χώρας· μίαν ημέραν που επήγαινα εις τα λουτρά είδον αυτόν τον
Ναμαράν εις το εργαστήρι του, και ευθύς έλαβα μεγάλον έρωτα δι'
αυτόν, και από εκείνην την ώραν έχασα κάθε μου ησυχίαν και
ανάπαυσιν, επειδή η φαντασία μου δεν έλειψε πάντα από αυτόν και
τόσον άναψεν η καρδιά μου από τον έρωτα που δεν επέρασε πολύς
καιρός και έπεσα άρρωστη εις το κρεββάτι. Ο πατέρας μου έστειλε
και έφερε τους πλέον εμπείρους ιατρούς διά να με ιατρεύσουν, μα
κανείς δεν εδυνήθη να γνωρίση το πάθος μου. Η βάγια μου που ήτον
μία πολύ επιτήδεια γυναίκα, εγνώρισε το πάθος μου πως ήτον από
αγάπην, και με εύμορφον τρόπον με έκαμε και της είπα την πάσαν
αλήθειαν. Αυτή μου έταξεν ότι θα κάμη κάθε τρόπον διά να πληρώση
την επιθυμίαν μου, καθώς και το έκαμε, που μίαν ημέραν μου τον
έφερεν ενδεδυμένον γυναικίστικα χωρίς να τον γνωρίση κανείς. Εγώ
ωσάν τον είδα ευθύς ελευθερώθηκα από την ασθένειάν μου, και έξω
από την ευχαρίστησιν που έλαβα να τον ιδώ και αυτόν να μείνη
γεμάτος από ευχαρίστησιν διά ένα τέτοιο ευτυχισμένον του
συναπάντημα· και αφού τον εκράτησα μερικές ημέρες κλεισμένον εις
ένα μου οντάν, η βάγια μου πάλιν τον έβγαλεν από το σαράγι μου με
την ίδιαν ευκολίαν που τον είχεν εμπάσει, και ούτως οπόταν ήθελα
έκανα και μου τον έφερνεν η βάγια μου με αυτόν τον τρόπον, και
εχαιρόμασθε μαζί διά πολύν καιρόν.
Μίαν ημέραν μου ήλθεν επιθυμία, να πηγαίνω και εγώ να εύρω τον
Ναμαράν εις το σπήτι του, ελπίζοντας πώς θα ήθελε το λάβει εις
μεγάλην χαράν και βγαίνοντας μπουλωμένη από το σαράγι μου χωρίς να
με καταλάβη κανένας έφθασα εις το σπήτι του Ναμαράν και κτυπώντας
την πόρταν διά να μου ανοίξουν, βλέπω και έρχεται ένας σκλάβος και
με ερωτά τίνα γυρεύω· εγώ του είπα πως έχω να ομιλήσω του αφεντός
σου ένα λόγον. Ο σκλάβος μου απεκρίθη πως ο αφέντης μου διά την
ώραν δεν ημπορεί να σου δώση ακρόασιν, με το να είναι αντάμα με
μίαν νέαν κόρην που ξεφαντώνουν. Εγώ να ακούσω πως ξεφαντώνει με
άλλην γυναίκα αγροίκησα του λόγου μου γεμάτην από μίαν ζηλοτυπίαν,
που με έβγαλε έξω από τον εαυτό μου, και έγινα κατά πολλά
μανιώδης· εμπαίνω με βίαν εις το σπήτι του, και φθάνοντας εις τον
χοντζερέ του βλέπω τον Ναμαράν καθήμενον εις μίαν τράπεζαν μαζή με
μίαν ευμορφοτάτην κόρην, με την οποίαν έπιναν και ετραγουδούσαν
τραγούδια της αγάπης και ηδονικά. Δεν ημπόρεσα εις τούτην την
θεωρίαν να κρατήσω τον θυμόν μου· τρέχω με ορμήν επάνω εις εκείνην
την κόρην και της έδωσα πολλές μαχαιριές, και αν δεν ήτον ογλήγωρη
διά να φύγη, την εθανάτωνα. Δεν επλήρωσα τον θυμόν μου μοναχά με
αυτήν, αλλά έτρεξα προς τον άπιστον και επίβουλον Ναμαράν διά να
ξεδικηθώ και με αυτόν.
Βλέποντάς με αυτός έτσι θυμωμένην, έρχεται και πίπτει εις τους
πόδας μου ζητώντάς μου συμπάθειαν διά το σφάλμα του ομνύοντάς μου
πως εις το εξής να μη μου κάμη κανένα παραμικρόν άδικον και
επιβουλήν και με αυτά και άλλα γλυκά λόγια με εκατάπεισε διά να
τον συμπαθήσω, και να ξαναγαπηθούμεν και διά σημείον της ειρήνης
μας με υποχρέωσε να πίω με αυτόν· και τόσον έκαμε που με εμέθυσε.
Και αφού με είδεν εις αυτήν την κατάστασιν ο προδότης και
επίβουλος, μου έδωσε πολλές μαχαιριές με ένα πουνιάλι, που
επιταυτού είχε, και μένοντας από αυτές χωρίς καμμίαν αίσθησιν, και
νομίζοντάς με αποθαμμένη με έβαλεν εις ένα σάκκον, και μοναχός του
διά νυκτός με έφερε εις εκείνον τον τόπον που με ηύρες. Και εις το
αναμεταξύ που αυτός μου ετοίμαζε τον λάκκον, εγώ ήλθα ολίγον εις
τες αίσθησές μου και άρχισα να οδύρωμαι και να του ζητώ να μου
αφήση την ζωήν μα αυτός ο βάρβαρος, αντίς να λάβη σπλάγχνος εις τα
παράπονά μου, ηθέλησε διά περισσοτέραν παιδείαν μου να με θάψη και
ζωντανήν· και η τύχη μου εξαπέστειλεν εσένα διά να με ελευθερώσης.
Διά εκείνο δε που απαρθενεύει διά τον Μαϊάρ, ακολούθησεν η κυρά
τον άλλον πραγματευτήν, εις τον οποίον επήγες την γραφήν από όνομά
μου, αυτός είναι πραγματευτής του σαραγιού. Εγώ του έδωσα να
καταλάβη πώς είχα χρείαν από δηνάρια, και του εφανέρωσα τα
συμβεβηκότα μου, παρακαλώντάς τον να τα κρατήση μυστικά έως που να
κάμω την εκδίκησιν. Ετούτη, ω φίλε μου, είνε η ιστορία μου· δεν
ηθέλησα να σου την διηγηθώ εμπροσθήτερα, φοβουμένη να μη λάβης
αντίρρησιν εις το να μου φέρης εδώ τον εχθρόν μου· δεν το πιστεύω
που να μη μου δώσης δίκαιον διά την δικαίαν μου εκδίκησιν και με
όλον που εσύ φαίνεται να είσαι έχθρός των σκληροκαρδίων, πρέπει να
με επαινέσης εις την ανδρείαν, που έλαβα διά να θυσιάσω εκείνον
τον σκληροκάρδιον και επίβουλον· αύριον το ταχύ, ακολούθησεν αυτή,
θέλωμεν υπάγει αντάμα εις το σαράγι· ο πατέρας μου ο βασιλεύς
πολλά τρυφερά με αγαπά· θέλω του εξομολογηθή το σφάλμα μου, και
ελπίζω πως θέλει μου το συγχωρήσει, και εσένα σου τάζω πως θέλει
σου κάμει μεγάλα δώρα, και σου δώση και πολλές αξίες διά την
περιποίησιν που μου έκαμες.
Μη γένοιτο αυτό, βασίλισσά μου, της απεκρίθηκα, εγώ δεν ζητώ ούτε
δώρα, ούτε άλλο κανένα πράγμα διά τα όσα έκαμα διά λόγου σου και
διά να σου φυλάξω την ζωήν, και εις κανένα δεν μετανοώ· μα σου
ομολογώ, πώς είμαι πολλά περίλυπος που με μεταχειρίσθης διά
όργανον της επιβολής σου, και διά μέσου μου ετελείωσες την
εκδίκησίν σου. Έπρεπε καλύτερον να με είχες προστάξει διά να
ξεδικήσω με άλλον τρόπον, παρά με τέτοιαν προδοσίαν· επειδή και
εγώ δεν ήθελα λείψει να θυσιάσω την ζωήν μου διά λόγου σου διά να
σε ευχαριστήσω· διότι τέλος πάντων εγώ, με όλον που στοχάζομαι ότι
του Ναμαράν με κάθε δίκαιον του έπρεπεν ο θάνατος, δεν έλειψε που
να μου μείνη εις την καρδίαν μία θλίψις μεγαλωτάτη διά την
προδοσίαν, που ανευθύνως έκαμα και τον έφερα εις τον θάνατον. Και
έτσι λέγοντας ευθύς απαραίτησα την κυράν και μεμφόμενος τα
ταξίματά της εβγήκα από εκείνην την χώραν πριν ξημερώση· και
περιπατώντας μερικές ώρες έφθασα ένα καραβάνι από πραγματευτάδες,
που επήγαιναν διά το Μπαγδάτι, και ανταμωμένος με αυτό ακολούθησα
τον δρόμον μου ως εκεί.
&Εξακολούθησις της ιστορίας του Αμπτούλ Μπαρσή.&
Φθάνοντας δε εις το Μπαγδάτι ευρέθηκα εις πολλά δυστυχισμένην
κατάστασιν· επειδή δεν μου έμειναν άλλα δηνάρια από την
απερασμένην μου ευτυχίαν, παρά ένα φλωρί μόνον. Εστοχάσθηκα να το
πραγματεύσω διά να ημπορέσω να βγάλω τα έξοδά μου· αγόρασα μερικά
μπάλσαμα, ζαχαρικά, και άλλα λιανώματα, και επήγαινα καθημερινώς
εις ένα μεγάλον καφενέ, εις τον οποίον εσυνήθιζαν να πηγαίνουν
πολλοί αυθεντάδες και άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν έλειψαν να
αγοράζουν από τας πραγματείας μου, και να μου τας πληρώνουν καλά,
και με τούτον τον τρόπον επόρευα και έβγαζα τα έξοδά μου.
Μίαν ημέραν που είχα μερικά λουλούδια και άνθη μυριστικά διά
πούλημα, επήγα κατά την συνήθειάν μου εις τον καφενέ διά να τα
πουλήσω. Εκεί ήτον ένας γέροντας εις μίαν αγκωνήν καθήμενος, τον
οποίον ποτέ δεν τον εστοχάσθηκα διά να του προσφέρω να αγοράση από
την πραγματείαν μου, ο οποίος βλέποντάς με έκραξε· Φίλε μου, από
τι προέρχεται και δεν μου φέρεις και εμένα να αγοράσω από την
πραγματείαν σου; ή με στοχάζεσαι πως δεν έχω να ξοδέψω όπως και οι
άλλοι; Αυθέντη, του απεκρίθηκα, συμπάθησέ με διατί δεν σε
εστοχάσθηκα· όμως όλον τούτο που έχω είνε εις τα προστάγματά σου.
Τότε αυτός άπλωσε και επήρε δύο τριαντάφυλλα, έπειτα μου είπε να
καθήσω σιμά του, και υπακούοντάς τον άρχισε να μου κάνη πολλές
αναζήτησες, και να με ερωτά πώς ονομάζομαι, και πόθεν είμαι.
Απαραίτησέ με, σε παρακαλώ, του είπα εγώ αναστενάζοντας, και μη με
βιάζης να πληρώσω την περιέργειάν σου, διότι δεν ημπορώ να σου
δώσω την ευχαρίστησιν χωρίς να ξανοίξω τες πληγές μου, που διά την
ώραν είνε κλεισμένες.
Ο γέρων βλέποντάς τον αναστεναγμόν που έκαμα, και τα λόγια που του
είπα, δεν ηθέλησε να με ξαναρωτήση άλλο· αλλά εβγάζοντας από την
σακκούλαν του έξ φλωρία μου τα έβαλεν εις χέρι και ανεχώρησεν.
Έμεινα εκστατικός διά την γενναιότητά του και δεν ημπορούσα τι να
στοχασθώ δι' αυτόν τον γέροντα. Εξαναγύρισα το λοιπόν την
ερχομένην ημέραν εις τον ίδιον καφενέ, και ηύρα εκεί πάλιν τον
γέροντα· επήγα εις αυτόν πρώτον από τους άλλους και επρόσφερα την
πραγματείαν μου. Αυτός αφού επήρε καμπόσον μπάλσαμον με έκαμε
πάλιν να ξανακαθήσω κοντά του και με εβίασε τόσον διά να του
διηγηθώ την ιστορίαν μου, που δεν ημπόρεσα πλέον να του το αρνηθώ.
Εγώ του ωμολόγησα όλα τα συμβεβηκότα μου με κάθε καθαρότητα και,
αφού του τα εδιηγήθηκα, μου είπεν· Εγώ γνωρίζω κατά πολλά τον
πατέρα σου, με τον οποίον έκαμα πολλάς πραγματείας· επειδή και
είμαι και εγώ πραγματευτής από την Μπάσρα, διά το οποίον έχω
πολλήν ευχαρίστησιν που σε εγνώρισα· εγώ με το να μην έχω παιδιά ή
κληρονόμους συνέλαβα διά εσένα τόσην αγάπην, που απεφάσισα να σε
κηρύξω υιόν μου και κληρονόμον μου. Παρηγορήσου λοιπόν, παιδί μου,
διά τας περασμένας σου δυστυχίας, επειδή και θέλεις εύρει ένα
πατέρα εις εμένα πλέον πλούσιον από τον εδικόν σου, και που δεν
θέλει έχει ολιγωτέραν αγάπην από εκείνον διά εσένα. Εγώ
ευχαρίστησα κατά πολλά εκείνον τον ένδοξον γέροντα διά την τιμήν
και ευεργεσίαν που μου έταξε· και παίρνοντάς με από το χέρι με
έφερεν εις ένα μεγάλον παλάτι· και ευθύς έκαμε και με ένδυσαν με
πλούσια φορέματα, και μου έδωσε ότι μου έκαμε χρεία. Εγώ επίστευα
τότε πώς ωνειρευόμουν διά την τόσην μεταλλαγήν της ευτυχίας μου,
και από εκείνην την ώραν αλησμόνησα τας περασμένας μου δυστυχίας.
Οπόταν ο γέρων πραγματευτής ετελείωσεν από τας υπηρεσίας, που
είχεν εις το Μπαγδάτι, εμισεύσαμεν ομού διά την Μπάσρα. Οι φίλοι
μου, που δεν έλειψαν να με μεταϊδούν, έμειναν εκστατικοί εις το να
ακούσουν πώς με επήρε διά υιόν του ο γέρων, ο οποίος ήτον
φημισμένος διά τον πλουσιώτερον πραγματευτήν της Μπάσρας. Ως τόσον
εγώ εσπούδαξα με κάθε τρόπον εις το να ευχαριστήσω τον γέροντα, ο
οποίος έδειχνε πώς ήτον πολλά ευχαριστημένος από λόγου μου,
λέγοντάς μου πολλές φορές· Αμπτούλ, εσύ μου φαίνεσαι πολλά άξιος
διά τα όσα έκαμα διά λόγου σου.
Απερνώντας πολύ καιρός που εζούσαμεν αμφότερα τα μέρη με μεγάλην
αρμονίαν, έπεσεν ο γέρων εις μεγάλην αρρώστιαν και βλέποντας που
δεν ήτον πλέον διά ζωήν, με έκραξε σιμά εις το κρεββάτι του και
μου είπεν. Είνε καιρός, ω υιέ μου, να σου φανερώσω ένα απόκρυφον
πολλά συμφέρον· αν εγώ ήθελα σου αφήσει όλον το έχειν μου που
φαίνεται, στοχάζομαι πώς ήθελα σου αφήσει μίαν τύχην μεσαίαν, και
με όλον που είνε περισσότερον από κάθε άλλου πραγματευτού, είνε
ουδέν εμπρός εις τον θησαυρόν που ευρίσκεται κρυμμένος. Εγώ δεν
σου λέγω από ποίον καιρόν, και από ποίον εστάθη κρυμμένος, επειδή
και εγώ ούτε το ηξεύρω· όλον εκείνο που ηξεύρω είνε τούτο, ήγουν ο
πάππος μου οπόταν ήθελε ν' αποθάνη το εφανέρωσε του πατρός μου
χωρίς να του ειπή άλλο, και ο πατήρ μου το εφανέρωσεν εμένα· και
ιδού που σου το φανερώνω και του λόγου σου, μα σου παραγγέλω ωσάν
τον λάβης εις τα χέρια σου, να πασχίσης να ξοδεύης με εύμορφον
τρόπον διά να μην πέσης εις τον φθόνον του βασιλέως και των
φιλαργύρων κυβερνητών, και το μάθουν και σου το αρπάξουν. Ας είσαι
καταδεκτικός με όλους και φιλόξενος, κύτταξε να ξοδεύης εις καλά
έργα και όχι εις ηδονές και ξεφάντωσες και εις άλλα άτιμα
πράγματα.
Και αφού εγώ έταξα του πραγματευτού να φυλάξω με ακρίβειαν τα όσα
μου επαράγγειλε, μου εφανέρωσε τον τόπον που ευρίσκονταν, λέγοντάς
μου· ιδού που σου τον παραδίδω εις χείρα σου, και ενθυμήσου να
φυλάξης τα όσα σου παρήγγειλα. Και ταύτα λέγοντάς μετά ολίγας
ημέρας απέθανεν.
Έμεινα τέλος πάντων κληρονόμος του γέροντος εις τα πάντα και αφού
έκαμα να τον θάψουν με την πρεπουμένην τιμήν, επήγα διά να ιδώ τον
θησαυρόν. Σου ομολογώ, κύριέ μου, ότι έμεινα εκστατικός να ιδώ ένα
θησαυρόν τόσον πλούσιον, που είνε αδύνατον να σου τον διηγηθώ και
αν εγώ ήθελα ζήσει χίλιους χρόνους, και αν εξόδευα καθώς ξοδεύω
κατά το παρόν, ακόμη δεν ήθελε τελειώσει. Αφού και είδα ένα
τέτοιον υπέρπλουτον θησαυρόν αλησμόνησα πλέον τα όσα ο γέρων μου
παρήγγειλε να φυλάξω, και ευθύς άνοιξα τα χέρια εις το να μοιράζω
πλουσιοπαρόχως εις κάθε έναν από τα πλούτη μου.
Δεν είνε κανείς εδώ, που να μην έλαβεν ευεργεσία από εμένα, το
σπήτι μου στέκει πάντα ανοικτόν διά κάθε έναν που να έχη χρείαν,
και όλοι μισεύουν ευχαριστημένοι, και με τούτον τον τρόπον τον
μεταχειρίζομαι εις ελάφρωσιν των δυστυχισμένων, εις το να φιλοξενώ
τους ευγενείς ξένους, και εις το να ζω μίαν ζωήν ευφρόσυνον και
τιμημένην.
Δεν απέρασε πολύς καιρός που να μην έμβω εις τον φθόνον του
προεστού της χώρας, καθώς μου προείπεν ο γέροντας. Έρχεται μίαν
ημέραν ο παταλμαντζής ο βασιλικός και μου ζητεί να του φανερώσω
τον Θησαυρόν μου, διά να τον κάμη βασιλικόν κατά τους νόμους. Εγώ
έμεινα νεκρός να ακούσω το ζήτημά του. Αυτός βλέποντάς τον φόβον
μου μού είπεν· Αμπτούλ αφέντη· εγώ κάνω το χρέος μου διά να σε
εξετάξω· όμως του λόγου σου ωσάν φρόνιμος που είσαι, κάμε μου ένα
δώρον, που να είναι άξιον διά εμένα, και θέλω σε απαραιτήσει. Εγώ
βλέποντάς την καλήν του διάθεσιν του έταξα να του δίδω την κάθε
ημέραν από εκατόν φλωριά, και κάθε μήνα να του τα μετρώ. Έμεινε
πολλά ευχαριστημένος ο παταλμαντζής με την γενναιότητά μου και
ανεχώρησεν. Ολίγον καιρόν υστερότερα το έμαθε και ο Βεζύρης
Αμπουλφάτ, και έστειλε και με έκραξεν εις τον οντά του, ο οποίος
μου είπε. Καλέ άνθρωπε, έμαθα πώς ηύρες ένα θησαυρόν, διά τον
οποίον καλά ηξεύρομεν πώς ο μισός απαρθενεύει του βασιλέως, το
λοιπόν πρέπει να τον δώσης, ειδέ μη θέλεις παιδευθή. Εγώ του
απεκρίθηκα. Αφέντη, εγώ σου ομολογώ την αλήθειαν πώς τον ηύρα· μα
ήξευρε πως να με κάμουν χίλια κομμάτια δεν θέλω τον φανερώσει· μα
σου τάσσω πως να σου δίνω κάθε ημέραν από χίλια φλωριά και να με
αφήσης ήσυχον εις το εξής. Ο Σμπουλφάτ ευχαριστήθη διά το τάξιμόν
μου· και έστειλε με εμένα ένα του πιστόν δούλον, και του εμέτρησα
τριάκοντα χιλιάδες φλωριά διά τον πρώτον μήνα.
Ετούτος ο βεζύρης φοβούμενος μήπως και ο βασιλεύς της Μπάσρας
ήθελε μάθει τα όσα ακολούθησαν, εστοχάσθη να του το ομολογήση. Ο
βασιλέας αφού και άκουσε τον βεζύρην με μεγάλην προσοχήν, και
θέλοντας να βεβαιωθή καλλίτερον έστειλε και με έκραξε έμπροσθά
του· και ωσάν επήγα με εδέχθη με χαροποιόν πρόσωπον και άρχισε να
με εξετάζη διά τον θησαυρόν μου, παρακινώντας με διά να του τον
φανερώσω. Βασιλέα μου, του απεκρίθηκα, η ζωή μου είνε εις το χέρι
σου· μα τον θησαυρόν ποτέ δεν ήθελα σου τον δείξει, με όλον που να
ήξευρα, πως θα μου κάμης τα πλέον οδυνηρότερα παιδευτήρια· όμως
διά να σε ευχαριστήσω σου τάσσω να σου δίδω την κάθε ημέραν από
δύο χιλιάδες φλωριά, και να μη με πειράξης, ειδεμή και δεν
ευχαριστηθής εις τούτο το τάξιμον, είσαι νοικοκύρης να κάμης ό,τι
ορίσεις εις εμένα.
Ο βασιλεύς εις τούτα τα λόγια εγύρισε προς τον βεζύρην του, και
του εζήτησε συμβουλήν. Βασιλέα μου, του είπεν ο βεζύρης, η ποσότης
που σου τάσσει να σου δώση καθημερινώς είνε περισσότερη από ό,τι
ήθελες εύρει ένα πλουσιώτατον θησαυρόν· άφησέ τον λοιπόν διά να ζη
καθώς θέλει, και ευχαριστήσου εις τα όσα σου έταξεν. Ο βασιλέας
έμεινε πληροφορημένος από την συμβουλήν του βεζύρη, και αφού μου
έδειξε πολλές δεξίωσες, με απόλυσε. Και από εκείνον τον καιρόν
πάντα του επλήρωνα τα διά του έταξα ομοίως και του βεζύρη και του
παταλμαντζή, και κάθε χρόνον η ποσότης που δίνω αυτωνών είνε
περισσότερη από ένα μιλλιούνι και εκατόν χιλιάδες φλωριά. Ετούτο
είνε, αφέντη μου, εκείνο που επιθυμάτε να ηξεύρετε διά ιστορίαν
και εις το εξής μη θαυμάσης τόσον διά τα δώρα που σου έκαμα, ούτε
διά εκείνα όλα που είδες εις το σπήτι μου.
Τελειώνοντας δε ο Αμπτούλ την διήγησιν των συμβεβηκότων του, ο
Καλίφης, γεμάτος από μίαν μεγάλην επιθυμίαν διά να ιδή τον
θησαυρόν, του είπεν· είνε δυνατόν να είνε ποτέ εις τον κόσμον ένας
θησαυρός, που η μεγάλη σου γενναιότης να μην ήθελε τον φθείρει;
όχι, όχι δεν ημπορώ να το πιστεύσω και αν δεν ήθελε σου κακοφανή,
ήθελα να σε παρακαλέσω διά να με εβγάλης τελείως από την
περιέργειαν να μου τον δείξης, και σου κάνω όρκον φοβερόν ότι να
μην ειπώ κανενός το μυστήριον. Ο Αμπτούλ εφάνη περίλυπος διά την
ζήτησιν του Καλίφη. Μου κακοφαίνεται, Αφέντη μου, του είπεν, που
έχεις τέτοιαν περιέργειαν, την οποίαν δεν ημπορώ να σου την
πληρώσω χωρίς να μη σου ήθελε κακοφανή. Δεν βλάπτει, έκραξεν ο
Καλίφης, είμαι ευχαριστημένος διά να υποφέρω ότι με ήθελες
προστάξει χωρίς εναντίωσιν, και σου τάσσω πως δεν θέλεις το
μετανοήσει, που μου τον έδειξες. Κάνει χρεία εξαναείπεν ο Αμπτούλ
να σου δέσω τα μάτια, και να σε φέρω εκεί που είνε ο θησαυρός με
το κεφάλι ξέσκεπον, και εγώ με ένα σπαθί εις το χέρι έτοιμος διά
να σου κόψω το κεφάλι, ανίσως και ήθελες βιάσει τους νόμους της
φιλοξενίας, και ξεσκεπάσης τους οφθαλμούς σου· και τούτο όλον το
κάνω, επειδή και δεν ημπορώ να αποφασίσω να αποστείλω ένα μου
ξένον συγχισμένον πως δεν τον υπήκουσα.
Ο Καλίφης τότε του είπε, πως ας μην έχη κανένα φόβον εις το να
παρέβη τα όσα του παρήγγειλε. Και έτσι ο Αμπτούλ εκαρτέρεσε μαζί
με τον Καλίφην εκείνην την νύκτα, έως που επήγαν όλοι οι δούλοι
του να κοιμηθούν, και ύστερα παίρνει τον Καλίφην και του δένει τα
μάτια, και τον κάνει να καταβή από μίαν σκάλαν κρυπτήν εις ένα
περιβόλι πολλά μεγάλον και ύστερα αφού και απέρασαν από διάφορες
στράτες στενές ήλθαν εις τον τόπον όπου ήτον ο θησαυρός. Ετούτος ο
τόπος ήτον ένα βαθύτατον και πλατύ υπόγειον, η πόρτα του οποίου
ήτον από τζελίκι μίαν πήχυν χοντρή· την οποίαν ανοίγοντας ήλθον
ευθύς εις ένα χοντζερέ πολλά σκοτεινόν και απερνώντάς τον, ήλθον
εις μίαν σάλαν μεγάλην, την οποίαν τα πολλά καρβούνια την έκαναν
πολλά φωτεινήν, τότε ο Αμπτούλ έλυσε τα μάτια του βασιλέως, ο
οποίος με μεγάλην έκπληξιν εκύτταξεν εκείνα που επροσφέροντο εις
τους οφθαλμούς του, μία λεκάνη από μάρμαρον άσπρον, που είχε τον
γύρον της σαράντα πήχες και το βάθος εικοσιπέντε, εφαίνονταν εις
την μέσην της σάλας, η οποία ήτον γεμάτη από μεγάλα κομμάτια
χρυσάφι, αυτή η λεκάνη ήτον επάνω δώδεκα στύλων από το ίδιον
χρυσάφι, και αναμεταξύ των στύλων ήσαν άλλα τόσα αγάλματα από
πέτρες πολύτιμες.
Ο Αμπτούλ ανέβασε τον Καλίφη από μίαν σκάλαν εις το χείλος της
λεκάνης και είπε του Καλίφη· βλέπεις ετούτην την λεκάνην, που
είναι γεμάτη από χρυσάφι; δύο δάκτυλα ακόμη δεν είνε φυραμένη έως
τώρα αφού την εξουσιάζω· πιστεύεις το λοιπόν, ότι εγώ ημπορώ να
την σώσω έτσι εύκολα; Ο Καλίφης αφού και εστοχάσθηκε καλώς την
λεκάνην, είπεν· ετούτο το ομολογώ πως είνε ένας πλούτος
υπέρμετρος· μα καθώς τον μεταχειρίζεσαι ημπορεί να σωθή. Ας είναι,
απεκρίθη ο Αμπτούλ, οπόταν σωθή αυτός, θέλω προστρέξει εις εκείνον
που τώρα θέλω σου δείξει· και έτσι τον έκαμε να περάση εις μίαν
άλλην σάλαν πλέον φωτεινωτέραν, εις την οποίαν ήτον πολλότατες
μαξιλάρες από χρυσά μεταξωτά, κεντημένες με πλήθος μαργαριτάρια,
και διαμάντια· εφαίνονταν ομοίως εις την μέσην άλλη μία λεκάνη,
όχι τόσον μεγάλη ωσάν την άλλην, μα μικρότερη, αλλά εις την τιμήν
πολλά πλουσιώτερη, η οποία ήτον γεμάτη από ρουμπίνια, διαμάντια,
σμαράγδια, και κάθε λογής πέτρες πολύτιμες.
Θαυμασμός μεγαλύτερος ποτέ δεν εστάθη παρόμοιος ωσάν εκείνον, που
ο Καλίφης έδειξε τότε· μετά βίας ημπορούσε να πιστεύση αυτός ότι
ήτον έξυπνος· εκείνη η νέα λεκάνη εφαίνονταν ένα τέρας και δεν
ημπορούσεν από αυτήν να σηκώση τους οφθαλμούς του. Τότε ο Αμπτούλ
τον έκαμε να ιδή επάνω εις δύο θρόνους αργυρούς δύο σώματα νεκρά,
και του είπε, πως αυτοί είναι οι πρώτοι εξουσιασταί του θησαυρού.
Ήταν αυτά ένας βασιλέας και μία βασίλισσα, οποίοι εφορούσαν εις
τας κεφάλας κορώνες από διαμάντια· και εφαίνονταν πως ήτον ωσάν
αποκοιμισμένοι, εις των οποίων τους πόδας εκρέμονταν μια ταύλα από
έβενον με γράμματα χρυσά, που έλεγαν ούτως·
«Εσυνάθροισα εις όλην μου την ζωήν ετούτα όλα τα πλούτη, που είνε
εδώ· επήρα χώρες και κάστρα τα οποία τα ελιμούργιαξα απέκτησα
βασίλεια, και εκατατρόπωσα όλους τους εχθρούς μου· μα όλες μου αι
δυνάμεις έδωσαν τόπον εις εκείνες του θανάτου. Όποιος το λοιπόν με
ήθελεν ιδεί εις την στάσιν που είμαι ας ανοίξη τα μάτια του και ας
στοχασθή, ότι και εγώ εζούσα ωσάν και αυτόν, και πως θέλει
αποθάνει και αυτός ωσάν και εμένα· και διά τούτο ας μη φοβηθή να
φθείρη ετούτον τον θησαυρόν· επειδή και δεν θέλει ποτέ
ολιγοστέψει, και ας τον μεταχειρισθή διά να αποκτήση φίλους, και
να απεράση μίαν ζωήν ευφρόσυνον· επειδή οπόταν θέλει αποθάνει όλα
τούτα τα πλούτη δεν θέλουν τον έβγαλει από το μέλλον όλων των
κοινών ανθρώπων». Και αποδιαβάζοντας ο Καλίφης εκείνα τα γράμματα,
είπεν·
Εγώ δεν σου εναντιώνομαι πλέον διά την μεταχείρισιν που κάνεις του
πλούτου σου· εσύ έχεις δίκαιον να ζης καθώς φέρεσαι και μέμφομαι
την συμβουλήν που σου έδωσεν ο πραγματευτής ο γέρων. Έξω από αυτά
ο Αμπτούλ του έδειξε και άλλα πολύτιμα πράγματα ανάμεσα εις τα
άλλα και από τα δένδρα παρόμοια ωσάν εκείνο που του εχάρισεν.
Ο Καλίφης επιθυμούσε μετά χαράς να σταθή και το υπόλοιπον της
νυκτός εις το να στοχάζεται εκείνα τα πλούτη· μα ο Αμπτούλ έλαβε
βίαν διά να έβγη πριν εξυπνήσουν οι δούλοι του και τον καταλάβουν,
και ούτως επήρε τον βασιλέα και του ξανάδεσε τα μάτια και εβγήκε
με τον ίδιον τρόπον που εμπήκαν, και ήλθαν εις τους οντάδες που
ήταν πρώτον.
Από όλα τούτα που με έκαμες και είδα, είπεν ο Καλίφης προς τον
Αμπτούλ, και από την σκλάβαν που μου εχάρισες, δεν έχω καμμίαν
αμφιβολίαν ότι εσύ έχεις τες πλέον εύμορφες γυναίκες που είνε εις
την εξουσίαν σου. Αλήθεια, απεκρίθη ο Αμπτούλ, εγώ έχω σκλάβες
μιας υπερβολικής ωραιότητος, μα δεν ημπορώ να αγαπήσω καμμίαν. Η
Δαρδανέ, η ωραία Δαρδανέ έχει πλανωμένους πάντοτε τους στοχασμούς
μου· και με όλον που κάθε στιγμήν στοχάζομαι πώς αυτή είνε
αποθαμμένη και πώς δεν πρέπει πλέον να την στοχασθώ, έχω την
δυστυχίαν να μην ημπορώ να εβγάλω από την φαντασίαν μου την μορφήν
της· και είμαι τόσον σκοτισμένος, που αντίς να χαίρωμαι τόσα
πλούτη και τόσα καλά, μου φαίνεται πως να μην είμαι
ευχαριστημένος· καλύτερον αγαπούσα χίλιες φορές να εχαίρομουν μίαν
ευτυχίαν μεσαίαν και να είχα την Δαρδανέ, παρά που να ζω χωρίς
αυτήν με όλα ταύτα τα πλούτη.
Ο Καλίφης έμεινε θαυμασμένος διά την σταθερότητα του Αμπτούλ, και
δεν έλειψε να τον παρακινήση να βγάλη από την φαντασίαν του αυτόν
τον στοχασμόν τον ανωφελή και άλλα παρόμοια. Ύστερον ευχαριστώντας
τον διά την μεγάλην δεξίωσιν που του έδειξε, και διά τες πολλές
χάρες που του έκαμε, εγύρισε και ήλθεν εις το κονάκι του· και
ευθύς ετοιμάσθη και εμίσευσε διά το Μπαγδάτι με όλους τους
δούλους, σκλάβας, σκλαβόπουλο και άλλα δώρα που από τον Αμπτούλ
έλαβεν.
Ολίγες ημέρες ύστερον από τον μισευμόν ετούτου του βασιλέως, ο
βεζύρης Αμπτολφατάς ακούοντας να ομιλούν διά τα μεγάλα δώρα που ο
Αμπτούλ έκανε καθημερινώς εις τους ξένους που επήγαιναν να τον
βλέπουν, και εκστατικός διά το μέγα πλήρωμα που έκανε τόσον
αυτουνού, όσον και του βασιλέως και παταλματζή κατά την συμφωνίαν
τους, αποφάσισεν με κάθε τρόπον να ξεσκεπάση πού έχει κρυμμένον
τον θησαυρόν, που έβγαζε τόσα πλούτη χωρίς να σωθή. Ετούτος ο
βεζύρης ήτον ένας από τους πλέον κακοτρόπους του κόσμου, οι οποίοι
δεν έχουν αντίρρησιν να κάμουν τες μεγαλύτερες ανομίες διά να
πληρώσουν την επιθυμίαν τους. Είχεν αυτός μίαν θυγατέρα δέκα οκτώ
χρονών και την ωνόμαζε Μπάλκω, η οποία ήτο στολισμένη με όλα τα
καλά ήθη. Ο ανιψιός του βασιλέως της Μπάσρας Αλής ονόματι, την
αγαπούσε κατά πολλά· ο οποίος έμελλεν εις ολίγον καιρόν να την
στεφανωθή, επειδή της είχε δώσει τον λόγον. Ο βεζύρης πατέρας της
την κράζει μίαν ημέραν εις τον οντάν του και της λέγει· Θυγατέρα
μου, έχω χρείαν μεγάλην από λόγου σου, διά την οποίαν θέλω να
στολισθής και να καλλωπισθής καλύτερα, όσον ημπορέσης· και ύστερον
να πας εις το σπήτι του Αμπτούλ, διά να τον κάμης με κάθε τρόπον
να σου δείξη τον θησαυρόν του, πού τον έχει κρυμμένον· Η Μπάλχω
ωσάν φρόνιμη, που ήτον, εναντιώθη πολλά εις την βδελυράν απόφασιν
του πατρός της· μα αυτός ο βάρβαρος την εβίασε τόσον, που δεν
ημπόρεσε να κάμη αλλέως παρά να του υπακούση εις την άνομόν του
βουλήν και με δάκρυα εις τα μάτια επήγε και εστολίσθη, καλύτερον
όσον ημπορούσε, εκεί που δεν είχε τόσην χρείαν από καλλωπισμόν, με
το να ήταν πολλά ωραία.
Φθάνοντας τέλος πάντων η νύκτα, ο πατέρα της την έβγαλεν από ένα
κρυφόν τόπον του σεραγιού του, και την έφερεν ο ίδιος εις την
πόρταν του Αμπτούλ, και εκεί την άφησε· και πριν την αφήση της
είπε· πως αν δεν κάμης καθώς σε εδιάταξα διά να μάθης που έχει τον
θησαυρόν, ήξερε πως από το σπαθί μου δεν θέλεις γλυτώσει. Τότες
αυτή εκτύπησε την πόρταν, και εγύρεψε διά να ομιλήση με τον
Αμπτούλ. Ευθύς ένας σκλάβος την ανέβασεν εις μίαν σάλαν, που ο
αυθέντης του ήτον εξαπλωμένος επάνω εις μίαν μαξιλάραν
χρυσοΰφαντον και ευθύς που είδε την Μπάλκω έμεινε τρωμένος από την
ευμορφιά της· και εν τω άμα εσηκώθη ορθός και έτρεξε διά να την
συναπαντήση. Αφού και της έδειξε μεγάλες δεξίωσες, την επήρεν από
το χέρι με πολλήν ευγένειαν, και βάνοντάς την να καθήση μαζί του,
την ηρώτησε από τι προέρχεται αυτή η τιμή, που του κάνει να
πηγαίνη να τον εύρη. Η Μπάλκω τότε εξεσκέπασε το πρόσωπόν της και
είπεν· εγώ ακούοντάς από πολλούς την φήμην του ονόματός σου, και
πως είσαι ένας ευγενικός άνθρωπος και ένδοξος, επεθύμησα να έλθω
να δειπνήσω με του λόγου σου. Ο Αμπτούλ με όλον που ήτον
διαφορετικός με τες γυναίκες, αυτή όμως του άναψε πολλά την φλόγα
του έρωτος, και άρχισε να δείχνη πολλήν κλίσιν προς αυτήν.