χαϊδεύω· έτσι κάνοντας τες επαρατήρησα που έχυναν δάκρυα
πολλώτατα, κάνοντάς μου διάφορα σχήματα. Αυτό με εξέπληξε πολύ
περισσότερον, μην ηξεύροντας τι να στοχασθώ δι' αυτά που έβλεπα·
και εκεί που τοιαύτης λογής εστοχαζόμουν, γυρίζω τα μάτια μου προς
το παλάτι, και βλέπω εις ένα παράθυρον μίαν ωραιοτάτην κυράν, που
μου έκανε νόημα να υπάγω εις αυτήν. Ευθύς άφησα εκεί το άλογόν
μου, και εκίνησα με προθυμίαν να υπάγω προς αυτήν με όλον που οι
ελαφίνες μου εφαίνονταν πως με εμποδούσαν, τραβώντας με με τα
δόντια τους από τα φορέματα, και εμποδίζοντάς μου την στράταν. Μ'
όλον που ήμουν εκστατικός διά τα σχήματα, και διά τα δάκρυα
εκείνων των ζώων, δεν επαράτησα να στοχασθώ εις την ιδίαν στιγμήν
ότι εις αυτό θα ήτο τάχατες κάποιο μυστήριον· μα η επιθυμία εις το
να ιδώ εκείνο το υποκείμενον, εθάμπωσε την φρόνησίν μου και με
ωδήγησεν εκεί.
Φθάνοντας λοιπόν εις το παλάτι, με εδέχθη με μεγάλην δεξίωσιν
εκείνη η Κυρά, η οποία ήτο πλέον ωραιοτέρα από σιμά παρά από
μακράν. Αυτή παίρνοντάς με από το χέρι με έφερεν εις ένα θαυμάσιον
χοντζερέ, και με έβαλε και εκάθησα μαζί της επάνω εις ένα χρυσόν
σοφά· ύστερα δε από τους πρώτους χαιρετισμούς μερικές σκλάβες
έφεραν διαφόρων λογιών οπωρικά εις ένα δίσκον από φαρφουρί της
Κίνας. Η κυρά διαλέγοντας ένα από εκείνα τα οπωρικά το πλέον
εύμορφον, μου το έδωκε διά να γευθώ, μα ευθύς που το εγεύθηκα,
άλλαξεν αιφνιδίως εκείνη το βλέμμα της και με οργήν μου είπε·
«Τολμηρέ, και απόκοτε ξένε, δοκίμασε την παιδείαν την διωρισμένην
εις όλους εκείνους που τολμηρώς εμβαίνουν εις το παλάτι της
Μερχάνης· άφησε την φυσικήν σου μορφήν και λάβε εκείνην μιας
ελάφου· χάσε την ομιλίαν σου, και διαφύλαξε μόνον το ανθρώπινον
λογικόν να σου δουλεύη διά περισσοτέραν σου παιδείαν.» Ακόμη δεν
είχε καλοτελειώσει αυτά τα λόγια, και ευρέθηκα μεταμορφωμένος εις
ελάφι, και βάνοντάς μου εις τον ίδιον καιρόν ένα σκέπασμα επάνω
μου, έκαμε να με φέρουν εις μίαν μάνδραν, που ήτον πλέον παρά
διακόσια άλλα ελάφια ή διά να ειπώ καλίτερα άνθρωποι, πού η κακή
τους τύχη τους έφερεν εκεί ωσάν και εμένα, και τους εμεταμόρφωσεν
εις ελάφια.
Βλέποντας τον εαυτόν μου εις αυτήν την μορφήν, άρχισα να
στοχάζωμαι την δυστυχισμένην μου κατάστασιν, και δεν ήτον τόσον ο
πόνος της δυστυχίας μου που με έθλιβεν, όσον ήτον εκείνος που
έθρεφα διά τον Καρούκ· αλλοί εις εμέ, έλεγα κάθε στιγμήν· τι θέλει
είναι διά τον αγαπημένον μου Καρούκ; πώς θέλει ημπορέσει πλέον να
λάβη την πλήρωσιν της επιθυμίας του; θέλει με καρτερεί χωρίς ποτέ
να με μεταϊδή, και μη βλέποντάς με θέλει έλθει εις απελπισίαν.
Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγα, και εστοχαζόμουν, τα οποία μου
επροξενούσαν θλίψιν απαρηγόρητον διά πολύν καιρόν.
Μίαν ημέραν το λοιπόν, που ευρισκόμουν εις αυτήν την κατάστασιν,
βλέπω μίαν άλλην ωραιοτάτην κυράν πλουσίως ενδυμένην με οχτώ δέκα
σκλάβες κοντά της, εις μίαν από τες οποίες είπε, θεωρώντας τα
ελάφια. Κατά αλήθειαν εγώ πολλά θρηνώ ετούτους τους δυστυχείς·
πόσον είναι άσπλαχνη η αδελφή μου Μερχάνη, η οποία την τέχνην που
ηξεύρει, δεν την μεταχειρίζεται εις άλλο, παρά εις το να βλάπτη το
γένος των ανθρώπων. Αλήθεια την έμαθα και εγώ την τέχνην της
μαγείας, μα την μεταχειρίζομαι εις άλλα πράγματα ωφέλιμα, όχι εις
το να βλάψω τους ανθρώπους, αλλά να τους συντρέξω, μα επειδή και η
αδελφή μου δεν είναι εδώ διά την ώρα, έχω επιθυμίαν να κάμω ένα
καλόν σήμερον. Πήγαινε λοιπόν να πιάσης ένα από αυτά τα ελάφια,
και να μου το φέρης εις το χοντζερέ μου το συντομότερον. Και έτσι
λέγοντας, εμπήκε εις το παλάτι.
Εκείνη η σκλάβα κατά τύχην έπιασεν εμένα, και με έφερεν εις την
κυρίαν της, η οποία βλέποντάς με, ήνοιξεν ένα κουτί που είχε μίαν
αλοιφήν, και μου άλειψε τα ρουθούνια λέγοντάς μου· «Ω άνθρωπε
άφησε την μορφήν του ελαφιού, και λάβε την φυσικήν σου». Ευθύς δε
που εφώνησεν αυτά τα λόγια ευρέθηκα καθώς ήμουν πρώτα, και έπεσα
εις τους πόδας της κυράς διά να την ευχαριστήσω. Μα αυτή
σηκώνοντάς με μέ εξέτασε τι όνομα έχω, και από ποίον τόπον είμαι,
και πώς έτυχα και έπεσα εις τας χείρας της αδελφής της. Εγώ της
απεκρίθηκα εις όσα με ερώτησε, χωρίς να της κρύψω το παραμικρόν.
Και τελειώνοντάς την ομιλίαν μου αυτή μου είπεν·
Επειδή και του λόγου σου μου εφανέρωσες το ποίος είσαι, ιδού που
θέλω και εγώ να σου φανερώνω το ποία είμαι· Εγώ είμαι θυγατέρα
ενός Μεγιστάνος της αυλής της Κασμυρίας, εις την οποίαν έχεις να
πηγαίνης και ονομάζομαι Γουλνάζε, εκείνη που σε έκαμε ελάφι, είναι
αδελφή μου μεγαλείτερη και ονομάζεται Μερχάνη. Αυτή είναι μια
φοβερά Μάγισσα, που την δύναμίν της είναι να την φοβάται καθένας.
Άλλη από μένα δεν ημπορούσε να σε ελευθερώση από τα χέρια της, και
με όλον που είμαι αδελφή της, αν αυτή απεικάση πως σε ελευθέρωσα,
φοβούμαι να μη με παιδεύση σκληρώς· μα ότι και αν μου ήθελε τύχει
δεν το μετανοώ διά το καλόν που σου έκαμα, και θέλω, διά να είσαι
περισσότερον υπόχρεως, να σε βοηθήσω εις το να κάμης ευτυχισμένον
το βασιλόπουλο, τον φίλον σου. Ομολογώ ότι είναι δύσκολον να λάβη
αυτήν την ευτυχίαν, επειδή και όποιος επιθυμεί να απολαύση αυτό,
πρέπει να αποκτήση το θάρρος της βασιλοπούλας, το οποίον εσύ δεν
ειμπορείς να το απολαύσης, αν δεν ήθελες απεράση εις την αυλήν του
πατρός της, του βασιλέως της Κασμυρίας, εις φήμην αγίου ανθρώπου.
Μα πώς ημπορώ, απεκρίθηκα, εγώ, να λάβω αυτήν την φήμην, και να
κερδίσω την ευλάβειαν εκεί; Άλλο δεν θέλεις κάμει, μου είπεν
εκείνη, παρά να ακολουθήσης με προσοχήν εκείνο που θέλω σε
διατάξει. Και έτσι λέγοντας, εμπήκεν εις τον χοντζερέ της, και
ευθύς εγύρισε με μίαν γαράφαν εις το χέρι γεμάτην νερόν. Ετούτον
είπεν αυτή είναι εκείνο που σου χρειάζεται διά να πληρώσης την
επιχείρησίν σου· έπαρέ το λοιπόν και πήγαινε εις την πόλιν της
Κασμυρίας, η οποία δεν είναι πολλά μακρόν από εδώ μα πριν έμβης
εις αυτήν εγδύσου τα φορέματά σου, και ενδύσου ωσάν Δερβύσης· και
πριν ενδυθής αυτό το φόρεμα αλείψου εις όλον σου το κορμί αυτό το
νερόν της γαράφας, και έπειτα έμβα εις την χώραν· εκεί θέλεις
συναπαντήση τους φύλακας της πόλεως, οι οποίοι θέλουν σου ειπή· ω
σεβάσμιε Δερβύση, από πόθεν έρχεσαι; του λόγου σου αποκρίσου· εγώ
είμαι Δερβύσης, και έρχομαι από τα έσχατα σύνορα της δύσεως διά
ευλάβειαν, εις το να επισκεφθώ τον μέγαν Καισάγιαν. Αυτοί ωσάν
ακούσουν πως πηγαίνεις να επισκεφθής εκείνο το είδωλον, από τόπον
τόσον μακρυνόν, θέλουν πέσει εις τους πόδας σου, και θέλουν σού
φέρει με σέβας έμπροσθεν εις τον Τογρούλμπεϊν βασιλέα, ο οποίος
θέλει σε παρουσιάσει εις τον μέγαν ιερέα του ναού του Καισάγια.
Εκείνος ο ιερεύς, και όλοι οι άλλοι υπηρέται του ειδώλου, θέλουν
σε φέρει εις τον ναόν, ο οποίος διά την ωραιότητα και
μεγαλοπρέπειαν υπερβαίνει κάθε άλλον που ευρίσκεται εις τον
κόσμον. Αυτός είνε περιτριγυρισμένος από βαθύτατον χαντάκι γεμάτον
νερόν το οποίον βράζει χωρίς φωτιά· και εκείθεν από το χαντάκι
φαίνεται ένα έδαφος από πλάκες τζελικένιες φλογερές, που
ακαταπαύστως βγάζουν άπειρες φωτιές, εις τρόπον που ο ναός
φαίνεται να είναι όλος πύρινος. Τότε ο προεστώς θέλει σου ειπεί· ω
φοίνιξ του αιώνος, εσύ υπέφερες πολλούς κινδύνους, και κόπους πριν
φθάσης εδώ· ο μέγας Καισάγιας, διά τον οποίον έκαμες ένα τόσον
σκληρόν ταξείδι, κατοικεί εδώ· αυτός ευρίσκεται κρυμμένος εις το
αγιαστήριόν του. Οι άνθρωποι δεν εμπορούν να τον ιδούν αν δεν
ήθελαν περάσει από τούτο το νερόν το βραστόν, και να περιπατήσουν
ξυπόλυτοι επάνω εις το έδαφος το πύρινον. Όθεν του λόγου σου μην
ημπορώντας να κάμης αυτό, κάνει χρεία απ' εδώ να τον προσκυνήσης,
και θέλεις έχει κάθε μισθόν.
Τότε του λόγου σου, μου είπεν η Γουλνάζε, θέλεις φωνάξει με
μεγάλην χαράν, λέγοντας είμαι έτοιμος να το κάμω, και έχω πίστιν
να μην πάθω τίποτε. Και ωσάν ειπής έτσι περιπάτει χωρίς φόβον,
επειδή και το νερόν που αλήφθης, έχει την χάριν να κάμη το νερόν
χλιαρόν, και θέλει εμποδίσει που να σε κάψη τόσον το νερόν, ωσάν
και το έδαφος. Εμβαίνοντας εις τον ναόν, θέλεις ιδεί τον Καισάγια,
και θέλει σταθή όλην την ημέραν εκεί διά να τον λατρεύσης· έπειτα
θέλει έλθει ο μέγας ιερεύς να μιλήση μετ' εσένα και θέλει σε
κηρύξει διάδοχόν του. Εσύ θέλεις περάσει με αυτόν δεκατέσσαρες
ημέρες, και εις την δεκάτην πέμπτην, εκεί που κοιμάται θέλεις του
αλείψει τα ρουθούνια με μίαν σκόνιν που θέλω σου δώσει, διά μέσον
της οποίας ευθύς θέλει αποθάνει, και εσύ θέλεις μείνει διάδοχός
του. Και οπόταν ανέβης εις αυτήν την αξίαν, θέλεις υπάγει να
επισκεφθής το βασιλόπουλο της Κασμυρίας, το οποίον από πολύν
καιρόν ευρίσκεται άρρωστον, απαρατημένον από τους ιατρούς. Του
λόγου σου θέλεις διαβάσει επάνωθεν του μίαν προσευχήν, που θέλω
σου δώσει, και ευθύς εκείνο θέλει ιατρευθή. Η φήμη αυτής της
ιατρείας θέλει κηρυχθή εις όλον τον λαόν του βασιλείου, οι οποίοι
θέλουν σε στοχασθή ωσάν άγιον και η Φαρουχνάζ η βασιλοπούλα, της
Κασμυρίας, θέλει απιθυμήσει από την φήμην σου να σε ιδεί.
Περισσότερον δεν σου λέγω· το υπόλοιπον το τι έχεις να κάμης
στέκει εις την επιτηδειότητά σου.
Έταξα να ακολουθήσω καταλεπτώς την ερμηνείαν της Γουλνάζε, η οποία
μου έδωσε την σκόνιν, και την προσευχήν γραμμένην που έμελλα να
ειπώ εις το άρρωστον βασιλόπουλον, και με απέστειλε λέγοντάς μου·
μίσευσε ογλήγορα πριν φθάση η αδελφή μου, και μας παιδεύση και
τους δύο, διά το να της εχάλασα την μαγείαν.
Εγώ ευχαριστώντας την εις τρόπον που της έδινα να γνωρίση μίαν
ζωντανήν υποχρέωσιν, και παίρνοντας τα όσα μου έδωσεν αναχώρησα
μετά χαράς μεγάλης. Και φθάνοντας σιμά εις την πόλιν της
Κασμυρίας, έπειτα από ολίγας ημέρας αγόρασα ένα φόρεμα Δερβύσικον,
και το ενδύθηκα, και αλείφοντάς με και με το νερόν, υπήγα εις την
πόρταν της πόλεως. Οι φύλακες με πολλήν ευλάβειαν με επήραν και με
έφεραν εις τον Βασιλέα. Ο Βασιλεύς με επαρουσίασεν εις τον μέγαν
Δερβύσην. Επεριπάτησα επάνω εις το έδαφος χωρίς να βλαφθώ· εμπήκα
εις τον ναόν, και τέλος πάντων είδα τον μέγαν Καισάγιαν, που ήτον
βαλμένος εις ένα θρόνον χρυσόν. Αυτό είνε καθώς εσύ το ηξεύρεις
καλώτατα, ένα είδωλον, καμωμένον από φίλδισι, μιας μεγαλειότητος
υπερβολικής· οι οφθαλμοί του είνε από δύο μεγάλα καρβούνια, εις το
κεφάλι έχει μίαν κορώναν από ρουμπίνια πολύτιμα, και είνε ζωσμένος
με ένα κεμέρι όλον από διαμάντια.
Έμεινα εκεί όλην την ημέραν. Ήλθεν ο προεστώς και με εκήρυξε
διάδοχόν του· τον εθανάτωσα εις την δεκάτην πέμπτην ημέραν, και
έμεινα εις τον τόπον του. Τέλος πάντων ιάτρευσα τον αδελφόν σου,
διά το οποίον έλαβα τόσην μεγάλην φήμην, που σε έκαμε να λάβης την
επιθυμίαν διά να με ιδής. Το υπόλοιπον του λόγου σου το ηξεύρεις,
με τι τρόπον σε εκατάπεισα να αλλάξης την βουλήν σου. Ετούτα όλα,
ω ωραιοτάτη Φαρουχνάζ, ακολούθησεν ο Δερβύσης, εστοχάσθηκα πλέον
να μη σου τα κρύψω. Συμπάθησόν μου το στρατήγημα που
επιχειρίσθηκα, διά να σου βγάλω τη ψευδή φαντασίαν και γνώμην, που
είχες διά τους άνδρας, και διά να ανταμώσω την τύχην σου, με
εκείνην του πλέον ωραίου Βασιλοπούλου, απ' όλα τα Βασιλόπουλα του
κόσμου.
Η Βασιλοπούλα εκοκκίνησε, διαρκούσης της ομιλίας, η οποία την
έκανε καλώς να καταλάβη πως εστάθη γελασμένη· μα η αγάπη που
αγροικούσε διά το Βασιλόπουλο της Περσίας δεν την άφησε να θυμωθή
εναντίον του πλαστού Δερβύση. Τελείωσε, του είπε αυτή να μου
φανερώσης εκείνο που έκαμες, και τι εκατώρθωσες εις τούτο το
παλάτι της Μάγισσας. Ωραία Φαρουχνάζ, άρχισεν εκείνος να λέγη,
οπόταν έφθασα εις το παλάτι, ηύρα ανοικτήν την πόρταν, και
εμπαίνοντας μέσα δεν είδα κανένα, μοναχά ήκουσα μίαν φωνήν
παραπονετικήν, που έβγαινεν από ένα μέρος. Ακολούθησα την φωνήν,
και ήλθα και εμπήκα εις ένα χοντζερέ. Εκεί ηύρα μία νέαν Κυράν με
πολλά σίδερα δεμένην χέρια και πόδας, και είχε το κεφάλι
κατεβασμένον εις τα γόνατά της, και εθρηνούσε την κατάστασίν της.
Επλησίασα εις αυτήν παρακινούμενος από ευσπλαχνίαν, διά να την
ελαφρώσω, μα τι λογής εστάθη ο θαυμασμός μου, οπόταν εκείνη
εσήκωσε το κεφάλι, και εγνώρισα εις εκείνην την δυστυχισμένην την
ευργέτιδά μου, την ωραίαν Γουλνάζε!
Εις μίαν τέτοιαν αξιοθρήνητον θεωρίαν, εγέμισα από θυμόν και
οργήν· ω ωραία μου Γουλνάζε, εφώναξα, εις τι κατάστασιν σε
ευρίσκω; ποία βάρβαρα χέρια ημπόρεσαν να σε φορτώσουν αυτά τα
σίδερα; Αχ, αγαπημένε μου Σειρμώγ, μου απεκρίθη αυτή· είσαι εσύ
εκείνος, που βλέπω; ποία κακή τύχη σε εμετάφερεν εδώ; αλλοί εις
εμέ θέλεις γένει ογλήγωρα και εσύ θυσία της σκληράς αδελφής μου·
εκατάλαβεν αυτή πως σε ελευθέρωσα, και διά να με παιδεύση, με
έβαλεν εις τούτες τες αλυσίδες, και ευρίσκομαι εδώ από εκείνον τον
καιρόν που σε ελευθέρωσα· μα εκείνο που με θλίβει περισσότερον
είναι ο κίνδυνος εις τον οποίον ευρίσκεσαι και του λόγου σου.
Φεύγε, σε παρακαλώ, το ογληγορώτερον, διά να με σε εύρη η σκληρά
και σε παιδεύση. Α! και πώς, κυρά μου, απεκρίθην εγώ, εσύ θέλεις
να φύγω και να σε απαρατήσω αβοήθητον; με στοχάζεσαι τόσον
αχάριστον; αγαπώ καλύτερα να αποθάνω, παρά να σε αφήσω εις αυτήν
την κατάστασιν, χωρίς να σε ελευθερώσω. Ειπέ μου το λοιπόν, σε
παρακαλώ, το τι έχω να κάμω, διά να σε ελευθερώσω, αν είναι
δυνατόν, και έχω καρδιάν να το βάλλω εις πράξιν.
Επειδή και έχεις τόσην καρδίαν και ανδρείαν, απεκρίθη η Γουλνάζε,
η ελευθερία μου εις του λόγου σου στέκει· ύπαγε εις το περιβόλι,
και εκεί θέλεις εύρει την αδελφήν μου που κοιμάται επάνω εις ένα
κρεβάτι από χόρτα και άνθη και υποκάτω από το προσκέφαλόν της έχει
μίαν σακκούλαν από ατιλάζι, και αν ημπορέσης να της πάρης την
σακκούλαν χωρίς να την εξυπνήσης, η δουλειά έγινε, επειδή εκεί
έχει τα κλειδιά από τες αλυσίδες μου, και τούτο είναι ο τρόπος που
ημπορείς να με ελευθερώσης· μα ανίσως και εξυπνήση η Μερχάνη, εκεί
που παίρνεις την σακκούλαν, σου δίνω είδησιν πως θέλεις είσαι
χαμένος. Άφησε να κάμω εγώ, της είπα, σου τάσσω ότι θα σου φέρω τα
κλειδιά, χωρίς να κινδυνεύσω. Και έτσι λέγοντας εβγαίνω ευθύς από
το παλάτι, και πηγαίνω εις το περιβόλι, εις το οποίον βλέπω την
Μερχάνην που κοιμούνταν, με την σακκούλαν υποκάτω από το κεφάλι
της.
Εγώ στοχαζόμενος πως ήτον αδύνατον να την πάρω χωρίς να εξυπνήση,
απεφάσισα και της έκοψα το κεφάλι με το σπαθί μου, και έφερα την
σακκούλαν εις την αδελφήν της, της οποίας της εδιηγήθηκα το ό,τι
έκαμα, και έμεινε εκστατική εις την αποκοτίαν μου, χωρίς να κλαύση
τον θάνατον της αδελφής της. Και ύστερα από αυτά έβγαλα τα κλειδιά
από την σακκούλαν και άνοιξα τα σίδηρα, και ελευθέρωσα την ωραίαν
μου Κυράν. Με αυτόν τον τρόπον, ακολούθησεν ο Σειρμώγ να λέγη,
ελευθερωθήκαμεν από την πλέον χειρότερην γυναίκα της γης. Ημείς
κατά το παρόν ημπορούμεν να έμπωμεν εις το παλάτι με ελευθερίαν· η
Γουλνάζε μας καρτερεί να μας απολαύση μετά χαράς, επειδή γροικά
τόσην χαράν διά την ελευθερίαν της. Και έτσι λέγοντας επήρε την
Φαρουχνάζ από το χέρι μαζή με την βάγια της, και την έφερε εις το
παλάτι. Η Γουλνάζε ήρχονταν εις συναπάντησίν τους, και όταν είδε
την βασιλοπούλαν έπεσεν εις τους πόδας της. Μα η Φαρουχνάζ την
εσήκωσε και τρυφερά την αγκάλιασε· ωραία Γουλνάζε, της είπεν, έχω
όλην την ευχαρίστησιν, που ο γενναίος Σειρμώγ σε ελευθέρωσε κατά
το χρέος του.
Βέβαια της απεκρίθη εκείνη χαμογελώντας, είχε κάποιον χρέος να
πασχίση διά την ελευθερίαν μου, παρά να με αφήση εις τα δεσμά. Και
από αυτό ημπορείς να καταλάβης πως το ελάφι δεν απαρατεί την
έλαφον, οπόταν εκείνη έχει χρείαν από βοήθειαν.
Ύστερον από αυτά τα λόγια και άλλα, εμβήκαν εις το παλάτι το
οποίον η Φαρουχνάζ το εστοχάσθη θαυμασιώτατον. Έπειτα εβγήκαν από
αυτό και υπήγαν εις την μάνδραν, όπου ήτον περισσότερον από
τριακόσια ελάφια. Η αδελφή της Μερχάνης τα έκαμεν ευθύς να λάβουν
την φυσικήν τους μορφήν, με τον ίδιον τρόπον που είχε κάμει του
Σειρμώγ. Και καθώς ελάβαιναν την μορφήν τους έπεφταν εις τους
πόδας της ευεργέτιδός τους διά να την ευχαριστήσουν καθώς έπρεπεν.
Ήσαν από αυτούς το περισσότερον νέοι ευγενείς, και καλά καμωμένοι,
οι οποίοι ήτον από διάφορα μέρη της Ανατολής, που επήγαιναν και
ήρχονταν εις το βασίλειον της Κασμυρίας.
Μα ο οδηγός της Φαρουχνάζ, ήγουν ο Σειρμώγ, έμεινε πολλά
εκστατικός εις τα να ιδή ανάμεσα εις αυτούς το αγαπημένο του
βασιλόπουλο της Περσίας. Έτρεξεν ευθύς και του έπεσεν εις τα
γόνατα· ακριβό μου βασιλόπουλο, εφώναξεν είναι δυνατόν να σε εύρω
εδώ; Ω αγαπημένε μου φίλε, του απεκρίθη αυτό σηκώνοντάς τον, είσαι
συ ο Σειρμώγ που παρασταίνεσαι εις τους οφθαλμούς μου; Ναι, ω
αυθέντα, του είπεν ο Σειρμώγ, εγώ είμαι ο ίδιος· και δι' άκραν σου
αγαλλίασιν, ιδού που σου προσφέρω και την ποθητήν σου βασιλοπούλα
της Κασμυρίας. Εις αυτά τα λόγια τον έφερε προς την Φαρουχνάζ, η
οποία ευθύς εγνώρισεν εις το βασιλόπουλο την μορφήν που εις τον
ύπνον της είχεν ιδεί. Ομοίως και το βασιλόπουλο εγνώρισε ευθύς εις
το να την θεωρήση πως ήτον η βασιλοπούλα, της οποίας ήτον πάντα
εις την ενθύμισίν του η ωραιοτάτη μορφή.
Αφού και αμφότερα τα μέρη έδειξαν φανερώς την ευχαρίστησίν τους
και την χαράν που αγροικούσαν, διά την αμοιβαίαν τους αντάμωσιν
και απόλαυσιν εκείνου, που εποθούσαν από πολλούς χρόνους, ο
Σειρμώγ ερώτησε το βασιλόπουλον της Περσίας, πώς έπεσεν εις χείρας
εκείνης της οχληράς μάγισσας. Το οποίον του απεκρίθη πως βλέποντας
την πολλήν σου άργητα, ω αγαπημένε μου Σειρμώγ, και μη έχοντας
καμμίαν είδησιν διά λόγου σου, αφού και εμίσευσες διά την
Κασμυρίαν, ηθέλησα να έλθω ο ίδιος διά να σε ανταμώσω, και να ιδώ
πώς πηγαίνει η επιχείρησίς σου· και ούτως απερνώντας από τούτο το
λειβάδι εσυναπάντησα την μάγισσαν, που εσεργιάνιζεν εις αυτό, η
οποία με πολλήν ευγένειαν με εκάλεσε διά να πηγαίνω εις το παλάτι
της να την επισκεφθώ. Εγώ βλέποντάς την πολλήν της ευγένειαν και
την γλυκάδα της ομιλίας της υπήγα εις το παλάτι της και ανάμεσα
εις τες άλλες δεξιωσύνες που μου έκαμε, μου έδωκεν ένα ωραίον
οπωρικόν διά να φάγω. Και ευθύς που έφαγα εμεταμορφώθηκα εις
ελάφι, και εβάλθηκα εις εκείνην την μάνδραν, που ήσαν τα άλλα
καθώς τα είδες.
Εις το αναμεταξύ που αυτοί εσυνωμιλούσαν τα συμβεβηκότα τους, η
Γουλνάζε επήγεν εις το λειβάδι, εις το οποίον έβοσκαν οι ελαφίνες
και τες έκαμε και αυτές με τον ίδιον τρόπον να λάβουν την φυσικήν
τους μορφήν· οι οποίες ήσαν όλες νέες αρχοντοπούλες, πολλά
νόστιμες και ωραίες, και ωσάν τες έδωσε την μορφήν τους, τες
έφερεν έμπροσθεν της βασιλοπούλας και του βασιλόπουλου, και τες
υποχρέωσε διά να διηγηθούν τες ιστορίες τους. Αυτές όλες οι
αρχοντοπούλες είχαν εκεί τους αγαπητικούς τους, και ήταν
εκστατικές, εις το να τους ιδούν και αυτούς ελευθερωμένους από την
μαγικήν δύναμιν της Μερχάνης, που τους εκρατούσεν υποκάτω εις
μορφήν ζώων. Οι οποίοι αφού και ευχαρίστησαν μυριάκις τον σωτήρα
τους, επήραν θέλημα και ανεχώρησαν, και επήγε καθένας με την
αγαπητικήν του εις τον τόπον του.
Δεν έμειναν εις το παλάτι άλλοι, παρά η Γουλνάζε με την συνοδίαν
της Φαρουχνάζης και το βασιλόπουλο με τον Σειρμώγ, οι οποίοι
έμειναν εκεί διά μερικές ημέρες χαρούμενοι. Έπειτα εμίσευσαν όλοι
ομού διά την Περσίαν, και εκεί έκαμαν τους γάμους με μεγάλην
παράταξιν, και εστεφανώθηκαν η Φαρουχνάζ με τον Καρούκ, το
βασιλόπουλον της Περσίας, και η Γουλνάζε με τον Σειρμώγ, τον
οποίον τον ετίμησεν ο Καρούκ με μεγάλα χαρίσματα και αξίες διά την
πιστήν του δούλευσιν, και τον έκαμε πρώτον κυβερνήτην του
βασιλείου· επειδή και έπειτα από ολίγας ημέρας μετά τον γυρισμόν
τους εις την Περσίαν, απέθανεν ο βασιλεύς ο πατέρας του, ο οποίος
εφαίνετο να μην εκαρτερούσεν άλλο διά να αποθάνη, παρά τον
γυρισμόν του υιού του. Ο οποίος ευθύς ανέβη εις τον θρόνον του
πατρός του· και απέρασαν το επίλοιπον της ζωής των μετά μεγάλης
χαράς και ευχαριστήσεως, χαιρούμενοι όλοι διά τες απόκτησές των,
και διά την ευτυχισμένην τους τύχην.
Τοιαύτης λογής η Χαλιμά ετελείωσε την ιστορίαν της βασίλισσας
Φαρουχνάζης, και των άλλων ιστοριών, που εις αυτήν επερικλείοντο·
Και ο βασιλεύς Αϊδήν της έδειξε πάλιν την ευχαρίστησιν, που έλαβεν
ακόμη και δι' αυτήν την ιστορίαν, ομοίως και η αδελφή της Μεδινά,
και δεν έπαυσαν να επαινούν την ευγλωττίαν και την καλήν μνήμην
που είχεν. Όθεν η Χαλιμά λαμβάνοντας περισσότερον θάρρος διά την
ευχαρίστησιν που ελάμβανεν ο Αϊδήν, του είπε, πως εις την αύριον,
αν είναι με το θέλημα του, θέλει του διηγηθή μίαν άλλην ιστορίαν,
που της ήλθεν εις την ενθύμησιν, καλύτερην και νοστιμώτερην από
όσες του διηγήθη. Τότε της απεκρίθη ο Αϊδήν ότι όχι μόνον αυτήν,
αλλά κάθε άλλην που θα ήθελε του διηγηθή, ήθελεν έχει μεγάλην
ευχαρίστησιν διά να την ακούση, ώστε απεφάσισεν ότι την ερχομένην
ημέραν ήθελε την ακροασθή. Ερχομένη λοιπόν η ημέρα κατά την
υπόσχεσιν που είχεν η Μεδινά, εξύπνησε την Χαλιμάν, λέγοντάς της
να διηγηθή την ιστορίαν που υπεσχέθη. Και η Χαλιμά εσηκώθη ευθύς,
και άρχισε να λέγη.
&Ιστορία των περιέργων συμβάντων του Κουλούφ&
Ήτο μίαν φοράν εις την Δαμασκόν ένας γέροντας πραγματευτής,
ονομαζόμενος Αμπτουλάς, ο οποίος εφημίζετο πως ήτον ο πλουσιώτερος
από τους άλλους πραγματευτάδες. Αυτός όντας τέτοιας λογής
πλούσιος, εθλίβετο μεγάλως που δεν είχε κληρονόμον, όθεν έκαμε
κάθε δυνατόν διά να αποκτήση. Η θύρα του σπητιού του ήτον πάντα
ανοικτή εις τους πτωχούς· καθημερινώς δεν έλειπε να μοιράζη
πλουσιοπαρόχως ελεημοσύνας προς τους Δερβύσιδες, διά να παρακαλούν
τον Θεόν να του χαρίση ένα κληρονόμον· έκτισε ξενοδοχεία, Μαρέτια
και Μετζίτια, μα του εστάθηκαν ανώφελα.
Μίαν ημέραν ακούει πως ήλθεν ένας ιατρός θαυμάσιος Ινδιάνος εις
την Δαμασκόν και ευθύς στέλνει και τον κράζει, του οποίου
διηγείται τον πόνον του και την επιθυμίαν που είχε διά να αποκτήση
ένα υιόν. Ο ιατρός τον ελυπήθη και έβαλεν όλην του την σπουδήν διά
να τον χαροποίηση. Τέλος πάντων από αιτίαν του ιατρού έλαβεν εις
ολίγον καιρόν ένα υιόν, τον οποίον ωνόμασε Κουλούφ· αυτός δε εις
την γέννησιν του υιού του έκαμεν άμετρες χαρές, και μεγάλες
ελεημοσύνες εις πτωχούς και ξένους, εις δόξαν Θεού που του εχάρισε
το ποθούμενον. Αυξάνοντας δε ο Κουλούφ ο πατέρας του τον έβαλε διά
να μάθη γράμματα και τόσον επρόκοψε που πριν φθάση εις τους
δεκαοκτώ χρόνους έγινε τέλειος εις όλες τες επιστήμες και εις τες
γλώσσες και περιπλέον έγινεν εμπειρότατος εις όλες τες ασκήσεις
τες σωματικές, ήγουν να παλεύη, να τραβά το δοξάρι, να παίζη το
σπαθί, και άλλα παρόμοια, τόσον που όλοι τον εθαύμαζον, και
μάλιστα ο πατέρας του τον αγαπούσε τόσον που δεν ημπορούσε να ζήση
μίαν ώραν μακράν απ' αυτόν. Ως τόσον ο θάνατος που δεν υποφέρει
κανένα να είναι εις τον κόσμον ευτυχισμένος, έρχεται αιφνιδίως και
σηκώνει τον γέροντα πραγματευτήν. Έμεινε λοιπόν ο Κουλούφ
κληρονόμος εις όλον τον βίον του πατρός του· μα δεν τον εξουσίασε
διά πολύν καιρόν, επειδή και ευθύς που έμεινε τέλειος νοικοκύρης,
άρχισε να τον φθείρη, έκτισε παλάτια, αγόρασε εύμορφες σκλάβες,
και έκλεξε πολλούς νέους διά να του είνε σύντροφοι εις τες ασωτίες
του, και επερνούσε τες ημέρες εις τες ηδονές με αυτουνούς.
Εδιαμοιράζοντο εις το σπήτι του τα πλέον ευγενικά φαγητά και
πιοτά, και δεν έκανε άλλο παρά να συνευφραίνεται με χορούς, με
παιγνίδια, με λαλήματα και άλλα. Και δεν απέρασε πολύς καιρός που
έφθειρεν όλην του την περιουσίαν· έπειτα εστάθη στενεμμένος από
την αφροσύνην του να πουλήση τα παλάτια του και τους σκλάβους του,
και από ολίγον κατ' ολίγον ήλθεν εις μεγάλην δυστυχίαν, η οποία
επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν προς τους εχθρούς του.
Τότε αυτός εμετανόησε διά τα άσωτά του καμώματα, επρόστρεξεν όμως
εις εκείνα τα υποκείμενα που τον είχαν συμβοηθήση εις τον φθαρμόν
του· φίλοι μου, τους είπεν, εσείς με είδετε εις τι ευτυχίαν ήμουν
και τώρα εις τι κατάστασιν ήρθα, προστρέχω εις εσάς να με
βοηθήσετε, διά να ξαναέβγω από το πέσιμόν μου· ενθυμηθήτε τες
μεγάλες δωρεές που σας έκανα οπόταν σας είχα εις το τραπέζι μου·
εγώ δεν αμφιβάλλω ότι θέλει με βοηθήσετε, διά να έβγω από την
κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκομαι, και να με ελευθερώσετε από
τούτον τον κίνδυνον. Έτσι ο δυστυχής Κουλούφ έπασχε διά να
παρακινήση εις έλεος τους φίλους του διά να τον συντρέξουν, μα
αυτός ωμιλούσεν εις τόσους κωφούς· άλλος μεν του έδειχνε πως του
εκακοφαίνονταν να τον βλέπη εις αυτήν την κατάστασιν, και του
έταζε να παρακαλέση τον Θεόν διά να τον βοηθήση· άλλος δε του
έλεγεν ότι ας είχε γνώσιν να μην είχεν έλθει εις αυτήν την
δυστυχίαν· και άλλος αντάμωνεν εις την απελπισίαν την αχαριστίαν,
και του αρνούνταν ως και την παρηγορίαν να τον συμπαθήση και του
εγύριζε τες πλάτες, και κοντολογής όλοι τον αποστρέφονταν, και
πολλοί εκαμώνονταν πως δεν τον γνωρίζουν. Ω ψεύτικοι φίλοι,
εφώναξεν ο Κουλούφ! η ανευχαριστία σας και το σκληρόν σας φέρσιμον
πολλά με παιδεύει, που εστάθηκα πολλά άφρων εις το να στοχασθώ ότι
εσείς, μου είσθε αληθινοί φίλοι.
Ο υιός, του Αμπτουλά ήτον περισσότερον θλιμμένος διά την
αχαριστίαν των φίλων του των ψεύτικων, που εστάθηκαν συμβοηθοί και
έφθειρε τον πλούτον του, παρά εις την κατάστασιν που ευρίσκονταν,
όθεν απεφάσισε να ξεμακρύνη από την Δαμασκόν, διά να μην τους
μεταϊδή εις τα μάτια του και θλίβεται περισσότερον. Μισεύοντας το
λοιπόν από την Δαμασκόν επήγε προς το μέρος των Καραϊτών και ήλθεν
εις την πόλιν Καρακοράμ, εκεί που εβασίλευεν ο Καπαλκάμ· και
φθάνοντας εκεί επήγε και εκόνεψε εις ένα χάνι, και με τα δηνάρια
που του είχαν περισσεύσεί έκαμεν ένα φόρεμα και ένα φακιόλι, κατά
την συνήθειαν του τόπου. Και όλην την άλλην ημέραν δεν έκαμεν άλλο
παρά να περιδιαβάζη και να βλέπη τα πλέον περίεργα του τόπου και
το βράδυ ετραβάτο εις το κονάκι του.