βασιλεύς της Κίνας, διά την υστέρησιν της γυναικός του και των
παιδιών του, που τόσον αγαπούσεν· αν αυτός έχανε τον πόλεμον, και
αν ήθελε πέση εις τα χέρια των εχθρών, δεν του ήθελε είνε τόσον
μεγάλη η θλίψις ωσάν εκείνη· μάλιστα από την υπερβολικήν του
θλίψιν εκατάκοψε το πρόσωπόν του, και έβαλε χώμα εις το κεφάλι
του, και έκαμε τόσα καμώματα παράξενα από την θλίψιν του, που
εφαίνονταν ωσάν ένας ξεμυαλισμένος, και όλος περίλυπος εγύρισεν
εις την καθέδραν του, και εκεί λέγει του βεζύρη του. Εις εσένα
αφίνω την κυβέρνησιν του βασιλείου μου, και κυβέρνησέ το καθώς
ημπορείς, διατί εγώ θέλω να απεράσω το επίλοιπον της ζωής μου εις
το να κλαίω την γυναίκα μου, και τα δύο μου παιδιά που τα έχασα
από αγνωσίαν μου. Δεν θέλω να βλέπω άλλους παρά εσένα, και διά
τούτο σου δίνω την ελευθερίαν να έρχεσαι να με ευρίσκης, με
συμφωνίαν να μη μου μιλήσης διά κανένα πράγμα του κόσμου, παρά
μόνον διά την Κεριστάνην και τα παιδιά μου.
Εις αυτόν τον τρόπον ο Ρουσκάδ ετραβήχθη εις έναν οντά, και
εκλείσθη εκεί, εις τον οποίον δεν έμβαινεν άλλος παρά ο βεζύρης
τον οποίον είχεν επιτηρητήν του· και αυτός επήγαινε κάθε ημέραν να
τον ευρίσκη, ο οποίος δεν έλειπε που να τον παρηγορή, λογιάζοντας
πως το διάστημα του καιρού, ήθελε του αφανίση την θλίψιν του· μα
αντί να του την αφανίση του αυγάτιζε τον πόνον του, τόσον που
έπεσεν εις μίαν μεγαλωτάτην υποχονδρίαν, και εστάθη εις αυτήν την
κατάστασιν εις διάστημα χρόνων δέκα. Τέλος πάντων από την
απελπισίαν του έπεσεν εις αρρώστιαν, και ήτον κοντά διά να
αποθάνη, οπόταν η Κεριστάνη έξαφνα εφανερώθη εις τον οντά του, του
οποίου είπε τούτα τα λόγια.
Βασιλέα, εγώ ήλθα διά να τελειώσω τα βάσανά σου, και να σε
μεταστρέψω εις την ζωήν που έχεις σχεδόν να την χάσης. Οι νόμοι
μας ήθελαν ότι, διά τιμωρίαν της επιορκίας σου, θα ήθελα σταθή
μακράν από λόγου σου εις διάστημα δέκα χρόνων, και αυτοί ομοίως
δεν μου έδιναν το θέλημα διά να σε ξαναϊδώ, ανίσως και εις τούτο
το διάστημα των δέκα χρόνων δεν μου ήθελες σταθή πιστός· διά το
οποίον οπόταν σε απαραίτησα δεν το επίστευα πλέον να σε μεταϊδώ,
διατί δεν ελόγιαζα πως οι υιοί του Αδάμ να είναι αρκετοί μιας
τοιαύτης μακρυνής εμπιστοσύνης και σταθερότητος. Ευχαριστώ τον
ουρανόν που έμεινα γελασμένη εις αυτήν την γνώμην, και τώρα
γνωρίζω ότι και οι άνθρωποι ημπορούν με σταθερότητα να αγαπήσουν.
Ιδού το λοιπόν, ω βασιλέα, ακολούθησεν η Κεριστάνη, που εις εσένα
ξαναγυρίζω, διά να σε πληρώσω από αγαλλίασιν, και να σε κάμω να
ξαναϊδής τα παιδιά σου. Δεν είχεν ακόμη τελειώσει τούτα τα λόγια,
και το βασιλόπουλο με την βασιλοπούλαν εισέβηκαν, και
επαρουσιάσθηκαν εις τον Ρουσκάδ, ο οποίος έμεινε πολλά
ευχαριστημένος τόσον διά την αγαπημένην του γυναίκα, όσον και διά
τα παιδιά του· και ήτον τόσον μεγάλη η χαρά του και η αγαλλίασίς
του, που κάθε άνδρας και πατέρας ημπορεί να το καταλάβη. Δεν
απέρασαν ολίγες ημέρες και από την χαράν του εξανάλαβε την υγείαν
του, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλον του το βασίλειον, τόσον διά
την υγείαν του, ωσάν και διά την απόλαυσιν των παιδιών του και της
γυναικός του. Αυτά τα τέσσαρα υποκείμενα απέρασαν διά πολλούς
χρόνους πολλά ευτυχισμένα. Και τέλος πάντων μετά τον θάνατον του
βασιλέως και της βασιλίσσης, το βασιλόπουλον έλαβε τον θρόνον του
πατρός του, και εβασίλευσεν ευτυχισμένα εις την Κίναν· η δε
βασιλοπούλα επήγεν εις το νησί Χαρμοστάν και εβασίλευσεν εκεί, έως
που έγινε γυναίκα του μεγάλου Προφήτου Σολομώντος.
Τελειώνοντας η Σουλταμεμέ την διήγησιν τούτης της ιστορίας, όλες η
γυναίκες της Βασιλοπούλας την επαίνεσαν, οι οποίες αγαπούσαν τα
συμβεβηκότα των εξωτικών και των Μάγων. Η δε βασιλοπούλα ηύρεν
αιτίαν να ειπή πως ο Ρουσκάδ δεν εστάθη εις τον λόγον του, με το
να παρέβη τον όρκον που έκαμε της Κεριστάνης να μη μιλήση, και διά
τούτο οι άνθρωποι είνε αδύνατον να φυλάξουν εμπιστοσύνην, και να
μην έβγουν από τον λόγον τους. Κυρία απεκρίθη η Σουλταμεμέ, είναι
πολλοί που φυλάγουν τόσον τον λόγον τους, που τον προκρίνουν και
από αυτήν την ζωήν τους, καθώς θέλω σε κάμει να πιστωθής από μίαν
άλλην ιστορίαν, που θέλω σού διηγηθή αύριον, αν είναι με το θέλημά
σου. Ναι, της απεκρίθη η βασιλοπούλα, θέλω την ακούσει και αυτήν
μετά πάσης μου χαράς. Και ούτω συμφωνώντας διά την ερχομένην
ημέραν, αναμέρισαν από το λουτρόν, και επήγαν διά να γευθούν κατά
την συνήθειαν.
Την ερχομένην ημέραν, εκεί που η βασιλοπούλα Φαρουχνάζη ετοιμάζετο
διά να υπάγη κατά την συνήθειάν της εις το λουτρόν, της έρχονται
είδησες ότι ο αδελφός της ο Φαρκούζης έπεσεν άρρωστος με ασθένειαν
βαρυτάτην, ο δε βασιλεύς Τογρούλμπεης, ο πατέρας του που τον
αγαπούσεν υπερβολικά, έκαμεν ευθύς να κράξουν τους πλέον εμπείρους
ιατρούς της βασιλείας του, οι οποίοι ερχόμενοι και βλέποντες την
βαρυτάτην του ασθένειαν, κανείς δεν ημπόρεσε να υποσχεθή να τον
ιατρεύση. Η θλίψις διά την απελπισίαν της υγείας του, και διά το
αδύνατον της ιατρείας του, επροξένησεν εις όλην την αυλήν
μεγαλωτάτην σύγχυσιν και θλίψιν· όθεν ευθύς έκαμαν να παύσουν όλες
οι ηδονές και ξεφάντωσες, που εγίνονταν εις το βασίλειον. Η
βασιλοπούλα δεν ηθέλησε να υπάγη εις το λουτρόν, αλλ' ούτε να δώση
πλέον ακρόασιν εις ιστορίας. Ο δε βασιλεύς δεν αναμέριζεν από το
πλευρόν του αρρωστημένου του υιού, θλιβόμενος διά τον κίνδυνον της
ζωής του· και εις βραχυλογίαν όλη η αυλή και η πολιτεία ήτον εις
μεγαλωτάτην θλίψιν, και άλλο δεν ωμιλούσαν, παρά διά την ασθένειαν
του υιού του βασιλέως, φοβούμενοι όλοι διά την υστέρησιν της ζωής
του.
Μίαν ημέραν το λοιπόν ο βασιλεύς επήγε και ηύρε τον προεστόν του
ναού του Καισάγια (είδωλον της Κασμυρίας), του οποίου είπε· μεγάλε
Δερβύση, εσύ καλά ηξεύρεις πόσον αγαπώ τον υιόν μου. Οι ιατροί δεν
ημπόρεσαν να μου τον ιατρεύσουν· όθεν από αυτούς έχασα τες ελπίδες
μου, και δεν μου έμειναν άλλες παρά να προστρέξω εις του λόγου
σου, ελπίζοντας ότι διά μέσον των προσευχών σου προς τον Καισάγια
θα λάβω το ποθούμενον. Ο μέγας Δερβύσης αφού ήκουσε τες
παρακάλεσες του βασιλέως, του απεκρίθη λέγοντας. Εγώ δεν θέλω
λείψει, βασιλέα μου, να παρακαλέσω τον Καισάγιαν να δώση την
υγείαν του υιού σου· απόψε θέλω υπάγει εις τον ναόν του, και
αύριον θέλω δώσει την απόκρισιν εις το ζήτημά σου.
Την ακόλουθον ημέραν ο μέγας Δερβύσης επήγε και αντάμωσε τον
βασιλέα και του είπεν· Ο Καισάγιας επήκουσε την προσευχήν μου, και
ο υιός σου θέλει ιατρευθή. Ο δε βασιλεύς όλος γεμάτος από χαράν
διά την καλήν ελπίδα, επήρε τον Δερβύσην και τον έφερεν εις τον
υιόν του, του οποίου ευθύς που του εδιάβασε μίαν προσευχήν, το
βασιλόπουλο άρχισε να μιλή και να σηκώνεται από το κρεβάτι γερό,
ωσάν να μη είχε ποτέ τίποτε. Αυτό το θαύμα έβαλεν εις όλους χαράν
και θαυμασμόν και έπαυσαν να μιλούν διά την αρρώστιαν του
βασιλοπούλου, και άρχισαν να κηρύττουν την χάριν του μεγάλου
Δερβύση. Η Φαρουχνάζη, ακούοντάς την μεγάλην φήμην αυτού του
Δερβύση και την αγιότητά του, επεθύμησε να τον ιδή, και να ομιλήση
με αυτόν. Όθεν μίαν ημέραν επήγε με τις σκλάβες της εις τον
Μιντρεσέ, όπου αυτός εκατοικούσε, διά να τον εύρη. Μα έμεινεν
εκστατική οπόταν της είπαν πως ο μέγας Δερβύσης της εμπόδιζε το
έμπασμα προς αυτόν.
Η βασιλοπούλα εγύρισεν ευθύς θυμωμένη εις το παλάτι της εναντίον
του, διά την καταφρόνησιν που της έκαμε, και επήγε και το εκλαύθη
του πατρός της. Όθεν ο βασιλεύς ηθέλησε να υπάγη να τον ερωτήση ο
ίδιος, το αίτιον που δεν εδέχθη την θυγατέρα του· διά το οποίον ο
Δερβύσης του είπε· πως εγώ δεν την εδέχθηκα, με το να μην είναι
υπήκοη εις τον Ύψιστον, επειδή και αποφεύγει τους ανθρώπους και
τους μισεί ωσάν εχθρούς, και δεν θέλει να υπανδρευθή, διά το
οποίον ο Καισάγια με εμπόδισε να την δεχθώ ως αναξίαν· μα αν
θελήση να διορθωθή, και αλλάξη την γνώμην της, ημπορώ να την
δεχθώ, και να της δώσω καμμίαν συμβουλήν διά το καλόν της, εις
εκείνο που γνωρίζω συμφέρον εις αυτήν. Ο βασιλεύς ακούοντας έτσι,
τίποτε δεν απεκρίθη αλλά ευθύς εγύρισεν εις το παλάτι του, και
εφανέρωσε της θυγατρός του τα όσα ο Δερβύσης του είπε, και την
επαρακίνησε, να ξαναπάγη προς αυτόν, επειδή και έχει ελπίδες με
την αγιότητά του να της βγάλη από την φαντασίαν το μίσος που έχει
προς τους ανθρώπους.
Η βασιλοπούλα ευθύς τον επήκουσε· και την ακόλουθον ημέραν δεν
έλειψε που να υπάγη εις αυτόν η οποία εμβαίνοντας ελεύθερα εις τον
Μενδρεσέ υπήγεν εις μίαν μεγάλην σάλαν, και εκεί την εδέχθη ο
Δερβύσης με μεγάλην σοβαρότητα. Αυτή σαν τον είδεν επήγε να πέση
εις τα ποδάρια του, μα αυτός εμποδίζοντάς την, της είπεν· Ω
Φαρουχνάζ, ο μέγας Καισάγιας είναι κατά πολύ θυμωμένος εναντίον
σου, επειδή είσαι εναντία εις τους νόμους του ουρανού· εσύ είσαι
υπό την εξουσίαν του δαίμονος· αυτός είναι εκείνος, που σε βάνει
εις αυτήν την στράταν εναντίον των ανθρώπων. Εδεήθηκα τον μέγαν
Καισάγιαν να λάβη έλεος, διά εσένα· μα, με όλην την δύναμιν που
έχει μη στοχάζεσαι πως ημπορεί να σε βοηθήση και να σε βγάλη από
το βάθος της αβύσου που είσαι, αν από το μέρος σου δεν ήθελες
κάμει δυναστείαν διά να βγης.
Ο Δερβύσης, μιλώντας έτσι, εστοχάσθη την βασιλοπούλαν που άρχισε
να κλαίη· τόσον φόβον της έκαμαν τα λόγια του. Όθεν της είπε·
θυγατέρα μου, σφόγγισε τα δάκρυα σου· βλέπω ότι η καρδιά σου
κλίνει εις μεταβολήν· σου τάσσω να σε ξεκολλήσω από την δύναμιν
του δαίμονος· φθάνει μόνον να μη παρακούης εις τες συμβουλές μου.
Τότε η βασιλοπούλα του έταξεν ότι ήτον έτοιμη να κάμη ό,τι την
ήθελε προστάξει. Και έτσι φιλώντας το χέρι του Δερβύση, εγύρισεν
εις το παλάτι της, γεμάτη από στοχασμούς και φόβον.
Την ακόλουθον ημέραν, εξαναγύρισεν εις τον Δερβύσην, και μένοντας
μοναχή, ο Δερβύσης της είπε. Βασιλοπούλα, απόψε είδα εις τον ύπνον
μου τον μέγαν Καισάγιαν, ο οποίος μου είπεν· ω Δερβύση, επήκουσα
την δέησίν σου και θέλω αποδιώξει το δαιμόνιον από την Φαρουχνάζ·
μα πρέπει να στεφανωθή ένα νέο βασιλόπουλο που την αγαπά κατά
πολλά, επειδή και έτσι είναι γραμμένον εις τον ουρανόν, να πάρη
αυτό, και όχι άλλο κανένα. Η Βασιλοπούλα έμεινεν έκθαμβη από αυτά
τα λόγια, και είπε· πώς είνε δυνατόν να στεφανωθώ ένα υποκείμενον,
που ούτε το είδα, αλλ' ούτε ηξεύρω ποίον είναι; Ο Καισάγιας,
απεκρίθη ο Δερβύσης, μου είπεν ότι αυτό το βασιλόπουλον είναι υιός
του Βασιλέως της Περσίας και ονομάζεται Καρούκ, το οποίον είναι
τόσον εύμορφον και χαριτωμένον, που μητέρα εις τον κόσμον δεν
εγέννησε παρόμοιον.
Ω σεβάσμιε πάτερ, του λέγει η βασιλοπούλα, τούτη η ομιλία με
κάμνει εκστατικήν· ένα νέο βασιλόπουλο, που ποτέ δεν με είδε, πώς
είναι δυνατόν να με αγαπήση τόσον; Εγώ θέλω σου το ειπεί, απεκρίθη
ο Δερβύσης με τι τρόπον εσυνέβη αυτό, επειδή και ο Καισάγιας μου
εφανέρωσε καταλεπτώς τα πάντα, με όλες τες περίστασες επάνω εις
αυτό το πράγμα. Και διά να σε βγάλω από την περιέργειαν σου λέγω
πως το Βασιλόπουλον Καρούκ ενυπνιάσθη μίαν νύκτα πως σε είδεν εις
ένα εύμορφον λειβάδι και, όντας εκστατικόν από την ευμορφιά σου,
ηθέλησε να σου μιλήση περί αγάπης· μα του λόγου σου θυμωμένη το
απεστράφης, λέγοντάς του, ότι οι άνθρωποι δεν είναι άλλο παρά
επίβουλοι, διά τούτο τους μισώ, και τους αποστρέφομαι επί ζωής
μου. Η θλίψις που του επροξένησαν αυτά τα λόγια, τον έκαμε να
ξυπνήση· και, η φαντασία αυτού του ονείρου του εκαρφώθη εις τον
νουν τόσον, που τον έκαμες να μην έχη ποτέ ανάπαυσιν· και με όλον
που δεν έχει ελπίδα εις το να απολαύση τα κάλλη σου, φυλάττει μίαν
άκραν επιθυμίαν προς λόγου σου.
Εις αυτήν την ομιλίαν του μεγάλου Δερβύση, αναστέναξε μεγάλως, και
σηκώνοντάς τα μάτια εις τον ουρανόν· ω Θεέ, εφώναζεν, είνε δυνατόν
αυτό το Βασιλόπουλο να έκαμε το ίδιον όνειρον που κ' εγώ έκαμα;
μεγάλε Δερβύση, ακολούθησεν αυτή, ο Καισάγιας δεν σου είπε το
όλον· ενυπνιάσθηκα και εγώ μίαν φοράν πως ήμουν εις ένα εύμορφον
λειβάδι, εις το οποίον είδα το πλέον ωραιότατον Βασιλόπουλον του
κόσμου πως ήλθε να μου μιλήση περί αγάπης και εγώ του εγύρισα τες
πλάτες χωρίς να του δώσω ακρόασιν· μα εις τον ίδιον καιρόν
αγροίκησα την καρδιά μου να λάβη κάποιαν κλίσιν προς αυτόν· Όθεν
εβιάσθηκα να φύγω από σιμά του, φοβουμένη μήπως η ευμορφιά του και
οι κολακείες του ήθελαν θριαμβεύση εις το μίσος, που διά τους
ανθρώπους είχα. Eτούτο το μίσος προς τους ανθρώπους μου επροξενήθη
από ένα άλλο όνειρο που είδα διά μίαν έλαφον που ευρίσκονταν εις
τα δεσμά, και ένα ελάφι την εκύτταζε χωρίς να της δώση βοήθειαν·
και αυτό υπώπτευσα πως έτσι είναι και οι άνθρωποι είναι επίβουλοι
και άσπλαχνοι εναντίον των γυναικών μα τώρα γνωρίζω το σφάλμα μου,
και επικρίνω καλύτερα τους ανθρώπους τους οποίους τους πιστεύω
πιστούς εις την αγάπην τους και τας γυναίκας τους, και αν είνε
μέλημα του ουρανού να στεφανωθώ το Βασιλόπουλον της Περσίας, είμαι
πρόθυμη να κλίνω χωρίς εναντίωσιν καμμίαν.
Ο μέγας Δερβύσης έμεινε γεμάτος από χαράν διά την κατάπεισιν της
Βασιλοπούλας, όθεν της είπε· θυγατέρα μου, θέλω απόψε να
συμβουλευθώ με τον Καισάγιαν επάνω εις αυτό, διά να ιδώ τι χρεία
κάνει να κάμης διά να απολαύσης την ακμήν του πόθου σου, και
αύριον θέλω σου ειπεί την απόκρισίν του. Η Βασιλοπούλα εγύρισεν
εις το παλάτι της πολλά ευχαριστημένη, και δεν έβλεπε την ώραν
πότε να απολαύση το ποθούμενον επειδή και τότε της ήλθε εις τον
νουν η μεγάλη ωραιότης εκείνου του Βασιλοπούλου που είδεν εις τον
ύπνον της, διά το οποίον όλην εκείνην την ημέραν ευρίσκονταν
ανήσυχη, και ούτε την νύκτα μίαν στιγμήν δεν ημπορούσε να
αναπαυθή. Όθεν ευθύς που άρχισεν η ημέρα εσηκώθη, και επήγε να
εύρη τον Δερβύσην, ο οποίος εκατάλαβε καλώτατα, οπόταν την είδε,
πως δεν είχε το πνεύμα ήσυχον.
Δεν εκαρτέρεσεν αυτή να της ειπή εκείνος την απόκρισιν του
Καισάγια· αλλά επρόλαβε και του είπε· και έτσι, ω σεβάσμιε πάτερ,
έχει ο ουρανός διωρθωμένον το γραπτόν μου, και σε έκαμε να
γνωρίσης την υποταγήν μου; Ναι, ω θυγάτηρ μου, απεκρίθη, ο μέγας
Καισάγιας μου ωμίλησεν ότι κάνει χρεία ετούτην την νύχτα να
μισεύσωμεν, διά να σε φέρω ο ίδιος εις το βασιλόπουλο της Περσίας
που σε αγαπά, να το στεφανωθής και να μείνης εκεί βασίλισσα· μου
είπεν ακόμη να ζητήσω το θέλημα του πατρός σου και έτσι απόψε να
μισεύσωμεν.
Οπόταν ο πατέρας μου το στέρξη διά να με αφήση, του είπεν η
Βασιλοπούλα, εγώ είμαι έτοιμη να υπακούσω εις την θέλησιν του
Καισάγια, μ' όλον πού τέτοιο ταξείδι είνε εναντίον της ορέξεώς
μου. Αυτό το ταξείδι, της είπεν ο Δερβύσης, πρέπει να το κάμης διά
κανόνα της σκληρότητός σου· μα ως τόσον ύπαγε εις το παλάτι σου
και ετοιμάσου, και εγώ θέλω πηγαίνει εις τον πατέρα σου να ζητήσω
την άδειαν διά τον μισευμόν μας. Η Φαρουχνάζη ακολούθησε καθώς της
είπε, και ο Δερβύσης από το άλλο μέρος επήγεν εις τον βασιλέα, και
του ανήγγειλε το θέλημα του Καισάγια, και τα όσα έτρεξαν αναμέσον
αυτού και της βασιλοπούλας. Ο βασιλεύς λαμβάνοντας αυτήν την
είδησιν της μεταβολής της θυγατρός του, έλαβε μεγάλην χαράν και
έχοντάς μεγάλην πίστιν εις τον Καισάγιαν, και εις τα λόγια του
Δερβύση, έκλινε και έδωσε θέλημα της θυγατρός του διά να μισεύση
μαζί με την βάγια της, παρακαλώντας τον Δερβύσην να την προσέχη
ωσάν να ήτον η ιδία του θυγατέρα. Ο Δερβύσης του υπεσχέθη να μην
έχη έγνοιαν δι' αυτήν, και ότι εις την φύλαξίν τους έχουν την
βοήθειαν του μεγάλου Καισάγια. Ως τόσον την ερχομένην νύκτα
εμίσευσεν η βασιλοπούλα μα την βάγια της και με τον Δερβύσην,
χωρίς άλλην συντροφιά, επειδή και ο Δερβύσης έλεγεν ότι το θέλημα
του Καισάγια ήταν να μισεύσουν χωρίς συντροφιά άλλη.
Μισεύοντας το λοιπόν και οι τρεις απάνω εις τρία καλά άλογα,
επεριπάτησαν όλην εκείνην την νύκτα χωρίς να σταματήσουν πουθενά,
και εις τα ξημερώματα εξεπέζευσαν διά να αναπαυθούν εις ένα
μεγαλώτατον λειβάδι, στολισμένον με πολυποίκιλα λουλούδια, που
έδιδαν μεγάλην ηδονήν εις την όρασιν, και άκραν ευχαρίστησιν εις
την όσφρησιν· εις δε το τέλος του λειβαδιού, ήτον ένα παλάτι
θαυμασιώτατον, με ένα περιβόλι πολλά ωραίον, και κοντά εις αυτό
έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Ο Δερβίσης λοιπόν εκεί που
εθεωρούσεν αυτόν τον εύμορφον τόπον, αιφνιδίως άλλαξεν η όψις του,
και έγινεν ωσάν νεκρού. Η βασιλοπούλα και η βάγια της, φοβισμένες
διά μίαν τοιαύτην μεταβολήν του εζήτησαν το αίτιον. Ω βασιλοπούλα,
απεκρίθη ο Δερβύσης, βλέποντάς την φοβισμένην, ποίον δαιμόνιον μας
έφερεν εδώ; κοντά μας πιστεύω να είνε το φοβερόν κατοικητήριον της
μάγισσας Μερχάνης· αν αυτή μας ιδή είμασθε χαμένοι· αλλοίμονον εις
εμέ, σου τάσσω πως εγώ δεν φοβούμαι άλλο, παρά διά λόγου σου· αν
ήμουν μοναχός ήθελα κάμει ένα μεγάλο κατόρθωμα, και αγροικώ ότι
έχω κάποια καρδιά διά να το εκτελέσω.
Κάμε, του είπεν η βασιλοπούλα εκείνο που γροικάς, και εμάς λόγιασε
ωσάν να μη μας είχες εις την συντροφιά σου· αν η κακή μας τύχη
θέλη να χαθούμεν εις τούτον τον τόπον, πρέπει υπομονή· και ημπορώ
να ειπώ πως επλήρωσα την τύχην μου. με μίαν σταθερότητα αξίαν της
ευγενείας του αίματός μου. Ω ωραιοτάτη βασιλοπούλα, εφώναξεν ο
Δερβύσης, η απόφασις εις την οποίαν σε βλέπω, μου δίδει
περισσοτέραν δύναμιν και καρδιά· θέλω το λοιπόν ή να λάβω μίαν
δόξαν αθάνατον ή να χαθώ· μείνατε αυτού το λοιπόν, και αν εις
διάστημα μιας ώρας δεν γυρίσω, θέλει είνε σημείον πως δεν απόλαυσα
το ποθούμενον και στοχασθήτε με διά χαμένον. Και έτσι λέγοντας
έβγαλε το σπαθί του και επήγε και εμπήκεν εις το παλάτι της
μάγισσας.
Ύστερον από τον μισευμόν του, η βασιλοπούλα με την βάγια της
αγροικούσαν μίαν μεγάλην θλίψιν και φόβον μην ηξεύροντας τι θέλει
είνε το γραπτόν τους· και έντρομες εκαρτερούσαν διά να ιδούν το
αποβησόμενον, ή της ευτυχίας, ή της δυστυχίας του. Μα δεν έμειναν
διά πολύ εις αυτές τες φαντασίες, με το να είδαν τον Δερβύσην
ύστερον από μίαν ώραν να γυρίση προς αυτές χαρούμενος, και με τα
χείλη γελούμενα τες είπεν· ευχαριστίαν να έχη ο ουρανός· η Μερχάνη
δεν ημπορεί πλέον να μας βλάψη. Και τούτη η τοποθεσία, που η
σκληρά με τες μαγείες της την έκανε φοβερωτάτην, έγινε γαληνή και
άφοβη εις καθένα. Μα είναι καιρός τέλος πάντων, ω ωραία
Βασιλοπούλα, να σου φανερώσω ποίος είμαι· μη με στοχάζεσαι πλέον
διά Δερβύσην και προεστόν του Καισάγια, στοχάσου με διά μυστικόν
του βασιλόπουλου της Περσίας και διά Σιρμώγ, που είναι το
καθολικόν μου όνομα. Θέλω το λοιπόν εις ολίγα λόγια να σου διηγηθώ
την ιστορίαν μου, και ύστερα από αυτό θέλομεν έμπει και εις το
παλάτι της Μερχάνης, εις το οποίον θέλεις ιδεί πράγματα που να
φρίξης· ως τόσον άκουσον την ιστορίαν μου.
Ο μέγας βασιλεύς της Περσίας έχει διά κληρονόμον ένα υιόν μοναχόν
ονομαζόμενον Καρούκ, ο οποίος αφού και σε είδεν εις τον ύπνον του,
καθώς σου εδιηγήθην, έπεσεν εις μεγάλην αρρώστιαν χωρίς να εύρη
ιατρείαν με όλην την επιμέλειαν που ο πατέρας του έδειξεν. Οι
ιατροί δεν εγνώρισαν το πάθος του με κανένα τρόπον. Ο πατέρας του
που το αγαπούσε κατά πολλά ήτον έξω από τας φρένας του, φοβούμενος
να μην του αποθάνη. Εγώ εκείνες τες ημέρες ευρισκόμουν μακράν από
την αυλήν, και οπόταν έφθασα, ο πατέρας του ευθύς μου εφανέρωσε
τον κίνδυνον της αρρώστιας του. Εγώ του έταξα ότι δεν θέλω λείψει
να κάμω το κατά δύναμιν διά να μάθωμεν όλα τα περιστατικά. Και
ούτω πηγαίνοντας εις το βασιλόπουλο εκεί που ήτον άρρωστος, το
εξέταζα με εύμορφον τρόπον και επιτήδειον, διά να μου φανερώση το
αίτιον της αρρώστιας του.
Αυτό έχοντας όλον το θάρρος εις εμένα, δεν άργησε να φανερώση το
πάθος του και το ενύπνιον που είχεν ιδή διά λόγου σου, καθώς σου
το εδιηγήθηκα, και πως θα απέθνησκεν, αν δεν σε ήθελεν εύρει διά
να σε στεφανωθή. Εγώ του επαράστησα το αδύνατον που ήτον να εύρη
μίαν που εις τον ύπνον του είδε, χωρίς να ηξεύρη ποία ήτον, και
εις ποίον τόπον εκατοικούσεν. Αυτός μου απεκρίθη πως δεν είνε άλλο
παρά να μισεύσωμεν μαζί, και να πάμε από βασίλειον εις βασίλειον
ερευνώντας, και ή να ημπορέση να την εύρη ή να αποθάνη. Εγώ
βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του και στοχαζόμενος τον
κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκονταν, που αν δεν τον υπήκουα
απέθνησκεν από την θλίψιν και από την απελπισίαν του, τον
επαρηγόρησα, και του έταξα να κάμω ως επεθύμει, λέγοντάς του· μην
έχεις καμμίαν έγνοιαν, ω αγαπημένο μου βασιλόπουλο, διατί εγώ θέλω
μιλήσει του βασιλέως του πατρός σου με άλλον τρόπον, διά να σου
δώσω θέλημα να υπάγης όπου θελήσης. Υπάγω το λοιπόν προς αυτόν διά
να του αναγγείλω, και του λόγου σου ως τόσον στάσου με καλήν
καρδιά, επειδή και ελπίζω να κάμη καθώς είνε η επιθυμία σου.
Ο Καρούκ ευχαριστημένος διά την υπόσχεσίν μου, με αγκάλιασε, και
ύστερον τον άφησα και επήγα εις τον βασιλέα, του οποίου του
εδιηγήθηκα ένα προς ένα τα όσα ο υιός του μου είπεν, ομοίως και το
αίτιον της αρρώστιας του, πως επιθυμά ή να απολαύση το υποκείμενον
που ενυπνιάσθη, ειδεμή θέλει αποθάνει από την θλίψιν του. Εγώ διά
να μη τον απελπίσω δεν εναντιώθηκα εις τες φαντασίες που του
επροξένησαν την αρρώστιαν, αλλά έταξα πως θέλω κάμει να λάβη το
ποθούμενον, και να μη τον μέλλη πλέον δι' αυτήν την υπόθεσιν.
Όθεν απεφάσισα και το ευρίσκω εύλογον, αν και της βασιλείας σου
αρέση, δι' να του έβγη αυτή η φαντασία, να μας δώσης θέλημα
αυτουνού και εμένα, να ταξειδεύσωμεν διά περιήγησιν εις άλλα
βασίλεια, και με τούτο βλέποντας άλλον κόσμον, και άλλα ήθη, θέλει
του περάσει η μελαγχολία και η φαντασία που έχει, και θέλει
λησμονήσει τα υποκείμενον, εις το οποίον είναι όλος ο νους του.
Αυτή η γνώμη ήρεσε του βασιλέως, και επρόσταξεν ευθύς να
ετοιμασθούν τα χρειαζόμενα διά το ταξείδι του υιού του, ο οποίος
συντροφιασμένος από πολλούς στρατηγούς εμίσευσε μαζί μου από την
Περσίαν.
Ύστερον από ένα μακρύ ταξείδι που εκάμαμεν, ζητώντες να εύρωμεν το
ποθούμενον, εφθάσαμεν εις μίαν πολιτείαν, όχι πολλά μακράν απ'
εδώ, εις την οποίαν εμβαίνοντες είδαμεν όλους τους κατοίκους που
ήτον ενδεδυμένοι θλιβερά. Περίεργοι δι' αυτήν την θεωρίαν που
εβλέπαμεν ερωτήσαμεν ένα διά να μας ειπή το αίτιον αυτής της
μεγάλης θλίψεως, ο οποίος μας εδιηγήθη, ότι αυτή επροξενούνταν από
τον θάνατον του υιού του Βασιλέως τους, τον οποίον τον αγαπούσεν
έξω από το μέτρον, με το να τον είχε μοναχόν και διαδοχον του
βασιλείου του. Και από τι θάνατον απέθανε; τον ερώτησα εγώ· από
αγάπην, εκείνος μου απεκρίθη, επειδή και είχεν ακούσει την μεγάλην
ωραιότητα της βασιλοπούλας της Κασμυρίας, ονομαζομένης Φαρουχνάζ,
την αγάπησεν υπερβολικά και έξω της στράτας, διά το οποίον την
εζήτησε πολλές φορές του πατρός της, και δεν εστάθη τρόπος, που να
την λάβη· όχι διότι ο πατέρας της δεν ήθελε, να του την δώση, αλλά
από αιτίαν αυτηνής, που δεν ήθελε να υπανδρευθή με κανένα τρόπον,
με το να είχε μέγα μίσος εις τους ανθρώπους, από αιτίαν ενός
ονείρου που είχε ιδεί διά ένα ελάφι, πως είχε παραιτήση μίαν
έλαφον εις τα δίκτυα, χωρίς να την βοηθήση να έβγη. Και αυτό το
ενύπνιον την έβαλεν εις φαντασίαν πως και οι άνδρες το όμοιον
είναι άσπλαγχνοι εναντίον των γυναικών, και διά τούτο δεν ήθελε να
ακούση, ούτε να ιδή άνδρα τινά. Όθεν αυτή η απελπισία επροξένησε
τον θάνατον του υιού του βασιλέως μας.
Ο Καρούχ, δεν ημπόρεσε να ακούση αυτήν την ιστορίαν, χωρίς ν'
αγροικήση, κάποιαν σύγχυσιν εις το πνεύμα του, και του ήλθε εις
τον νουν, ότι αυτή η βασιλοπούλα είναι εκείνη, που είδεν εις τον
ύπνον του, πως έφευγε τους άνδρας και τους εμισούσεν· όθεν έλαβε
χαράν και θλίψιν· χαράν, επειδή και έμαθε τέλος πάντων ποία ήτον
εκείνη που του έτρωσε την καρδίαν, και θλίψιν, ακούοντας την
σληροκαρδίαν που είχεν εναντίον εις τους άνδρας, και που με κανένα
τρόπον δεν ήθελε να ακούση υπανδρείαν, το οποίον πράγμα τον έβανε
εις μέγαν φόβον· πως δεν θέλει λάβει το ποθούμενον όθεν άρχιζε
πάλιν να δίδεται εις νέαν μελαγχολίαν· Εγώ όμως βλέποντάς τον
έτσι, ευθύς του είπα· ω ακριβό μου βασιλόπουλο, μην φοβάσαι
τίποτε· η ευτυχία σου είνε βεβαία, επειδή και τώρα ηξεύρομεν με τι
υποκείμενον έχομεν να κάμωμεν· διά τούτο άφησε να κάμω εγώ, και
του λόγου σου μη σε μέλει τίποτε και άλλο δεν ζητώ απ' εσένα, παρά
να κάμης, καθώς σε ερμηνεύω. Του λόγου σου λοιπόν, μείνε εδώ εις
τούτην την πολιτείαν με τους ανθρώπους σου και εγώ θέλω πηγαίνει
εις το βασίλειον της Κασμυρίας, και σου τάσσω πως να μην περάση
πολύς καιρός που να σου φέρω εδώ το υποκείμενον της επιθυμίας σου.
Μη μου ζητής πώς θα έχω να κάμω να το βάλλω εις πράξιν, διότι ούτε
εγώ ο ίδιος δεν το ηξεύρω, αλλά θέλω συμβουλευθή με τες
περιστάσεις, και κατά πως μου φανή αρμόδιον θέλω κάμει. Το
Βασιλόπουλο καταπεισμένον εις τα λόγια μου και εις την πίστιν που
είχα διά να κατορθώσω αυτό, με αγκάλιασε και, έπειτα περάσαμε το
επίλοιπον της ημέρας εις ηδονές και ξεφαντώσεις.
Την ερχομένην αυγήν επήρα θέλημα από τον Καρούκ, και εμίσευσα
καβαλλάρης επάνω εις ένα άλογον εύμορφον και ανδρείον. Ύστερα από
πολλών ημερών δρόμον, έφθασα εις τούτον τον τόπον, και βλέποντας
ετούτο το εύμορφο λειβάδι, ηθέλησα να αναπαυθώ κάμποση ώρα, και
ξεπεζεύοντας επήγα σιγά, εις το παλάτι, εκεί που βλέπεις εκείνα τα
εύμορφα δένδρα και εκάθησα υποκάτω εις ένα από αυτά, κοντά εις το
οποίον έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Όθεν πίνοντας από αυτό, και
γροικώντας την ευωδίαν των ανθέων, και τον δροσερόν αέρα που
έπνεε, με έπιασεν ένας γλυκύς ύπνος, και αποκοιμήθηκα διά κάμποση
ώρα και αφού εξύπνησα βλέπω ολόγυρά μου πέντε έξ ελαφίνες άσπρες,
που είχαν επάνωθέν τους ένα σκέπασμα γαλάζιο από ατλάζι, και εις
τα ποδάρια βραχιόλια από χρυσάφι.