύς· εσύ με κάνεις να μου έλθη επιθυμία διά να την

ιδώ, και θέλω χωρίς άλλο τούτην την νύκτα να έλθω μαζί σου, οπόταν

έχη να πας.

Η περιέργεια του νέου Βασιλέως έθλιψε τον Κουλούφ· μα αυθέντη, του

είπεν με τι τρόπον εγώ ημπορώ να σε κάμω να έλθης μαζί μου εις

αυτήν· και τι να της ειπώ το πώς και ποίος είσαι; Εγώ θέλω ενδυθή,

λέγει ο Βασιλεύς, με φορέματα ενός σκλάβου, και θέλω απεράση διά

σκλάβος σου, και σαν έλθω εκεί, θέλω σταθή εις καμμίαν αγκωνήν διά

να ιδώ τα πάντα. Ο Κουλούφ δεν ετόλμησε να εναντιωθή του αυθεντός

του, ο οποίος ενδυνόμενος με το φόρεμα του σκλάβου, προς το βράδυ

επήγαν εις την πόρταν του μιτζιτιού. Δεν επέρασε πολύ, και είδαν

την γραίαν που ήλθεν, η οποία είπεν· τον σκλάβον δεν κάνει χρεία

να τον πάρης, απαραίτησέ τον και έλα μόνος σου. Ακριβή μου μητέρα,

είπεν ο Κουλούφ, σε παρακαλώ να αφήσης ετούτος ο σκλάβος να έλθη

μαζί μας· επειδή και είναι ένας πολλά επιτήδειος νέος, ο οποίος

τραγουδεί πολλά εύμορφα, κάνει στίχους αιφνιδίως, και άλλα πολλά

νόστιμα πράγματα, και της Κυράς σου δεν θέλει της κακοφανή ωσάν

τον ιδεί. Η γερόντισσα δεν ωμίλησεν άλλο, παρά τους επήρε, και

τους έφερεν εις το παλάτι της Κυράς.

Αυτή βλέποντάς τον σκλάβον, ηρώτησε τον Κουλούφ, διατί έφερεν

αυτόν τον σκλάβον μαζί του· ο δε της είπε πως ετούτος ο σκλάβος

είναι πολλά μέτωρος, μπουφόνος, ήγουν τζουτζές, λαλεί ευμορφότατα

το κύμβαλον, τραγουδεί εξαίσια, και κάνει και τον ποιητήν· ελπίζω

το λοιπόν πως θέλει σας δώσει ηδονήν. Ωσάν είναι έτσι, απεκρίθη η

Κυρά, καλώς ήλθε· μα, φίλε, λέγει προς τον σκλάβον, κύτταξε να

είσαι τακτικός με τες νέες μου, διά να μην το μετανοήσης. Ο

Βασιλεύς βλέποντας τον εαυτόν του ότι ήτο υπόχρεως διά να κάμη τον

μπουφόνον, άρχισε να χορατεύη, και τόσον καλά εφέρθη, που η Κυρά

είπε του Κουλούφ· κατά αλήθειαν εσύ έχεις ένα δουλευτήν πολλά

μέτωρον, και ελπίζω απόψε να μας χαροποιήση. Επειδή και έχει την

τύχην λέγει ο Κουλούφ, διά να είναι της αρεσκείας σου, δεν είναι

πλέον ιδικός μου, αλλά ιδικός σου, Κυρά μου.

Εκεί που έτσι ωμιλούσαν, ήλθε μία σκλάβα και έδωκε είδησιν, ότι ο

δείπνος ήτον έτοιμος. Η Κυρά και ο Κουλούφ εκάθησαν εις την

τράπεζαν, και ο σκλάβος έστεκεν ορθός· και καθώς ο σκλάβος έδιδεν

ευχαρίστησιν της Δηλαράς με τα μέτωρά του, εζήτησε θέλημα από τον

αγαπημένον της, διά να τον βάλη να καθήση εις την τράπεζαν με

αυτούς. Ο Κουλούφ αφού και έκαμε κάποιες εναντίωσες, τον

επρόσταξεν και εκάθησεν ανάμεσόν τους, και άρχισαν διά να φαν.

Φέροντας το κρασί, η Δηλαρά εγέμισεν ένα ποτήρι, και το δίδει του

σκλάβου, έπειτα του λέγει· πίε εις υγείαν μου. Ο βασιλεύς φιλώντας

το χέρι της, που εκρατούσε το ποτήρι, το επήρε και το έπιεν εις

υγείαν της. Η Δηλαρά γεμίζοντας άλλο ένα ποτήρι, λέγει προς τον

Κουλούφ διά να τον πειράξη· το πίνω ετούτο εις την υγείαν εκείνης

που αγαπάς, ήγουν της ωραίας Γουλεδάμ, αγαπητικής του βασιλέως

σου. Κυρά, απεκρίθη ο Κουλούφ, με το πρόσωπον όλον κόκκινον, μη

γένοιτο, ότι εγώ να λάβω τόσην τόλμην να υψώσω τους στοχασμούς μου

εις την αγαπητικήν του Βασιλέως μου. Φυλάττω διά τούτο μίαν άκραν

ευλάβειαν προς αυτόν. Ας είνε, εσύ θέλεις να αποσκεπασθής,

απεκρίθη η Δηλαρά γελώντας· εγώ ενθυμούμαι ότι εχθές μου ωμίλησες

με ένα τρόπον που σε έδειχνε πολλά φερμένον προς αυτήν και πως

κάποιες φορές απερνάτε τον καιρόν με αυτήν χωρίς να το ηξεύρη ο

βασιλεύς. Αυτός εις τούτα τα λόγια, τα οποία εγνώριζε το τι

ημπορούσαν να προξενήσουν, αντραλώθη μεγάλως, και είπε· σε

παρακαλώ, Κυρά μου, άφησε αυτά τα μετωρίσματα επάνω εις ετούτην

την υπόθεσιν, επειδή και εγώ δεν έλαβα ποτέ καμμίαν συναναστροφήν

με αυτήν, αλλ' ούτε ποσώς την τόλμην, να μιλήσω με αυτόν τον

τρόπον δι' αυτήν.

Η αντράλωσις που ο Κουλούφ έλαβε δι' αυτά τα λόγια, έδωσαν αιτίαν

της Δηλαράς να γελάση μεγάλως· μα ως τόσον του Βασιλέως του εμπήκε

καρφί εις την καρδίαν διά ταύτην την υπόθεσιν μα ως φρόνιμος που

ήτον, εκαμώνονταν πως δεν ακούει, και ακολούθησε να μετωρίζεται

και να πίνουν και οι τρεις. Και ως τόσον ο Βασιλεύς από ολίγον

ολίγον ανάπτοντας από το κρασί, αλησμόνησε που έκανε τον σκλάβον,

και άρχισε να λέγη της Δηλαράς. Κυρά μου, κάμε μου την χάριν,

τραγούδησέ μου κανένα τραγούδι εύμορφον από εκείνα που ηξεύρεις.

Η Δηλαρά διά να τον ευχαριστήση ωσάν που απερνούσε διά μπουφόνος,

επήρεν ένα τζιβούρι και το ελάλησε, συντροφιασμένον με την φωνήν

της, που εφαίνονταν να ήτον αγγελική.

Ο Βασιλεύς που δεν είχεν ακούσει ακόμη τινά να τραγουδήση έτσι

νόστιμα και γλυκά, ομοίως και να λαλήση με τόσην τελειότητα, του

άρεσε τόσον, που μη ενθυμώντας πλέον πως έκανε τον σκλάβον,

εφώναξεν από την ηδονήν του. Εσύ, Κυρά μου, με κάνεις να υπάγω εις

έκστασιν. Ο Ισαάκ, πρώτος μου τραγουδιστής, ωνομασμένος εις

διάφορα βασίλεια διά την φωνήν του, δεν είναι αρκετός να σε φθάση.

Ο Κουλούφ έμεινεν ωσάν νεκρός διά την φανέρωσίν του· και η Δηλαρά

γνωρίζοντας από τούτα τα λόγια ότι ο νομιζόμενος σκλάβος ήτον ο

ίδιος ο βασιλεύς, εσηκώθη ευθύς από τον τόπον της, και έτρεξε διά

να χαλέψη ένα μπούλωμα διά να σκεπάση το πρόσωπόν της. Α, ημείς

είμασθε χαμένες, λέγει με χαμηλήν φωνήν προς τες άλλες νέες.

Εκείνος δεν είναι σκλάβος, αλλά είναι ο ίδιος ο βασιλεύς. Ετούτο

λέγοντας εγύρισε σκεπασμένη να εύρη τον βασιλέα, και δεν

αποκοτούσε διά να καθήση πλέον κοντά του. Κάθησε, κυρά, της λέγει

αυτός, σ' εμένα πρέπει θα σταθώ ορθός εις την επιφάνειάν σου.

Η Κυρά εδόθη εις ένα πικρόν κλαύσιμον, και πέφτοντας εις τους

πόδας του τού εζητούσε συμπάθειαν αν έσφαλε μη γνωρίζοντάς τον. Ο

βασιλεύς σηκώνοντάς την της είπε, να μην φοβάσαι τίποτα· και

έπειτα την ερώτησε το ποία ήτον, και αυτή εν συντομία του επλήρωσε

την περιέργειαν· και ύστερον που έμαθε το ποία ήτον, επήρε τον

Κουλούφ, και μισεύοντας από εκεί εγύρισαν εις το παλάτι του.

Τα αστεία μετωρίσματα, που έκαμεν η Δηλαρά προς τον Κουλούφ, επάνω

εις την Γολεδάμ, αγαπητικήν του βασιλέως, επροξένησαν κακά

αποτελέσματα. Ο βασιλεύς πιστεύοντας από τα λόγια της Δηλαράς, ότι

αναμέσον της αγαπητικής του και του Κουλούφ απερνούσεν αληθώς

ανταπόκρισις αγάπης, χωρίς να κάμη καμμίαν εξέτασιν διά να

ξεσκεπάση την αλήθειαν, επρόσταξε το ταχύ ο Κουλούφ να μη τολμήση

να έλθη πλέον έμπροσθέν του και ότι εις διορίαν δώδεκα ωρών να

μισεύση από το βασίλειόν του.

Ο ταλαίπωρος αγαπημένος του βασιλέως, θλιμμένος διά την νέαν του

δυστυχίαν και ηξεύροντας ότι ήτον ανεύθυνος, επάσχισε διά να εύρη

το μέσον προς τον βασιλέα διά να δικαιολογηθή, μα εστάθη αδύνατον.

Τότε έκλινε με υπομονήν εις το ριζικόν του· επήκουσε την προσταγήν

την βασιλικήν, και συντροφιαζόμενος με ένα κερβάνι που επήγαινεν

εις την Ταρταρίαν, επήγε με αυτό εις την Σαμαρκάντα, και έμεινε με

μεγαλοψυχίαν αφιερωμένος εις εκείνο που ο ουρανός του είχε

αποφασισμένον και μην στοχαζόμενος πλέον την περασμένην του

ευτυχίαν, ωσάν που τα πράγματα του κόσμου δεν έχουν ποτέ μίαν

στάσιν, ευρίσκονταν εις τελείαν ησυχίαν, ευφραινόμενος έως που

είχε δηνάρια, και τελειώνοντάς τα επήγε και εστάθη εις την πόρταν

ενός μετζιτίου διά να ζητά ελεημοσύνην.

Ο Ιμάμης του μετζιτίου βλέποντάς τον μίαν ημέραν τον εξέταξεν

επάνω εις την θρησκείαν, και ευρίσκοντάς τον ότι ήτο Μουσουλμάνος,

του εδιώρισε δύο ψωμιά την ημέραν, με τα οποία αυτός εζούσε πολλά

ευχαριστημένος. Τυχαίνει μίαν ημέραν ένας πραγματευτής

ονομαζόμενος Μουζαφέρ, πηγαινάμενος εις το Μετζίτι, έρριξε τα

μάτια του επάνω εις τον Κουλούφ, και τον έκραξε και τον ερώτησε

λέγοντάς του· νέε, πες μου, από τι τόπον είσαι και διατί τέλος

ήλθες εις ετούτην την χώραν; Αυθέντη, του απεκρίθη ο Κουλούφ, εγώ

είμαι από την Δαμασκόν, και ταξειδεύοντάς με διάφορες πραγματείες

διά την Ταρταρίαν, ολίγον ξέμακρα από την Σαμαρκάντα, με απήντησαν

κλέπται, οι οποίοι μου εσκότωσαν τους ανθρώπους και μου επήραν το

ό,τι είχα, και έμεινα καθώς με βλέπεις.

Ο Μουζαφέρ αφού και τον αφηκράσθη, τον επίστευσε και του είπε· μη

θλίβεσαι, ότι οι ευτυχίες είνε συντροφιασμένες με τες δυστυχίες·

εσύ ημπορείς να εύρης εδώ τον τρόπον διά να χαροποιηθής· σήκου και

ακολούθει μοι έως το σπήτι μου. Ο Κουλούφ με προθυμίαν τον

ακολούθησεν, ο οποίος ερχόμενος εις το σπήτι του Μουζαφέρ

εκατάλαβεν ότι ήτον ένας υπέρπλουτος πραγματευτής. Ο Μουζαφέρ αφού

και του έκαμε μεγάλες δεξίωσες, ιδού και έρχεται ένας Χότζας και

τον πιάνει από το χέρι, και του λέγει. Νέε αγαπημένε μου, ο

Μουζαφέρ, νοικοκύρης ετούτου του σπητιού, έχει μίαν καλήν γνώμην

επάνω εις εσένα, διά την οποίαν ζητά μίαν γλήγορην αποτέλεσιν, η

οποία θέλει σε ωφελήσει μεγάλως εις την κατάστασιν που είσαι.

Εσύ θέλεις ηξεύρει, ότι αυτός έχει ένα μοναχόν υιόν ονόματι

Ταχέρ, μιας φύσεως πολλά θυμώδους, ο οποίος έχει ολίγον καιρόν που

εστέφθη μίαν θυγατέρα ενός μεγάλου αυθέντου ξένου· αυτός όντας

φυσικά θυμώδης, ωνείδισε μίαν ημέραν διά κάποιον σφάλμα την

γυναίκα του· αυτή του ανταποκρίθη εις τον θυμόν του με λόγια με

οργήν και με καταφρόνεσιν, τα οποία εθύμωσαν τόσον τον Ταχέρ, που

την εχώρισεν· αυτός ύστερον από ολίγον εμετανόησεν επειδή και

εκείνη ήτον μία ωραία νέα, και την ηγάπα πολλά· μα είναι οι νόμοι

που δεν του δίδουν θέλημα διά να την ξαναπάρη, ανίσως και ένας

άλλος άνθρωπος πρώτον δεν την ήθελε στεφανωθή, και ύστερον να την

χωρίση. Ετούτη είναι η αιτία διά την οποίαν ο Μουζαφέρ επιθυμεί

ότι σήμερον να την στεφανωθής, και απερνώντας την νύκτα με αυτήν,

το ταχύ να την χωρίσης διά να την ξαναλάβη ο υιός του· και δι'

αυτό σου τάσσει να σου δώση πενήντα φλωριά· θέλεις λοιπόν να του

κάμης αυτήν την χάριν; Μετά πάσης χαράς, απεκρίθη ο Κουλούφ, είμαι

πολλά έτοιμος διά να τον δουλεύσω.

Ήξευρε το λοιπόν ακόμη, ακολούθησεν ο Χότζας, ότι εδώ εις τούτην

την χώραν είναι πολλοί άνθρωποι που επιθυμούν να γένουν χουλάδες

εις τέτοιες περίστασες, και χωρίς πολλήν πληρωμήν· μα ο νοικοκύρης

αγαπά καλλίτερον ετούτος ο χουλάς να είνε ξένος· διατί τέτοια

πράγματα πρέπει να γίνωνται πολύ μυστικά· όθεν ο Μουζαφέρ σε

εδιάλεξεν εσένα. Εγώ είμαι ο Αναΐππης, και κατά την αξίαν μου έχω

την δύναμιν διά να σε υπανδρεύσω με αυτήν την νέαν Κυράν, και εις

ετούτην την στιγμήν, αν θέλης, ημπορούμεν να το τελειώσωμεν.

Οπόταν προστάξης, απεκρίθη ο Κουλούφ, εγώ είμαι έτοιμος. Μα, είπεν

ο Αναΐππης, πρώτον πρέπει να μου τάξης ότι θα την χωρισθής αύριον,

και δεύτερον ευθύς να μισεύσης από τούτην την χώραν, με τα δηνάρια

που θέλουν σου δοθή· επειδή η οικογένεια του Μουζαφέρ δεν ήθελεν

υποφέρη να σταματήσης πλέον εδώ, ύστερον από ένα τέτοιον πράγμα.

Εγώ ευθύς σου τάσσω, απεκρίθη ο Κουλούφ, να την χωρίσω και να

φύγω, και αν δεν με πιστεύης, σου κάνω όρκον εις τον Προφήτην.

Ευθύς που έκαμε τον όρκον ο Αναΐππης έδωσε την είδησιν του

Μουζαφέρ, ότι ο ξένος είναι έτοιμος διά να κάμη τον Χουλάν· με

συμφωνίαν ότι αύριον θα την χωρίση και θα μισεύση· τότε ο Μουζαφέρ

προς το βράδυ έκραξε τον υιόν του Ταχέρ, όλην την οικογένειάν του,

και έμπροσθεν ολωνών ο Αναΐππης εστεφάνωσε τον Κουλούφ με την

κυράν, χωρίς να την ιδή, με το να έστεκε μπουλωμένη από προσταγής

του Ταχέρ. Έξω από αυτό επρόσταξεν ακόμη, ότι την νύκτα ο Χουλάς

θα ήθελε σταθή χωρίς φως, και τέλος ότι μη βλέποντάς της, το

ερχόμενον ταχύ, θα ήθελεν έχει ολιγώτερον κακοφανισμόν διά να την

χωρίση.

Χαλιμά, Τόμος 2 Εξακολούθησις των ιστοριών · 第 9 / 17 段