Ω Ουρανέ, εφώναξα εις ταύτο το θέαμα, ποία μορφή φανερώνεται εις

τα μάτια μου; τι θεωρία ασυνήθιστος είνε τούτη; Α ταλαίπωρη,

απεκρίθη με την ιδίαν μου φωνήν εκείνη η νέα, που ευρίσκονταν εις

το κρεββάτι με τον βασιλέα, κάνει χρεία εσύ να είσαι πολλά τολμηρή

διά να αποκτήσης να πάρης την ιδίαν μου μορφήν· ποία είνε λοιπόν η

γνώμη σου, ω παράνομη μάγισσα; πιστεύεις εσύ ότι ο βασιλεύς ο

νυμφίος μου θα γελασθή από τες μεταμόρφωσές σου, και δεν θα

καταλάβη ποία από τες δύο μας είνε η αληθινή του γυναίκα; άφησε

λοιπόν τες ελπίδες σου, επειδή και θέλει είνε ανωφελής η πλάνη

σου, εις αισχύνην σου της μαγικής σου τέχνης· ο άνδρας μου

γνωρίζει καλά, ότι εσύ δεν είσαι άλλο, παρά μία κακότροπος

μάγισσα. Ακριβέ μου νυμφίε, ακολούθησεν εκείνη γυρίζοντας προς τον

βασιλέα, πρόσταξε να πιάσουν ετούτην την κακότροπον μάγισσαν, και

κάμε να την βάλουν εις μίαν σκοτεινήν φυλακήν, και αύριον να την

κάψουν εις την μέσην της αγοράς.

Αν η τελεία παρομοίωσις, που ήτον ανάμεσα εις αυτήν την νέαν και

εμένα, με είχε σκοτίσει, το ονειδιστικόν της ομίλημα με εσύγχισε

πολύ περισσότερον, και αντίς να της αποκριθώ με παρόμοιαν δύναμιν,

άρχισα να κλαίω, και με μεγάλο παράπονον λέγω προς τον βασιλέα.

Βασιλέα μου, εγώ ελόγιαζα ότι εκαταδάμασα την εναντίαν μου τύχην,

και επίστευα ότι με την αντάμωσίν σου θα έλαβαν τέλος οι δυστυχίες

μου· μα αλλοίμονον εις εμένα, κάποιον δαιμόνιον φθονερόν της

ευτυχίας μου ήλθε να μου την συγχίση. Αυτό λαμβάνει την μορφήν

μου, και θέλει να πιστευθή μία άλλη ωσάν εμένα, και το επέτυχεν·

εσύ δεν με γνωρίζεις πλέον με το να με ανακατώνης με εκείνο,

στοχάσου με, σε παρακαλώ, αν ακόμη σου είμαι ακριβή, η καρδιά σου

πρέπει να με διαχωρίση αναμέσον της πλάνης, που απατά τα μάτια

σου, και κράζω εις μάρτυρα τον Προφήτην ότι εγώ είμαι η βασίλισσα

η συμβία σου.

Η νέα που ευρίσκονταν εις το κρεββάτι διά δεύτερην φοράν με

απέκοψεν· εσύ ψεύδεσαι, μου είπεν, εσύ είσαι μία κακότροπος

μάγισσα, και δίνεις να φανερωθής αληθώς εκείνη που είσαι, επειδή

και οι επίβουλοι τρέχουν ευθύς εις τους όρκους, και έχουν έτοιμα

και τα δάκρυα, διά να τα μεταχειρίζωνται εις τας κακοπραξίες τους.

Τελειώσατε μίαν φοράν, είπε τότε ο βασιλεύς· παύσετε τούτες τες

διάλεξες, που δεν μου φανερώνουν εκείνο, που θέλω να ηξεύρω· σεις

με τα λόγια σας με συγχίζιτε, και δεν ημπορώ να γνωρίσω την αληθή

γυναίκα μου· μια βέβαια από εσάς είνε μάγισσα, που πάσχει να με

πλανέση, μα δεν είνε δυνατόν να την καταλάβω, και φοβούμαι ότι

θέλοντας να παιδεύσω την πταίστριαν, να μην παιδεύσω την

άπταιστον.

Ο βασιλεύς μην ημπορώντας το λοιπόν να με διαχωρίση από την

μάγισσαν, έκραξεν ευθύς τον βεζύρ Αλή, και την γυναίκα του και

τους εδιηγήθη το συμβάν. Εξέταξαν αυτοί διά να με γνωρίσουν, αλλά

μας ηύραν απαράλλακτες και τες δύο, και δεν εστάθη δυνατόν να μας

διαχωρίσουν. Η αναθρέπτριά μου ενθυμήθη, πως εγώ είχα ένα σημάδι

εις το γόνυ μου, και ερευνώντάς μας έμεινε πολλά εκστατική εις το

να ιδή πώς και οι δύο είχαμεν το ίδιον εις τον ίδιον τόπον.

Άρχισαν να μας εξετάζουν ξεχωριστά, μα η μάγισσα αποκραίνονταν εις

τες εξέταξές τους, ωσάν εγώ η ίδια, εις τρόπον που δεν ήξευραν τι

να στοχασθούν. Τότε ο βασιλεύς εζήτησε την γνώμην του Αλή, και

όλων των άλλων που ήσαν εκεί το τι τους φαίνεται, και ποία

στοχάζονται ότι να είνε η αληθινή; Όλοι ομοφώνως απεφάσισαν ότι

εκείνη που ευρέθη εις την κλίνην με αυτόν, εκείνη είνε η

βασίλισσα, και εγώ πώς ήμουν η μάγισσα· και απεφάσισαν να με

κάψουν.

Ο δε βασιλεύς δεν ηθέλησε να γροικήση μίαν συμβουλήν τόσον

σκληράν, φοβούμενος να μη θανατώση την άπταιστον διά την

πταίστραν, αλλά ευχαριστήθη να με εξορίση από το βασίλειόν του.

Τότε μου έβγαλαν τα βασιλικά φορέματα που εφορούσα, και ενδύοντάς

με τούτα τα πενιχρά, με έβγαλαν έξω από την χώραν, και έφθασα έως

εδώ ζώντας με ελεημοσύνην, που οι ελεήμονες με κυβερνούν διά να

μην αποθάνω. Ετούτη είνε η ιστορία μου, ω αυφθέντη, ακολούθησεν η

βασίλισσα των Ναϊμάνων· ελπίζω μάλιστα ότι από αυτήν θα βεβαιωθείς

πώς εγώ είχα δίκαιον να σου ειπώ, ότι είμαι θυγατέρα και γυναίκα

βασιλέως, και δεν είμαι εκείνη, που λέγω· είμαι βασίλισσα, και δεν

είμαι εκείνη, που είμαι.

Με τούτον τον τρόπον η βασίλισσα της Θέμπας ετελείωσε να ομιλή.

Και ο βασιλεύς της Κίνας της είπε· παρηγορήσου, ω κυρά, ότι οι

δυστυχίες σου εφθασαν εις την ακμήν, και, δεν πρέπει να

αμφιβάλλεις ότι η τύχη έως τέλους δεν θα μεταβληθεί και εις

ευεργετικήν, και άκουσον τι λέγει ένας ποιητής μας. Οπόταν ένα

πράγμα φθάνη εις την ακμήν της τελειότητος είνε σιμά εις την ακμήν

της φθοράς. Και εις μίαν άκραν δυστυχίαν στέκει πλησίον η

ογλήγορος ευτυχία· είπεν ακόμη αυτός ο ποιητής· Ο κίνδυνός σου

είνε σιμά οπόταν πιστεύης ότι είσαι τελείως ευχαριστημένος· και

ετοιμάσου να χαρής τότε, οπόταν τα εναντία σε κάνουν να δοκιμάσης

τες πλέον σκληρές δυστυχίες. Με τέτοιον τρόπον ο Ουρανός εδιάταξε

την ζωήν των ανθρώπων.

Και διά τούτο, ω κυρά, ηκολούθησεν ο βασιλεύς της Κίνας να λέγη,

μην απελπίζεσαι εις τες δυστυχίες σου· εσύ ημπορείς να είσαι σιμά

διά να απαντήσης ένα περισσότερον ευτυχισμένον γραπτόν· μα

αλλοίμονον εις εμένα, δεν ηξεύρω αν και εγώ ομοιάζω ωσάν και του

λόγου σου και αν έγινα παίγνιον μιας μάγισσας, ή το υποκείμενον

που αγαπώ, να μην είναι κανένα δαιμόνιον. Ο Ρουσκάδ εις τον ίδιον

καιρόν της εφανέρωσε και αυτός το όνομά του, και εδιηγήθη το

συμβεβηκός του με την έλαφον.

Δεν είχεν αυτός ακόμη τελειώσει την ιστορίαν του, και ιδού βλέπουν

άνθρωπον μεσιακής ηλικίας καβαλλάρην που βιαίως έτρεχεν. Αυτός

ήτον σχεδόν γυμνός, και απέρασε τόσον από σιμά τους, που η

βασίλισσα τον εγνώρισε και ευθύς εφώναξεν. Ω ουρανέ, αυτός είναι ο

άνδρας μου. Εκείνος όμως δεν την εκύτταξεν, αλλά βιαίως έτρεχε και

κάθε ολίγον μετά φόβου εγύριζε, και εκύτταζεν όπισθέν του, ωσάν να

είχε τινά που να τον εκυνηγούσεν. Αφού τον έχασαν από τα μάτια

τους, ιδού και βλέπουν να φθάνη άλλος καβαλλάρης, που με μεγάλην

βίαν εχτυπούσε το άλογόν του διά να τρέχη.

Ετούτος ο ύστερος ήτον πλούσια φορεμένος, και εκρατούσεν εις το

χέρι του ένα γυμνό σπαθί βαμμένον από αίμα, ο οποίος εγνωρίζουνταν

καλώτατα ότι αυτός εκυνηγούσε τον πρώτον, και πώς επροσπαθούσε

μεγάλως διά να τον φθάση· μα το θαυμασιώτερον ήτον, που ήτον τόσον

παρόμοιος εις την μορφήν με τον άλλον, που η βασίλισσα μην

ημπορώντας να φτουρήση εφώναξε πάλιν· ω Ουρανέ, ετούτος είναι ο

άνδρας μου· ήτον και αυτός τόσον θαμπωμένος, που επέρασε πολλά

κοντά της χωρίς να την κυττάξη. Κυρά, της λέγει τότε ο βασιλεύς

της Κίνας, ο Ρουσκάδ, κάνει χρεία να ομολογήσωμεν πώς δεν είναι

πράγμα πλέον θαυμαστόν από τούτο. Κύριε, του απεκρίθη η βασίλισσα,

εσύ ημπορείς από τούτο να πιστεύσης εκείνο που σου είπα, πώς δεν

σου εδιηγήθηκα ένα μύθον.

Τον καιρόν που ωμιλούσαν επάνω εις αυτά τα συμβεβηκότα, φθάνει

ένας τρίτος καβαλλάρης· ετούτος, μη τρέχοντας ολιγώτερον από τους

άλλους, δεν έλειψεν όμως που να μην κυττάξη τον Ρουσκάδ και την

βασίλισσαν, ο οποίος ήτον ο βεζύρης Αλής. Ευθύς, που η βασίλισσα

και αυτός εγνωρίσθηκαν, εξεπέζευσεν από το άλογόν του, και έπεσεν

εις τους πόδας της βασίλισσας. Α, Βασίλισσά μου, της είπεν, είσαι

συ το λοιπόν εκείνη που βλέπω; ας είνε πάντα δοξασμένος ο ουρανός,

που σε εφύλαξεν· επειδή αυτός αφίνει διά κάμποσον καιρόν να

θριαμβεύση η κακία και φαίνεται πως αποστρέφεται την κακίαν· άλλο

αυτό δεν είναι, παρά διά να κάμη να λάμψη καλλίτερα με το τρέξιμον

του καιρού η δικαιοσύνη του.

Ιδού το παράδειγμα· η θανατηφόρος σου έχθρισσα είνε αποθαμμένη,

και αυτός ο ίδιος ο βασιλεύς την εθανάτωσε με το σπαθί του, το

οποίον είνε ακόμη βαμμένον από το μιαρόν της αίμα, και διά να

τελειώση μίαν σωστήν εκδίκησιν ο ίδιος κυνηγά τούτην την στιγμήν

ένα μιαρόν, που με τες μαγείες του τού επήρε την ιδίαν του μορφήν·

ήθελα όμως να είχα καιρόν, να σου διηγηθώ όλα τα περιστατικά, που

ηκολούθησαν εις το παλάτι, αφού και εμίσευσες από εκεί, μα άλλην

φοράν θέλω σου τα διηγηθή κατά πλάτος· βλέπω ότι ο βασιλεύς πολύ

περισσότερον ξεμακραίνει διά τούτο πρέπει να υπάγω να τον φθάσω.

Μείνε εσύ εδώ με την βασίλισσαν, απεκρίθη ο Ρουσκάδ προς τον Αλή,

και κάμε της συντροφιά, και εγώ παίρνω το βάρος διά να φθάσω τον

βασιλέα, και να τον φέρω εις τούτον τον τόπον. Έτσι λέγοντας

εκαβαλλίκευσε το άλογόν του ο Ρουσκάδ, και ευθύς έτρεξε διά να

φθάση τον βασιλέα της Θέμπας.

Αφού δε αυτός εμίσευσεν, ο βεζύρ Αλής ερώτησε την βασίλισσαν ποίος

ήτον αυτός ο νέος ο αγνώριστος και του εστάθη μέγας ο θαυμασμός

εις το να ακούση από αυτήν πως αυτός είνε ο βασιλεύς της Κίνας.

Ευχαρίστησε και εμένα την περιέργειάν μου, του είπεν η βασίλισσα,

και φανέρωσέ μου με τι τρόπον εξεσκεπάσθη αυτή η μιαρά μάγισσα;

Κυρά μου, απεκρίθη ο βεζύρης, ο βασιλεύς νυμφίος σου βεβαιωμένος

ότι αυτή ήτον η αληθινή γυναίκα του, και όχι η μάγισσα, εζούσε με

αυτήν μίαν τελείαν αγάπην· όθεν ήτον μερικές ημέρες, που

ευρίσκονταν με αυτήν εις ένα κάστρον, μακράν από την χώραν έως

μίαν ημέραν.

Σήμερον δε το ταχύ εβγήκα με αυτόν και με ένα σκλάβον, διά να

υπάμε εις το κυνήγι. Και ωσάν εξεμακρύναμεν έως μίαν ώραν δρόμον,

ο βασιλεύς ενθυμήθη πως ελησμόνησεν ένα πράγμα πολλά αναγκαίον εις

το κρεββάτι του· όθεν γυρίζοντας εις το Κάστρον ξεπεζεύει από το

άλογόν του, και μου λέγει να τον καρτερήσω εκεί· και αυτός από

μίαν σκάλαν κρυφήν εμβήκεν εις την κατοικίαν της βασίλισσας.

Ύστερα από ολίγον βλέπω να κατέβη ένας άνθρωπος χωρίς φακιόλι και

γυμνός, που είχε την μορφήν του βασιλέως· ελόγιασα ότι αυτός θα

ήτον ο βασιλεύς. Ω αυθέντη, εφώναξα βλέποντάς τον, πώς είσαι εις

αυτήν την κατάστασιν; Μα αυτός αντίς να μου αποκριθή, τρέχει και

παίρνει ένα άλογον και καβαλλικεύοντάς το φεύγει με μέγαν φόβον

χωρίς να μου ειπή λόγον· και καθώς εγώ εστοχαζόμουν μήπως του

έτυχε κανένα εναντίον, έτσι αποφάσισα διά να τον ακολουθήσω.

Και κινώντας προς αυτόν διά να τον φθάσω, ιδού και ακούω οπίσω μου

μίαν φωνήν, που με έκραξε, καρτέρει, ω Βεζύρη, καρτέρει. Εγώ δε

ευθύς σταματώ το άλογον, και στρέφω να ιδώ, και βλέπω τον βασιλέα

που βγαίνει από το κάστρον με τα μάτια φλογερά, και με το σπαθί

εις το χέρι. Τρέχει προς εμέ με μεγάλην βίαν και μου λέγει.

Βεζύρη, ημείς εδιώξαμεν την αληθινήν βασίλισσαν, και εκρατήσαμεν

μίαν κακότροπον γυναίκα που επήρε την ιδίαν της μορφήν με την

μαγείαν της· πλην τούτης της μιαράς της εσήκωσα την ζωήν και

χρεωστώ να κάμω το ίδιον και με αυτόν τον επίβουλον που επήρε με

τον ίδιον τρόπον την μορφήν μου. Δος μου ογλήγορα το άλογον, λέγει

προς τον σκλάβον του, διά να ακολουθήσω αυτόν τον άθλιον, να κάμω

την ξεδίκησίν μου· και ούτω καβαλλικεύοντας το άλογόν του τον

κατατρέχει με τον τρόπον που τον είδες, και εξοπίσω του τον

ακολουθώ.

Εις αυτό το διάστημα που ο βεζύρ Αλής εδιηγούνταν αυτά της

βασίλισσας, ο βασιλεύς της Θέμπας εκυνηγούσε μετά μεγάλης βίας τον

εχθρόν του, τον οποίον φθάνοντάς τον, τον ελάβωσε με το σπαθί του

εις την πλάτην, και τον έρριξε κάτω από το άλογον· ξεπεζεύει και

αυτός διά να τον αποσκοτώση. Τότε εκείνος ο τρισάθλιος του εζήτησε

να του αφήση την ζωήν. Εγώ σου την αφίνω, του είπεν ο βασιλεύς, αν

μου ειπής την αλήθειαν ποίος είσαι και διατί επήρες την μορφήν

μου. Αυθέντη, του απεκρίθη εκείνος, επειδή και η βασιλεία σου

κάνεις ετούτη, την χάριν, τίποτε δεν θέλω σου κρύψει, και διά να

σε βεβαιώσω πώς δεν θέλω σου κρύψει την αλήθειαν, κάνει χρεία να

λάβω την φυσικήν μου μορφήν. Τελειώνοντας τούτους τους λόγους

βγάζει ένα δακτυλίδι που είχεν εις το δάκτυλόν του· και ο βασιλεύς

ευθύς τον είδε πώς δεν ήτον άλλο, παρά ένας άσχημος γέρων.

Ο βασιλεύς έμεινε κατά πολλά θαυμασμένος με μίαν τέτοιαν

μεταμόρφωσιν και ο γέρων άρχισε να λέγη· εσύ, ω αυθέντη, με

βλέπεις τέτοιον, καθώς αληθώς είμαι, και διά να σου δώσω μίαν

τελείαν ευχαρίστησιν, θέλω σου διηγηθή την ιστορίαν της ζωής μου.

&Ιστορία του Μοκβάλ και της Δειλνοβάτζης.&

Εγώ είμαι υιός ενός υφαντή γεννημένος εις την Δαμασκόν, και Μοκβάλ

είναι το όνομά μου. Ο πατέρας μου ήτον κατά πολλά πλούσιος, μα

περισσότερον φιλάργυρος, και εγώ μόνος ήμουν ο κληρονόμος της

περιουσίας του, ώστε που αποθαίνοντας αυτός έμεινα νοικοκύρης

μεγάλου πλούτου, και αντίς να μιμηθώ το παράδειγμα του πατρός μου,

ή το ολιγώτερον να πραγματεύσω κάμποσον μέρος από τα πλούτη μου,

δεν εστοχάσθηκα άλλο παρά να δοθώ εις ξεφάντωσες και εις τρυφές,

αγαπώντας τες γυναίκες· και κυριωτέρως εσύγκλινα την αγάπην μου

εις μίαν κόρην, που εκατοικούσεν εις την γειτονιά· αυτή ήτον

εύμορφη και πολλά έξυπνη, μα η εξυπνάδα της ήτο πλαστή, και κακού

χαρακτήρος· ήτον αγαπημένη από πολλούς ανθρώπους, και όλοι

επιθυμούσαν, ποίος να είναι ο πρώτος, που να την απολαύση· επειδή

και όλους τους επεριποιείτο με όμοιον τρόπον.

Έμεινα το λοιπόν γελασμένος ωσάν και άλλοι πολλοί από τα πλαστά

σημεία της φιλίας και τα χάιδια, που μου έδειχνεν και εστοχαζόμουν

ότι οι άλλοι αγαπητικοί της δεν είχαν την χάριν προς αυτήν καθώς

εγώ την είχα, και ενόμιζα πώς ήμουν πλέον ευτυχισμένος από αυτούς.

Ετούτη η φαντασία μου αυγάτιζε πολύ περισσότερον την επιθυμίαν

μου, και με έκαμε να κάμω μεγαλώτατα έξοδα δι' αυτήν· δεν

απερνούσεν ημέρα, που να μην κάμω κανένα νέον δώρον της

Δειλνοβάτζης (έτσι αυτή ωνομάζετο)· και τα δώρα, που της έκανα

ήταν τόσον πλουσιοπάροχα, που εις τρεις τέσσαρας χρόνους ευρέθηκα

εις δυστυχίαν. Οι άλλοι αγαπητικοί της έπασχαν και αυτοί να

κρατούν την φιλίαν της, δίδοντες και αυτοί μεγάλα χαρίσματα, τόσον

που αυτή η γυναίκα επλούτησε από τες γύμνωσές μας.

Αφού και έφθειρα όλον το έχειν μου μην έχοντας πλέον να εξοδεύσω,

εφοβούμουν πως η αγαπημένη μου δεν θα με ήθελε δεχθή πλέον με

εκείνην την προθυμίαν, που με εδέχονταν. Μα με όλον που αυτή η

Δειλνοβάτζη ήτον πονηρά και φιλάργυρη, μου λέγει μίαν ημέραν·

Μοκβάλ, εσύ λογιάζεις τάχατες πώς διά το παρόν μην έχοντας πλέον

να εξοδεύης και να μου κάμης δώρα, θέλω να σε αποδιώξω από το

σπήτι μου; όχι, αγαπημένε μου, θέλω και εγώ να σου δειχθώ πόσον

είμαι γενναία· σου τάσσω ότι θα μοιράσω με εσένα όλον εκείνο που

θέλω λάβει από τους άλλους μου αγαπητικούς, και να σου επιστρέψω

όλον εκείνο που εξόδευσες με το διάφορον. Και κατά αλήθειαν από

τότε μου απερνούσε πολύ χρυσίον και αργύριον διά κάθε μου χρείαν·

εφαινόμουν πλέον πλούσιος από εκείνο που πρώτα ήμουν, και έξω από

αυτό, είχεν αυτή προς εμένα ένα μεγαλώτατον θάρρος, και δεν έκανε

τίποτε αν δεν το εφανέρωνε πρώτον εμένα. Και με τούτον τον τρόπον

εζήσαμεν διά πολλούς χρόνους.

Η Δειλνοβάτζη καθώς επήγαινεν από ολίγον κατ' ολίγον γηράζουσα,

έτσι της ωλιγόστευε κάθε ημέραν και ο αριθμός των αγαπητικών της,

και τέλος πάντων τα γερατειά της τους της εσήκωσαν όλους. Όθεν

βλέποντας πώς την απαράτησαν όλοι τοιαύτης λογής, εδοκίμαζε τον

πλέον μεγαλύτερον κακοφανισμόν, που μία παρομοία γυναίκα ημπορεί

να έχη· και μην ημπορώντας να υποφέρη την υστέρησίν τους, και το

περισσότερον που της εκακοφαίνονταν να νομίζεται γραία, και να μην

ημπορή να κάμνη πλέον τες ασέλγειές της, καθώς ήτον μαθημένη,

έρχεται και μου λέγει· Α! Μοκβάλ αγαπημένε μου, σου εξομολογούμαι

ότι το γήρας μου είναι πολλά ανυπόφορον· ότι όντας εκ της νεότητός

μου συνηθισμένη εις την συναναστροφήν των νέων, δεν ημπορώ να

υποφέρω την καταφρόνεσίν τους, και την υστέρησίν τους· είμαι

αποφασισμένη διά να ελευθερωθώ από την θανατηφόρον πίκραν που με

ενοχλεί, να υπάγω εις την έρημον της Φαρράν, διά να εύρω την σοφήν

Βέδραν, μάγισσαν θαυμαστήν της Ασίας, της οποίας όλη η γη είνε

υποκειμένη εις τες μαγείες της διά τα μεγάλα της τεράστια που

κάνει, επιθυμώ όθεν να την ιδώ· ηξεύρω εις ποίον μέρος της ερήμου

κατοικεί· μήπως και αυτή μου δείξη κανένα απόκρυφον διά να

ξαναγίνω νέα και ορεκτική εις τους ανθρώπους εις πείσμα της

γεροντοσύνης μου· όθεν αν με αγαπάς πολύ θέλω να με ακολουθήσης.

Εσύ ημπορείς να το κάμης, της είπα, και εγώ είμαι έτοιμος διά να

σε συντροφεύσω, μήπως και λάβω και εγώ αυτήν την χάριν, να

ξαναγένω νέος. Αυτή βλέποντάς με έτοιμον διά να την ακολουθήσω,

εχάρη μεγάλως· και ευθύς πέρνομεν καμπόσην ζωοτροφίαν, και

διαλέγομεν ένα δώρον διά την Βέδραν, και εκινήσαμεν προς την

έρημον.

Φθάνοντες δε εκεί ύστερον από δύο ημερών περιπάτημα, η Δειλνοβάτζη

με έκαμε να θεωρήσω ένα βουνόν, και μου είπε πως εκεί κατοικεί η

μάγισσα. Πλησιάζοντες δε εκεί, βλέπομεν ένα σκοτεινόν και φοβερόν

σπήλαιον, από το οποίον έβγαιναν με πολύν αλαλαγμόν μεγάλον πλήθος

από πετούμενα διαφόρων ειδών, φοβεράς και άσχημης θεωρίας, τα

οποία σηκωνόμενα εις τα σύγνεφα, έκαναν να αντιβοά ο αέρας από τα

ουρλιάσματά τους τα φοβερά· ημείς επαρουσιασθήκαμεν εις το έμπασμα

του φοβερού σπηλαίου· και εκεί βλέπομεν ένα λύχνον, που εφώτιζεν

όλον το σπήλαιον, και μέσα εις αυτό βλέπομεν μίαν μικρήν γραίαν, η

οποία ήτον η Βέδρα, που εκάθητο επάνω εις μίαν πέτραν, και είχεν

απάνω εις τα γόνατά της ένα βιβλίον ανοικτόν, και εδιάβαζεν εμπρός

εις ένα φουρνόπουλον, καμωμένον από χρυσάφι, εις το οποίον ήτον

ένα αγγείον ασημένιον γεμάτον από γην μαύρην, που έβραζε χωρίς

φωτιάν.

Εμβαίνοντας λοιπόν εις το σπήλαιον επλησιάσαμεν εις την μάγισσαν,

και την εχαιρετήσαμεν με μεγάλην ευλάβειαν και της επροσφέραμεν τα

δώρα, που είχαμεν πάρει· και έπειτα η Δειλνοβάτζη της είπε·

δυνατωτάτη Βέδρα, ήλθαμεν να σου ζητήσωμεν την βοήθειάν σου· δεν

κάνει χρείαν εγώ να σου παραστήσω την χρείαν μας, διά την οποίαν

εδώ ήλθομεν, επειδή και την ηξεύρεις με την τέχνην σου καλώτατα. Η

μάγισσα αφού και αφηκράσθηκε την Δειλνοβάτζην, της είπεν· όχι,

όχι, δεν είνε χρεία να εξηγηθής την επιθυμίαν σου, η οποία πολλά

μου είνε γνωστή· και έτσι λέγοντας επήγε και επήρε δύο γαράφες,

και τες έφερεν έξω από το σπήλαιον, και αποθέτοντάς τες εις την

γην, έρριξεν εις κάθε μίαν από αυτές ένα δακτυλίδι χρυσόν, και τον

ίδιον καιρόν άνοιξε το βιβλίον της, και άρχισε να κάνη εξορκισμούς

φοβερούς, και να μουρμουρίζη διάφορα λόγια μαγικά, που έκαναν

φόβον και τρόμον.

Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή έκανε τους εξορκισμούς της,

βλέπομεν ημείς και εβγαίνει φωτιά από την μίαν γαράφαν, και από

την άλλην ένας καπνός μαύρος και πολλά πυκνός, ο οποίος

σηκωνόμενος, και εξαπλωνόμενος εις τον αέρα, έγινεν αιφνιδίως μία

φοβερά βροντή, η οποία αφού και έπαυσε δεν εφάνη πλέον να έβγη

τίποτε από τες γαράφες. Τότε η Βέδρα έβγαλε τα δακτυλίδια από τες

γαράφες και έβαλεν ένα εις τον δάκτυλον της Δειλνοβάτζης και της

είπεν· υπάγε, και χαίρου, διότι η επιθυμία σου επληρώθη· διότι το

δακτυλίδι που σου δίνω τον καιρόν που θα το φορής εις το δάκτυλόν

σου, έχει τέτοιαν την δύναμιν που σε κάνει να παίρνης την μορφήν

και παρομοίωσιν όποιας γυναικός ήθελες επιθυμήσει, και εις τον

ίδιον καιρόν γίνεσαι τόσον παρόμοια και απαράλλακτη ωσάν εκείνην,

που είναι αδύνατον να σας διαχωρίσουν την μίαν από την άλλην και

εσύ Μωκβάλ, εξηκολούθησεν η μάγισσα γυρίζοντας προς εμένα, λάβε

τούτο το άλλο δακτυλίδι, το οποίον παρομοίως έχει την δύναμιν, να

σε μεταμορφώνη εις όποιαν μορφήν ανθρώπου επιθυμήσεις· και έτσι

λέγοντάς μου, έβαλε το άλλο δακτυλίδι εις το χέρι μου.

Ημείς αφού ευχαριστήσαμεν την Βέδραν διά την χάριν που μας έκαμεν,

εμισεύσαμε διά την Δαμασκόν και πριν να φθάσωμεν εις αυτήν

ηθελήσαμεν να κάμωμεν την δοκιμήν εις την στράταν και κάμνοντάς

την εμείναμεν εκστατικοί εις το να ιδούμεν που επαρωμοιάζαμεν έτσι

θαυμασίως εκείνου του υποκειμένου που επιθυμούσαμεν. Φθάνοντας δε

εις την Δαμασκόν η Δειλνοβάτζη ευθύς έβαλεν εις έργον το δακτυλίδι

της, το οποίον της έδωκε την μορφήν των πλέον ωραιοτάτων κυράδων

της χώρας, έπειτα επαρουσιάζετο εις τους αγαπητικούς της, και

ελάμβανε μεγάλα χαρίσματα από αυτούς, και δηνάρια όσα και αν

ήθελεν· εγώ από το μέρος μου διά περιδιάβασίν μου, και καμμίαν

φοράν διά να κλέψω, έτρεχα εις το δακτυλίδι μου, και ελάμβανα τώρα

την μορφήν ενός πραγματευτού· τώρα άρχοντος, και τώρα οποίου και

αν ήθελα, κι' ήμουν νοικοκύρης εις τα υπάρχοντά του.

Αφού και εζήσαμεν με τούτον τον τρόπον πολύν καιρόν εις την

Δαμασκόν μας ήλθε στοχασμός διά να ταξειδεύσωμεν. Βγαίνομεν λοιπόν

από την Δαμασκόν και πηγαίνομεν από χώραν εις χώραν εις τον τόπον

των Ναϊμάνων και εκεί εμάθαμεν ότι μία ανήλικη βασιλοπούλα

εκυρίευε τον θρόνον και διά όνομά της ο βεζύρ Αλής εκυβερνούσε το

βασίλειόν της, και ότι αυτός είχεν όλην την εξουσίαν, από του

οποίου την κυβέρνησιν ήσαν πολλοί δυσαρεστημένοι και επιθυμούσαν

κατά πολλά ότι ο βασιλεύς Μωβαβάκ ο θείος της ανήλικης βασίλισσας,

και αδελφός του αποθαμμένου βασιλέως, να ήθελε γυρίσει εις τον

τόπον του, διά να βασιλεύση, ο οποίος επιστεύετο ως αποθαμμένος

εις ένα πόλεμον που είχεν υπάγειν κατά των Μογολτάνων, επειδή και

από εκείνον τον καιρόν δεν ήξευραν τι να έγινεν.

Ημείς πληροφορημένοι από τούτες τες είδησες, η Δειλνοβάτζη μου

είπεν· ετούτος είνε καιρός αρμόδιος διά να λάβης μίαν κορώναν· εσύ

όμως δεν έχεις να κάμης άλλο, παρά να πάρης την μορφήν του

Μωβαβάκ, διά να λάβης το ποθούμενον. Και ούτως απεφάσισα να

παρουσιασθώ εις εκείνου την μορφήν και κατά πρώτον επληροφορήθηκα

διά όλες τες περίστασες του πολέμου εις τον οποίον ο Μωβαβάκ είχεν

υπάγει· και δεύτερον εξέταξα τίνες ήταν οι πλέον εγκαρδιακοί του

φίλοι και λαμβάνοντας τέλος πάντων κάθε λογής πληροφορίαν, έλαβον

την μορφήν του Μωβαβάκ, και επαρουσιάσθηκα εις εκείνους που μου

είπαν ότι ήταν εδικοί του και φίλοι του, οι οποίοι έδειξαν μεγάλην

ευχαρίστησιν που με είδαν. Εφανέρωσα ευθύς αυτουνών την γνώμην

μου, που επιθυμούσα διά να βασιλεύσω· οι οποίοι το εδέχθησαν μετά

χαράς και έκαμαν κάθε τρόπον, και εσύναξαν πολλούς από το μέρος

τους, και έκαμαν και άλλους να αποστατήσουν και ολίγον κατ' ολίγον

ήλθε το περισσότερον των Ναϊμάνων εις βοήθειάν μου. Εγώ βλέποντάς

τον αριθμόν του στρατεύματος που έκαμα, εκίνησα κατά πάνω της

βασίλισσας διά να της πάρω τον θρόνον, και δεν έλαβα πολύν κόπον

διά να λάβω το ποθούμενον.

Λαμβάνοντας δε τον θρόνον όλοι οι υπήκοοί μου έκαμαν όρκον που να

μου είνε πιστοί, και πρόθυμοι εις το να με υπακούουν εις ό,τι τους

ήθελα προστάξει· και έπειτα από αυτό ηθέλησα να πιάσω την

βασιλοπούλαν διά να την φονεύσω, διά να μην έχω πλέον φόβον απ'

αυτήν. Μα ο Βεζύρ Αλής διά να της φυλάξη την ζωήν, την επήρε

κρυφίως και έφυγεν από το βασίλειον, και από την οργήν μου. Εγώ το

λοιπόν, έμεινα εις τον θρόνον, με όλην την ησυχίαν, και εβασίλευα

με μοναρχικήν δύναμιν· εφιλοδώρησα όλους εκείνους όσοι υπερμάχησαν

διά την ύψωσίν μου εις τον θρόνον, των οποίων έδωσα τες πρώτες

αξίες· και αν ήτο αληθώς ο ίδιος Μωβαβάκ, δεν ήθελε κάμει

καλλίτερες διάταξες από τες εδικές μου. Εζούσα το λοιπόν πολλά

ευχαριστημένος ομού με την Δειλνοβάτζη, που και αυτή είχε λάβει

μορφήν ωραιοτάτης γυναικός, και απερνούσε και αυτή ως βασίλισσα

και γυναίκα μου.

Τέλος πάντων εκεί που απερνούσαμεν διά πολύν καιρόν τες ημέρες μας

εις τρυφές και αγαλλίασες, ωσάν βασιλείς που είμασθε, βλέπομεν να

έλθουν οι ταχυδρόμοι σου δίδοντάς μας την είδησιν, ότι

εστεφανώθηκες την βασίλισσαν των Ναϊμάνων, και πως είχες αποφασίση

να σηκώσης πόλεμον εναντίον μας, αν δεν της ηθέλαμεν επιστρέψη την

κορώναν, που της είχαμεν σηκώσει αδίκως. Εγώ τους απεκρίθηκα με

θυμόν ωσάν να καταφρονούσα τους φοβερισμούς σου, μα μέσα μου

απόμεινα πολλά φοβισμένος, και δεν απέρασεν ολίγον, αφού και

απέστειλα τους ταχυδρόμους σου, που να μην έμπω εις τον στοχασμόν

με την Δεινολβάτζην, τι στράταν έπρεπε να πάρωμεν. Ύστερα αφού

απέρασε πολύς καιρός στοχαζόμενοι είδαμεν που ήτον αδύνατον να σου

αντισταθούμεν, και διά τούτο αποφασίσαμεν να παραιτήσωμεν τον

θρόνον και να έλθωμεν να ξεδικηθούμεν εσένα, και την βασίλισσαν

των Ναϊμάνων, ωσάν πως μας είχατε κάμει την πλέον μεγαλύτερην

αδικίαν του κόσμου. Και ιδού ο τρόπος με τον οποίον ηθελήσαμεν να

κάμωμεν την εκδίκησιν.

Έτρεξα τότε εις το δακτυλίδι μου, ακολούθησεν ο Μωκβάλ, και

εκαμώθηκα πως είμαι άρρωστος διά κάμποσες ημέρες, και υστερότερα,

διά να κάμω να πιστεύση ο λαός των Ναϊμάνων ότι ήμουν αποθαμμένος,

έλαβα μορφήν νεκρού, και κάνοντάς μου τα έξοδα, με έθαψαν με

μεγάλην παρρησίαν. Το βράδυ η Δειλνολβάτζη και μου άνοιξε τον

τάφον, και λαμβάνοντας τες φυσικές μας μορφές, εκινήσαμεν διά να

έλθωμεν εις την χώραν της Θέμπας, εις την οποίαν ευθύς που

εφθάσαμεν, ηύραμεν τους προεστούς των Ναϊμάνων, που είχαν έλθει

διά να δώσουν της βασίλισσας συμβίας σου την είδησιν διά τον

θάνατόν μου, και πως εζητούσαν να την ξαναβάλουν εις τον θρόνον

της. Επάνω εις αυτήν την είδησιν η βασιλεία σου ελευθέρωσε τα

στρατεύματα, που είχες ετοιμασμένα διά να έλθης κατά πάνω μου, και

αποφάσισες να στείλης κυβερνήτην τον βεζύρην Αλή.

Εις αυτό το αναμεταξύ η Δειλνοβάτζη υποκάτω εις την μορφήν μιας

σκλάβας της βασίλισσας, και εγώ εις μορφήν ενός ευνούχου,

εμβήκαμεν εις το σεράγι σου μίαν νύκτα, και εκρυφθήκαμεν εις τον

χοντζερέ σου, μέσα εις τον οποίον δεν μας εστάθη δύσκολον να

βάλωμεν εις έργον την γνώμην μας· επειδή και οπόταν ευρισκόσουν

εις το κρεββάτι, και η βασίλισσα εις άλλον οντά και εδιάβαζεν, η

Δειλνοβάτζη πήρε την μορφήν αυτηνής, και ήλθε και εσέβη εις το

κρεββάτι σου μαζί, και οπόταν η αληθινή σου γυνή ήθελε να έβγη από

τον οντά της διά να έλθη να σε εύρη, επαρουσιάσθηκα εγώ έμπροσθέν

της υποκάτω εις ένα φάντασμα. Αυτή από τον φόβον της έκραξε

μεγάλως, και εγώ εν τω άμα έγινα άφαντος. Πλην εσύ βασιλέα μου,

ηξεύρεις τα επίλοιπα, και δεν μου λείπει άλλο, παρά να σου

φανερώσω διατί σήμερον επήρα την μορφήν της βασιλείας σου.

Χαλιμά, Τόμος 2 Εξακολούθησις των ιστοριών · 第 5 / 17 段