Κίνας, ονομαζόμενος Ρουσκάδ, εσυναπάντησε μίαν έλαφον άσπρην με
βούλες κίτρινες και μαύρες, η οποία είχεν εις τα ποδάρια της
βραχιόλια χρυσά και επάνω εις τες πλάτες της σκέπασμα από ατλάζι
κίτρινον, κεντημένον με χρυσάφι. Βλέποντας ο βασιλεύς ένα τέτοιον
περίεργο κυνήγι, άναψεν από επιθυμίαν διά την πιάση ζωντανήν·
έτρεξε με μεγάλην βίαν διά να την φθάση, μα η έλαφος αναγελώντας
το κυνήγημά του, έφυγε με τόσην ογληγοράδα, που εις μίαν στιγμήν
δεν την είδε πλέον. Αυτός όμως δεν απελπίσθη διά να μην ακολουθήση
τον δρόμον που επήρε, και να τρέχη μετά μεγάλης ορμής διά να την
φθάση· και εκεί που έτρεχε, την βλέπει από μακρόθεν, που ήτον σιμά
εις μίαν πηγήν, και του εφαίνονταν πως ήτον αποσταμένη από το
τρέξιμον. Ευθύς κτυπά με μεγάλην βίαν το άλογόν του και τρέχει, μα
εστάθηκεν άκαιρη η βία του, διά να την πιάση. Η έλαφος βλέποντάς
τον που επλησίαζε, σηκώνεται ελαφρά και κάνει δύο τρία πηδήματα,
έπειτα ρίχνεται εις το νερόν, εις τρόπον που δεν εματαφάνη πλέον.
Όθεν ο βασιλεύς της Κίνας ξεπεζεύει ευθύς, πάσχει, γυρίζει ολόγυρα
της πηγής, ανακατώνει το νερόν, χαλεύει το κυνήγι μα μη
ξεσκεπάζοντας τίποτε με τα χαλέματά του, μένει εις μεγάλην απορίαν
διά τούτο το συμβεβηκός. Ο βεζύρης του, που είχε φθάσει εκεί ομού
με τους άλλους, που ήσαν εις την συντροφιά του, δεν έλαβαν
ολιγωτέραν την έκστασιν.
Ο δε βασιλεύς αφού έκαμε διαφόρους στοχασμούς, λέγει· δεν ημπορώ
να βεβαιωθώ πώς εκείνη η έλαφος είνε αληθώς ένα ζώον άγριον, αλλά
λογιάζω πώς είνε μία εξωτική του δάσους, η οποία υποκάτω εις
τούτην την μορφήν λαμβάνει ηδονήν να γελά τους κυνηγούς. Εις αυτό
το διάστημα ο βασιλεύς εθεωρούσεν ακαταπαύστως την πηγήν, και κάθε
ολίγον αναστέναζε χωρίς να ηξεύρη το διατί. Κάνει χρεία, λέγει
αυτός του βεζύρη του, εγώ να απομείνω ετούτην την νύκτα εδώ, διατί
θέλω διά περιέργειαν να ιδώ αυτήν την εξωτικήν, επειδή και έχω
μίαν εσωτερικήν φλόγα, διά να την ιδώ να έβγη από το νερόν.
Κάνοντας αυτήν την απόφασιν, εκράτησε τον βεζύρην του μόνον, και
τους άλλους τους απέλυσεν. Εκάθησαν λοιπόν αντάμα επάνω εις τα
χόρτα, και είχαν την κουβέντα της ελάφου έως το βράδυ. Ο βασιλεύς
ευρισκόμενος περικυκλωμένος από τον ύπνον, λέγει του βεζύρη· εγώ
δεν ημπορώ πλέον να διαφεντευθώ από τον ύπνον, και διά τούτο
στάσου εσύ έξυπνος έως που εγώ κοιμούμαι· και έχε τους οφθαλμούς
σου πάντα σταθερούς εις την πηγήν, και ωσάν ιδής κανένα σημείον
ξύπνησέ με. Όμως ο βεζύρης στέκοντας πολλήν ώραν χωρίς να ιδή
τίποτε, τον επήρεν ο ύπνος και αυτόν και απεκοιμήθη.
Εστάθη πολλά ολίγος ο ύπνος του, επειδή και έξαφνα εξύπνησαν από
τον ήχον μιας αρμονίας που τους έκαμε να ακούσουν ολίγον ξέμακρα
απ' αυτούς· και διά μεγαλύτερόν τους θαυμασμόν, βλέπουν ένα
μεγαλοπρεπές παλάτι με πλουσίαν φωτοχυσίαν, το οποίον δεν
ημπορούσε να ήτον καμωμένον από χέρια ανθρώπινα. Ο δε βεζύρης
λέγει του βασιλέως με σιγαληνήν φωνήν· τι πράγμα τάχατες να είνε
τούτο; τι αρμονία είνε τούτη που ακούεται εις τα αφτιά μας, τι
παλάτι παρουσιάζεται εις τους οφθαλμούς μας; όλα τούτα χωρίς
αμφιβολίαν δεν είνε ποτέ φυσικά· ετούτα είνε μία μαγεία· ήτον
καλλίτερον ημείς να είχομεν παραιτήσει αυτήν την πηγήν και τούτο
το παλάτι, μήπως και είνε έργον κανενός μάγου, που τα έκαμε διά
την βασιλείαν σου. Αν και τούτο ήθελεν είνε, απεκρίθη ο βασιλεύς,
μη στοχάζεσαι ότι έχω φόβον· ας πάμε προς αυτό το παλάτι λοιπόν να
ιδούμε τι άνθρωποι το κατοικούν, και παύσε τώρα να μου παρασταίνης
κινδύνους, επειδή και όσον μεγαλυτέρους μου παρασταίνεις τους
κινδύνους, τόσον περισσότερον μου ανάπτεις την επιθυμίαν.
Ο Βεζύρης βλέποντας τον αυθέντην του αποφασισμένον διά να βγάλη
την περιέργειάν του, δεν ετόλμησε πλέον να του εναντιωθή. Εκίνησαν
λοιπόν προς το παλάτι· φθάνουν εις την πόρταν, και ευρίσκοντάς την
ανοικτήν, εμβαίνουν εις μίαν σάλαν, που είχε το έδαφος από
φαρφουρί της Κίνας, στολισμένην με χρυσές μαξιλάρες, και μεταξένια
πεύκια, και ευωδίαζεν από τα πλέον αρωματικά ξύλα· εγύρισαν αυτοί
όλην την σάλαν χωρίς να ιδούν κανέναν εις αυτήν· από εκείνην
απέρασαν εις μίαν άλλην, εις την οποίαν βλέπουν επάνω εις ένα
θρόνον χρυσόν μίαν νέαν κυράν, όλην σκεπασμένην από διαμαντικά,
και η άκρα ευμορφιά της τους εξέπληξεν.
Αυτή εφαίνονταν πως, έστεκε με προσοχήν εις το να αφηκράζεται
πενήντα νέες κόρες, που μερικές ετραγουδούσαν, και μερικές
ελαλούσαν διάφορα μουσικά όργανα. Ήτον αυτές ενδυμένες από κόκκινα
φορέματα χρυσοΰφαντα, κεντημένα με μαργαριτάρια, και έστεκαν ορθές
ολόγυρα του θρόνου. Ο δε βασιλεύς δεν εστοχάζετο διά το ουδέν
εκείνες τες χαριέστατες φωνές, ούτε τα λαλήματα τα αγγελικά, μα
όλος του ο στοχασμός ήτον εις το να θεωρή και να στοχάζεται την
Κυράν, που ήτον εις τον θρόνον. Οπόταν αυτές οι κορασίδες είδαν
τούτον τον βασιλέα, έπαυσαν να τραγωδούν· τότε αυτός πλησιάζοντας
εις τον θρόνον, ωμίλησε με τούτον τον τρόπον προς την κυράν.
Ω ωραιοτάτη βασίλισσα των καρδιών των ανθρώπων, που υποτάζεις με
το πρώτον βλέμμα σου τους πλέον δυνατωτέρους βασιλείς, ειπέ μου,
σε παρακαλώ, το όνομά σου, και ποία είσαι. Εχαμογέλασεν η Κυρά εις
τούτα τα λόγια και είπεν εγώ είμαι μία έλαφος, που κάνω ήμερα τα
λεοντάρια· εγώ είμαι εκείνο το κυνήγι, που σήμερον εσύ
εκυνηγούσες, και που ερρίχθηκα εις το νερό. Μα, Κυρά μου, της
εξαναείπεν ο βασιλεύς· ποίον στοχασμόν πρέπει εγώ να κάμω δι'
αυτήν την μεταμόρφωσιν; τι ηξεύρω εγώ αν εις τούτην την στιγμήν
εσύ δεν μου προσφέρεις εις τους οφθαλμούς μου ψεύτικες και πλαστές
φαντασίες; Μη γένοιτο, είπεν η Κυρά· εγώ σου τες δείχνω φυσικές,
καθώς τες βλέπεις· αλήθεια είνε ότι καθώς μου αρέσει έτσι αλλάσω
μορφήν, και οπόταν θέλω γίνομαι βλεπτή και άβλεπτη εις τους
ανθρώπους· μα όλον τούτο γίνεται, χωρίς μαγείαν, και η δύναμις εις
το να μεταμορφώνωμαι εις εκείνα που μου αρέσει, είνε μία χάρις που
την έλαβα από τον ουρανόν οπόταν εγεννήθηκα.
Εις παρομοίαν διήγησιν η Κυρά κατεβαίνει από τον θρόνον της και
πλησιάζει εις τον βασιλέα, τον παίρνει από το χέρι, τον φέρει εις
ένα χοντζερέ, εις τον οποίον ήτον μία τράπεζα ετοιμασμένη από
εκλεκτά φαγητά· αυτή τον έκαμε να καθήση, ομοίως και αυτή εκάθησεν
ανάμεσα αυτουνού και του βεζύρη, ο οποίος από όλα εκείνα, που
έβλεπε, δεν ημπορούσε να στοχασθή άλλο διά τον αυθέντην του παρά
κανένα δυστυχισμένον τέλος. Ο νέος βασιλεύς ήτον όλος προσηλωμένος
προς την Κυράν, και κανένας στοχασμός εναντίος δεν του εσύγχιζε
την ηδονήν που είχεν εις το να την θεωρή· ηθέλησε λοιπόν να την
δουλεύση εις την τράπεζαν, μα αυτή είπε· φάγετε εσείς οι δύο,
διότι η ευωδία των αρωμάτων, και εκείνη των φαγητών μας δουλεύει
ημάς διά τροφήν.
Οπόταν ο βασιλεύς με τον βεζύρην του έτρωγαν, δύο κορασίδες ωραίες
επρόσφεραν του καθενός από μίαν κούπαν από αγάθην, γεμάτην από
γλυκύτατον κρασί· και είχαν την επιστασίαν να τες κρατούν πάντοτε
γεμάτες. Η Κυρία με όλον που δεν έπινεν, η μυρωδιά τής έκανε το
ίδιον αποτέλεσμα, που έκανε των άλλων. Ως τόσον άρχισαν να
ανάπτουν από το πιοτόν, και ο βασιλεύς με την Κυρά ωμιλούσαν
διάφορα λόγια ηδονικά· η δε Κυρά δείχνοντας του πως ήτον τρυφερή
προς αυτόν, του ωμίλησε με τούτον τον τρόπον.
Βασιλέα, με όλον που είσαι ένα κτίσμα κατώτερον από λόγου μου, δεν
μπόρεσα να υποφέρω που να μη σε αγαπήσω, και διά να κάμω να μάθης
ποίας τιμής είνε το απόκτημα που έκαμες, άκουσον με προσοχήν,
επειδή και δεν θέλω πλέον να το κρατήσω κρυπτόν ποία εγώ είμαι·
ήξευρε πώς ευρίσκεται εις τον μέγαν Ωκεανόν ένα νησί ονομαζόμενον
Χαρμοστάν· αυτό είνε κατοικημένον από εξωτικά· ο βασιλεύς
ονομόζεται Μανουχέρ, του οποίου είμαι θυγατέρα μονογενής, και με
ονομάζουν Κεριστάνην. Είνε δε τρεις μήνες που απαράτησα το παλάτι
του πατρός μου, και περίεργος να ιδώ την διαφοράν των βασιλέων,
εις τα οποία ζουν οι απόγονοι του Αδάμ, έλαβα την επιθυμίαν να
ταξειδεύσω· εγύρισα όλον τον κόσμον και ήμουν έτοιμη να ξαναγυρίσω
εις την κατοικίαν μου μα συναπαντώντας σε σήμερον εις το κυνήγι,
εστάθηκα διά να σε θεωρήσω, και ευθύς οι αίσθησές μου εσυγχίσθησαν
εναντίον εις την θέλησίν μου· και όντας όλη προσηλωμένη εις εσένα,
έλεγα ανάμεσόν μου· είνε δυνατόν, ένας άνθρωπος να μου συγχίση εις
τέτοιον τρόπον την ανάπαυσίν μου; ένας υιός του Αδάμ να θριαμβεύση
την αγιότητά μου; εντροπή μου κατά αλήθειαν να νικηθώ με τέτοιον
τρόπον και στοχαζομένη τοιούτης λογής, ηθέλησα να αναμερίσω από
εσένα, μα εμποδισμένη ωσάν από ένα μαγικόν δεσμόν, δεν ημπόρεσα
τελείως να ξεμακρύνω· μόνον βυθισμένη τότε εις τους τρυφερούς
στοχασμούς, που μου εμπόδιζαν το περιπάτημα, δεν εστοχάσθηκα άλλο
παρά να εύρω τα μέσα διά να σου αρέσω.
Έλαβα λοιπόν την μορφήν μιας ελάφου και εφανερώθηκα έμπροσθέν σου,
διά να σε υποχρεώσω να με στοσχασθής· εσύ με εκυνήγησες, αλλά
χωρίς να με φθάσης, και αφού ερρίχθηκα εις το νερόν, δεν ημπορείς
να πιστεύσης την ηδονήν που είχα να σε βλέπω να τριγυρίζης και να
ανακατώνης το νερόν διά να με εύρης, και ακούοντας πως αποφάσισες
να κοιμηθής εκεί σιμά εις την πηγήν, το εχάρηκα μεγάλως, και εις
το αναμεταξύ που εκοιμώσουν, έκαμα και έγινε τούτο το παλάτι διά
να σε δεχθώ. Τα τελώνια που με δουλεύουν, το έκτισαν εις μίαν
στιγμήν.
Ενώ η Κεριστάνη ήθελε να ακολουθήση την ομιλίαν της, ιδού εμβαίνει
μία αρχοντοπούλα, η οποία έδειχνε πώς ήτον πολλά θλιμμένη. Η Κυρά
γνωρίζοντάς την από το πρόσωπόν της ότι ήθελε να της προμηνύση
καμμίαν θλιβεράν είδησιν εφώναξε μεγάλως, έπειτα εδόθη εις κλάματα
πικρότατα. Έμεινεν εκστατικός ο βασιλεύς εις τούτο το θέαμα και
εθλίβονταν μεγάλως διά εκείνο που έβλεπεν· ήτον δε εις μεγάλην
ανυπομονησίαν διά να μάθη το αίτιον, και εκεί που ήθελε να την
ερωτήση, η αρχοντοπούλα πλησιάσασα είπεν.
Ω βασίλισσα, καλά ηξεύρεις ότι τα τελώνια ζουν πολύ περισσότερον
από τους ανθρώπους, όμως είνε και αυτά υποκείμενα εις τον θάνατον·
εσύ έχασες τον πατέρα σου, ο οποίος απέρασεν εις την άλλην ζωήν,
και όλος ο λαός σε επιθυμεί διά να σε στέψη βασίλισσαν εις τον
θρόνον του πατρός σου· έλα το λοιπόν διά να λάβης την δούλευσιν
των νέων υπηκόων σου, και να ανταποκριθής εις την ανυπομονησίαν
που αυτοί έχουν, διά να σου ανταποδώσουν όλες τις τιμές που σου
πρέπουν. Ο μέγας βεζύρης πατέρας μου με επρόσταξε να έλθω να βιάσω
τον γυρισμόν σου.
Βεζυροπούλα μου, απεκρίθη η Κυρά, μεγάλην σύγχισιν μου προξενούν
αυτές οι είδησες, που μου έφερες, όμως δεν θέλω λείψει να
ανταμείψω τον ζήλον του πατρός σου, ομοίως και τον ιδικόν σου, που
δείχνετε εις εμένα· θα μισεύσω το λοιπόν με λόγου σου τούτην την
στιγμήν. Σου αφίνω υγείαν, βασιλέα μου, είπε γυρίζοντας προς
αυτόν, και πιάνοντάς τον από το χέρι του λέγει· είμαι δυναστευμένη
να σε απαραιτήσω, ας είσαι βέβαιος όμως πως μίαν ημέραν θέλομεν
ανταμωθή πάλιν, και ανίσως και σε εύρω αγαπητικόν σταθερόν, δεν
θέλω λάβει άλλον νυμφίον παρά εσένα. Έτσι λέγοντας αυτή έγινεν
άφαντος.
Τότε ευθύς μία σκοτεινοτάτη νύκτα απεδίωξε την μεγάλην φωτοχυσίαν,
που εις το παλάτι ήτον, και άφησε τον βασιλέα με τον βεζύρην του
εις ένα τέτοιον σκότος, που τίποτε δεν ημπορούσαν να διαχωρίσουν,
και εστάθηκαν εις αυτήν την κατάστασιν έως που έγινεν ημέρα, η
οποία τους επροξένησε νέαν έκστασιν, που αντίς να ευρεθούν εις ένα
παλάτι, ευρέθησαν εις ένα κάμπον, χωρίς να ιδούν κανέν σημείον της
κατοικίας.
Βεζύρη, είπε τότε ο βασιλεύς, κάνει χρεία να πιστεύσωμεν ότι
εστάθη τούτο έν όνειρον. Όχι αυθέντη, απεκρίθη ο βεζύρης,
καλλίτερον πιστεύω πώς η Κυρά, που είδαμεν, να είναι καμμία
καταραμένη μάγισσα, η οποία διά να σου προξενήση έρωτα έλαβε
μορφήν εξωτικής, και όλες εκεί οι νέες που ετραγωδούσαν και
ελαλούσαν, είνε τόσοι διάβολοι που την υπηρετούν. Με όλον που
τούτη η ομιλία του βεζύρη ήθελεν έχει κάποιον τι αληθινόν, ο
βασιλεύς όμως με το να ήτον πολλά τρωμένος από την αγάπην, δεν
ήθελε να χάση την γνώμην που είχε διά την Κυράν, αλλά εγύρισεν εις
το παλάτι του με απόφασιν, που να φυλάξη διά πάντα μίαν ζωντανήν
και εγκαρδιακήν ενθύμησιν δι' αυτήν. Και από εκείνης της ώρας από
τον έρωτά του εδόθη εις μίαν άκραν μελαγχολίαν αφέθη από όλες τες
ηδονές· καμμίαν ευχαρίστησιν δεν είχε παρά εκείνην του κυνηγιού
δεν επήγαινεν εις άλλον τόπον, παρά εις εκείνον που του εφάνη η
έλαφος, εις τον οποίον ήλπιζε να την ξαναϊδή.
Ως τόσον απέρασεν ένας χρόνος, που αυτός αγαπούσε χωρίς να έχη
αιτίαν να ελπίζη, επειδή εκείνη που αγαπούσε δεν ήτον άλλο παρά
μια φαντασία, και τότε άρχισε να καταλαμβάνη ότε εκείνο που είδεν
ήτον μία βεβαία μαγεία· όθεν επιθύμησε να ταξειδεύση με ελπίδα,
ότι με τούτο το μέσον ήθελαν του έβγει οι φαντασίες που είχεν εις
το κεφάλι δι' αυτήν την υπόθεσιν. Και αφού άφησε την κυβέρνησιν
της βασιλείας του εις τα χέρια του βεζύρη του, εκαβαλλίκευσεν ένα
του καλόν άλογον, και εμίσευσε μόνος του αγνώριστος διά νυκτός,
χωρίς να πάρη τινά μαζί του. Περιπατώντας λοιπόν αρκετές ημέρες,
έφθασεν εις τα σύνορα του βασιλείου της Θέμπας, και πριν να φθαση
εις την βασιλεύουσαν, ηθέλησε να αναπαυθή υποκάτω εις ένα δένδρον
πολλά φουντωτόν.
Και αφού εξεπέζευσε δεν επέρασε πολύ, και βλέπει ολίγον μακράν
υποκάτω εις ένα άλλο δένδρον μίαν ευγενικήν κόρην, που έδειχνε να
ήτον έως δεκαοκτώ χρόνων, η οποία εκρατούσεν ακουμπισμένον το
κεφάλι της επάνω εις το ένα χέρι, και εκοιμάτο με βαρύν ύπνον, της
οποίας η μελαγχολική μορφή έδινε να καταλάβη ότι είχε πέσει εις
καμμίαν μεγάλην συμφοράν· τα φορέματα που την εσκέπαζαν ήταν όλα
ξεσχισμένα, μα με όλον τούτο του εφαίνονταν ότι ήτον μία ωραιοτάτη
κόρη, και από ευγενικόν αίμα. Ο βασιλεύς επλησίασε προς αυτήν, και
αφού την εξύπνησε της επρόσφερε τον εαυτόν του εις βοήθειάν της,
και την ηρώτησε ποία ήτον. Η νέα εκείνη με λιγωμένη φωνήν του
απεκρίθη· «Εγώ είμαι θυγατέρα, και γυναίκα βασιλέως, όμως δεν
είμαι εκείνη, που εγώ λέγω· είμαι βασίλισσα και δεν είμαι εκείνη,
που είμαι.»
Ο βασιλεύς της Κίνας δεν ήξευρε τι να στοχασθή δι' αυτήν την
κόρην, και ελόγιαζε πως ήτον έξω του εαυτού της διά τα λόγια που
του είπε, Κυρά, της είπεν, έλα εις τον εαυτόν σου, βεβαιώσου πως
είμαι έτοιμος διά να σε συντρέξω εις ό,τι είνε η δύναμίς μου.
Κύριε, απεκρίθη αυτή, εγώ δεν θαυμάζω ότι εσύ με στοχάζεσαι διά
μίαν τρελλήν· η ομιλία που σου έκαμα βεβαίως σου εφάνη αστόχαστη·
μα εσύ θέλεις με συμπαθήσει χωρίς αμφιβολίαν, οπόταν θέλεις μάθει
τες συμφορές μου· είμαι έτοιμη να σου τες διηγηθώ, διά να γνωρίσω
την γενναιότητά σου, και αν ημπορής να με συντρέξης.
&Ιστορία του βασιλέως της Θέμπας, και της βασίλισσας των
Ναϊμάνων.&
Εγώ είμαι, ακολούθησε να λέγη αυτή, θυγατέρα του βασιλέως των
Ναϊμάνων. Ο πατέρας μου αποθαίνοντας χωρίς να έχη άλλην
κληρονομίαν παρά εμένα, όλος ο λαός με εκήρυξε διά βασίλισσάν του,
και δεν ανέμενεν άλλο, παρά την νόμιμόν μου ηλικίαν διά να
βασιλεύσω, επειδή και δεν είχα τότε παρά τέσσαρας χρόνους. Εδόθη
διά τότε η κυβέρνησις της βασιλείας εις τον βεζύρην Αλή, ο οποίος
είχε στεφανωθή την βάγιαν μου, και ήτον άνθρωπος πολλά
στοχαστικός, και φρόνιμος. Αυτός ο γνωστικός επιτηρητής έλαβε και
το βάρος της ανατροφής μου· άρχισε να μου ερμηνεύη τον τρόπον του
βασιλεύειν, και πολλά ογλήγωρα ήλθα εις την γνωριμίαν διά τα
πάντα, μα η ακατάστατος τύχη, που δίνει και παίρνει καθώς της
αρέσει τα σκήπτρα, και τες κορώνες, με εγκρέμισεν από τα ύψη του
θρόνου εις μίαν φοβεράν άβυσσον. Ένας αδελφός του πατρός μου,
ονομαζόμενος Μωβαβάκ, ο οποίος από πολύν καιρόν επιστεύετο ότι
ήτον αποθαμμένος, καθώς έλεγαν πώς είχε σκοτωθεί εις ένα πόλεμον
με τους Μογγολίτας, εφανερώθη έξαφνα εις τον τόπον των Ναϊμάνων.
Μερικοί από τους προεστούς, που ήσαν φίλοι του, επήγαν και
ενώθηκαν με αυτόν και εζητούσαν διά να βασιλεύση αυτός, όθεν
έγιναν δύο σχίσματα· άλλοι ήθελον αυτόν, και άλλοι εμένα· τέλος
πάντων τόσον έκαμε, που όλος ο λαός έτρεξε προς αυτόν, και με
άφησαν εμένα χωρίς συνδρομήν.
Ο άρπαγος αυτός, ευθύς που εκηρύχθη διά βασιλεύς, ηθέλησε να με
πιάση και να με θανατώση, διά να μην έχη πλέον φόβον από το μέρος
μου. Μα ο βεζύρης μου με την φρονιμάδα του ηύρε τον τρόπον διά να
με βγάλη από τον θυμόν του τυράννου· όθεν με επήρε μίαν νύκτα και
εφύγαμεν, και από κρυφές στράτες εφθάσαμεν εις την Θέμπα.
Επήγαμεν, λοιπόν, και εκατοικήσαμεν εις την βασιλεύουσαν. Ο
βεζύρης απερνούσεν εκεί διά ζωγράφος Ινδιάνος, και εγώ απερνούσα
διά θυγατέρα του· αυτός ηξεύροντας την τέχνην της ζωγραφικής
εντελώς, εις ολίγον καιρόν έλαβε μεγάλην φήμην, και εκέρδιζε καλά,
τόσον που εζούσαμε αρκετά· και με τούτον τον τρόπον αποσκεπαζόμεθα
και δεν εφανερωνόμεθα ποίοι είμεθα, παρά εις εκείνους που τους
εδώσαμεν να καταλάβουν τα συμβεβηκότα.
Απέρασαν δύο χρόνοι από εκείνον τον καιρόν, και αποξένωσα από
λόγου μου ολίγον την φαντασίαν της μεγαλειότητος που ήμουν, και
άρχισα να συνηθίζω ολίγον κατ' ολίγον εις εκείνο που ευρισκόμουν,
και μου εφαίνονταν πώς δεν ήμουν άλλη, παρά θυγατέρα ενός ποταπού
ανθρώπου, και η ησυχία που εχαιρόμουν με έκανε να λησμονήσω το
περασμένον μου μεγαλείον.
Μα αλλοίμονον εις εμέ! μακάρι να είχε κάμει η τύχη μου να με
ήθελεν αφήση να περάσω και το επίλοιπον της ζωής μου εις εκείνην
την κατάστασιν! μα όχι, ηθέλησε πάλιν να με κατατρέξη, και να κάμη
να πληρωθή εκείνο που είνε γραπτόν· και από αυτό βλέπω πώς είνε
αδύνατον να φύγη τες δυστυχίες, που είνε προμελετημένες διά τινά
να του έλθουν, και δεν είνε κανένα όφελος να παραπονεθή.
Ο βεζύρης Αλής το λοιπόν είχε κάμει διάφορες ζωγραφιές οι οποίες
τον έκαμαν να λάβη μεγάλην φήμην εις όλην την πόλιν της Θέμπας. Ο
βασιλεύς της οποίας, ακούοντας να επαινούν τόσον αυτόν τον
ζωγράφον, επεθύμησε διά να τον ιδή, και μίαν ημέραν αιφνιδίως ιδού
και έρχεται εις την κατοικίαν μας. Ο Αλής αγροικώντας την αιτίαν
του ερχομού του βασιλέως προς αυτόν, έτρεξε και τον εδέχθη με
εκείνο το σέβας, που του έπρεπε, και εν τω άμα του έδειξε διάφορες
ωραίες ζωγραφιές, που είχε κάμει. Ο βασιλεύς έλαβε μεγάλην
ευχαρίστησιν, τόσον διά τες ωραίες ζωγραφιές που είδεν, όσον και
διά την συναναστροφήν του Αλή, τον οποίον τον εστοχάσθη άξιον και
επιτήδειον άνθρωπον.
Εγώ εις εκείνο το αναμεταξύ, που ο βασιλεύς ευρίσκονταν μαζί με
τον Αλή, ήλθα εις περιέργειαν διά να ιδώ τον βασιλέα, και
απεφάσισα να έμβω εκεί που αυτός ωμιλούσε με τον Αλή. Εμβήκα
λοιπόν ωσάν θυγατέρα του ζωγράφου, μην υποπτεύοντας κανένα
εναντίον· μα εγελάσθηκα. Ο βασιλεύς ευθύς που με είδεν ετρώθη από
τον έρωτα διά εμένα, το οποίον καταλαμβάνοντας το ετραβήχθηκα από
εκεί. Ο βασιλεύς όμως με το να έμεινε λαβωμένος, δεν έλειψε να
ξαναγυρίση την ακόλουθον ημέραν εις τον Αλή· και με τούτον τον
τρόπον έκαμε διά πολλάς ημέρας·, και με το αίτιον διά να ιδή τες
ζωγραφιές, έμβαινεν εις όλους τους οντάδες, και με εύμορφον τρόπον
έμβαινε και εις εκείνον που εγώ ευρισκόμουν. Κατά αλήθειαν αυτός
τίποτε δεν μου έλεγε, μα οι ματιές του οι φλογερές πολλά καλώς
εφανέρωναν τον έρωτά του.
Μίαν ημέραν αυτός επρόσφερε του βεζύρη ένα μέρος του παλατίου
στολισμένον με όλα τα αναγκαία και με δούλους, διά να υπάγη να
κατοικήση εκεί, προφασιζόμενος τούτο το μέσον πως τάχατες αγαπούσε
να έχη τέτοιον θαυμαστόν ζωγράφον κοντά του. Ο Αλής δεν έμεινεν
έτσι χωρίς να εξετάση το αίτιον ετούτου του προσφέρματος, και
καταλαμβάνοντάς το μου είπεν· καταλαμβάνω, βασίλισσά μου, ότι ο
βασιλέας της Θέμπας σε αγαπά· και ούτος ο έρωτας, και όχι η
ζωγραφιά μου, τον παρακινεί να μας κάμει αυτές τες περιποιήσεις·
ημείς πρέπει να υπάγωμεν εξ ανάγκης να κονεύσωμεν εις το παλάτι
του· αυτός δεν θέλει αφήσει ημέραν, που να μην έλθη να σε εύρη,
και να σου εξηγηθή τον πόνον του· στάσου καλά εις τον νουν του,
θημήσου την ευγένειαν της γεννήσεως σου, και στάσου μακράν εις το
να κλίνης εις τα ζητήματά του, και σταθερή διά να μη σε γελάση· μα
ανίσως και αυτός ήθελε δειχθή πολλά ερωτικός, εις τρόπον που να σε
γυρέψη διά γυναίκα του, εσύ θέλεις τον υπακούσει· ει δε και η
γνώμη του θέλει είνε διαφορετική, θέλομεν πασχίσει να κάμωμεν
άκαιρον την κλίσιν του.
Έταξα του βεζύρη να ακολουθήσω με επιμέλειαν τες νουθεσίες του· μα
δεν του εφανέρωσα εκείνο που διά τον αυτόν βασιλέα και εγώ
αγροικούσα. Αυτός ο βασιλεύς ήτον νέος, εύμορφος, καλοκαμωμένος,
και αγροικούσα και εγώ δι' αυτόν την ιδίαν κλίσιν, που και αυτός
αγροικούσε προς εμένα· όμως με κάθε τρόπον έπασχα να την κρατώ
κρυφήν, και να στέκω εις τα δικά μου· μα ολίγον καιρόν εφτούρησα
εις ετούτην την γνώμην.
Ευθύς που επήγαμεν να κατοικήσωμεν εις το παλάτι του, ο βασιλεύς
μου εφανέρωσε την αγάπην του με τρόπον που επιθυμούσεν. Η
γλυκυτάτη σου μορφή, μου είπε, με έκαμε να σε αγαπήσω από την
πρώτην ώραν που σε είδα, και είμαι τόσον φερμένος δι' εσένα που
καταλαβαίνω, ότι δεν ημπορώ να ζήσω χωρίς την αντάμωσίν σου· μα
όσον μεγάλη και ζωντανή είνε η φλόγα που με ανάπτει, μη στοχασθής
ποτέ ότι θα σε δεξιωθώ ωσάν μίαν σκλάβαν, μα επιθυμώ να σε λάβω
γυναίκα μου, διά να σε βάλω εις τον θρόνον της Θέμπας. Ευχαρίστησα
τον βασιλέα διά τα ταξίματά του, και διά την τιμήν που μου έκανε,
και ευρίσκοντας τότε τον καιρόν αρμόδιον διά να του φανερώσω ποία
είμαι, του εφανέρωσα καταλεπτώς την ιστορίαν μου, η οποία ζωντανώς
τον εδιαπέρασε. Βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός, γνωρίζω που ο
ουρανός εδιαφύλαξεν εις εμένα την τιμήν να σε ξεδικήσω. Εγώ θέλω
παιδεύσει σκληρώς τον τύραννον Μωβαβάκ· θέλω του στείλει μεντζίλiα
διά να του κηρύξωσι τον πόλεμον, αν δεν αφήση θεληματικώς τον
θρόνον, που αδίκως σου άρπαξεν. Ευχαριστήσου το λοιπόν, μου είπε,
να μου δώσης το χέρι σήμερον διά να μου γένης γυναίκα, και αύριον
σου τάσσω να βάλω εις έργον τα όσα σου έταξα. Εξαναευχαρίστησα τον
βασιλέα διά την γενναιότητά του, και του ωμολόγησα πως και εγώ δεν
εστάθηκα τόσον αναίσθητος προς αυτόν, από την πρώτην φοράν που τον
είδα, όμως ωσάν τιμημένη που ήμουν δεν ηθέλησα ευθύς να του το
φανερώσω.
Ετούτη η εξομολόγησις που του έκαμα τον υποχρέωσε κατά πολλά, και
έπιασε το χέρι μου και το εφίλησε με τρυφερότητα, και μου έκαμεν
όρκον πως πολλά εγκαρδιακά με αγαπά· και με εστεφανώθη την ιδίαν
ημέραν, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλην την χώραν διά μίαν
εβδομάδα ολόκληρον, και πριν να τελειώσουν οι χαρές έστειλε
ταχυδρόμους, καθώς μου έταξε, προς τον Μωβαβάκ. Αυτός δεν υπετάχθη
εις την θέλησιν του βασιλέως της Θέμπας, αλλά με βρισές μεγάλες
τους αποδίωξεν. Ο δε βασιλεύς ακούοντας αυτήν την βαρβαρότητα και
σκληρότητα του Μωβαβάκ έδωσε διαταγήν να συναχθούν όλα του τα
στρατεύματα διά να κινήση κατά πάνω του· μα τον καιρόν που
ετοιμάζοντο, ήλθαν είδησις από τους Ναϊμάνους, ότι ο Μωβαβάκ ο
θείος μου απέθανεν από μίαν αρρώστιαν και πως εζητούσαν εμένα διά
να με ξανακυρώσουν εις τον θρόνον μου.
Επάνω εις μίαν τέτοιαν είδησιν, ο βασιλεύς απέλυσε τα στρατεύματά
του, και αποφάσισε να στείλη τον βεζύρ Αλή, διά να υπάγη να
βασιλεύση αντίς εμένα. Ετούτος ο επιτηρητής ήτον σχεδόν έτοιμος
διά να μισεύση, μα ένα συμβεβηκός ανεπάντεχον τον εμπόδισε, και
πρόσεχε διά να το ακούσης.
Μίαν βραδειάν εγώ έστεκα ακουμπισμένη επάνω εις ένα θρονί εις τον
χοντζερέ μου, διαβάζοντας διάφορα κεφάλαια από το Αλκοράνι. Και
αφού τα εδιάβασα, εσηκώθηκα διά να υπάγω να εύρω τον βασιλέα, που
ήτον εις το κρεββάτι· και εμβαίνοντας εις τον χοντζερέ του, ένα
φοβερόν φάντασμα μου φανερώνεται εμπροστά μου και εις την ιδίαν
στιγμήν γίνεται άφαντον. Εστάθη μεγάλη η κραυγή που έκαμα, τόσον
που εξύπνησα τον βασιλέα που εκοιμάτο, ο οποίας με ερώτησε το
αίτιον της κραυγής μου και εγώ του ωμολόγησα εκείνο που είδα. Ο δε
βασιλεύς με αφηκράζετο με προσοχήν, μα αντίς να με κάμη να μου
έβγη ο φόβος, μου λέγει· εγώ είμαι περισσότερον σκοτισμένος από
εσένα, και δεν ημπορώ να καταλάβω πώς ημπορείς να ευρίσκεσαι εις
το κρεββάτι μου, και εις τον ίδιον καιρόν ορθή να μου μιλής.
Αυθέντη, του λέγω εγώ, τίποτε δεν ημπορώ να καταλάβω από την
ομιλίαν που κάνεις· μίλησέ μου, σε παρακαλώ, καθαρώτερα διά να σε
καταλάβω. Ας είνε, εξαναείπεν αυτός· πλησίασε εδώ εις την κλίνην
μου, και θέλεις ιδεί πράγμα που θέλει σου προξενήσει μεγάλην
έκστασιν. Τότε εγώ πλησιάζοντας εις το προσκέφαλον, εγνώρισα με
μεγάλον μου θαυμασμόν μίαν νέαν γυναίκα, που καθολικώς με
παρωμοίαζε, και είχε την ιδίαν μορφήν.