όλου δράματος η λύσις, ώστε να δύναται τις να υποθέση ότι ήτο θεία η
τιμωρία, καίτοι εκ τύχης συνέβη. Έπρεπε δε και ο επιτάφιος αυτού να
γείνη άξιος του βίου του και να γείνη αγών διά την διαδοχήν του εις το
μαντείον. Οι συνεργάται εις τας αγυρτείας, όσοι ήσαν κορυφαίοι,
ανέθηκαν εις τον Ρουτιλλιανόν ν' αποφασίση ποίος εξ αυτών έπρεπε να
προτιμηθή διά ν' αντικαταστήση τον Αλέξανδρον και φορέση το
ιεροφαντικόν και προφητικόν στέμμα. Μεταξύ δε των μνηστήρων τούτων ήτο
και ο ιατρός Παίτος, άνθρωπος ηλικιωμένος, όστις έπραττεν ούτω ανάξια
και της επιστήμης και της ηλικίας του. Αλλ' ο αγωνοθέτης Ρουτιλλιανός
τους απέπεμψεν αστεφανώτους, επιφυλάττων εις εαυτόν την διαδοχήν του
προφήτου μετά την λήξιν της δημοσίας υπηρεσίας την οποίαν είχε.
Ταύτα, φίλτατε, ολίγα εκ πολλών και ως δείγματα έγραψα και προς χάριν
σου, φίλου τον οποίον υπέρ πάντας θαυμάζω και διά την σοφίαν και διά
την αγάπην προς την αλήθειαν και διά την πραότητα του χαρακτήρος, την
μετριοπάθειαν και την γαλήνην του βίου και την ευμένειαν προς τους
πλησιάζοντας αυτόν, αλλά—και τούτο θα σου είνε περισσότερον
ευχάριστον—και εκδικούμενος διά τον Επίκουρον, σοφόν αληθώς ιερόν και
θείον, όστις μόνος διέγνωσε τα αληθή και τα αγαθά και τα μετέδωκεν εις
τους άλλους και έγεινε λυτρωτής των ακροασθέντων την διδασκαλίαν του.
Νομίζω δε ότι τ' ανωτέρω θα χρησιμεύσουν και εις όσους θα τ'
αναγνώσουν, διότι και τας αγυρτείας ελέγχουν και την ορθοφροσύνην
υποστηρίζουν.
Ο Η Ρ Α Κ Λ Η Σ
Προλαλιά {66}.
Οι Κελτοί εις την γλώσσαν αυτών ονομάζουν τον Ηρακλήν Όγμιον και
εξεικονίζουν τον θεόν με μορφήν πολύ αλλόκοτον. Ο Ηρακλής των
ευρίσκεται εις τα έσχατα του γήρατος, είνε φαλακρός, έχει λευκάς τας
τρίχας αι οποίαι του υπολείπονται, έχει το δέρμα ρυτιδωμένον και
ηλιοκαές, ώστε να φαίνεται μαύρος όπως οι γηράσαντες ναυτικοί. Και θα
τον ενόμιζες μάλλον Χάρωνα ή Ιαπετόν ή άλλον εκ των κατοίκων του Άδου
παρά Ηρακλήν. Προς τον Ηρακλήν ομοιάζει μόνον κατά το ένδυμα και τον
οπλισμόν• διότι, όπως εκείνος, φορεί την λεοντήν και εις την δεξιάν
κρατεί το ρόπαλον, έχει κρεμασμένην εις τον ώμον την βελοθήκην και το
τόξον παρουσιάζει τεντωμένον η αριστερά του• καθ' όλα δε ταύτα είνε
Ηρακλής.
Ενόμιζα λοιπόν ότι οι Κελτοί εξεικόνιζον ούτω τον Ηρακλήν διά να
υβρίζουν τους θεούς των Ελλήνων και να εκδικηθούν κατά του Ηρακλέους,
διότι επέδραμέ ποτε και ελεληλάτησε την χώραν αυτών, όταν αναζητών τας
αγέλας του Γηρυόνου διέτρεξε τας πλείστας εκ των δυτικών χωρών.
Αλλά παρέλειψα να αναφέρω το παραδοξότατον χαρακτηριστικόν της
εικόνος. Ο γέρων εκείνος Ηρακλής σύρει μέγα πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι
πάντες είνε δεμένοι εκ των ώτων• και τα δεσμά είνε αλύσεις λεπταί
κατεσκευασμέναι από χρυσόν και ήλεκτρον και όμοιαι με τα ωραιότερα
περιδέραια. Αλλ' ενώ τα δεσμά των είνε τόσον αδύνατα, ούτε ν'
αποδράσουν φαίνονται σκεπτόμενοι, πράγμα το οποίον φαίνεται εύκολον,
ούτε φέρουν την παραμικράν αντίστασιν, και ούτε με τους πόδας
αντιπατούν, ούτε κλίνουν το σώμα προς τα οπίσω διά ν' ανθίστανται εις
το τράβηγμα, αλλ' εύθυμοι ακολουθούν και χαίροντες και τον σύροντα
επευφημούν• και με τόσην προθυμίαν τον ακολουθούν, ώστε οι δεσμοί
γίνονται χαλαροί και φαίνονται ότι θα ελυπούντο εάν ελύοντο. Δεν θα
παραλείψω δε να αναφέρω και εκείνο το οποίον εξ όλων μου εφάνη
ατοπώτατον. Επειδή ο ζωγράφος δεν είχε πόθεν να δέση τα άκρα των
δεσμών, καθότι η μεν δεξιά του Ηρακλέους κρατεί το ρόπαλον, η δε
αριστερά το τόξον, ετρύπησε το άκρον της γλώσσης αυτού και εξ εκείνης
τους παριστά συρομένους. Στρέφεται δε και μειδιά προς τους
ακολουθούντας δεσμίους ο Ηρακλής.
Επί πολύ εστεκόμην και παρετήρουν ταύτα θαυμάζων και απορών και
αγανακτών. Κάποιος δε Κελτός παριστάμενος, ο οποίος εγνώριζε τα
ημέτερα, ως εφάνη, εγνώριζε δε κατά βάθος και τα της πατρίδος του, μου
είπεν εις άπταιστον Ελληνικήν γλώσσαν. Εγώ, ξένε, θα σου εξηγήσω της
εικόνος το αίνιγμα, διότι φαίνεται ότι πολύ σ' ετάραξε. Ημείς οι
Κελτοί δεν νομίζομεν, όπως σεις οι Έλληνες, τον Ερμήν ως τον θεόν της
ευφραδείας, αλλά την δύναμιν ταύτην αποδίδομεν εις τον Ηρακλήν, όστις
είνε παρά πολύ του Ερμού ισχυρότερος. Μη απορής δε διότι παριστάνεται
γέρων καθότι μόνον η ευγλωττία έχει συνήθως την ακμήν της εις το
γήρας, εάν πρέπει να πιστεύσωμεν τους ποιητάς σας, οίτινες λέγουν ότι
των μεν νεωτέρων ο νους είνε άπηκτος {67} και άστατος, το δε γήρας
έχει τι λέξαι των νέων σοφώτερον{68}•
Ούτω και εκ της γλώσσης του Νέστορος σας έτρεχε μέλι και των αγορητών
της Τρωάδος η φωνή εξήρχετο λειριόεσσα, δηλαδή ευανθής, διότι λείρια,
αν καλώς ενθυμούμαι, ονομάζονται τα άνθη. Ώστε μη απορής εάν ο γέρων
ούτος, ο οποίος προσωποποιεί τον λόγον, έλκει διά της γλώσσης τους
ανθρώπους τους όποιους έχει δέσει εκ των ώτων, αφού γνωρίζεις την
μεταξύ των ώτων και της γλώσσης σχέσιν. Ούτε αποτελεί ύβριν δι' αυτόν
το τρύπημα της γλώσσης του• διότι, ως λέγουν κωμικοί τινες ίαμβοι τους
οποίους από σας τους Έλληνας έμαθα,
Τοις γαρ λάλουσιν εξ άκρου
η γλώττα πάσίν εστι τετρυπημένη. {69}
Εν γένει δε περί του Ηρακλέους ημείς φρονούμεν ότι τα πάντα κατώρθωσε
διά του λόγου, ότι υπήρξε σοφός και διά της πειθούς μάλλον ή της βίας
επέτυχεν εις τα πλείστα. Και τα βέλη αυτού είνε οι λόγοι, πιστεύω,
οξείς και εύστοχοι και ταχείς και τας ψυχάς επιτυγχάνοντες• διότι
πτερωτούς αποκαλείτε και σεις τους λόγους.
Αυτά μου είπεν ο Κελτός εκείνος. Εγώ δε, ενώ εσκεπτόμην περί της
σημερινής εμφανίσεώς μου, αν έπρεπεν εις ηλικίαν τοιαύτην, και αφού
προ τόσου καιρού έπαυσα τας δημοσίας διαλέξεις, να υποβληθώ πάλιν εις
την κρίσιν τόσων δικαστών, ανεμνήσθην εγκαίρως την εικόνα εκείνην.
Μέχρι της στιγμής εκείνης εφοβούμην μήπως εις κανένα εξ υμών φανώ ότι
παιδιαρίζω και ότι πράττω ανάρμοστα εις την ηλικίαν μου, ίσως δε
κανείς νέος εκ των αναγινωσκόντων τον Όμηρον με επιπλήξη λέγων• «σή δε
βίη λέλυται»,{70} και «χαλεπόν γήρας κατείληφέ σε»,{71}
ηπεδανός δε νύ τοι θεράπων, βραδέες δε τοι ίπποι, {72}
υπαινισσόμενος διά τούτου και σκώπτων την βραδύτητα των ποδών.
Αλλ' όταν ενθυμηθώ τον γηραιόν εκείνον Ηρακλήν, λαμβάνω το θάρρος να
πράξω τα πάντα και δεν εντρέπομαι ν' αποτολμώ τοιαύτα, ενώ είμαι
ομήλικος του προσώπου εκείνου της εικόνος. Ώστε η δύναμις, η ευκινησία
και το κάλλος και όλα του σώματος τα χαρίσματα με απεχαιρέτισαν διά
παντός και αν ο Έρως σου, ω Τήιε ποιητά {73}, προκύψη και ίδη το
υπόλευκόν μου
γένειον και τανύσας τας χρυσάς του πτέρυγας απομακρυνθή, δεν θα
στενοχωρηθώ. Αλλά διά του λόγου σήμερον θέλω να ανανεωθώ και ν' ανθίσω
εκ νέου και ν' ανακτήσω την εαρινήν μου ακμήν• και να σύρω εκ των ώτων
όσους περισσοτέρους δυνηθώ και να τοξεύσω πολλάκις, ως να μη φοβούμαι
μήπως χωρίς να το εννοήσω κενωθή η βελοθήκη. Βλέπετε πως παρηγορούμαι
διά την ηλικίαν και το γήρας μου. Διά τούτο ετόλμησα να σύρω εις την
θάλασσαν το προ πολλού αργούν επί της άμμου πλοιάριόν μου και μετά
πρόχειρον επισκευήν να ανοιχθώ εις πέλαγος. Ας δώσουν δε οι θεοί να
πνεύση εκ μέρους υμών ευμενής άνεμος, καθότι τώρα μάλιστα έχω ανάγκην
βοηθητικού και ευνοϊκού ανέμου όστις να κολπώση τα ιστία μου, και εάν
φανώ άξιος των προσδοκιών σας, να λεχθή και δι' εμέ το Ομηρικόν•
οίην εκ ρακέων ο γέρων επιγουνίδα φαίνει{74}.
Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Προλαλιά.
Όταν ο Διόνυσος εξεστράτευσε κατά των Ινδών — δεν πιστεύω να εμποδίζη
τίποτε διά να σας διηγηθώ και ένα μύθον βακχικόν—λέγεται ότι τόσον τον
κατεφρόνησαν κατ' αρχάς οι εκεί άνθρωποι, ώστε εγέλων ενώ τον έβλεπον
επερχόμενον, μάλλον δε τον ελυπούντο διά την τόλμην του, υποθέτοντες
ότι θα τον εποδοπάτουν μετ'ολίγον οι ελέφαντες, εάν έφερεν αντίστασιν.
Και την περιφρονητικήν ταύτην ιδέαν εσχημάτισαν, υποθέτω, διότι οι
κατάσκοποι των ανήγγελλον αλλόκοτα περί του στρατεύματος αυτού, ως
λόγου χάριν ότι η φάλαγξ και οι λόχοι αυτού απετελούντο από γυναίκας
παράφρονας και μαινομένας, στεφανωμένας με κισσόν, ενδεδυμένας με
δέρματα νεαρών ελάφων και ωπλισμένας με μικρά δόρατα χωρίς σιδηράν
αιχμήν, από κισσόν κατεσκευασμένα και αυτά, και μικράς ασπίδας ελαφράς
αι οποίαι εβόμβουν και μόνον αν τας έψαυε κανείς, — διότι ως ασπίδας
εξελάμβανον τα τύμπανα. — Ηκολούθουν δε μόνον ολίγοι νέοι αγροίκοι και
γυμνοί, οίτινες εχόρευον κόρδακα {75} και είχον ουράς και κέρατα όπως
τα μικρά ερίφια. Και ο μεν στρατηλάτης εκάθητο επί άρματος, το οποίον
έσυρον παρδάλεις, και ήτο εντελώς αγένειος, χωρίς τον παραμικρόν χνουν
εις τας παρειάς, κερασφόρος και αυτός, στεφανωμένος με σταφυλάς, έχων
την κόμην περιδεδεμένην με ταινίαν και φορών πορφύραν και χρυσά
σανδάλια• ως υποστρατήγους δε είχε δύο. Εκ τούτων ο μεν ήτο μικρόσωμος
γέρων, αρκετά παχύς και προγάστωρ, με την μύτην σιμήν, με ώτα μεγάλα
και όρθια, όστις έτρεμε και εστηρίζετο εις βακτηρίαν αλλ' ως επί το
πλείστον εκάθητο επί όνου, εφόρει δε και ούτος χρυσοειδές ένδυμα και
εφαίνετο ως συνταγματάρχης του στρατηλάτου. Ο δε άλλος ήτο υπερμεγέθης
άνθρωπος και ωμοίαζε προς τράγον κατά τα κάτω άκρα, είχε τριχωτά τα
σκέλη, κέρατα επί κεφαλής και πυκνά γένεια, ήτο οργίλος και βίαιος•
και εις μεν την αριστεράν εκράτει φλογέραν, εις δε την δεξιάν ράβδον
καμπύλην, την οποίαν έχων υψωμένην περιέτρεχεν όλον το στρατόπεδον και
ανεπήδα. Και τα γύναια τον εφοβούντο και έσειον τας λυτάς των κόμας
και εφώναζον ευοί•{76} οι δε κατάσκοποι ενόμιζον ότι τούτο ήτο το
όνομά του.
Αι γυναίκες είχον ήδη διαρπάσει τα ποίμνια και εσπάρασσον ζωντανά τα
ζώα, διότι τρώγουν φαίνεται ωμά τα κρέατα. Ταύτα δε ακούοντες οι Ινδοί
και ο βασιλεύς των, εγέλων, ως ήτο επόμενον, και εθεώρουν περιττόν ν'
αντεπεξέλθουν ή να παραταχθούν, απεφάσισαν δε ν' αποστείλουν κατ'
αυτών τας γυναίκας, άμα θα έφθανον πλησίον, διότι εθεώρουν ως εντροπήν
και να φονεύσουν γύναια πάσχοντα τας φρένας και αρχηγόν θηλυπρεπή και
μεθυσμένον μικρόσωμον γέροντα και τον άλλον εκείνον ο οποίος ουδ'
αυτός ήτο σωστός στρατιώτης, και γυμνούς χορευτάς, όλους γελοίους.
Αλλ' όταν ανηγγέλθη ότι ο θεός ήρχισεν ήδη να πυρπολή την χώραν και να
κατακαίη τας πόλεις με τους κατοίκους• ν' ανάπτη δάση και εντός ολίγου
να γεμίση φωτιάν τας Ινδίας — διότι Διονησιακόν όπλον είνε το πυρ,
προερχόμενον εκ του πατρικού κεραυνού — τότε ήρχισαν με σπουδήν να
οπλίζωνται. Επέσαξαν και εχαλίνωσαν τους ελέφαντας και τοποθετήσαντες
επ' αυτών τους πύργους αντεπεξήλθον, καταφρονούντες μεν ακόμη τον
εχθρόν, αγανακτούντες όμως και σπεύδοντες να συντρίψουν μεθ' όλου του
στρατεύματος αυτού τον αγένειον εκείνον στρατάρχην.
Όταν επλησίασαν και αντικρύσθησαν, οι μεν Ινδοί τάξαντες επί κεφαλής
τους ελέφαντας ηκολούθησαν εις φάλαγγα, ο δε Διόνυσος κατείχε το μέσον
του στρατεύματός του, ενώ του δεξιού την διοίκησιν είχεν ο Σειληνός,
του δε αριστερού ο Παν και ως λοχαγοί και ταξίαρχοι είχον διορισθή
Σάτυροι. Γενικόν δε σύνθημα ήτο το ευοί. Και ευθύς τα τύμπανα ήρχισαν
να κροτούν και τα κύμβαλα εσήμαινον επίθεσιν, κάποιος δε εκ των
Σατύρων λαβών κέρας εσάλπιζεν έγερσιν και ο όνος του Σειληνού εξέπεμψε
πολεμικόν ογκηθμόν, αι δε μαινάδες, ζωσμέναι με όφεις και
ουρλιάζουσαι, ώρμησαν κατά των εχθρών και απεκάλυψαν τας σιδηράς
αιχμάς των θύρσων τους οποίους εκράτουν. Οι δε Ινδοί και οι ελέφαντες
των αμέσως αποδειλιάσαντες έφευγον ατάκτως, χωρίς καν να περιμένουν να
φθάσουν οι εχθροί εντός βολής, και επί τέλους κατά κράτος ενικήθησαν
και συνελήφθησαν αιχμάλωτοι υπ' εκείνων τους οποίους προηγουμένως
έσκωπτον. Ούτω δε εδιδάχθησαν υπό πικράς πείρας να μη περιφρονούν τους
ξένους στρατούς από τα πρώτα ακούσματα.
Αλλά θα ερωτήση κανείς• τις ο σκοπός αυτής της διηγήσεως περί του
Διονύσου; Διότι μου φαίνεται—και δι' όνομα των Χαρίτων μη νομίσετε ότι
είμαι μεθυσμένος ή παράφρων και παραβάλλω τα ιδικά μου προς τα των
θεών—ότι οι περισσότεροι των ανθρώπων ευρίσκονται εις τας αυτάς
διαθέσεις με τους Ινδούς, προκειμένου περί λόγων, όπως εκείνος τον
οποίον εγώ προτίθεμαι να σας εκφωνήσω. Νομίζοντες ότι θ' ακούσουν παρ'
εμού σατυρικά πράγματα και αστεία και εντελώς κωμικά, έρχονται με
αυτήν την πεποίθησιν, διότι δεν γνωρίζω πώς έχουν τοιαύτην ιδέαν περί
εμού. Και άλλοι μεν ούτε να έλθουν να με ακούσουν ηθέλησαν, μη
θεωρούντες πρέπον να κατέλθουν από τους ελέφαντας των, διά ν'
ακροώνται γυναικεία άσματα και να βλέπουν σκιρτήματα Σατύρων• άλλοι δε
ερχόμενοι ακριβώς προς τοιούτον σκοπόν και αντί κισσού απαντήσαντες
σιδηράς αιχμάς, τόσον εταράχθησαν υπό του απροσδοκήτου, ώστε ούτε να
επιδοκιμάσουν τους λόγους μου τολμούν. Αλλά μετά θάρρους υπόσχομαι εις
αυτούς ότι εάν και τώρα, όπως άλλοτέ ποτε, θελήσουν να μετάσχουν εις
την Διονυσιακήν τελετήν την οποίαν προσφέρω και ενθυμηθούν οι παλαιοί
μου συμπόται τας διασκεδάσεις μας των τότε καιρών και δεν
καταφρονήσουν τους Σατύρους και τους Σειληνούς, πίουν δε μέχρι κόρου
εκ του ποτηρίου το οποίον προσφέρω, θα καταληφθούν και αυτοί υπό της
Διονυσιακής μέθης και πολλάκις μετ' εμού θα αναφωνήσουν το ευοί.
Αλλ' αυτοί είνε ελεύθεροι να πράξουν ό,τι θέλουν. Εγώ δε, επειδή ακόμη
ευρισκόμεθα εις τας Ινδίας, θέλω να σας διηγηθώ και κάτι άλλο περί των
εκεί, όχι άσχετον και αυτό και ξένον προς το θέμα. Εις την χώραν των
Ινδών Μαχλαίων, οίτινες κατοικούν εις τα αριστερά του Ινδού ποταμού
μέχρι του Ωκεανού, υπάρχει ιερόν δάσος εις μέρος περίφρακτον και ουχί
λίαν εκτεταμένον, το οποίον κισσός πολύς και κλήματα καθιστώσιν
εντελώς σύσκιον. Εκεί υπάρχουν τρεις πηγαί καλλίστου και διαυγεστάτου
ύδατος, εξ ων η μεν είνε αφιερωμένη εις τον Σάτυρον, η δε εις τον Πάνα
και η τρίτη εις τον Σειληνόν. Εις το άλσος εκείνο εισέρχονται οι Ινδοί
μίαν φοράν το έτος και τελούν την εορτήν του θεού και πίνουν εκ των
πηγών, όχι όμως όλοι και εξ όλων, αλλά κατά ηλικίαν• οι μεν νέοι
πίνουν εκ της πηγής των Σατύρων, οι δε άνδρες εκ της Πανικής και οι
έχοντες την ηλικίαν μου εκ της πηγής του Σειληνού. Θα ήτο μακρόν να
διηγηθώ τι συμβαίνει εις τους παίδας, άμα πίουν εκ της πηγής, και
ποίας τρέλλας κάμνουν οι άνδρες οι κατεχόμενοι υπό του Πανικού
ενθουσιασμού• αλλ' εκείνα τα οποία πράττουν οι γέροντες όταν μεθύσουν
εκ του νερού εκείνου δεν είνε άκαιρον να τ' αναφέρω. Άμα πίη ο γέρων
και κυριευθή υπό του Σειληνού μένει επί πολύ άφωνος και όμοιος με
άνθρωπον τον οποίον έχει ζαλίσει και βαρύνει ο οίνος• έπειτα αίφνης
ανακτά φωνήν λαμπράν, εύστροφον και μελωδικήν και εξ αφώνου γίνεται
λαλίστατος, τόσον ώστε είνε αδύνατον ν' αποστομωθή και να παύση να
ρητορεύη. Αλλ' όσα λέγει είνε συνετά και σεμνά και οι λόγοι του
κατεβαίνουν όπως του Ομηρικού εκείνου ρήτορος• «νιφάδεσσιν εοικότες
χειμερίησι» {77}• και δεν είνε αρκετόν να τους παρομοιάση τις, διά την
ηλικίαν των, προς κύκνους• η ευφράδεια των ενθυμίζει μάλλον τους
τέττιγας, όπως εξακολουθούν να λαλούν επιμόνως και γοργώς μέχρι
βαθείας εσπέρας. Τότε ανανήφοντες εκ της μέθης, σιωπούν και
επανέρχονται εις την προτέραν κατάστασιν.
Αλλά το παραδοξώτερον δεν είπα• εάν ο γέρων αφήση εν τω μεταξύ ημιτελή
την ομιλίαν του και δύσαντος του ηλίου εμποδισθή να την φέρη εις
πέρας, όταν το επόμενον έτος θα πίη εκ νέου εκ της πηγής, θα την
εξακολουθήση εκ του σημείου όπου την αφήκεν όταν εξεμέθυσε.
Αυτά τα σκώμματα απευθύνω, ως ο Μώμος, προς τον εαυτόν μου• και μα τον
Δία, είνε περιττόν να προσθέσω το επιμύθιον διότι βλέπετε πόσον ο
μύθος μου ταιριάζει. Εάν είπω ανόητα, η μέθη είνε αιτία• εάν δε φανούν
συνετοί οι λόγοι μου, άρα ο Σειληνός μ' ελυπήθη και μ' ενέπνευσε.
ΨΕΥΔΟΛΟΓΙΣΤΗΣ {78}
Η περί της αποφράδος, κατά Τιμάρχου.
Ότι δεν εγνώριζες την λέξιν αποφράδα είνε ολοφάνερον. Διότι πώς θα με
κατηγορείς δι' αυτό ως βαρβαρίζοντα εις την γλώσσαν, επειδή είπα περί
σου ότι είσαι όμοιος με αποφράδα — τωόντι δε την ημέραν εκείνην
ενθυμούμαι ότι παρωμοίασα την διαγωγήν σου προς την τοιαύτην ημέραν —
εκτός αν σου είνε παντελώς άγνωστος η λέξις; Αλλά την σημασίαν της
λέξεως ταύτης θα σε διδάξω μετ' ολίγον• τώρα δε σου λέγω εκείνο το
οποίον είπεν ο Αρχίλοχος, ότι έπιασες τέττιγα από το πτερόν, εάν έτυχε
να γνωρίζης την ύπαρξιν ενός σατυρικού ποιητού Αρχιλόχου ονομαζομένου
και εκ Πάρου καταγομένου, όστις διεκρίνετο διά την ανεξαρτησίαν του
φρονήματος και την ελευθερίαν της γλώσσης, και δεν εφοβείτο να
κατακρίνη ό,τι δήποτε, ούτε εσκοτίζετο αν θα ελύπει υπερβολικά τους
κινούντας την χολήν των στίχων του. Εκείνος λοιπόν, όταν ποτέ
εκακολογήθη υπό τινος, είπεν ότι άσχημα έκαμε να πιάση τον τέττιγα από
το πτερόν. Ο Αρχίλοχος παρωμοίαζε τον εαυτόν του προς τέττιγα, όστις
εκ φύσεως και χωρίς αφορμήν είνε λάλος, όταν δε τον συλλάβουν και από
το πτερόν, φωνάζει ακόμη δυνατώτερα. Και συ τώρα, είπε, δυστυχή
άνθρωπε, τι ήθελες να ερεθίσης εναντίον σου ποιητήν λάλον ζητούντα
αφορμήν και υπόθεσιν προς στιχουργίαν;
Αυτήν την απειλήν σου απευθύνω και εγώ, όχι μα τον Δία διότι θέλω να
συγκρίνω τον εαυτόν μου προς τον Αρχίλοχον— κατά τι; πολύ απέχω — αλλά
διότι γνωρίζω από τον βίον σου πολλά τα οποία είνε άξια σατυρισμού και
διά τα οποία ούτε αυτός ο Αρχίλοχος θα ήτο αρκετός• και αν εκάλει τον
Σιμωνίδην και τον Ιππώναντα εις συνεργασίαν, δεν θα ήσαν αρκετοί να
εξεικονίσουν και μίαν μόνην από τας φαυλότητάς σου. Εις πάσαν
διαφθοράν υπερβαίνεις τον Οροδοικίδην, τον Λυκάμβην και τον
Βούπαλον,{79} οίτινες έγιναν αντικείμενα της σατύρας των ποινών
εκείνων. Φαίνεται ότι κάποιος εκ των θεών έφερεν εις τα χείλη σου τον
γέλωτα όταν ελέχθη η αποφράς, και ούτω συ μεν απεδείχθης περισσότερον
και από τους Σκύθας ως εντελώς αμαθής, έδωκες δε δικαίαν αφορμήν
επιθέσεως εις άνδρα ελεύθερον, όστις εξ ιδίας αντιλήψεως σε γνωρίζει
καλώς και ουδόλως συστέλλεται ναποκαλύψη τα πάντα, μάλλον δε είνε
έτοιμος να διακηρύξη όσα πράττεις νύκτα και ημέραν ακόμη και τώρα,
εκτός των πολλών τα οποία έπραξες εις το παρελθόν. Ίσως είνε μάταιον
και περιττόν να ομιλή κανείς περί σου με την ειλικρίνειαν ήτις αρμόζει
εις τους μορφωμένους ανθρώπους. Διότι ούτε συ υπάρχει ελπίς να γίνης
καλλίτερος διά της επιτιμήσεως, όπως ο κάνθαρος δεν δύναται να
μεταπεισθή να κυλίη τας ακαθαρσίας αφού άπαξ συνείθισεν εις αυτάς,
ούτε υπάρχει κανείς, υποθέτω, όστις αγνοεί την διαφθοράν σου και τας
πράξεις με τας οποίας υβρίζεις το γήρας σου. Δεν είνε τόσον αφανείς
και προφυλαγμέναι από την κοινήν αντίληψιν αι κακοήθειαί σου• ούτε
είνε ανάγκη να σου αφαιρέση κανείς την λεοντήν διά να φανής ότι είσαι
όνος, εκτός αν κανείς μας ήλθε προσφάτως εκ των Υπερβορείων Χωρών ή
είνε τόσον μωρός, ώστε και χωρίς να σε ίδη να μη γνωρίζη και να εννοή
αμέσως ότι είσαι ο θρασύτατος των όνων και να περιμένη να σε ακούση να
ογκανίζης διά να βεβαιωθή τι είσαι. Προ πολλού και προ εμού και
πολλάκις έχουν διατυμπανισθή αι κακοήθειαί σου και έχεις φήμην όχι
μικράν δι' αυτάς, περισσοτέραν και από τον Αριφράδην,{80} τον
Συβαρίτην Ημιθέωνα και τον Χίον Βάσταν τον θεωρούμενον σοφόν εις τα
τοιαύτα. Θα τα είπω όμως, αν και θα φανώ ότι λέγω πασίγνωστα, διά να
μη κατηγορηθώ ότι μόνος εγώ δεν τα γνωρίζω.
Αλλά προτιμώτερον να καλέσωμεν βοηθόν ένα εκ των προλόγων του
Μενάνδρου, τον Έλεγχον, φίλον της Αληθείας και της Παρρησίας, όστις
δεν είνε εκ των ασημοτέρων θεών των αναβαινόντων εις την σκηνήν και
είνε εχθρός μόνον υμών των φοβουμένων την γλώσσαν του. Ο Έλεγχος όχι
μόνον γνωρίζει τα πάντα, αλλά και σαφώς εκθέτει όσα περί υμών
γνωρίζει. Θα είνε λοιπόν ευχάριστον εάν θελήση να προσέλθη και μας
διηγηθή την υπόθεσιν του δράματος. Έλα λοιπόν, άριστε των προλόγων και
των σκηνικών θεοτήτων, και φρόντισε να εξηγήσης προκαταβολικώς εις
τους ακροατάς ότι ουχί αδίκως, ούτε εκ φιλοκατηγορίας και
επιπολαιότητος επιχειρώ το κατηγορητήριον τούτο, αλλά και διά
προσωπικήν άμυναν και διότι συμμερίζομαι το κοινόν μίσος διά την
κακοήθειαν του ανθρώπου. Αφού είπης μόνον αυτά και κάμης σαφή
εισαγωγήν, ναποσυρθής αμέσως και ναφήσης εις εμέ τα λοιπά. Θα σε
μιμηθώ δε και θα ελέγξω τας περισσοτέρας των αισχρουργιών του
ανθρώπου, ώστε να μη δύναται κανείς να σε κατηγορήση δι' έλλειψιν
θάρρους και αληθείας. Δεν ζητώ, φίλτατε Έλεγχε, να επαινέσης εμέ προς
τους ακροατάς, ούτε τα ελαττώματα εκείνου να εκθέσης. Διότι δεν είνε
πρέπον να έλθουν εις το στόμα ενός θεού λόγοι περί ανθρώπου τόσον
καταπτύστου.
Ο άνθρωπος ούτος (ομιλεί ο Έλεγχος)διατεινόμενος ότι είνε σοφιστής
{81}, μετέβη μίαν φοράν εις την Ολυμπίαν διά να εκφωνήση προς τους
πανηγυριστάς λόγον, τον οποίον είχε προ πολλού συνθέσει.
Ήτο δε υπόθεσις του λόγου το γεγονός ότι ο Πυθαγόρας ημποδίσθη υπό
τινος Αθηναίου, νομίζω, να λάβη μέρος εις τα Ελευσίνια μυστήρια ως
βάρβαρος, διά τον λόγον ότι αυτός ο Πυθαγόρας έλεγεν ότι άλλοτε ποτέ
υπήρξε και Εύφορβος.{82} Ο λόγος αυτού ήτο, όπως ο κολιός του Αισώπου,
στολισμένος με διάφορα ξένα πτερά. Διά να μη φανή δε ότι έλεγε παλαιά
πράγματα, αλλ' ότι ωμίλει εκ του προχείρου, παρεκάλεσε ένα εκ των
φίλων του — ήτο δε ούτος εκ Πατρών, ασχολούμενος συνήθως με δίκας—όταν
ζητήση να του προβάλουν θέμα περί του οποίου να ομιλήση, να του
προτείνη τον Πυθαγόραν. Ούτω και συνέβη και ο Πατρεύς εκείνος παρέσυρε
τους παρόντας ν' ακούσουν ομιλίαν περί του Πυθαγόρου. Αλλ' όπως ήρχισε
να αραδιάζη πράγματα τα οποία προ πολλού είχε σκεφθή και μελετήση,
εφάνη αμέσως πολύ απίθανος αυτοσχεδιαστής, μολονότι η μεγάλη του
αναισχυντία τον υπεβοήθει και τον υπεστήριζε και συνεκάλυπτε την
απάτην. Οι δε ακροαταί εγέλων θορυβωδώς και άλλοι μεν παρατηρούντες
τον Πατρέα εκείνον υπεδήλουν ότι εμάντευσαν την σύμπραξίν του εις την
απάτην, άλλοι δε γνωρίζοντες και αυτά τα λεγόμενα παρά του ρήτορος,
κατεγίνοντο καθ' όλην την διάρκειαν του λόγου να δοκιμάζουν αλλήλους
κατά πόσον ηδύναντο ν' αναμνησθούν και διαγνώσουν τίνος εκ των
σοφιστών, οίτινες ολίγον πρότερον είχον διακριθή εις τας καλουμένας
μελέτας, ήτο εκάστη των περικοπών του λόγου. Μεταξύ των γελώντων ήτο
και ο γράψας τον παρόντα λόγον. Και ηδύνατο να μη γελά διά τόσον
φανεράν και απίστευτον και αναίσχυντον απάτην, αφού μάλιστα έχει και
εύκολον τον γέλωτα; Αλλά και πώς να μη γελάση, όταν ο ρήτωρ τρέψας την
φωνήν του εις μελωδίαν ήρχισε να ψάλλη, ως ενόμιζε, θρήνον διά τον
Πυθαγόραν; Ο συγγραφεύς του παρόντος νομίζων ότι έβλεπεν όνον
προσπαθούντα, κατά το λεγόμενον, να παίξη κιθάραν, ανεκάγχασε με όλην
του την όρεξιν. Ο δε ρήτωρ στραφείς τον είδε και από της στιγμής
εκείνης ο πόλεμος εκηρύχθη μεταξύ των.
Κατόπιν ήλθεν η πρώτη του έτους ή μάλλον η τρίτη ημέρα της μεγάλης
νουμηνίας {83} ότε οι Ρωμαίοι, κατ' αρχαίον έθιμον, κάμνουν ευχάς δι'
όλον το έτος και θυσίας, τας οποίας εκανόνισεν ο βασιλεύς Νουμάς.
Πιστεύουν δε ότι οι θεοί κατ' εκείνην την ημέραν εξαιρετικώς
εισακούουν τας ευχάς των ανθρώπων. Κατά τοιαύτην λοιπόν εορτήν,
εκείνος ο οποίος εγέλασεν εις την Ολυμπίαν διά τον ψευδή εκείνον
Πυθαγόραν, είδε πλησιάζοντα τον αισχρόν και φαντασμένον, τον
σφετεριστήν των ξένων έργων — συνέπεσε δε να γνωρίζη ακριβώς και την
διαγωγήν αυτού, την ασέλγειαν και την ρυπαρότητα του βίου και όσα
συνελήφθη να πράττη. Και είπε προς ένα εκ των συντρόφων του• Πρέπει
ναποφύγωμεν αυτό το κακόν συναπάντημα, του οποίου η εμφάνισις δύναται
να μας μεταβάλλη αυτήν την ευτυχή ημέραν εις αποφράδα. Τούτο ακούσας ο
σοφιστής και νομίσας την λέξιν αποφράδα, ως ξένην και άσχετον προς την
Ελληνικήν γλώσσαν, ήρχισε να γελά και ενόμισεν ότι εύρε την περίστασιν
να εκδικηθή διά τον παλαιόν εκείνον γέλωτα και προς όλους έλεγεν•
Αποφράς; τι είνε αυτό; καρπός ή λάχανον ή σκεύος; είνε φαγώσιμον ή το
πίνουν; Εγώ ούτε το ήκουσα ποτέ, ούτε δύναμαι να εννοήσω τι σημαίνει.
Ενόμιζεν ότι έλεγε ταύτα εναντίον του εχθρού του και εγέλα πολύ με την
αποφράδα και δεν ενόει ότι έδιδε την εσχάτην απόδειξιν της απαιδευσίας
του. Διά τούτο έγραφε τον παρόντα λόγον εκείνος όστις με προαπέστειλε
προς υμάς, διά να δείξη ότι ο περίφημος σοφιστής αγνοεί τα κοινότατα
της Ελληνικής γλώσσης και αυτά ακόμη τα οποία γνωρίζουν οι άνθρωποι
των εργαστηρίων και των καπηλειών.
Αυτά είπεν ο Έλεγχος. Εγώ δε — διότι τώρα θα συνεχίσω του δράματος την
υπόθεσιν — καθήσας επί του Δελφικού τρίποδος, δικαιούμαι να είπω τα
όσα έπραξες εις την πατρίδα σου, όσα εις την Παλαιστίνην, οποία εις
την Αίγυπτον, εις την Φοινίκην και την Συρίαν, κατόπιν δε εις την
Ελλάδα και την Ιταλίαν και τελευταίον τώρα εις την Έφεσον, όπου η
κακοήθεια σου έφθασεν εις το κατακόρυφον αυτής. Αφού κατά την
παροιμίαν είσαι κάτοικος της Ιλίου και εκάλεσες τραγωδούς διά να σου
παίξουν, κατ' ανάγκην θ' ακούσης την διήγησιν των δυστυχημάτων σου
{84}.