Ετούτο το ταχύ ευθύς που εβγήκες έξω από το παλάτι σου, εγώ εμπήκα

υποκάτω εις την μορφήν του αρχιευνούχου σου εις τον χοντζερέ σου,

εις τον οποίον είχες αφήσει εις το κρεββάτι σου, την Δειλνοβάτζην.

Μωκβάλ, αυτή μου είπεν, γδύσου και έλα υποκάτω εις την μορφήν του

βασιλέως διά να σε χαρώ εις τον τόπον του. Τότε εγώ έκαμα καθώς

εκείνη επιθυμούσε, και ήμουν με αυτήν εις το κρεββάτι. Αλλ' οπόταν

έξαφνα εμπήκες εις τον χοντζερέ, εγώ βλέποντάς σε πως ήθελες να με

φονεύσης, υπαντήθηκα από το λάβωμα του σπαθιού σου, και έφυγα από

τα χέριά σου· μα ο ουρανός μην υποφέροντας πλέον τες ανομίες μου,

ιδού που με έδωσεν εις τας χείρας σου. Ναι, ω βασιλέα μου, ομολογώ

πως αχρήζω τον θάνατον και αν η βασιλεία σου, αφού ήκουσες όλες

τες ανομίες που έπραξα, οι οποίες συνθέτουν την ιστορίαν μου,

μετανοείς πως μου έταξες να μη με φονεύσης, εγώ ευχαριστούμαι να

γυρίσης τον λόγον σου, και να παιδεύσης ένα τρισάθλιον, που μόνος

του ομολογεί πως είναι ανάξιος να ζη πλέον επάνω εις την γην.

Αλήθεια, του απεκρίθη ο βασιλεύς, εσένα σου έπρεπεν ο θάνατος, διά

να καθαρισθή η γη από ένα τερατώδη άνθρωπον ωσάν εσένα· μα επειδή

και σου έταξα να σου αφήσω την ζωήν, δεν βγαίνω από τον λόγον μου·

σου παίρνω μοναχά το δακτυλίδι ως εργαλείον ολέθριον των ανομιών

σου, διά να μην ημπορέσης πλέον να βλάψης το ανθρώπινον γένος, και

τα γηρατειά σου θέλουν είνε η παίδευσίς σου. Εις αυτό το αναμεταξύ

που ο βασιλεύς ετελείωσεν αυτούς τους λόγους, βλέπει τον Ρουσκάδ,

που επλησίαζε προς αυτόν με πολλήν βίαν, και διακρίνοντας από το

φόρεμά του, εστοχάσθη ότι ήταν ένας άνθρωπος ευγενής.

Ο Ρουσκάδ φθάνοντας εκεί εξεπέζευσε, και αφού τον εχαιρέτησε, του

είπε· βασιλέα, έρχομαι διά να σου προμηνύσω μίαν χαρμόσυνον

είδησιν· η βασίλισσα των Ναϊμάνων, που εδιώχθη ωσάν μια μάγισσα

από την βασιλεία σου, και με όσα υπέφερεν από τότε έως τώρα, σε

βεβαιώνω ότι δεν απόθανεν ακόμη, αλλά ζη. Ω ουρανέ, εβόησεν ο

Βασιλεύς της Θέμπας εις ετούτην την είδησιν, είνε δυνατόν να ζη

ακόμη η αγαπημένη μου βασίλισσα, με όλες τες δυστυχίες, που της

εσυνέβηκαν; Ω φίλε μου, κατά πως βλέπω είσαι πληροφορημένος διά τα

όσα εσυνέβηκαν εις το παλάτι μου· πες μου το λοιπόν σε παρακαλώ

ποίος είσαι και πως τα ηξεύρεις; Εγώ, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, είμαι

ένας ξένος, και εις άλλον καιρόν θέλω σου ειπεί το όνομά μου· το

συμβεβηκός με έκαμε να συναπαντήσω την βασίλισσαν την γυναίκα σου,

η οποία μου εδιηγήθη τα δυστυχισμένα συμβεβηκότα της· ηξεύρω ακόμη

και εκείνα, που σου εσυνέβηκαν σήμερον το ταχύ, με το να μου τα

εδιηγήθη ο βεζύρ Αλής, ο οποίος ευρίσκεται μαζί της και σε

καρτερούν να γυρίσης να σε ιδούν.

Ετούτη η είδησις επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν του βασιλέως της

Θέμπας. Και ευθύς εμίσευσαν διά να πηγαίνουν να την εύρουν,

αφίνοντες εκεί εκείνον τον τρισάθλιον, αφού και του εσήκωσαν το

δακτυλίδι. Και εν τω άμα έφθασαν όπου ο βεζύρ Αλής ήτον με την

βασίλισσαν. Ο δε βασιλεύς της Θέμπας με οξύτητα ξεπεζεύοντας

παίρνει εις τας αγκάλας του την αγαπημένην του γυναίκα, και

γεμάτος από αγαλλίασιν της λέγει· αχ! βασίλισσά μου, με τι μάτια

κυττάζεις ένα συμβίον που σε εκαταφρόνεσε τόσον; μα αλλοίμονον εις

εμέ, εις τι τυφλότητα έπεσα να παιδεύσω μίαν ανεύθυνον; παρακαλώ

σε μη με μισήσης ότι εγώ δεν έχω το φταίξιμον, αλλά οι μαγείες

εκείνης της μιαράς με εθάμπωσαν, και έκαμα τέτοιαν ανομίαν, και

διά τούτο παρακαλώ να συμπαθήσης το σφάλμα μου.

Η βασίλισσα ηξεύροντάς την αθωότητά του, δεν τον ωνείδισεν εις τα

όσα της έκαμεν, αλλά μετά μεγάλης αγάπης τον εδέχθη, και τον

επεριποιήθη ωσάν άνδρα της αγαπημένον. Αφού δε εχάρηκαν αναμεταξύ

τους εις την ξαναντάμωσιν, η βασίλισσα τον επαρακάλεσε να της ειπή

το πώς εκατάλαβε τον δόλον της μάγισσας και τα ακόλουθα. Ο δε

βασιλεύς της εδιηγήθη ευθύς, λέγων, πηγαινάμενος εις τον οντάν της

γυναικός μου, την ηύρα με έναν που με επαρομοίαζεν· εγώ βλέποντάς

τους έβγαλα το σπαθί μου να τους θανατώσω· αλλ' ο άνδρας επρόφθασε

και έφυγε. Τότε εγώ τραβώντας το σπαθί έκοψα της τρισαθλίας το

χέρι, εις το οποίον εφορούσεν ένα δακτυλίδι μαγικόν και ευθύς που

της έπεσε το χέρι κατά γης, από ωραία που ήτον, εμεταβάλθη εις

μίαν ασχημοτάτην γραίαν. Βασιλέα, μου λέγει, κόπτοντάς μου το χέρι

εχάλασες την μαγείαν.

Εγώ με την δύναμιν ενός δακτυλιδιού απερνούσα διά γυναίκα σου και

ο άνδρας που έφυγε, και αυτός έχει ένα παρόμοιον, και με αυτό

επήρε την μορφήν σου· και επειδή σου εξομολογούμαι το παν σε

παρακαλώ συμπάθησόν με. Ω άνομη, εφώναξα εγώ, έχεις ακόμα πρόσωπον

να μου ζητήσης συμπάθειον, μάγισσα παράνομη, που με τες μαγείες

σου με έκαμες να υστερηθώ την αληθινήν μου γυναίκα; δεν είναι

πλέον έλεος εις εσένα. Και έτσι λέγοντας την έκαμα κομμάτια και

την άφησα εκεί· και ευθύς εδόθηκα διά να κυνηγήσω και τον άνδρα

που με αυτήν ηύρα, διά να τον φονεύσω και αυτόν. Έπειτα της

εδιηγήθη και του Μωκβάλ όλην την ιστορίαν, την οποίαν του

εφανέρωσε και αυτός· και πώς του επήρε το δακτυλίδι και τον άφησεν

ολίγον μακράν.

Διηγούμενος ο βασιλεύς ετούτην την ιστορίαν, η βασίλισσα, ο βεζύρ

Αλής και ο Ρουσκάδ έμειναν εκστατικοί διά τέτοια συμβεβηκότα. Και

αφού ο βασιλεύς ετελείωσε την ιστορίαν αυτήν, γυρίζει προς τον

Ρουσκάδ, και του λέγει· ω ευγενή ξένε, επειδή διά την τόσην

καλωσύνην, που έδειξες προς την αγαπημένην μου γυναίκα, και

υπερμάχησες διά την ευτυχίαν που τώρα χαιρόμεθα, τι χάριν από

εμένα ζητείς να σου κάμω; πρόσταξε και θέλει σου δοθή ό,τι σου

θέλει είναι αρεστόν. Ο Ρουσκάδ εκεί που έστεκε διά να του αποκριθή

και να τον ευχαριστήση, η βασίλισσα του έκοψε τον λόγον, και λέγει

προς τον άνδρα της. Κύριε, δεν ηξεύρεις που ο ξένος με τον οποίον

ομιλείς είναι ο βασιλεύς της Κίνας; Ευθύς που ο βασιλεύς της

Θέμπας ήκουσεν ετούτο, εζήτησε συμπάθειαν του Ρουσκάδ, ανίσως και

έλειψε να του προσφέρη το πρεπούμενον σέβας. Ο Ρουσκάδ, του

αντέκοψε τον λόγον, και αγκαλιάσθηκαν αμοιβαίως, και εφιλήθηκαν·

υστερότερον εσηκώθηκαν, και επήγαν εις την Θέμπα με μεγάλην

αγαλλίασιν. Ο Ρουσκάδ έμεινεν εκεί μερικές ημέρες, και έκαμαν εις

αυτόν μεγαλώτατες τιμές κατά πως του έπρεπαν. Και έπειτα ζητώντάς

τους θέλημα εξαναγύρισεν εις το βασίλειόν του.

&Ακολούθησις της ιστορίας του Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης

Κεριστάνης.&

Ερχόμενος ο βασιλεύς της Κίνας Ρουσκάδ εις το βασίλειόν του, δεν

έλειψε να διηγηθή του βεζύρη του τα παράδοξα συμβεβηκότα της

βασίλισσας και του βασιλέως της Θέμπας. Ο βεζύρης ακούοντάς τα

έμεινε θαυμασμένος, και από ετούτα έλαβε την αιτίαν να παρρησιάση

εις τον αυθέντην του, ότι και η Κεριστάνη δεν ήτον άλλο, παρά μία

μάγισσα ωσάν την Δειλνοβάτζην, καθώς του το εφανέρωσεν εξ αρχής.

Δεν επέρασεν όμως πολύς καιρός, που ο βασιλεύς ευρίσκετο εις το

βασίλειόν του εν ησυχία· και μίαν ταχινήν εκεί που οι μεγιστάνες

του τον ανάμεναν εις το ντιβάνι, τους εδόθη είδησις πως δεν

ευρίσκετο πλέον εις το παλάτι του, αλλά εχάθη. Τότε όλοι εδόθηκαν

εις φωνάς και εις κλαυθμούς διά την έλλειψιν του βασιλέως των, και

μάλιστα ο βεζύρης του ωδύρετο κατά πολλά διά τον αιφνίδιον χαμόν

του. Και εις αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εθρηνούσαν και εγύρευαν

τον βασιλέα τους, αυτός ο ευτυχισμένος βασιλεύς ευρίσκονταν εις

την ακμήν της ευτυχίας του, εις το νησί Χαρμοστάν, εις το οποίον

εφέρθη διά προσταγής της Κεριστάνης.

Ετούτη η Βασίλισσα αφού ανέβη εις τον θρόνον, έβαλεν όλην της την

επιμέλειαν εις τες διόρθωσες του βασιλείου της και εις τον

καλλωπισμόν της μεγαλειότητός της. Ύστερον δε από αυτά στοχαζομένη

τον λόγον που είχε δώσει του βασιλέως της Κίνας, και ευχαριστημένη

διά την εμπιστοσύνην του, απεφάσισε να κάμη να τον φέρουν εκεί και

ούτως αποφασίζοντας, επρόσταξεν ένα της πιστόν εξωτικόν, και επήγε

και της τον έφερεν εις το παλάτι εις ολίγον διάστημα. Ω βασίλισσα,

εφώναξεν ο Ρουσκάδ, ευθύς που είδε την Κεριστάνην, αξιώθηκα το

λοιπόν διά να σε ξαναϊδώ, εις καιρόν που δεν ήλπιζα να είμαι πλέον

εις την ενθύμησίν σου; Όχι, Ρουσκάδ, απεκρίθη η Κεριστάνη, μη

στοχάζεσαι πως το μάκρος του καιρού με έκαμε να σε αλησμονήσω· εγώ

πάντα σε είχα εις την καρδίαν μου, μα εκαρτερούσα να δοκιμάσω αν

μου ήσουν πιστός· και τώρα που σε εκατάλαβα διά πιστόν, έκαμα και

σε έφεραν εδώ διά να χαρούμεν κατά τον πόθον μας· και θέλω σήμερον

να πληρώσω το τάξιμον, που σου έκαμα, διά να σε λάβω νόμιμόν μου

άνδρα.

Ο βασιλεύς της Κίνας ευχαρίστησε κατά πολλά την Κεριστάνην διά την

γενναιότητα, που έδειχνε εις αυτόν, και της έταξε μίαν αγάπη

παντοτεινήν. Ύστερον από αυτά τα λόγια, όλοι οι προεστοί του

βασιλείου της, μικροί και μεγάλοι εσυναθροίσθηκαν εις το παλάτι

διά προσταγής της, των οποίων είπε· Μεγάλοι και μικροί εξωτικοί

που με ακούετε, με το να είσθε όλοι με όρκον εις την υποταγήν μου,

και έτοιμοι εις τα προστάγματά μου, σας δίνω την είδησιν, ότι θέλω

να πάρω διά νόμιμόν μου άνδρα τον βασιλέα Ρουσκάδ, που εδώ κοντά

μου βλέπετε και να τον στέψω και βασιλέα σας, τον οποίον σας

παραγγέλλω ότι από την σήμερον και εις το εξής θέλετε του

προσφέρει το ίδιον σέβας, που και εις εμέ προσφέρετε. Τότε όλοι οι

εξωτικοί τον επροσκύνησαν, και της επαίνεσαν την εκλογήν που

έκαμε, με όλον που ήτον ένας άνθρωπος θνητός. Τελειώνοντας η τάξις

της στέψεως του βασιλέως εκοπίαζον εις τες ετοιμασίες των γάμων μα

πριν τελειώσουν, η Κεριστάνη είπε προς τον Ρουσκάδ.

Κύριε, είνε χρειαζόμενον να μου τάξης πως θα φυλάξης ένα πράγμα·

εγώ δεν ζητώ από λόγου σου αυτό το τάξιμο διά άλλο, παρά διά

κοινόν μας καλόν· αυτό είνε εξ αποφάσεως αναγκαίον διά να μου το

κάμης και με επιμέλειαν να το φυλάξης, διατί αν από κακήν τύχην

δεν ήθελες το φυλάξει, ημείς και οι δύο θέλομεν γένει πολλά

δυστυχισμένοι. Αλλοί εις εμέ, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, τα

λόγια σου πολλά με βάνουν εις υποψίαν, και διά τούτο πες μου να

ιδώ τι πρέπει να σου τάξω. Εκείνο, που εγώ θέλω, απεκρίθη η

Κεριστάνη, είνε μία δυνάστευσις, που θέλει σου είνε πολλά βαριά,

την οποίαν δεν πιστεύω να είσαι αρκετός να την υποφέρης· επειδή

και όντας εγώ μία εξωτική, και εσύ ένας υιός του Αδάμ, είμεθα

καθώς φαίνεται διαφορετικής κλίσεως· ημείς εργαζόμεθα το εναντίον

από τους ανθρώπους, έχομεν τους νόμους μας και τες συνήθειές μας

διαφορετικές, και εις ένα λόγον ημείς δεν ημπορούμεν να ζήσωμεν

πολύν καιρόν αντάμα, αν εσύ δεν θέλεις έχει μίαν τυφλήν υποταγήν

και υπακοήν προς εμένα.

Πώς; ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, ετούτη είνε η δυνάστευσις η

βαρεία, την οποίαν υποπτεύεις πως να μην είμαι αρκετός να φυλάξω;

εγώ λογιάζω πως έως τώρα θα εγνώρισες την καρδιά μου, που είνε

πάντα υποκειμένη εις κάθε σου πρόσταγμα, και πως δεν έχω άλλην

θέλησιν παρά την εδικήν σου. Ας είνε, εξαναείπεν η βασίλισσα· εσύ

το λοιπόν τάζεις μου, αν κάμω κανένα πράγμα έμπροσθέν σου που να

σου κακοφανή, να μη βλασφημήσης, αλλ' ούτε να με ονειδίσης εις

εκείνο που έκαμα; Ναι, ω βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός· αντίς να

βλασφημήσω τα έργα σου, ομνύω ότι ήθελα τα επαινέσει όλα, και θέλω

έχει εις όλην μου την ζωήν άλλην τόσην υπακοήν, όσην αγάπην σού

έχω.

Τόσον φθάνει, εξαναείπεν η Κεριστάνη, εγώ αναπαύομαι επάνω εις τον

όρκον σου, ελπίζοντας ότι κάθε λογής πράγμα, που εγώ είμαι διά να

κάμω εμπρός εις τα μάτια σου, να φυλάξης σιωπήν, και να μη μιλήσης

τίποτε επειδή και οι εξωτικοί δεν κάνουν κανένα πράγμα χωρίς

στοχασμόν· και ανίσως καμμίαν φοράν θέλεις με ιδεί να κάμω πράγμα,

που να σου φανή αστόχαστον, πες με τον εαυτόν σου, αυτή δεν

εργάζεται με τέτοιον τρόπον χωρίς δικαιολόγημα.

Ο βασιλεύς της Κίνας ξανατάζοντάς της να φυλάξη με κάθε υπακοήν τα

όσα υπεσχέθη, δεν εστοχάσθηκε τότε άλλο, παρά διά την υπανδρείαν

τους, την οποίαν ευθύς την έβαλαν εις πράξιν, και έκαμαν τους

γάμους με μεγάλες χαρές ολωνών των εξωτικών. Και ο βασιλεύς

ευρίσκετο τόσον ευτυχισμένος, που περισσότερον δεν ημπορούσε να

γένη, και καθημερινώς δεν έκανεν άλλο, παρά να είνε εις χαρές και

παιγνίδια ομού με την αγαπημένην του Κεριστάνην.

Απαρνώντας λοιπόν ένας χρόνος αφού και υπανδρεύθηκαν, η Κεριστάνην

εγέννησεν ένα παιδί αρσενικόν, από τον ήλιον πλέον ευμορφώτερον. Ο

δε βασιλεύς ευρισκόμενος εις το κυνήγι, οπόταν έλαβε την χαροποιάν

είδησιν εγύρισεν ευθύς εις το παλάτι του διά να ιδή το βρέφος και

βλέποντάς το εις τα χέρια της μητρός του, η οποία εκάθονταν σιμά

εις μίαν μεγάλην φωτιάν, το επήρεν εις τες αγκάλες του, και αφού

το εφίλησε πολλές φορές το εξανάδωσε της μητρός του. Αυτή

παίρνοντάς το εις τα χέρια της ευθύς το έρριξε μέσα εις εκείνην

την φλόγα που η φωτιά έκανεν, και εν τω άμα, ω θέαμα παράδοξον, η

φωτιά και το βρέφος έγιναν άφαντα. Ετούτο το παράδοξον θέαμα, δεν

επροξένησεν ολίγην λύπην εις τον βασιλέα, μα ό,τι λογής και αν

ήτον ο πόνος του διά τον χαμόν του υιού του, ενθυμήθη εν τω άμα το

τάξιμον που έκαμε, και εκατάπιε την θλίψιν του, φυλάγοντάς την

σιωπήν· όθεν χωρίς να της ειπή τίποτε ετραβήχθη εις τον χοντζερέ

του, και εκεί εδόθη εις το να κλαίη, λέγοντας· δεν είμαι εγώ

δυστυχής; ο ουρανός μου έδωσεν ένα υιόν, και βλέπω που με τα χέρια

της η μητέρα του τον ρίχνει εις την φωτιάν και ακόμη μου είνε

εμποδισμένον να μιλήσω διά ένα κάμωμα τόσον σκληρόν; ω μητέρα

απάνθρωπη, και βάρβαρη· μα, ας σιωπήσω, ακολούθησεν, ημπορώ να

αγανακτήσω την βασίλισσαν φανερώνοντας την θλίψιν μου· αλλά πρέπει

να υπομείνω δυναστικώς, και αντίς να κατηγορήσω το άνομον κάμωμά

της, ας ειπώ πως η βασίλισσα δεν κάνει τίποτε χωρίς δικαιολόγημα.

Ο βασιλεύς το λοιπόν τοιούτης λογής στοχαζόμενος, δεν είπε λόγον

τινά προς την Κεριστάνην, με όλον που ήτον υπερβολική η θλίψις του

διά τον χαμόν του υιού του.

Ένα χρόνον υστερότερα από αυτό, η Κεριστάνη έδωσε πάλιν εις φως

μίαν θυγατέρα πολλά ευμορφότερην από τον υιόν. Ο δε βασιλεύς ήτον

πολλά εκστατικός διά την μεγάλην ευμορφάδα της θυγατρός του, και

δεν ημπορούσε να ξεκολλήση από το να την χαίρεται· μα αυτή η χαρά

του δυστυχούς ολίγον του εφτούρησεν επειδή και εις το αναμεταξύ

που την εκύτταζεν, ιδού και εμβαίνει εις εκείνον τον χοντζερέ μία

σκύλα άσπρη πολλά μεγάλη με το στόμα ανοικτόν, την οποίαν η

Κεριστάνη βλέποντάς την έκραξε, λέγοντάς της· έπαρε τούτην την

μικράν κόρην απ' έμπροσθέν μου· ότι δεν ημπορώ να την υποφέρω· και

η σκύλα ευθύς επλησίασε, και παίρνοντας με τα δόντια την κόρην

έφυγε με μεγάλην ορμήν.

Ήθελεν είνε αδύνατον να διηγηθή τις, ποίας λογής ήτον εις τούτο το

θέαμα ο πόνος του βασιλέως, και με όλον που είχε τάξει την σιωπήν

με όρκον της βασίλισσας, ολίγον έλειψε που να μη τον χαλάση, διά

να ονειδίση την ωμότητά της· εστάθη όμως στενεμμένος να αναμερίση,

φοβούμενος να μη της φανερώση την θλίψιν του· και ούτως επήγε και

εξανακλείσθη εις τον χοντζερέ του, και δεν έκαμνεν άλλο, παρά να

οδύρεται, και να κλαίη το κακόν τέλος των τρυφερών του παιδιών. Η

Κεριστάνη (έλεγε με τον εαυτόν του) καθώς βλέπω είνε μία σκληρά,

και απάνθρωπος εις το να έχη μίαν τέτοια καρδιά διά τα παιδιά της.

Αν οι εξωτικοί έχουν τόσην ευχαρίστησιν να κάνουν τέτοια πράγματα

εναντίον εις τα φυσικά τους παιδιά, οι άνθρωποι όμως είναι πλέον

ευσπλαχνικοί από αυτούς· μα η βασίλισσα μου είπε, πως οι εξωτικοί

δεν κάνουν τίποτε χωρίς δικαιολόγημα· και αυτό πώς ημπορεί τις να

το πιστεύση, ότι αυτή να μην έκανε κακόν; αχ, εγώ καταλαμβάνω τι

είνε τούτο το μυστήριον, και βλέπω την αιτίαν της δυστυχίας μου.

Οι νόμοι των εξωτικών, απ' ότι στοχάζομαι, θέλουν χωρίς άλλο, ότι

οπόταν, αυτοί υπανδρεύονται με ανθρώπους, τα παιδιά που γεννούν με

αυτούς, να τα θανατώνουν· ιδού το αίτιον αυτουνού του έργου που με

κάνει εκστατικόν. Ω Κεριστάνη απάνθρωπη, ημπορείς να στοχασθής, αν

εγώ ημπορώ να υποχρεωθώ εις όλα σου τα σκληρά καμώματα, χωρίς να

μη σε ονειδίσω; όχι, εις πείσμα όλης της αγάπης, που έχω προς

εσένα, είναι αδύνατον να ημπορέσω να συνηθίσω εις τους νόμους σου.

Με όλον που ευρίσκετο ζωντανά περίλυπος ο Ρουσκάδ διά το χάσιμον

των παιδιών του, όμως έλαβεν αρκετήν υπομονήν, να μην ειπή τίποτε

της βασίλισσας· μα η κατοίκησις του νησιού Χαρμοστάν του εγένονταν

ανυπόφερτος, και αποφάσισε να γυρίση εις την Κίναν. Όθεν,

βασίλισσα, λέγει μίαν ημέραν της Κεριστάνης, εγώ επεθύμισα να

ξαναϊδώ το βασίλειόν μου· διά τούτο δος μου σε παρακαλώ θέλημα,

διά να πηγαίνω να ξαναεύρω τον λαόν μου, οι οποίοι από πολύν

καιρόν με νομίζουν διά χαμένον, και αφού βάλω τα πράγματά μου εις

τάξιν, πάλιν θέλω ξαναγυρίσει. Ας είναι του απεκρίθη η βασίλισσα,

ημπορείς να υπάγης διά να δώσης αυτήν την ευχαρίστησιν του λαού

σου, επειδή και η παρουσία σου είναι πολλά αναγκαία εις το

βασίλειόν σου· διότι εγώ ηξεύρω, ότι οι Μογγόλοι σηκώνουν εναντίον

σου δυνατόν στράτευμα. Μίσευσε το λοιπόν διά να υπάγης να

διαφεντευθής και θέλω έχει και εγώ την επιμέλειαν διά να έλθω να

σε εύρω, και να σε βοηθήσω αν λάβης χρείαν.

Έτσι λέγοντας η Κεριστάνη, έκραξεν ένα εξωτικόν, και το επρόσταξε

να φέρη ευθύς τον βασιλέα εις το παλάτι του εις την Κίναν. Ο

εξωτικός υπακούοντάς τον επήρεν εις τες αγκάλες του, και εν τω άμα

τον έφερεν εις την Κίναν, και τον απόθεσεν εις το παλάτι του.

Ευθύς που ο βεζύρης του τον είδεν έλαβε πολλήν χαράν, και

επρόσπεσεν εις τους πόδας του και του είπεν· Ω Αυθέντη, ο ουρανός

το λοιπόν επήκουσε τες παρακάλεσές μου, και σε έφερε εις τον λαόν

σου, διά να τον χαροποιήσης. Τότε ο βασιλεύς αγκαλιάζοντας τον

βεζύρην, του εδιηγήθη τα όσα του εσυνέβηκαν και ο βεζύρης έμεινεν

εκστατικός από τον θαυμασμόν του. Εις τούτο το αναμεταξύ, οι

Μογγόλοι επλησίασαν εις την Κίναν με υπερβολικάς δυνάμεις. Εις την

είδησιν του ερχομού τους, ο Ρουσκάδ εσυνάθροισε το περισσότερον

μέρος που εδυνήθη από το στράτευμά του, και εφέρθη απέναντι των

εχθρών του, και ετέντωσεν ολίγον μακράν από αυτούς, διά να

καρτερήσή την ζωοτροφίαν διά το στράτευμα, που ήτον ολίγον

ξέμακρα, την οποίαν εσυντρόφευεν ένας Πασσάς ονόματι Βελής. Και

τον καιρόν που αυτός επλησίαζε με την ζωοτροφίαν εις το στράτευμά

του φανερώνεται έμπροσθέν του η Κεριστάνη, συντροφιασμένη από πολύ

πλήθος εξωτικών, οι οποίοι ευθύς εξεφόρτωσαν τα καμήλια και

μουλάρια, που ήταν φορτωμένα φαγητά, και πιοτά διάφορα, και τα

έχυσαν καταγής, τόσον τα φαγητά όσον και τα πιοτά και τα

ανακάτωσαν όλα, και τα ετσαλαπάτησαν που δεν ήτον πλέον διά να

φάγουν τα φαγητά αλλ' ούτε να πιουν τα πιοτά.

Ο δε Βελής έμεινεν εκστατικός εις το να ιδή τούτα εις τέτοιαν

κατάστασιν. Τότε η βασίλισσα του είπεν, ύπαγε να ειπής του

αυθέντος σου, ότι η βασίλισσα γυναίκα του επροξένησεν ετούτην την

ζημίαν. Αυτός υπήκουσε, και επήγε και το είπε του βασιλέως. Αυτή η

είδησις έφερε τον βασιλέα εις αδημονίαν μεγαλυτέραν από τον

θάνατον των παιδιών του, ο οποίος του εφαίνονταν πλέον άξιος

συμπαθείας από τούτο το υστερινόν κάμωμα· και εκεί που ήτον δι'

αυτό πολλά θαυμασμένος, βλέπει την Κεριστάνην να παρουσιασθή

έμπροσθέν του.

Βασίλισσα, της είπεν, δεν ημπορώ να σιωπήσω πλέον· εσύ μου έφερες

εις το άκρον την υπομονήν μου. Έρριξες το παιδί μου εις την

φωτιάν, έδωσες την θυγατέρα μου μιας σκύλλας, και με όλον που ήτον

μεγάλη η θλίψις μου, εγώ δεν σου ωμίλησα, αλλ' ούτε σου έδειξα πως

μου εκακοφάνη· μα ετούτο που μου έκαμες τώρα δεν ημπορεί να είνε

άλλο, παρά μία επιβουλή της ζωής μου και της τιμής μου, και μου

είνε αδύνατον που να μη παραπονεθώ. Ω αχάριστη, με τέτοιαν

ανταμοιβήν πληρώνεις την αγάπην μου; ποία άραγε να είναι η γνώμη

σου; ιδού το στράτευμά μου, που έμεινε χωρίς ζωοτροφίαν· τι έχει

να ακολουθήση; μίλησε· και τι θέλει γένει εις εμένα; θέλεις καθώς

βλέπω διά να παραδοθώ εις τους εχθρούς μου χωρίς να πολεμήσω; πώς

ημπορώ να υποφέρω τούτο χωρίς να σε ελέγξω;

Ρουσκάδ, ήτον καλύτερον, του απεκρίθη η Κεριστάνη, διά να είχες

φυλάξει σιωπήν και τούτην την φοράν, παρά να ομιλήσης έξω από το

προκείμενον, μα επειδή και ωμίλησες, το κακόν είνε χωρίς ιατρείαν·

δεν κάνει χρεία άλλο, ήθελεν είνε ανωφελές το να ζητήσης μέσον διά

να εμποδισθή η συμφορά, που εγώ εφοβούμουν μη σου τύχη, επειδή και

εσυνέβη. Ω βασιλέα αστόχαστε και αδύνατε, διατί να μη φυλάξης την

σιωπήν; ηξεύρεις εσύ ποία ήτον η φωτιά, εις την οποίαν έρριξα το

παιδί; εκείνη ήταν μία Λάμια, της οποίας εμπιστεύθηκα την

ανατροφήν εκείνου του βασιλοπούλου· και η σκύλλα που είχες ιδεί

ήτον μία Νεράιδα, η οποία μετά χαράς έλαβε το βάρος διά να

αναθρέψη την βασιλοπούλα, και διά να πιστωθή, υπόμεινε διά να

ιδής. Ευθύς η Κεριστάνη προστάζει δύο εξωτικούς διά να υπάγουν να

της φέρουν τα παιδιά της· οι εξωτικοί δεν άργησαν να της τα φέρουν

έμπροσθέν της.

Ο βασιλεύς της Κίνας, με όλον που ήτον τόσον θλιμμένος διά τον

χαμόν της τροφής, εδόθη εις μεγάλην χαράν εις το να ιδή τα δύο του

παιδιά, που έφεγγαν ωσάν το φως, τα οποία, παίρνοντάς τα εις τας

αγκάλες του με μεγάλην αγαλλίασιν, τα εφιλούσεν. Εις αυτό το

μεταξύ η Κεριστάνη ακολούθησε να λέγη· Βασιλέα, χρεία τώρα είναι

να σου φανερώσω διατί σου εχάλασα την ζωοτροφίαν. Ο βασιλεύς του

Μογόλ ήθελε να σου σηκώση την ζωήν, διά να φέρη εις την υποταγήν

του το βασίλειον της Κίνας· και διά να τελειώση την βουλήν, έταξε

πολύ χρυσάφι του βεζύρ Βελή, διά να σε επιβουλευθή. Αυτός ο

άπιστος επιτηρητής, διά εκατόν χιλιάδες φλωριά, έταξε να κάμη να

χαθή όλον σου το στράτευμα και εσένα ομού, και ο δόλος του εστάθη

εις το να φαρμακώση όλα τα φαγητά και πιοτά, που εις ολίγον

διάστημα είχετε να χαθήτε όλοι. Αυτή εστάθη η αιτία, που έκαμα και

εχάλασαν όλα τα φαγοπότια, διά, να μη λάβη τέλος η βουλή του. Αυτό

λογιάζω πως να σου φαίνεται δύσκολον να το πιστεύσης, μα είναι

εύκολον να σε κάμω να βεβαιωθής· κράξε τον Βελή, και υποχρέωσέ τον

διά να φάγη και πίη έμπροσθέν σου από εκείνα τα φαγητά που

έμειναν, και θέλεις ιδεί τι του θέλει συμβή.

Εις τούτην την διήγησιν ο βασιλεύς έμεινε σκοτισμένος, και ευθύς

έκραξε τον Βελή, διά να έλθη εμπροσtά του, τον οποίον αφού ήρθε

τον επρόσταξε διά να φάγη από εκείνα τα φαγητά· αλλ' ο Βελής

επροφασίσθη πως δεν επεινούσεν. Αν δεν φας τούτην την στιγμήν, του

είπεν ο βασιλεύς, το κεφάλι σου θέλει είνε χαμένον. Τότε ο Βελής

βλέποντας ότι ήτον αδύνατον να φύγη τον θάνατον· ή με τον ένα

τρόπον, ή με τον άλλον, έφαγεν ολίγον από εκείνα τα φαγητά, και εν

τω άμα απέθανε.

Βλέπεις, λέγει τότε η Κεριστάνη του βασιλέως, την προδοσίαν του

Πασιά σου; λογιάζω πως είσαι βεβαιωμένος ότι τα τελώνια δεν κάνουν

πράγμα χωρίς αφορμήν. Ναι, ω βασίλισσα, λέγει ο Ρουσκάδ, ομολογώ

ότι έχω άδικον, που δεν εφύλαξα με προσοχήν τον νόμον που μου

έδωσες, με όλον τούτο δεν είμαι χωρίς ανάπαυσιν, επειδή και το

στράτευμά μου πρέπει να χαθή μην έχοντας ζωοτροφίαν. Όχι, όχι,

είπεν η Κεριστάνη, ζωοτροφία δεν θέλει σου λείψει· αύριον θέλεις

έχει περισσότερον από την χρείαν σου, επειδή τούτην την νύκτα

εσείς θέλετε πλακώσει τους εχθρούς σας, και θέλετε τους κατακάψει

εις κομμάτια και θέλετε κυριεύσει όλες των τες ζωοτροφίες, και θα

γυρίσετε εις την βασιλεύουσαν νικηταί και τροπαιούχοι.

Όλον αυτό που προείπεν η βασίλισσα αλήθεψεν, επειδή και αυτή

εκείνην την ιδίαν νύκτα, μαζί με όλους τους εξωτικούς που είχεν,

εβάλθη εις την κεφαλήν των Κινέζων, και εκαταχάλασεν όλον το

στράτευμα των Μογγολιτών, που μετά βίας εγλύτωσεν ο βασιλεύς τους

με δώδεκα ανθρώπους μόνον. Την δε ερχομένην ημέραν, βλέποντας ο

Ρουσκάδ τον εχθρόν του χαλασμένον, χωρίς να χάση κανένα από το

στράτευμά του, ήτον όλος εις χαράν και αγαλλίασιν.

Τότε η Κεριστάνη λέγει προς τον βασιλέα τον συμβίον της, ιδού που

οι εχθροί σου ευρίσκονται κείμενοι εις τον κονιορτόν· ο πόλεμος

ετελείωσε εσύ ημπορείς να ξαναγυρίσης εις το βασίλειόν σου, και να

ζήσης με ανάπαυσιν εις το παλάτι σου· όσον διά λόγου μου έχω χρέος

να σε απαρατήσω, διά τούτο κάνει χρεία, να χωρισθώμεν διά πάντα·

εσύ δεν θέλεις με μεταϊδή πλέον και εγώ η ιδία θέλω είμαι

υστερημένη να σε βλέπω πλέον· το πταίξιμον είνε εδικόν σου, ω

ακριβέ μου Ρουσκάδ, επειδή και δεν εφύλαξες το τάξιμον που μου

έκαμες.

Ω δίκαιε ουρανέ, εφώναξεν ο βασιλεύς εις τούτην την ομιλίαν· τι

είνε τούτο που αγροικώ; σε εξορκίζω, ω αγάπη μου, μετάβαλε ετούτην

την απόφασιν, το μετανοώ πως έλειψα από τον λόγον μου, σύγκλινε

εις το να με συμπαθήσης, και σου τάσσω μεθ' όρκου, ότι εις το εξής

να μη λάβης αιτίαν και κακοευχαριστηθής από εμένα. Ετούτος ο όρκος

είναι ανωφελής, λέγει η βασίλισσα, επειδή και οι νόμοι μου με

προστάζουν να ξεμακρύνω από λόγου σου, διατί οι νόμοι των εξωτικών

είνε αμετάβλητοι· παύσε το λοιπόν να με παρακινής πλέον να μείνω

μαζί σου· αχ! αν εις εμένα εστέκουνταν να σε συμπαθήσω, δεν

εκαρτερούσα περισσότερον να με παρακαλέσης. Ως τόσον σου αφίνω

υγείαν, ω βασιλέα, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας· εσύ χάνεις εις τον

ίδιον καιρόν τα παιδιά σου και την μητέρα τους, και δεν θέλεις

αξιωθή πλέον να μας ιδής με τα μάτια σου. Και έτσι λέγοντας,

έγινεν άφαντη μαζί με τα παιδιά της.

Χαλιμά, Τόμος 2 Εξακολούθησις των ιστοριών · 第 6 / 17 段