Αλλά προ τούτου ας ομιλήσωμεν περί της αποφράδος και σ' εξορκίζω εις

την πάνδημον Αφροδίτην, τας Γενετυλλίδας και την Κυβέλην {85} να μου

είπης κατά τι σου εφάνη αξιοκατάκριτος και αξία γέλωτος η λέξις

αποφράς. Βέβαια θα την θεωρής ξένην και εισχωρήσασαν εις την γλώσσαν

εκ της προς τους Κελτούς, τους Θράκας ή τους Σκύθας επιμιξίας. Και

επειδή γνωρίζεις τελείως την γλώσσαν των Αθηναίων, απεκήρυξες και

απέκλεισες αμέσως την αποφράδα εκ της ελληνικής γλώσσης και ο γέλως

σου αυτήν την αφορμήν είχε, ότι τάχα βαρβαρίζω και ξενίζω και

παραβαίνω τους Αττικούς κανόνας.

Αλλ' οι από σε καλλίτερα γνωρίζοντες τα τοιαύτα δύνανται να είπουν ότι

ουδεμία άλλη λέξις είνε τόσον εντοπία όσον αυτή• και ευκολώτερον

δύνασαι ν' αποδείξης τον Ερεχθέα και τον Κέκροπα ξένους και επήλυδας

εις τας Αθήνας παρά την αποφράδα ότι δεν είνε συγγενής και αυτόχθων

της Αττικής. Πολλά πράγματα λέγουν οι Αθηναίοι ομοίως με τους άλλους

ανθρώπους, αλλ' αποφράδα μόνοι αυτοί λέγουν την κακήν, κατηραμένην και

απαισίαν και ομοίαν προς σε ημέραν: Ιδού έμαθες ήδη τυχαίως τι

σημαίνει διά τους Αθηναίους η αποφράς ημέρα• όταν ούτε αι αρχαί

λειτουργούν, ούτε αι δίκαι δικάζονται, ούτε ιεροτελεστίαι τελούνται

και ουδέν εν γένει γίνεται εκ των αισίων, η ημέρα αύτη ονομάζεται

αποφράς.

Εισήχθη δε το έθιμον τούτο εις άλλους δι' άλλας αιτίας• είτε διότι

ηττήθησαν εις μεγάλας μάχας, ώρισαν έπειτα να μη επιχειρούν τίποτε

κατά τας ημέρας καθ' ας έπαθαν τα ατυχήματα ταύτα και να μη έχη κύρος

καμμία πράξις επίσημος γενομένη κατά τας χρονολογίας ταύτας, είτε

διότι... καίτοι είνε ίσως άκαιρον και πάρωρον να διδάσκη κανείς και να

εξηγή τα τοιαύτα εις άνθρωπον γέροντα, όστις ουδέ τα στοιχειωδέστερα

τούτων γνωρίζει. Αλλ' επί του προκειμένου η λέξις αύτη είνε το παν και

ο γνωρίζων αυτήν γνωρίζει παν ό,τι σχετίζεται με την σημασίαν της. Δεν

επιτρέπεται δε η άγνοια της• διότι αν δικαιολογείται ν' αγνοή κανείς

λέξεις αι οποίαι δεν είνε της κοινής χρήσεως και δεν εννοούνται από

τους πολλούς, την αποφράδα όμως και αν θέλη κανείς δεν δύναται να είπη

κατ' άλλον τρόπον• διότι μόνον αυτή η λέξις υπάρχει δι' αυτήν την

έννοιαν.

Έστω, θα παρατήρηση κανείς. Αλλά και εκ των παλαιών λέξεων άλλαι μεν

πρέπει να λέγωνται, άλλαι δε όχι, όσαι δεν είνε γνωσταί εις τους

πολλούς, διά να μη πλήττουν δυσαρέστως την ακοήν εκείνων προς τους

οποίους απευθυνόμεθα. Ίσως δε τωόντι έσφαλα, διότι έπρεπε να σου

ομιλήσω εις την γλώσσαν των Παφλαγόνων ή των Καπαδοκών ή των Βακτρίων,

διά να εννοήσης τι σου έλεγα και να σου είνε ευχάριστα τα λεγόμενα.

Αλλ' όταν κανείς απευθύνεται προς τους άλλους Έλληνας, νομίζω ότι

πρέπει να μεταχειρίζεται την Ελληνικήν γλώσσαν. Καίτοι δε οι Αττικοί

με την πάροδον του χρόνου πολλά μετέβαλαν εκ της γλώσσης των, η λέξις

αποφράς παραμένει αμετάβλητος και εξακολουθεί να λέγεται ούτω πάντοτε

υπό πάντων.

Θα ανέφερα και εκείνους οίτινες εις το παρελθόν μετεχειρίσθησαν αυτήν

την λέξιν, εάν δεν υπήρχε φόβος να σε φέρω εις απορίαν με ονόματα ξένα

και άγνωστα προς σε ποιητών και ρητόρων και συγγραφέων αλλ' είνε και

περιττόν ν' αναφέρω τους μεταχειρισθέντας την λέξιν, διότι όλοι τους

γνωρίζουν. Εάν δε συ μου αναφέρης ένα εκ των παλαιών όστις δεν έκαμε

χρήσιν αυτής της λέξεως, σου υπόσχομαι χρυσούν, κατά το λεγόμενον,

ανδριάντα εις την Ολυμπίαν. Αλλ' εκείνος ο οποίος εις γεροντικήν και

περασμένην ηλικίαν αγνοεί τα τοιαύτα, βεβαίως δεν θα γνωρίζη και ότι

αι Αθήναι είνε πόλις εις την Αττικήν, η Κόρινθος εις τον Ισθμόν και η

Σπάρτη εις την Πελοπόννησον.

Η μόνη ίσως δικαιολογία ήτις σου υπολείπεται είνε να είπης ότι την μεν

λέξιν εγνώριζες, αλλά την χρήσιν αυτής κατηγόρησες ως άκαιρον. Αλλά

και εις τούτο θα σου δώσω την πρέπουσαν απάντησιν και να προσέξης εις

όσα θα σου είπω, εκτός εάν πολύ ολίγον σε μέλει διά την αμάθειάν σου.

Οι παλαιοί πολλάς τοιαύτας επωνυμίας έδωκαν εις τους ομοίους σου—διότι

υπήρχον και τότε, ως φαίνεται, άνθρωποι βδελυροί κατά τα ήθη και

βρωμεροί και με διεστραμμένον χαρακτήρα•—και κάποιος μεν ωνόμασεν ένα

Κόθορνον, προσομοιάσας την αχαρακτήριστον αυτού διαγωγήν προς τα

τοιαύτα υποδήματα{86}, άλλος δε ωνόμασεν άλλον Ενόχλησιν, διότι ήτο

ρήτωρ θορυβώδης και συνετάρασσε τας συνελεύσεις. Άλλον ωνόμασαν

Εβδόμην, διότι, όπως τα παιδία κατά την εβδόμην του μηνός, εκείνος εις

τας συνελεύσεις έπαιζε και εγέλα καθ' ον χρόνον συνεζητούντο αι

σοβαραί υποθέσεις του λαού{87}. Δεν επιτρέπεται λοιπόν και εις εμέ,

δι' όνομα του Αδώνιδος, να παρομοιάσω ένα παγκάκιστον άνθρωπον, ο

οποίος έχει όλας τας κακοηθείας, προς ημέραν δυσώνυμον και απαισίαν;

Ημείς και τους χωλούς τον δεξιόν πόδα αποφεύγομεν, μάλιστα αν τους

συναντήσωμεν το πρωί. Και αν τις άμα

εξέλθη από την κατοικίαν του ίδη ευνούχον ή πίθηκον, στρέφεται προς τα

οπίσω και επανέρχεται εις την οικίαν του, διότι μαντεύει ότι δεν θ'

αποβούν εις καλόν αι πράξεις του κατά την ημέραν εκείνην μετά τοιούτον

κακόν συναπάντημα. Εις την αρχήν δε και εις τα πρόθυρα και την πρώτην

έξοδον και την πρωίαν, ούτως ειπείν, του όλου έτους εάν ίδη κανείς

κίναιδον, ενεργούντα και πάσχοντα ακατονόμαστα, πασίγνωστον δι' αυτά

και κατεξευτελισμένον και σχεδόν με το όνομα των αισχρουργιών τούτων

ονομαζόμενον, απατεώνα, αγύρτην, επίορκον, εξωλέστατον, άξιον του

κύφωνος και του βαράθρου{88}, δεν πρέπει να τον αποφύγη και να τον

παρομοιάση προς αποφράδα ημέραν;

Αλλ' αρνείσαι ότι είσαι τοιούτος; Όχι δεν θ' αρνηθής, διότι εγώ

γνωρίζω το θάρρος σου, μου φαίνεται δε ότι και υπερηφανεύεσαι διότι

δεν χάνεται η δόξα των έργων σου, αλλ' είσαι εις όλους γνωστός και

περιβόητος. Αλλά και αν θελήσης ν' αρνηθής ότι είσαι τοιούτος, ποίοι

θα σε πιστεύσουν; οι συμπολίται σου; Διότι από αυτούς είνε ορθόν ν'

αρχίσωμεν. Αλλ' εκείνοι γνωρίζουν την πρώτην σου ανατροφήν και πώς

παρεδόθης εις τον φαυλότατον εκείνον στρατιωτικόν και συνδιεφθείρεσο

μετ' αυτού, υπηρετών αυτόν καθ' όλους τους τρόπους, έως ου σ' έκαμε,

κατά το λεγόμενον, κουρέλι χιλιοτρύπητον και σ' επέταξεν εις τον

δρόμον. Θα ενθυμούνται προσέτι και τα νεανικά σου κατορθώματα εις το

θέατρον, όπου ελάμβανες μέρος εις τας παραστάσεις των ορχηστών και

ήθελες να είσαι ο αρχηγός των. Πριν ή εμφανισθή άλλος εις την σκηνήν

και πριν ή αναγγελθή το όνομα του έργου, ενεφανίζεσο συ με πολλήν

επισημότητα, φορών χρυσά υποδήματα και ένδυμα ηγεμονικόν, διά να ζητής

την επιείκειαν του κοινού, ελάμβανες στεφάνους και απήρχεσο

χειροκροτούμενος και εκ των προτέρων τιμώμενος. Σήμερον όμως

παρουσιάζεσαι ως ρήτωρ και σοφιστής• και αν το μάθουν οι συμπολίται

σου, θα νομίζουν, όπως εις την τραγωδίαν, ότι βλέπουν δύο ήλιους και

διπλάς Θήβας {89}• και όλοι θα λέγουν απορούντες : Εκείνος ο τότε και

ο κατόπιν είνε σήμερον ο ρήτωρ και ο σοφιστής; Διά τούτο και συ κάνεις

καλά και δεν πηγαίνεις εις την πατρίδα σου, αλλ' είσαι εκούσιος

εξόριστος, ενώ η πατρίς σου ούτε κατά τον χειμώνα είνε κακή ως

διαμονή, ούτε το θέρος καθ' υπερβολήν θερμή, αλλ' η ωραιοτέρα και

μεγαλειτέρα εξ όλων των πόλεων της Φοινίκης• διότι η ανάμνησις του

παλαιού σου εκείνου βίου και η συναναστροφή με τους γνωρίζοντας τας

τότε περιπετείας σου δεν θα σου είνε καθόλου ευχάριστος.

Αλλά διατί λέγω ανοησίας; Δύνασαι να εντραπής κανένα συ; Και τι εκ των

αισχροτάτων δύνασαι να θεωρήσης αισχρόν; Πληροφορούμαι δε ότι έχεις

και κτήματα σπουδαία εις την πατρίδα σου, ένα άθλιον πυργίσκον, προς

τον οποίον συγκρινόμενος ο πίθος τους Διογένους θα ήτο του Διός

ανάκτορον. Αλλά τέλος πάντων δεν υπάρχει τρόπος οιοσδήποτε να

μεταπείσης τους συμπολίτας σου ώστε να μη σε νομίζουν τον

σιχαμερώτερον των ανθρώπων και όνειδος κοινόν της πόλεώς των.

Αλλά μήπως και εις την άλλην Συρίαν θα εύρης υποστηρικτάς, αν είπης

ότι έζησες χωρίς να πράξης τίποτε κακόν και αξιοκατάκριτον; Η

Αντιόχεια γνωρίζει την ιστορίαν της απαγωγής του εκ Ταρσού νέου

εκείνου....Αλλ' είνε αισχρόν ίσως και ν' ανακινή τις τοιαύτα πράγματα.

Εν τοσούτω γνωρίζουν και ενθυμούνται εκείνοι οίτινες σας κατέλαβον

καθ' ην στιγμήν συ μεν ήσο γονατιστός, εκείνος δε γνωρίζεις τι σου

έκανε, εάν δεν έχασες εντελώς την μνήμην, εις το στόμα. Αλλ' ίσως δεν

σε γνωρίζουν οι κατοικούντες εις την Αίγυπτον, οίτινες μετά τα εν

Συρία θαυμαστά εκείνα κατορθώματα σε υπεδέχθησαν φεύγοντα και διότι

κατεδιώκεσο και δι' όσα ανέφερα υπό των εμπόρων των ενδυμάτων, από

τους οποίους ηγόρασες πολυτελή ενδύματα και σου εχρησίμευσαν διά το

ταξείδι. Αλλ' η Αλεξάνδρεια δεν γνωρίζει περί σου ολιγώτερα, ούτε μα

τον Δία έπρεπε να έρχεται εις δευτέραν μοίραν μετά την Αντιόχειαν υπ'

αυτήν την έποψιν. Και η ακολασία σου υπήρξεν εκεί αναιδεστέρα και η

αισχρουργία σου μανιωδεστέρα και η φήμη σου διά ταύτα μεγαλειτέρα. Δεν

είχες πλέον καμμίαν συστολήν. Είς μόνον ευρέθη να σε πιστεύση

αρνούμενον ότι έπραξες ποτέ όσα η φήμη σου απέδιδε και σε υπεστήριξε

γενόμενος ο τελευταίος σου μισθοδότης. Ήτο εκ των εγκριτοτέρων

Ρωμαίων. Αλλά θα μου επιτρέψης ν' αποσιωπήσω τ' όνομά του, μολονότι

όλοι οι προς ους απευθύνομαι γνωρίζουν ποίον εννοώ. Προς τι δε ν'

αναφέρω όσα υπέφερεν εκ της αναισχυντίας σου κατά την διάρκειαν των

σχέσεών σας; Αλλ' όταν σε συνέλαβε πεσμένον εις τα γόνατα του νεαρού

οινοχόου του Οινοποίωνος, τι νομίζεις; επίστευσεν ότι δεν είσαι

τοιούτος, ενώ είχε τας αποδείξεις ενώπιον του; Μόνον αν ήτο θεότυφλος

θα επίστευε. Και εξεδήλωσε την περί σου γνώμην του εκδιώξας σε

παρευθύς εκ της οικίας του και εξαγνίσας αυτήν, ως λέγεται, μετά την

έξοδόν σου.

Η Αχαΐα επίσης και η Ιταλία είνε πλήρεις εκ των πράξεών σου και της

δι' αυτάς φήμης σου• απολάμβανε λοιπόν την δόξαν σου. Και εις εκείνους

οίτινες απορούν δι' όσα τώρα πράττεις εις την Έφεσον λέγω, ότι αληθώς

δεν θα εθαύμαζον, εάν εγνώριζον τον παλαιόν σου βίον• καίτοι εδώ

έμαθες και κάτι νέον• νακολασταίνης και με γυναίκας.

Ειπέ μου λοιπόν, δεν σου ταιριάζει τελείως το όνομα αποφράς; Αλλά

διατί, προς θεού, έχεις και την αξίωσιν να μας φιλής εις το στόμα μετά

τας αισχρουργίας εκείνας; Διότι τούτο το υβριστικώτατον πράττεις και

μάλιστα εις εκείνους οίτινες είνε ολιγώτερον άξιοι τοιαύτης ύβρεως και

προς τους ακροατάς και μαθητάς σου. Δεν είνε δι' αυτούς αρκετά όσα

άλλα δυσάρεστα υποφέρουν από το στόμα σου, οι βαρβαρισμοί της γλώσσης,

η τραχεία φωνή, η ακρισία, η ασυναρτησία, η παντελής απειροκαλία και

τα τοιαύτα; Πρέπει να λαμβάνουν επί πλέον και φιλήματα από τοιούτον

στόμα, αλεξίκακε θεέ; Προτιμώτερον να φιληθή κανείς από ασπίδα {90} ή

έχιδναν• ο κίνδυνος τότε θα είνε μόνον ο πόνος και η δηλητηρίασις,

υπάρχει δε ελπίς ότι αν κληθή ιατρός θ' αποτρέψη τον κίνδυνον μετά το

ιδικόν σου όμως φίλημα και τον εξ αυτού μολυσμόν δύναται τις πλέον να

πλησίαση εις ναόν ή βωμόν; και ποίος εκ των θεών θα εισακούση τας

ευχάς του; πόσων ραντισμών εξαγνιστικών, πόσων ποταμών έχει ανάγκην;

Και ενώ είσαι τοιούτος και τοιαύτα πράττεις, εχλεύαζες τους άλλους διά

λέξεις και φράσεις. Εγώ εν τοσούτω θα εντρεπόμην μάλλον εάν δεν

εγνώριζα την αποφράδα παρά διότι την είπα όπως την είπα. Σε δε ουδείς

από ημάς κατηγόρησε διά τους βρωμολόγους και τους τροπομάσθλητας, τα

ρησιμετρώ και αθηνιώ και ανθοκρατώ και σφενδικίζω και χειροβλημάω

{91}, τα οποία μεταχειρίζεσαι εις τους λόγους σου. Ο λόγιος Ερμής ας

σε συντρίψη ομού με τους λόγους σου. Διότι εις ποία βιβλία τα

ευρίσκεις αυτά; Αναμφιβόλως τα ξετρυπόνεις από κάποιον εκ των

ασημάντων και λησμονημένων υπό αράχνας και μούχλαν ποιητών ή ίσως εκ

των βιβλίων της Φιλαινίδος {92}, τα οποία έχεις πάντοτε ανά χείρας.

Είνε όμως άξια σού και του στόματός σου.

Αφού δε ανέφερα το στόμα, τι θα έλεγες αν η γλώσσα σου σενήγεν εις το

δικαστήριον επί αδικήματι ή το ολιγώτερον επί εξυβρίσει — ας κάμωμεν

αυτήν την υπόθεσιν — και σου έλεγε; Εγώ, αχάριστε, σε παρέλαβα πτωχόν

και χωρίς επάγγελμα βιοποριστικόν, και κατ' αρχάς μεν σ' έκαμα να

παρουσιάζεσαι επιτυχώς εις τα θέατρα, άλλοτε ως Νίνος και άλλοτε ως

Μητίοχος, μετ' ολίγον δε και ως Αχιλλεύς. Έπειτα όταν εδίδασκες παιδία

να συλλαβίζουν επί πολύν καιρόν σ' έτρεφα. Και τώρα ότε απαγγέλλεις

τους ξένους λόγους ως ιδικούς σου, έκαμα ώστε να θεωρήσαι ρήτωρ και

σου έδωκα δόξαν ήτις ουδόλως σου ανήκει. Ποίαν λοιπόν τόσο μεγάλην

αφορμήν έχθρας έχεις εναντίον μου και με μεταχειρίζεσαι κατ' αυτόν τον

τρόπον και με διατάσσεις να πράττω αίσχιστα πράγματα και να σε βοηθώ

εις καταπτύστους πράξεις; Δεν σε αρκούν όσα με αναγκάζεις να πράττω

την ημέραν, να ψεύδωμαι, να επιορκώ και να εκχύνω την τόσην σου

φλυαρίαν και μωρολογίαν ή μάλλον να εμώ τον βόρβορον των λόγων σου;

και ούτε την νύκτα μ' αφήνης την δυστυχή να ησυχάσω, αλλά μόνη εγώ σου

κάνω τα πάντα και εξευτελίζομαι και μιαίνομαι• και ενώ είμαι γλώσσα με

χρησιμοποιείς ως χείρα και ως ξένην με υβρίζεις και με τόσα κακά με

φορτόνεις. Το μόνον έργον μου είνε να λαλώ, εις άλλα δε μέρη του

σώματος ανήκει να κάμνουν και να παθαίνουν τα τοιαύτα, θα ήτο

προτιμώτερον δι' εμέ να με κόψουν όπως της Φιλομήλας την γλώσσαν.

Βεβαίως ευτυχέστεραι από εμέ είνε αι γλώσσαι εκείνων οίτινες τρώγουν

τα τέκνα των.

Εάν η γλώσσα σου ελάλει δι' εαυτήν και σου έλεγεν αυτά, προσλαμβάνουσα

ως συνήγορον και μάρτυρα και την γενειάδα σου, προς θεού, τι θα της

απεκρίνεσο;

Μήπως θα της έλεγες εκείνα τα οποία και προ ολίγου καιρού είπες προς

τον Γλαύκον, όταν ούτος σε κατηγόρει διά μίαν ωρισμένην αισχρουργίαν

σου, ότι διά τούτο έγεινες εντός ολίγου ένδοξος και γνωστός εις όλους

και πώς ήτο δυνατόν να γείνης τόσον περιβόητος διά της ρητορικής σου;

Είνε δε ευχάριστον να γείνη κανείς καθ' οιονδήποτε τρόπον ένδοξος και

ονομαστός. Έπειτα θα αριθμήσης προς αυτήν τας πολλάς σου προσωνυμίας,

όσαι εις διάφορα έθνη σου εδόθησαν. Ακριβώς δε διά τούτο θαυμάζω, πώς

εθύμωσες διότι εγώ σε ωνόμασα αποφράδα και διά τας προσωνυμίας εκείνας

δεν ηγανάκτεις. Εις την Συρίαν σε ωνόμασαν ροδοδάφνην διά λόγον τον

οποίον αισχύνομαι, μα την Αθηνάν, να αναφέρω• ώστε εγώ τουλάχιστον θ'

αφήσω το πράγμα ασαφές. Εις την Παλαιστίνην ωνομάσθης φράκτης, διότι

τα γένεια σου, τα οποία εξύριζες τότε, ηνώχλουν ως άκανθαι. Εις την

Αίγυπτον ωνομάσθης πονόλαιμος, και τούτο είνε ευνόητον• διότι ως

λέγουν παρ' ολίγον να πνιγής από ένα ναύτην τριίστου πλοίου ο οποίος

εισβαλών σου απέφραξε το στόμα. Οι χαριέστατοι όμως Αθηναίοι δεν είπον

περί σου τίποτε το αινιγματώδες, αλλ' απλώς σε ετίμησαν με την

προσθήκην ενός γράμματος και σε ωνόμασαν Ατίμαρχον• διότι έπρεπε να

έχης και κάτι περισσότερον από τον αρχαίον ομώνυμόν σου.{93} Εις την

Ιταλίαν δε σου εδόθη ηρωικόν επώνυμον• ωνομάσθης κύκλωψ, επειδή μίαν

φοράν εφιλοδόξησες να δώσης αρχαίαν μορφήν και να ραψωδήσης την

αισχρουργίαν κατά τον Όμηρον. Και συ μεν είχες πέσει κάτω μεθυσμένος

και εκράτεις εις την χείρα ποτήριον, ως Πολύφημος πλήρης ασελγών

επιθυμιών, νεανίας δε μισθωτός έχων ορθόν τον μοχλόν και λίαν

ακονισμένον ώρμησεν ως Οδυσσεύς εναντίον σου διά να σου εξορύξη τον

οφθαλμόν.

κακείνου μεν άμαρτε, παραί δε οι ετράπετ' έγχος

αιχμή δ' εξεσύθη παρά νείατον ανθερεώνα{94}.

Αφού περί σου ομιλώ δεν είνε παράδοξον και άτοπον να αισχρολογώ. Συ

δε, ω Κύκλωψ, ανοίξας το στόμα όσον το δυνατόν πλατύτερον όχι μόνον

εδέχεσο να σου πλήττη ο νέος εκείνος την σιαγόνα, αλλά και εφαίνεσο

θέλων ως η Χάρυβδις να καταπίης ολόκληρον τον Ούτιν ομού με τους

ναύτας, τα πηδάλια και τα ιστία. Ταύτα δε έβλεπον και άλλοι παρόντες.

Έπειτα την επιούσαν εδικαιολογείσο αποδίδων αυτά εις την μέθην και εις

τον άκρατον οίνον.

Αφού λοιπόν έχεις τοιούτον και τοσούτον πλούτον ονομάτων, εντρέπεσαι

διά την αποφράδα; Προς θεού, ειπέ μου, τι αισθάνεσαι όταν ο κόσμος

λέγει περί σου ότι λεσβιάζεις και φοινικίζεις; Μήπως και αυτά αγνοείς

όπως την αποφράδα και νομίζεις ίσως ότι σε επαινούν; ή αυτά μεν,

επειδή τα πράττεις συνήθως, τα γνωρίζεις, μόνον δε την αποφράδα ως

άγνωστον υβρίζεις και αποκλείεις του καταλόγου των ονομάτων;

Λοιπόν τόσον αληθή είνε αυτά διά τα οποία σε κατηγορώ, ώστε και μέχρι

των γυναικωνιτών έχει φθάσει η φήμη σου. Όταν δε προ καιρού ετόλμησες

να ζήτησης εις γάμον μίαν γυναίκα εις την Κύζικον, εκείνη, η οποία ήτο

καλώς περί σου πληροφορημένη, απήντησε• Δεν θέλω άνδρα ο οποίος έχει

και αυτός ανάγκην ανδρός. Και ενώ ευρίσκεσαι εις αυτήν την κατάστασιν,

σκοτίζεσαι διά λέξεις και γελάς και υβρίζεις τους άλλους; Αλλά τούτο

είνε επόμενον• διότι δεν δυνάμεθα όλοι να λέγωμεν όμοια με εκείνα τα

οποία συ λέγεις. Ποίος έχει τόσον μεγάλην τόλμην εις τους λόγους του,

ώστε να ζητή τρίαιναν αντί ξίφους διά να φονεύση τους τρεις μοιχούς;

Και ποιος δύναται να είπη, όπως συ όταν έκρινες τον Θεόπομπον διά την

κατάληψιν του Τρικαράνου, ότι με τρίκοπον λόγον καθυπέταξε τας

πρωτευούσας πόλεις και έπειτα ότι εξετριαίνωσε την Ελλάδα και ήτο

Κέρβερος εις τους λόγους; Αλλά και πρό τινος καιρού ανάψας λύχνον

εζήτεις κάποιον αδελφόν{95} τον οποίον είχες χάσει, φαίνεται. Και

πολλά άλλα τοιαύτα, γελοία και σόλοικα, τα οποία είνε ανάξια και να τ'

απομνημονεύση κανείς, εκτός μόνον εκείνου το οποίον όσοι ήκουσαν

αναφέρουν εξ ενός σου λόγου. Επρόκειτο, νομίζω, περί ενός πλουσίου και

δύο πτωχών, οίτινες ήσαν εχθροί• ομιλών δε περί του πλουσίου είπες•

«απέκτεινε θάτερον των πενήτων»• επειδή δε, ως ην επόμενον, οι

παρόντες εγέλασαν, συ διά να διορθώσης το σφάλμα σου, είπες• όχι, αλλά

«άτερον αυτών απέκτεινεν». Παραλείπω τους αρχαϊσμούς σου, το τριών

μηνοίν, το ανηνεμία, το πέταμαι, το εκχύνειν και όσα άλλα ωραία

πράγματα επανθούν εις τους λόγους σου.

Και δι' όσα μεν αναγκαζόμενος υπό της πενίας κάμνεις δεν θα σε

κατηγορήσω, μα την Αδράστειαν, διότι είνε δικαιολογημένος όπως δήποτε

εκείνος, όστις πιεζόμενος υπό της πείνης επιορκεί αρνούμενος τας

παρακαταθήκας τας οποίας του ενεπιστεύθησαν, ή αναιδώς ζητεί και αφού

λάβη ζητεί και άλλα και κλέπτει ενδύματα και φορολογεί τον κόσμον• δεν

λέγω αυτά• διότι δεν είνε τόσον αξιοκατάκριτος εκείνος όστις διά

παντός τρόπου προσπαθεί να σωθή από την πενίαν. Αλλά το ασυγχώρητον

είνε ότι εν ώ είσαι πτωχός, δαπανάς μόνον εις τας τοιαύτας ηδονάς όσα

κερδίζεις διά της αναισχυντίας σου.

Αλλ' αν θέλης και να επαινέσω κάτι τι το οποίον με πολλήν ευφυίαν

έπραξες, θ' αναφέρω πώς με την τέχνην του Τισίου {96} και μιμούμενος

τον Κόρακα ήρπασες ενός ανοήτου γέροντος τριάκοντα χρυσά νομίσματα και

πώς ο αυτός με την μέθοδον του Τισίου παγιδευθείς σου επλήρωσε δι' έν

βιβλίον επτακοσίας πεντήκοντα δραχμάς.

Καίτοι έχω πολλά αλλά ακόμη να είπω, σε αφίνω, τούτο δε μόνον

προσθέτω• εξακολούθει να πράττης αυτά όπως σου αρέσουν και μη παύσης

να εξυβρίζης κατ' αυτόν τον τρόπον τον εαυτόν σου• αλλ' όχι και εκείνο

το οποίον αποσιωπώ• διότι είνε ανόσιον να καλούμεν εις την οικίαν μας

τους ούτω εξηχρειωμένους και να προσφέρωμεν εις αυτούς το ποτήριον της

φιλίας και να γευώμεθα τα αυτά φαγητά. Αλλά να παύσης επίσης και τα

μετά τους λόγους φιλήματα και μάλιστα προς εκείνους οίτινες όχι προ

πολλού σου έκαμαν αποφράδα το στόμα. Και αφού τέλος πάντων ήρχισα να

σου δίδω φιλικάς συμβουλάς, παύσε, αν θέλης, ν' αρωματίζης τας λευκάς

σου τρίχας και να περιποιήσαι μόνον ωρισμένα μέρη του σώματός σου.

Διότι εάν μεν σε αναγκάζη κανέν νόσημα, πρέπει όλον σου το σώμα να

θεραπεύης• εάν δε δεν έχης καμμίαν τοιαύτην αφορμήν, διατί θέλεις να

διατηρής καθαρά και λεία και ολισθηρά μέρη τα οποία ούτε να φαίνωνται

επιτρέπει η αιδώς; Ό,τι μόνον κάμνεις φρόνιμον είνε ότι διατηρείς

λευκάς τας τρίχας σου και δεν τας βάφεις, διά να χρησιμεύουν ως

προκάλυμμα της αισχρότητός σου. Σέβου λοιπόν αυτάς κατά τούτο

τουλάχιστον και μάλιστα την γενειάδα σου και μη τα μιαίνης και τα

υβρίζης περισσότερον. Αλλ' αν δεν δύνασαι να κρατηθής, πράττε

τουλάχιστον τας αισχρότητάς σου την νύκτα και εις το σκότος, όχι την

ημέραν, διότι είνε πολύ κτηνώδες.

Βλέπεις ότι θα ήτο προτιμότερον ν' αφήσης ακίνητα τα ύδατα της

Καμαρίνης και να μη εμπαίζης την αποφράδα, η οποία θα σου καταστήση

όλην την ζωήν αποφράδα; ή έχεις ανάγκην και άλλων κοσμητικών; Εις

πάσαν περίστασιν εγώ δεν θα παραλείψω να συμπληρώσω τον πανηγυρικόν

σου. Δεν ενόησες λοιπόν ότι είσαι εξουθένωμα και έπρεπεν, ω παιπάλημα

και κίναδε, να μαζεύεσαι όταν ανήρ δασύτριχος και μάλιστα, ως οι

αρχαίοι έλεγον, μελάμπυγος σε ατενίση και μόνον αυστηρώς; Ίσως και

τώρα θα γελάσης διά το παιπάλημα και τον κίναιδον, ως ν' ακούης

αινίγματα και γρίφους, διότι σου είνε άγνωστα των έργων σου τα

ονόματα. Ώστε φρόντισε να τα κατηγορήσης και αυτά, εάν δεν σου

επληρώθη τριπλή και τετραπλή η αποφράς. Μόνον δε τον εαυτόν σου να

αιτιάσαι δι' όλα αυτά• διότι, ως συνείθιζε να λέγη ο καλός Ευριπίδης,

των αχαλινώτων στομάτων και της αφροσύνης και της ανομίας το τέλος

είνε η δυστυχία.

ΤΕΛΟΣ Γ' ΤΟΜΟΥ

1} Την ιστορίαν του Κτησίου γνωρίζομεν μόνον εξ αποσπάσματος αυτής

διασωθέντος υπό του Φωτίου. Φαίνεται δε ότι ο Λ. τον αδικεί λέγων ότι

έγραψεν όλως φαντασιώδη. Τουλάχιστον εις όσα γράφει περί των

κυνοκεφάλων ανθρώπων των κατοικούντων εις τα όρη και οίτινες αντί

πάσης λαλιάς έχουν είδος υλακής, ευκόλως αναγνωρίζεται ο

Ουραγκουτάγκος. Ουχ ήττον τερατώδη εφάνησαν κατά την αρχαιότητα όσα

έγραψε περί των ομιλούντων πτηνών• αλλ' οι Έλληνες δεν εγνώριζον ακόμη

τους ψιτακούς, τους οποίους ενόει προδήλως ο Κ.

{2} Άγνωστον πότε έγραψεν ο συγγραφεύς ούτος.

{3} Τον Ατλαντικόν.

{4} Αφροδίτη ή Αυγερινός

{5} Πεζοί ελαφρώς ωπλισμένοι, ακροβολισταί.

{6} Κατά τον Στράβωνα, ο κολοσσός της Ρόδου είχεν ύψος 70 οργυιών.

{7} Δηλαδή Σελήνιος, διότι η σελήνη ελέγετο και μήνη.

{8} Φαλλός, ομοίωμα, του ανδρικού αιδοίου, το οποίον περιέφερον εις

τας πομπάς του Διονύσου.

{9} Η πόλις την οποίαν κτίζουν εις τους «Όρνιθας» του Αριστοφάνους τα

πτηνά.

{10} Ξύλα τα οποία προστριβόμενα επ' αλλήλων ήναπτον.

{11} Αρπάγαι, γάντζοι.

{12} Κατά τον σχολιαστήν, ο Λουκ. σκώπτει εδώ τον Αντώνιον Διογένην,

όστις είχε γράψει ότι εις την νήσον Θούλην (Ισλανδίαν) δεν νυκτώνει

μίαν ημέραν κατ' έτος. Αλλ' ο Α. Δ. είχε δίκαιον, διότι αληθώς εις την

Ισλανδίαν ο ήλιος μόλις δύση ανατέλλει την 21 Ιουνίου.

{13} Διότι δεν εσέβετο τους θεούς, εβίασε δε την Κασάνδραν και

εκεραυνώθη, υπό της ΑΘηνάς, ήτις έρριψε κατ' αυτού το όπλον του πατρός

της, ως λέγει ο Βιργίλιος εις το α' βιβλίον της Αινειάδος.

{14} Διότι έγινε τύραννος.

{15} Υπαινιγμοί κατά των δοξασιών των διαφόρων φιλοσοφικών σχολών.

{16} Τώρα δε, Μούσα, ψάλλε μου την μάχην των νεκρών ηρώων.

{17} Ο Λουκιανός φίλος των μακαρίων Θεών, είδε πάντα τα εδώ και πάλιν

επέστρεψεν εις την πατρίδα του.

{18} Ναρκωτικά φυτά.

{19} Νήγρετος σημαίνει αξύπνητος και Παννυχία ολονυκτία.

{20} Ίδε τόμ. Α' σελ. 27 υποσημ. 2.

{21} Αντίμαχος ο Κολοφώνιος, επικός ποιητής, ήκμασε προ του Πλάτωνος.

Έγραψε δε έπος «Θηβαΐδα» επιγραφόμενον του οποίου στίχους τινάς

παραθέτει ο Αθηναίος, και ελεγείας περί των οποίων ομιλεί ο

Πλούταρχος. Η φήμη του Αντιμάχου ήτο πολύ μικρά μέχρι του

αυτοκράτορος, Αδριανού, όστις τον εθεώρει ανώτερον του Ομήρου και

ήθελε να επιβάλη την προτίμησιν αυτού• αλλά δεν το κατώρθωσε διότι το

χαλαρόν και άτονον ύφος της «Θηβαΐδος» δεν ηδύνατο να υποστή την

σύγκρισιν προς την Ιλιάδα. και ο Αντίμαχος ελησμονήθη. Δεν διεσώθησαν

δε εξ αυτού παρά μόνον μικρά τινα αποσπάσματα.

{22} Εν ω δε ήρχοντο πλέοντες διά του δάσους.

{23} Τα βιβλία ταύτα ή απωλέσθησαν ή δεν εγράφησαν ποτέ υπό του

Λουκιανού.

{24} Ο λόγος ούτος και οι τέσσαρες επόμενοι είνε μιμήσεις των

ρητορικών υποδειγμάτων, τα οποία οι διδάσκαλοι συνέθετον προς άσκησιν

των μαθητών αυτών. Η τυραννοκτονία ήτο το συνηθέστερον και

προσφιλέστερον θέμα των ασκήσεων τούτων. Ο Έρασμος έγραψε Λατινικήν

απάντησιν εις το ρητορικόν δοκίμιον του Λουκιανού.

{25} Τινές των κριτικών αποδίδουν τον λόγον τούτον εις τον Λιβάνιον.

{26} Εννοεί την Κλεψύδραν, ήτις εκανόνιζε την διάρκειαν της ομιλίας

των διαδίκων ή των δικηγόρων αυτών εις τα δικαστήρια.

{27} Ο βράχος ωνομάζετο Πέτρα Υάμπεια και εκ του ύψους αυτού

εκρημνίζοντο προς τιμωρίαν οι ιερόσυλοι. Λέγεται και ότι μυθοποιός

Αίσωπος υπέστη την τιμωρίαν ταύτην εις τους Δελφούς κατηγορηθείς

αδίκως ότι έκλεψε έν των αγγείων των αφιερωμένων εις τον Απόλλωνα.

{28} Εκ του μίσους τούτου η λέξις τύραννος (ηγεμών) εξέπεσε βραδύτερον

να σημαίνη τον σκληρόν και απάνθρωπον δυνάστην.

{29} Λιμήν της Φωκίδος

{30} Ο Κέλσος ούτος είνε ο περίφημος Επικούριος φιλόσοφος όστις έγραψε

κατά του Χριστιανισμού υπό τον τίτλον «Αληθής λόγος ή περί Αληθείας»

σύγγραμμα διηρημένον εις οκτώ βιβλία, το οποίον ανεσκεύασεν ο Ωριγένης

όστις και διετήρησεν αποσπάσματά τινα αυτού.

{31} Αλεξίκακος και αποτρόπαιος είνε συνώνυμα σημαίνοντα τους

αποδιώκοντας τα δυστυχήματα από τους ανθρώπους.

{32} Ομήρου Οδύσσεια Δ. σ. 252 : Εγνώριζε να παρασκευάζη πολλά

φάρμακα, τα μεν καλά, τα δε ολέθρια.

{33} Περίφημος μάγος, ούτινος τον βίον έγραψεν ο Φιλόστρατος.

{34} Καταγόμενος εκ του Περσέως και του Ποδαλειρίου συγγενής,

αναδεικνύεται φίλος του Απόλλωνος ο Θείος Αλέξανδρος.

{35} Το όνομα Αλέξανδρος σημαίνει, ως γνωστόν, τον υπερασπιστήν.

{36} Ο Λουκιανός παίζει με τας λέξεις Κορωνίς, όνομα της μητρός του

Ασκληπιού, και κορώνη (κουρούνα).

{37} Είμαι ο Γλύκων, τρίτου βαθμού απόγονος του Διός, φως διά τους

ανθρώπους.

{38} Διατάσσω να αμείβεται ο λειτουργός μου προφήτης• διότι δεν

ενδιαφέρομαι τόσον διά τας προς εμέ προσφοράς, όσον διά τον προφήτην.

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τρίτος · 第 10 / 11 段