φοβουμένη διά να μη χάση την τιμήν της, άρχισε να χάνη την όψιν
της και να κλαίη. Ο Αμπτούλ ευθύς έμεινεν εκστατικός εις την
μεταβολήν της, και άρχισε να την ερωτά με γλυκά λόγια τι της
συνέβη έτσι έξαφνα, και τι είνε η αιτία αυτής της μεταβολής;
Κύριε, απεκρίθη η βεζυροπούλα, η αιτία της μεταβολής μου είνε
πολλά μεγάλη· και άκουσον να σου την διηγηθώ· επειδή και αποφάσισα
να λύσω την σιωπήν, και να σου φανερώσω τον δόλον. Ο πατήρ μου που
ηξεύρει πως έχεις ένα θησαυρόν κρυμμένον, ηθέλησε να μεταχειρισθη
εμένα διά να ξανοίξω τον τόπον που είνε· με επρόσταξε στανικώς διά
να πασχίσω με κάθε λογής τρόπον, θυσιάζοντάς την τιμήν μου, αν
κάμη χρεία, να σε κάμω να μου τον φανερώσης· εγώ του εναντιώθηκα
εις τούτην την άνομον προσταγήν, μα χωρίς να κατορθώσω τίποτε,
επειδή και αυτός μου είπεν αποφασιστικώς πως θέλει με φονεύσει με
τας χείρας του, αν δεν ήθελα τον υπακούσει· και ούτω βιαζομένη
ήλθα εις τούτον τον τόπον εις εσένα, να σου ομολογήσω πως το κάνω
με μεγάλον πόνον.
Αφού η βεζυροπούλα ωμίλησε με τέτοιον τρόπον του Αμπτούλ, της
απεκρίθη αυτός. Κυρά μου, είμαι πολλά υπόχρεως εις τα όσα μου
εξεμυστηρεύθης, και δεν θέλεις το μετανοήσει διά την ευγενικήν σου
γενναιότητα· εσύ δεν αποθαίνεις, μη φοβάσαι· επειδή και θέλεις
ιδεί τον θησαυρόν μου και θέλεις μείνει ευχαριστημένη καθώς το
επιθυμείς· παύσε το λοιπόν να κλαίης, και έλα με εμένα διά να ιδής
το ποθούμενον. Παίρνοντας αυτήν από το χέρι, την έφερεν εις την
σάλαν, και εκεί της έδεσε τα μάτια, καθώς έκαμε και του Καλίφη,
και την έφερεν εις το μέγα περιβόλι, και από εκεί την έμπασεν εις
το υπόγειον, όπου ήτον ο θησαυρός, και εκεί λύοντάς της τα μάτια
της έδειξεν όλα εκείνα που είχε δείξει και του Καλίφη. Αν ο
Καλίφης έμεινεν εκστατικός εις τα όσα είδεν, αυτή έμεινε πολύ
περισσότερον, και ο μεγαλύτερος της θαυμασμός εστάθη εις το να ιδή
τους δύο νεκρούς βασιλείς με την πλάκα γραμμένην εις τους πόδας·
και, αφού την ανέγνωσεν, είδε την βασίλισσαν, που είχεν εις τον
λαιμόν μια αρμαθιά από μαργαριτάρια, χονδρά ωσάν αυγά περιστεράς·
τα οποία κυττάζοντάς τα με επιθυμίαν την απείκασεν ο Αμπτούλ, και
ευθύς τα έβγαλεν από τον λαιμόν της βασίλισσας, και τα έβαλε της
βεζυροπούλας, λέγοντάς της ότι από ετούτα θέλει πιστωθή ο πατέρας
σου, πως είδες τον θησαυρόν μου· και ύστερον την επαρακάλεσε, διά
να πάρη ότι άλλο αγαπά από εκείνα που βλέπει. Αυτή δε επήρε πολύν
αριθμόν από διαμαντικά πολύτιμα, τα οποία της τα εδιάλεξεν ο
Αμπτούλ με το χέρι του.
Τελειώνοντας να της δείξη τον θησαυρόν του, της εξανάδεσε τα
μάτια, και την έβγαλεν από το υπόγειον και την έφερεν εις την
ιδίαν σάλαν όπου ήτον. Τότε η νέα αφού τον εβεβαίωσεν ότι αυτή δεν
ήθελεν αλησμονήσει την δεξίωσιν, και τες χάρες που της έκαμεν,
εμίσευσε και επήγεν εις τον πατέρα της, και εδιηγήθη τα όσα
απέρασε, και τα όσα είδεν.
Ο Βεζύρης επικράνθη πολλά διά την τιμημένην ευγένειαν, και τις
χάρες που έδειξε της θυγατρός του· και αγαπούσε καλύτερα να είχε
χάση η θυγατέρα του την τιμήν της, παρά να μείνη εις το σκότος της
αμαθείας, να μην ηξεύρη εις τι μέρος ήτον ο θησαυρός, που
επιθυμούσε να ξεσκεπάση.
Εις τούτο το αναμεταξύ ο Καλίφης Αρούν έφθασεν εις το Μπαγδάτι και
ευθύς που υπήγεν ελευθέρωσε τον βεζύρην του που τον είχε
φυλακωμένον, και του έδωκε την πρώτην του αξίαν. Και αφού του
ωμολόγησε τα όσα επέρασεν εις το ταξείδι του, και διά την
γενναιότητα του Αμπτούλ, του είπε· Γιαφάρ, τι πρέπει να κάμω εγώ;
εσύ ηξεύρεις ότι οι ανταμοιβές των βασιλέων πρέπει να υπερβαίνουν
τις χάρες που τους γίνονται· αν αποφασίσω δια να στείλω εις
ανταμοιβήν του γενναίου Αμπτούλ από τα πλέον πολύτιμα είδη που έχω
εις τον θησαυρό μου, θέλουν είναι το ουδέν εμπρός εις εκείνα, που
μου εδώρησεν αυτός· πώς ημπορώ το λοιπόν εγώ να τον υπερβώ;
Αυθέντη, του απεκρίθη ο βεζύρης, αν θέλης να τον υπερβής εις την
γενναιότητα, πρέπει να σηκώσης την αξίαν του βασιλέως της Μπάσρας,
που σου είναι υποκείμενος, και να την δώσης του Αμπτούλ διά να
γένη αυτός βασιλέας, και αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή, που
ημπορεί να του κάμης· και διά τώρα θέλεις στείλει μεντζίλι με τις
είδησες, και υστερότερα θέλω υπάγει εγώ με τα κυρωτικά γράμματα,
ήγουν με το μουκαρέρι.
Άρεσε κατά πολλά του Καλίφη η γνώμη του βεζύρη του, και ευθύς
επρόσταξε να σταλθή το μεντζίλι με τες είδησες, το οποίον εις
ολίγας ημέρας έφθασε, και έφερε το πρόσταγμα εις τον βασιλέα της
Μπάρσας. Ο βασιλέας έμεινε νεκρός εις αυτήν την είδησιν, και ευθύς
κράζει τον βεζύρην του και του είπε την φθοροποιάν του είδησιν. Ο
βεζύρης που ήτον κακής διαθέσεως του είπε· μην ενοχλείσαι, βασιλέα
μου, δι' αυτό, ότι εγώ θέλω κάμει την κάθε προσπάθεια διά να
μείνης εις τον θρόνον σου, διά την οποίαν κάνει χρεία ευθύς να
θυσιάσω τον Αμπτούλ, και ύστερον θέλω κάμει να πιστεύση όλος ο
λαός, ότι απέθανε, χωρίς όμως να του σηκώσω την ζωήν. Αυτόν θέλω
τον κρύψει εις ένα τόπον που να μην φανερωθή ποτέ, και με τούτο το
μέσον θέλεις μένει εις τον θρόνον σου, και θέλεις κυριεύσει και
όλα τα πλούτη αυτουνού· επειδή και ωσάν τον βάλω εις τας χείρας
μου θέλω του κάμει τόσες τυραννίες, που να τον υποχρεώσω να μου
φανερώση τον θησαυρόν του. Κάμε εκείνο που σου φαίνεται του
απεκρίθη ο βασιλεύς· μα τι έχομεν να αποκριθούμεν του αυτοκράτορος
Καλίφη; Άφησε ακόμη και τούτο εις εμένα, απεκρίθη ο βεζύρης, και
μη σε μέλει τίποτε.
Τότες ο βεζύρης παίρνωντας μερικούς φίλους του, χωρίς να ηξεύρουν
την βουλήν του, επήγον εις τον Αμπτούλ. Ό δε Αμπτούλ τους εδέχθη
με μεγάλην τιμήν, και τους εφιλοδώρησε με μεγάλην γενναιότητα, και
τους εκράτησε διά να γευματίσουν· και εις το αναμεταξύ, που
εγευμάτιζαν, ο βεζύρης με εύμορφον τρόπον έβαλεν εις το ποτήρι που
έπινε μίαν σκόνιν, ο οποίος πίνοντάς την έπεσεν ευθύς ωσάν
αποθαμμένος. Οι περιεστώτες έμειναν εκστατικοί εις τούτο το θέαμα
και όλοι έντρομοι ελόγιασαν πώς να του έπεσεν αποπληξία. Εδόθησαν
όλοι οι άνθρωποί του εις τα κλάμματα και εις τες φωνές διά τον
θάνατον του αυθέντου των· όλη η χώρα εγέμισεν ευθύς από βρυγμόν
και κλάμματα διά τον εξαφνικόν θάνατον του ευεργέτου τους, και
εφώναζαν ωσάν να είχαν χάση τον ίδιόν τους πατέρα. Ως τόσον ο
βεζύρης διά να μη φανερώση εκαμώνονταν πως του εκακοφαίνετο
μεγάλως, και άρχισε και έσχιζε τα φορέματά του, και εθρηνούσεν
απαρηγόρητα· επρόσταξεν υστερώτερα διά να τον θάψουν μετά μεγάλης
τιμής, κάνοντας να τον βάλουν εις ένα κοιμητήριον ιδικόν του, εκεί
που είχε τους γονείς του βαλμένους· και αφού έστειλε διά να τον
θάψουν, έβαλε βούλαν εις το σπήτι του, διά να γένη βασιλικόν το
έχειν του, με το να μην είχε κληρονόμους.
Αφού έβαλαν τον δυστυχή Αμπτούλ εις το κοιμητήριον, το έκλεισαν,
και έφεραν το κλειδιά του βεζύρη. Την ερχομένην νύκτα ο κακότροπος
βεζύρης πέρνει δύο πιστούς σκλάβους, και πηγαίνει εις το
κοιμητήριον και ανοίγοντάς το εμπήκε μέσα· και έβγαλε τον Αμπτούλ
από το κιβούρι και του έδωσαν ένα πιοτόν, και ευθύς που το έβαλεν
εις το στόμα εσυνήλθεν εις τον εαυτόν του ο Αμπτούλ, και
ανοίγοντάς τα μάτια του είδε τον βεζύρην και τον εγνώρισεν. Α
αφέντη, του είπεν πού είμασθε, και εις τι κατάστασιν βλέπω τον
εαυτόν μου; Τρισάθλιε, του απεκρίθη ο βεζύρης, ήξευρε ότι εγώ
είμαι εκείνος, που σου επροξένησα τούτην την συμφοράν, και σε
έφερα εδώ διά να σε έχω εις την εξουσίαν μου, και να σε κάμω να
υποφέρης χίλια μαρτύρια, αν δεν μου φανερώσης τον θησαυρόν σου,
και καθημερινώς θέλω εύρει νέες τυραννίες διά να σε κάμω να
βαρεθής την ζωήν σου, αν δεν μου τον φανερώσης. Εσύ ημπορείς να
μου κάμης ότι σου αρέσει του απεκρίθη ο Αμπτούλ, μα τον θησαυρόν
μου δεν θέλεις δυνηθή να τον ιδής ποτέ.
Εν τω άμα που ετελείωσεν αυτά τα λόγια ο άνομος και κακότροπος
βεζύρης, επρόσταξε τους σκλάβους του και τον έδειραν με βούνευρα
τόσον, που τον έκαμαν τον δυστυχή και έπεσε λιπόθυμημένος. Οπόταν
δε ο βεζύρης τον είδεν εις αυτήν την κατάστασιν, έκαμε και τον
εμετάβαλαν εις το κιβούρι, και κλείοντάς τον καλά, εγύρισεν εις το
σαράγι του, και το ταχύ επήγεν εις τον βασιλέα του διά να του
διηγηθή τα όσα έκαμεν. Ο βασιλεύς που δεν ήτο ολιγώτερον
σκληροκάρδιος από τον βεζύρην του, επήνεσε τα όσα έκαμε και
ύστερον του λέγει. Βεζύρη, αυτά που έκαμες πηγαίνουν όλα καλά· μα
τι απόκρισιν έχομεν να δώσωμεν του Καλίφη; Ο βεζύρης του είπεν· ας
γράψωμεν πως ο Αμπτούλ, αφού και έλαβε την είδησιν πως θέλει γένει
βασιλέας, από την χαράν του απέθανεν αιφνιδίως τον καιρόν που
εγευμάτιζε. Του βασιλέως άρεσεν αυτός ο στοχασμός του βεζύρη του
και ευθύς έστειλε μεντζίλι διά να δώσουν την είδησιν του Καλίφη
διά τον θάνατον του Αμπτούλ·
Ο βεζύρης, που εφαντάζετο πώς με τες τυραννίες που έκαμε του
Αμπτούλ, ήθελε του φανερώσει τον θησαυρόν του, επήγε πάλιν το
βράδυ διά να τον κάμη να υποφέρη νέας τυραννίας έως που να του
φανερώση το ποθούμενον· μα ωσάν έφθασεν εις το κοιμητήριον έμεινε
εκστατικός με το να ιδή το κοιμητήριον ανοικτόν. Και εμπαίνοντας
μέσα, και μην ευρίσκοντάς τον Αμπτούλ εις το κιβούρι, ολίγον
έλειψε που να τρελλαθή από την θλίψιν του· και ευθύς εγύρισεν εις
το παλάτι, και ανήγγειλε του βασιλέως εκείνο που συνέβη· ο οποίος
εν τω άμα έπεσε λιπόθυμημένος από τον πόνον του· και αφού
εσυνήλθεν εις τον εαυτόν του, λέγει του βεζύρη τι θέλει γίνει εις
ημάς τώρα, που τούτος μας έφυγεν; εμείς είμασθε χαμένοι από τον
Καλίφη· εξέταξε λοιπόν μήπως και τον εύρης, επειδή και μακράν από
εδώ δεν επήγε. Τότε ο βεζύρης εσύναξε πολλούς στρατιώτας, με τους
οποίους επερικύκλωσαν όλην την χώραν, και τες στράτες έξω από την
χώραν, χαλεύοντας διά να τον εύρουν.
Εις τούτο το αναμεταξύ, που ο βεζύρης εχάλευε με μεγάλην
επιμέλειαν διά να εύρη τον Αμπτούλ, έφθασε το μεντζίλι εις τον
Καλίφην, και του έδωσε την είδησιν διά τον θάνατον του Αμπτούλ,
πώς από την χαράν του απέθανεν. Ο Καλίφης, ομού με τον βεζύρην του
Γιαφάρ το επικράθηκαν τόσον, που καμμιά παρηγοριά δεν ήτο δι'
αυτούς· έπειτα επρόσταξεν ο Καλίφης και έφεραν τα γράμματα του
βασιλέως της Μπάσρας· και αφού τα ανέγνωσε με στοχασμόν και τα
εξανανέγνωσεν, είπε του Βεζύρη του· εμένα μου φαίνεται πώς ο
θάνατος του Αμπτούλ να μην εστάθη φυσικός, αλλά φοβούμαι ότι,
βασιλέας της Μπάρσας με τον βεζύρην του τον επιβουλεύθησαν και τον
εφόνευσαν διά να μη χάσουν τες αξίες τους.
Ο Γιαφάρ απεκρίθη. Πολυχρονημένε μου βασιλέα, ήξευρε πως και εγώ
το όμοιον υποπτεύω· διατί ηξεύρω πως αυτοί είνε κακής διαθέσεως
άνθρωποι, και το έκαμαν χωρίς αμφιβολίαν, και κρίνω εύλογον ότι
τόσον τον ένα, όσον και τον άλλον να προστάξης να τους φυλακώσουν,
έως που να εξετάσωμεν να εύρωμεν την αλήθειαν. Τότε ο Καλίφης είπε
του Βεζύρη του· έπαρε ευθύς δέκα χιλιάδες καβάλλαν, και σύρε να
τους πιάσης και να τους φυλακώσης. Ο βεζύρης υπήκουσε, και εν τω
άμα επήρε τους στρατιώτας και εμίσευσεν.
Ας ξαναγυρίσωμεν τώρα εις τον Αμπτούλ διά να ιδούμεν την αιτίαν,
που δεν τον ηύρεν ο βεζύρης εις το κοιμητήριον, εις το οποίον τον
είχον αφήσει. Ετούτος ο άνθρωπος όντας μέσα εις το κιβούρι ακούει
την ιδίαν νύκτα να ανοίξουν πάλιν την πόρταν, έπειτα να τον
βγάλουν από το κιβούρι· αυτός λογιάζοντας πώς ξαναήλθεν ο βεζύρης
διά να τον ξανατυραννίση, Α, βάρβαρε και σκληροκάρδιε, άρχισε να
λέγη, θανάτωσόν με ανίσως και έχεις επάνω σου ευσπλαγχνίαν, και μη
με τυραννής, ότι τα μαρτύρια, που θέλεις μου κάμει, δεν θέλουν
δυνηθή να με κάμουν να σου φανερώσω εκείνο που επιθυμείς. Μη
φοβάσαι τίποτε, απεκρίθη ένας από εκείνους, που του άνοιξαν το
κιβούρι, ότι αντίς να σε τυραννήσωμεν ήλθαμεν μάλιστα να σε
συντρέξωμεν. Εις τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ άνοιξε τα μάτια, και
κυττάζει διά να ιδή ποίοι ήσαν οι ελευθερωταί του, και ανάμεσόν
τους εγνώρισε την θυγατέρα του βεζύρη, που της είχε δείξει τον
θησαυρόν του· Κυρά μου, εσύ είσαι το λοιπόν, που μου ελευθερώνεις
την ζωήν; Ναι, φίλε μου, απεκρίθη η βεζυροπούλα, εγώ είμαι και ο
Αλής ο αγαπητικός μου, που εδώ τον βλέπεις, ο οποίος παρακινημένος
από ευσπλαγχνίαν, ήλθε μετ' εμένα διά να με βοηθήση να σε βγάλω
από τον κίνδυνον του θανάτου.
Ο Αμπτούλ, αφού και εσυνήλθε καλά εις τον εαυτόν του, δυναμούμενος
από κάποια ιατρικά, που αυτοί του έδωσαν, τους ευχαρίστησε μεγάλως
διά την ευεργεσίαν, που του έκαμαν, ύστερα τους ερώτησε, πώς αυτοί
ήξευραν ότι ακόμη δεν είχεν αποθάνει; Η βεζυροπούλα του είπεν· ότι
εγώ σαν ήκουσα την ψεύτικη φωνή του θανάτου σου δεν την επίστευσα,
και υπώπτευσα πως ο πατέρας μου εστάθη η αιτία διά τα όσα
ακολούθησαν· υποχρέωσα με δώρα έναν από τους δύο σκλάβους, που
ήταν οι πιστοί του βεζύρη, ο οποίος μου έδωσε τα κλειδιά τούτου
του κοιμητηρίου που αυτός τα εφύλαγε, και έτσι εμήνυσα του Αλή και
επήρε δύο πιστούς του σκλάβους. και ευθύς ήλθαμεν διά να σε
ελευθερώσωμεν, και ευχαριστούμεν τον ουρανόν, που σε εφθάσαμεν
ζωντανόν. Ω Θεέ μου, είπε τότε ο Αμπτούλ, ημπορεί ένας πατέρας
τόσον σκληρός να έχη μίαν θυγατέρα τόσον γενναίαν; Ταύτα λέγοντας
ο Αλής με την Βεζυροπούλαν τον ένδυσαν με ένα φόρεμα σκλάβου, και
τον επήραν και τον έκρυψαν εις το σπήτι του Αλή, έως που ο βεζήρης
έπαυσε να τον ζητά.
Τότε ο Αλής του έδωσεν ένα καλόν άλογον, και πολλά φλωριά και
πετράδια, και είπεν· Εσύ διά την ώραν ημπορείς να φυλαχθής· επειδή
και οι στράτες είνε ελεύθερες και δεν σε ζητούν πλέον· σύρε το
λοιπόν όπου σου αρέση, και ο ουρανός ας είνε με λόγου σου. Ο
Αμπτούλ, αφού τους ξαναευχαρίστησε διά τες χάρες που του έκαμαν,
εμίσευσε διά νυκτός και έπιασε την στράταν διά να υπάγη εις το
Μπαγδάτι. Φθάνοντας λοιπόν εις το Μπαγδάτι επήγεν ευθύς εις τον
τόπον, όπου εσυνάζουνταν οι πραγματευτάδες μήπως και ιδή εκείνον
που εφιλοδώρησεν εις την Μπάσραν, διά να του διηγηθή τες δυστυχίες
του· όμως εθλίβη κατά πολλά, που δεν ημπόρεσε να τον ιδή· εγύρισεν
όλην την χώραν μα δεν εστάθη τρόπος, που να ημπορέση να τον
συναπαντήση. Και μια ημέρα καθώς επεριπατούσε ζητώντάς τον
απόστασε, και εκάθηοεν εις μίαν πέτραν απέναντι του σαραγιού του
Καλίφη. Το σκλαβόπουλο, που αυτός είχε χαρίσει του Καλίφη,
ευρίσκονταν τότε έξω από την πόρταν του σαραγιού και γνωρίζοντάς
τον έτρεξεν εις τον Καλίφη και του το ανήγγειλε· Ο Καλίφης δεν
έδωσε πίστιν εις τούτο· εσύ είσαι γελασμένος, του απεκρίθη· ο
Αμπτούλ πλέον δεν ζη· και πώς λέγεις πως τον είδες; Βασιλέα μου,
του απεκρίθη το σκλαβόπουλον είμαι βέβαιος πώς είναι αυτός, ότι
τον εστοχάσθηκα και τον εγνώρισα, και αν δεν εγνώριζα, δεν
ελάβαινα την τόλμην να έλθω να σου ειπώ ψεύμα.
Με όλον που ακόμη ο Καλίφης δεν το επίστευε, δεν άφησε να
βεβαιωθή· έστειλεν ευθύς το σκλαβόπουλο με ένα δούλον διά να του
τον φέρουν έμπροσθέν του, οι οποίοι πηγαινάμενοι τον ηύραν ακόμη,
που εκάθονταν εις τον ίδιον τόπον. Το σκλαβόπουλο ωσάν εβεβαιώθη
καλά πως ήτον αυτός, έπεσεν εις τα ποδάρια του Αμπτούλ και του τα
εφιλούσεν. Αυτός το εσήκωσε και το ερώτησεν αν έλαβε την τιμήν να
δουλεύη τον Καλίφην. Ναι, αυθέντη· του απεκρίθη το σκλαβόπουλο· ο
ίδιος Αυτοκράτωρ είνε εκείνος, τον οποίον εσύ εδεξιώθης εις το
σπήτι σου, και του έκαμες τόσες χάρες, και εχάρισες και εμένα· έλα
μαζί μου το λοιπόν, διότι ο Βασιλεύς είναι πολλά ανυπόμονος διά να
σε ιδή. Εστάθη μέγας ο θαυμασμός του Αμπτούλ, εις τα όσα το παιδί
του εδιηγήθη, και γεμάτος από χαράν ήλθεν εις τον οντάν, όπου
εκάθητο ο Καλίφης. Αυτός ο βασιλέας εκάθονταν επάνω εις το θρονί
του, και ωσάν είδε τον Αμπτούλ εσηκώθη με βίαν και επήγε και τον
εδέχθη· τον οποίον εκράτησε πολλήν ώραν είς τες αγκάλες του χωρίς
να ημπορέση να προφέρη λόγον, τόσον μεγάλη εστάθη η χαρά του· και
αφού έλαβε την αναπνοήν του, είπε του Αμπτούλ. Ω φίλε, άνοιξε τα
μάτια σου και ξαναγνώρισε τον αγαπημένον σου ξένον· εγώ είμαι
εκείνος, που εσύ με μεγάλην μεγαλοπρέπειαν και αγάπην με εδέχθης
εις το σπήτι σου και με εδώρησες τόσα υπέρπλουτα πράγματα, που
υπερβαίνουν τα πλούτη των βασιλέων.
Εις τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ, που δεν ήτο ολιγώτερον εκστατικός
από τον Καλίφην και γνωρίζοντάς τον, εφώναξεν· Ω μεγαλώτατε
Αυθέντη μου, και βασιλέα του κόσμου, εσύ είσαι εκείνος που
εκατεδέχθης να έλθης εις το σπήτι του σκλάβου σου, και ούτω
λέγοντας έπεσε εις το ποδάρι του βασιλέως, ο οποίος τον εσήκωσε
και τον έβαλε να καθήση επάνω εις ένα προσκέφαλον σιμά του. Πώς
είνε ποτέ δυνατόν, του είπεν ο βασιλεύς, εσύ να είσαι ζωντανός,
τον καιρόν που με μεγάλην μου θλίψιν είχα μάθει πώς είχες
αποθάνει; Τότε ο Αμπτούλ εδιηγήθη την ασπλαγχνίαν και την
βαρβαρότητα του Βεζύρη Αμπτολφατά, και πώς η θυγατέρα του τον
εσύντρεξε και τον εγλύτωσε, και του είπε τα λοιπά, που του
ακολούθησαν.
Ο Καλίφης αφού και τον αφηκράσθηκε με επιμέλειαν, του είπε· μου
κακοφαίνεται, που εγώ είμαι η αιτία ετούτης της συμφοράς σου,
επειδή και γυρίζοντας από την Μπάσρα, εστοχάσθηκα διά να ανταμείψω
τες χάρες που μου έκαμες, και έστειλα ευθύς προσταγήν εις τον
βασιλέα της Μπάρσας, ότι να αφήση τον θρόνον, και να σου τον δώση
εσένα διά να βασιλεύης· και αυτός αντί να ακολουθήση τον ορισμόν
μου απεφάσισε να σου σηκώση την ζωήν με τες τυραννίες, που ο
Βεζύρης σου έκαμεν, ελπίζοντας να του φανερώσης τον πλούτον σου. Ο
βεζύρης μου επήγε προς αυτούς με αρκετόν αριθμόν στρατιωτών διά να
πιάση τους εχθρούς σου, και να μου τους φέρη εδώ· ως τόσον του
λόγου σου θέλεις σταθή εις το παλάτι μου, και θέλεις μείνει
δουλευμένος από τους ανθρώπους μου ωσάν να ήμουν εγώ ο ίδιος.
Τελειώνοντας ετούτους τους λόγους ο Καλίφης τον επήρεν από το
χέρι, και τον έφερεν εις ένα του περιβόλι πολλά ωραίον, εις την
μέσην του οποίου ήταν δώδεκα στύλοι από μάρμαρον λευκόν, οι οποίοι
εβάσταζον εις την κορυφήν ένα λουτρόν πολλά θαυμαστόν, εις το
οποίον εμπήκαν και ελούσθηκαν. Και ωσάν εβγήκαν από το λουτρόν, οι
σκλάβοι ήλθαν με πανιά λευκά, και τους εσφούγγισαν· έπειτα ένδυσαν
τον Αμπτούλ με πλούσια φορέματα, και τον επήρεν από εκεί ο
Καλίφης, και τον έφερεν εις το χαρέμι του, εις την βασίλισσα
Ζωμπαΐδα.
Ετούτη η βασίλισσα εκάθονταν επάνω εις μίαν μαξιλάραν χρυσήν,
περικυκλωμένη από τες σκλάβες της, που εστέκονταν ορθές διηρημένες
εις δύο μέρη· άλλες μεν ελαλούσαν διάφορα μουσικά όργανα, και
άλλες ετραγωδούσαν και έκαναν μίαν αρμονίαν θαυμασίαν. Ευθύς που η
Ζωμπαΐδα είδε τον βασιλέα και τον Αμπτούλ, εσηκώθη εις
συναπάντησίν των. Βασίλισσα, της είπεν ο Καλίφης, ιδού που σου
προσφέρω τον φίλον μου Αμπτούλ από την Μπάρσα. Η βασίλισσα τον
εδεξιώθη με μεγάλην τιμήν, και εις τούτο το αναμεταξύ μια από τες
σκλάβες που ετραγουδούσαν, βλέποντας τον Αμπτούλ, έβγαλε μίαν
μεγάλην φωνήν, έπειτα έπεσεν εις λιποθυμίαν.
Ο βασιλεύς με την Ζωμπαΐδα, εγύρισαν να ιδούν τι ήτον, ομοίως και
ο Αμπτούλ κυττάζοντας δεν εγνώρισεν έτσι ευθύς εκείνην που
ελιποθύμησε, μα ωσάν την εκαλοκύτταξε, ευθύς τα μάτια του
εσκοτίσθησαν και η όψις του έγινεν ωσάν του αποθαμμένου, και
ελόγιασαν ότι ήθελεν αποθάνει. Αλλ' ο βασιλεύς ευθύς τον έπιασεν
εις τες αγκάλες του, και τον έκαμεν από ολίγον να συνέλθη εις τον
εαυτόν του. Λαμβάνοντας λοιπόν ο Αμπτούλ τας αισθήσεις του, είπε
προς τον Καλίφη· Βασιλέα μου, ηξεύρεις καλώτατα τα όσα μου
συνέβησαν εις την Αίγυπτον· τούτη η σκλάβα που βλέπετε είνε εκείνη
η αγαπημένη μου Δαρδανέ, που μαζί με εμένα μας έρριξαν εις τον
Νείλον. Είνε τούτο δυνατόν; εφώναξεν ο βασιλεύς· χαίρομαι λοιπόν
διά ένα τέτοιον θαυμάσιον συμβεβηκός. Εις αυτό το διάστημα η
Δαρδανέ εσυνήλθε και αυτή εις τον εαυτόν της, την οποίαν ο
βασιλεύς πιάνοντάς την από το χέρι, την εξέταξε με τι θαύμα
ευρίσκονταν ζωντανή, ύστερον που την έρριξαν εις τον Νείλον.
Βασιλέα μου, είπεν αυτή, καθώς με έρριξαν εις τον Νείλον έπεσα εις
τα δίκτυα ενός ψαρά, που εκείνην την ώραν τα ετραβούσεν έξω· αυτός
δε έμεινεν εκστατικός με το να κάμη ένα τέτοιο κυνήγι· και οπόταν
αυτός εκατάλαβε πως εγώ ανάπνεα ακόμη, με επήρε και με έφερεν εις
την βάρκαν του, εις την οποίαν με την σύντρεξίν του με ανάζησεν.
Έπειτα του εδιηγήθηκα την τρισαθλίαν ιστορίαν μου· ο οποίος έλαβε
μεγάλον πόνον, μα εφοβήθη υστερότερα μήπως και ο Σουλτάνος της
Αιγύπτου τον ήθελε ξεσκεπάσει πως αυτός μου εφύλαξε την ζωήν· και
έτσι υποπτεύοντας να μη χάση την ζωήν του, και διά να φυλάξη και
την εδικήν μου, αποφάσισε και με επούλησε σκλάβαν εις ένα
πραγματευτήν από σκλάβες, που τότε εμίσευε διά το Μπαγδάτι, ο
οποίος φέρνοντάς με εδώ με επούλησε της βασιλίσσης Ζομπαΐδας. Εις
το αναμεταξύ που η Δαρδανέ ωμιλούσεν, ο Καλίφη την εστοχάζουνταν
με ακρίβειαν, και ευρίσκοντάς την μιας εξαισίας ωραιότητος, είπε
προς τον Αμπτούλ, αφού αυτή ετελείωσε την ιστορίαν της· εγώ πλέον
δεν θαυμάζω πώς εσύ εφύλαξες πάντα την ενθύμησιν μιας τέτοιας
ωραίας γυναικός· ευχαριστώ το λοιπόν τον ουρανόν, που την
εξαπέστειλεν εδώ, και με αξίωσε και εμένα να σε ιδώ εις τέτοιαν
μεγάλην ευχαρίστησιν, διά την αντάμωσιν της πολυαγαπημένης σου
Δαρδανές· δεν είνε πλέον σκλάβα, αυτή είνε ελεύθερη, και είνε εις
την εξουσίαν σου· και έχω όλην την ευχαρίστησιν εις το να σας ιδώ
να γευθήτε την γλυκύτητα μιας μακρυνής και τελείας ενώσεως,
ύστερον από τες δυστυχίες, που σας είχαν χωρίσει. Ακόμη περιπλέον
λέγει ο Καλίφης θέλω να κάμετε τους γάμους σας εις το παλάτι μου,
και διά τρεις ημέρες να γίνουν μεγάλες χαρές εις όλον το Μπαγδάτι.
Ω αυθέντη, λέγει ο Αμπτούλ πλησιάζοντας εις τα ποδάριά του, αν η
βασιλεία σου είσαι υψηλότερος από τους άλλους ανθρώπους διά την
αξίαν, και ακόμη περισσότερον διά την γενναιότητά σου, όμως δος
μου την άδειαν, να σου φανερώσω τον θησαυρόν μου, τον οποίον σου
το δίδω εις την εξουσίαν σου. Τότες απεκρίθη ο Καλίφης· όχι, χαίρε
τον με κάθε σου ευχαρίστησιν, διότι είσαι άξιος να τον εξουσιάζης,
και σας εύχομαι μακρυνήν ζωήν, διά να ημπορέσετε να τον χαρήτε.
Ύστερα από αυτά εδόθησαν προσταγές διά να γένουν οι γάμοι, οι
οποίοι έγιναν με μεγάλην παρρησίαν και τιμήν. Και πριν τελειώσουν
έφθασεν ο Γιαφάρ ο Βεζύρης με το στράτευμα, και έφερε δεμένον τον
Βεζύρην Αμπτολφατά μόνον, επειδή ο βασιλεύς της Μπάσρας είχεν
αποθάνει από την θλίψιν του, που δεν ημπόρεσε να εύρη τον Αμπτούλ.
Ευθύς που ο Γιαφάρ έδωσε τον λογαριασμόν του Καλίφη διά τα όσα
αυτός είχε πράξει, επρόσταξε να κρεμάσουν τον σκληρόν Βεζύρην, και
ύστερον να τον τεταρτιάσουν, και να τον ρίξουν να τον φάγουν τα
σκυλιά. Και τον καιρόν που εδόθη η απόφασις ο Αμπτούλ έπεσεν εις
τα ποδάρια του Καλίφη, παρακαλώντάς τον να του αφήση την ζωήν
λέγοντάς του, πώς ο παιδεμός του θέλει είνε αρκετός εις το να τον
βλέπη εις τιμήν, και αυτός να ευρίσκεται εις καταισχύνην. Ω πολλά
γενναίε Αμπτούλ, εφώναξεν ο Καλίφης πόσον ευτυχισμένος που θέλει
είνε ο λαός της Μπάσρας, εις το να σε έχη διά βασιλέα του;
Αυθέντη, του απεκρίθη ο Αμπτούλ, κάνει χρεία να σας παρακαλέσω διά
μίαν άλλην χάριν, να δώσης του Αλή τον θρόνον, που εις εμένα
διορίζεις, διά να βασιλεύη με την γυναίκα του την βεζυροπούλαν,
που έλαβε τόσην ευσπλαχνίαν να μου γλυτώσουν την ζωήν. Ετούτοι οι
δύο αγαπημένοι είνε άξιοι δι' αυτήν την τιμήν, και εμένα με φθάνει
η αγάπη που μου δείχνεις και το σκέπος σου, το οποίον μου είνε
περισσότερον από θρόνον, από σκήπτρον, και κορώναν.
Ο Καλίφης υπήκουοεν εις τα όσα ο Αμπτούλ τον επαρακάλεσεν, έξω από
τον σκληρόν βεζύρη, τον οποίον γνωρίζοντάς τον πολλά κακότροπον
και υπεύθυνον, επρόσταξε να του αφήσουν την ζωήν, μα να τον
βάλλουν εις έναν σκοτεινόν πύργον κλεισμένον διά όλην του την
ζωήν. Ο δε Αμπτούλ μένοντας ακόμη μερικές ημέρες εμίσευσε διά την
Μπάσραν μαζί με την γλυκυτάτην του Δαρδανέ, συντροφευμένοι από
αρκετούς στρατιώτας του Καλίφη, έως που εφθασαν εις το σπήτι του,
και εκεί επανάλαβε τον πλούτον του, και τον εχάρη έως το τέλος της
ζωής του.
Με τούτον τον τρόπον η Σουλταμεμέ ετελείωσε την ιστορίαν του
Αμπτούλ Μπαρσή, πλην όλες οι γυναίκες της βασιλοπούλας την
επαίνεσαν κατά πολλά· άλλες επαινούσαν την γενναιότητα του
Αμπτούλ, άλλες του Καλίφη, και, άλλες την σταθερότητα του Αμπτούλ,
που εστάθη ένας πιστός αγαπητικός. Η δε βασιλοπούλα είπεν· ετούτη
η ιστορία μου άρεσε κατά πολλά· μα ακόμη δεν είμαι καταπεισμένη
πως οι άνδρες είνε τόσον πιστοί προς τες αγαπητικές των και τες
γυναίκες των. Ο Αμπτούλ ολίγον έλειψεν, που να κλίνη εις την
θέλησιν της θυγατρός του βεζύρη, αλησμονώντας καθολικά τον πόνον
της Δαρδανές, και εγώ τούτον δεν τον στοχάζομαι τόσον πιστόν, ως
μου τον επαινάτε.
Συμπάθησόν με, κυρά μου, είπεν η Σουλταμεμέ, αν ούτε και αυτό το
ιστορικόν παράδειγμα δεν σε επαρακίνησε να πιστεύσης ότι είνε
έτσι, την ερχομένην ημέραν θέλω σου διηγηθή, αν είνε με το θέλημά
σου, μίαν άλλην ιστορίαν, πολλά περίεργον από την οποίαν ελπίζω να
καταπεισθής. Όθεν η βασιλοπούλα, διά να ευχαριστήση αυτήν και τες
άλλες γυναίκες, που ευρίσκονταν μαζί της, υπεσχέθη να την ακούση.
Και λέγοντας ταύτα τα λόγια εσηκώθηκαν και επήγαν να γευθούν,
διατί η ώρα ήτον πολλά αργά. Την δε ερχομένην ημέραν αφού
ελούσθηκεν η βασιλοπούλα, και οι άλλες γυναίκες που ήτον μαζί της,
εβγήκαν κατά την συνήθειάν τους, και επήγαν να καθήσουν εις ένα
σοφάν διά να αναπαυθούν και αφού ανεπαύθησαν καμπόσον, άρχισεν η
Σουλταμεμέ να διηγήται την ιστορίαν, που υποσχέθη την απερασμένην
ημέραν, ως κάτωθεν φαίνεται.
&Ιστορία του Βασιλέως Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης Κεριστάνης.&