Ιωνίας, της Κιλικίας, Παφλαγονίας και Γαλατίας• αλλ' όταν η φήμη του
Μαντείου έφθασε και μέχρις Ιταλίας και ενέσκηψεν εις την πόλιν των
Ρωμαίων, έγεινεν άμιλλα περί του ποίος πρώτος να συμβουλευθή το
μαντείον και άλλοι μεν μετέβαινον αυτοπροσώπως, άλλοι δε απέστελλον
αντιπροσώπους, μάλιστα οι επιφανέστατοι και κατέχοντες τα μεγαλείτερα
αξιώματα εις την πόλιν, μεταξύ των οποίων ο Ρουτιλλιανός, άνθρωπος
κατά μεν τα άλλα καλός και χρηστός και ο οποίος είχε διακριθή εις
πολλά Ρωμαϊκά αξιώματα, αλλ' ως προς τα αφορώντα τους θεούς πολύ
επιπόλαιος και στενοκέφαλος, πιστεύων αλλόκοτα περί αυτών• και μόνον
πέτραν εάν έβλεπε πουθενά αλειμμένην με έλαιον ή στεφανωμένην, έπιπτε
κάτω ευθύς και επροσκύνα και επί πολύ παρέμενε προσευχόμενος και ζητών
παρ' αυτής διαφόρους χάριτας. Ούτος λοιπόν ακούσας να γίνεται λόγος
περί του μαντείου, παρ' ολίγον ν' αφήση την θέσιν του και να μεταβή
εις το τείχος του Αβώνου. Μη δυνηθείς όμως να μεταβή ο ίδιος,
απέστειλεν άλλους και άλλους• επειδή δε οι αποστελλόμενοι ήσαν
απλοϊκοί υπηρέται, ευκόλως εξηπατώντο και επανερχόμενοι διηγούντο όσα
είδον και όσα δεν είδον και προσθέτοντες εις όσα ήκουσαν, διά να
ευχαριστήσουν περισσότερον τον κύριόν των. Ούτω δε εξήπτον την
φαντασίαν του αθλίου γέροντος και του διεσάλευον τας φρένας. Επειδή δε
ήτο φίλος των περισσοτέρων και ισχυροτέρων εις την Ρώμην, διηγείτο εις
όλους όσα παρά των αποσταλέντων ήκουσε, προσέθετε δε και ιδικά του.
Και τοιουτοτρόπως εγέμισε την πόλιν με τον θαυμασμόν προς το μαντείον
του Αλεξάνδρου και διετάραξε τα πνεύματα και τους περισσοτέρους των
αυλικών παρέσυρε και συνεκίνησε, ευθύς δε και ούτοι έσπευδον να
συμβουλευθούν το μαντείον. Ο δε Αλέξανδρος υποδεχόμενος τους
ερχομένους με φιλοφροσύνην μεγάλην και διά δώρων πολυτελών και
φιλοξενίας διαθέτων αυτούς ευνοϊκώς τους απέπεμπε, όχι μόνον διά να
δώσουν τας απαντήσεις εις τα προς το μαντείον ερωτήματα, αλλά και διά
να εγκωμιάσουν τον θεόν και να διηγηθούν τερατώδη ψεύδη δι' αυτόν και
το μαντείον.
Αλλά και κάτι άλλο εμηχανεύθη ο τρισκατάρατος δολιώτατον και άξιον
μεγάλου ληστού. Όταν απεσφράγιζε τα πεμπόμενα ερωτήματα και
αναγινώσκων αυτά εύρισκε τίποτε επιλήψιμον και δυνάμενον να έχη
σοβαράς συνεπείας διά τον ερωτώντα, το εκράτει και δεν το επέστρεφε,
διά να τους έχη υποχειρίους και σχεδόν δούλους διά τον φόβον μήπως
αποκαλυφθούν όσα ηρώτησαν. Εννοείς δε με ποία δώρα εξηγόραζαν την
σιωπήν του οι πλούσιοι και οι ισχυροί, οίτινες εγνώριζον ότι τους
εκράτει εις τα δίκτυά του.
Θα σου αναφέρω τώρα και μερικούς εκ των χρησμών, οίτινες εδόθησαν εις
τον Ρουτιλλιανόν. Όταν ούτος ηρώτησε περί του υιού του, τον οποίον
είχεν εκ προτέρας γυναικός και όστις διέτρεχε την ηλικίαν καθ' ην
έπρεπε ν' αρχίση η εκπαίδευσίς του, ποίον διδάσκαλον να του δώση, το
μαντείον απήντησε•
Πυθαγόρην πολέμων τε διάκτορον εσθλόν αοιδόν{46}.
Αλλ' επειδή μετ' ολίγας ημέρας το παιδίον απέθανεν, ο Αλέξανδρος
ευρέθη εις αμηχανίαν και δεν είχε τι ν' απαντήση εις εκείνους οίτινες
τον κατηγόρουν• ο καλός όμως Ρουτιλλιανός έφθασε μέχρι του ν'
απολογήται αυτός υπέρ του μαντείου• και έλεγεν ότι ο θεός προείπεν
ακριβώς ό,τι έγεινε και διά τούτο δεν παρήγγειλε να δοθή εις τον υιόν
του κανείς εκ των ζώντων διδασκάλων, αλλ' ο Πυθαγόρας και ο Όμηρος,
οίτινες προ πολλού είχον αποθάνει και τους οποίους ήτο επόμενον να
συναντήση εις τον Άδην το παιδίον. Διατί λοιπόν κατηγορείτε τον
Αλέξανδρον;
Όταν δε πάλιν ο Ρουτιλλιανός ηρώτησεν εις ποίους είχε μετεμψυχωθή,
έλαβε την εξής απάντησιν•
Πρώτον Πηλείδης εγένου, μετά ταύτα Μένανδρος,
είθ' ος νυν φαίνη, μετά δ' έσσεαι ηλιάς ακτίς,
ζήσεις δ' ογδώκοντ' επί τοις εκατόν λυκάβαντας{47}.
Αλλ' αυτός απέθανεν εβδομηκοντούτης, αφού παρεφρόνησε χωρίς να
περιμένη την υπόσχεσιν του θεού. Ήτο δε και ο χρησμός ούτος εκ των
αυτοφώνων.
Όταν δε άλλην φοράν ηρώτησε περί γάμου, του εδόθη σαφής η απάντησις•
Γήμον Αλεξάνδρου τε Σεληναίης τε θύγατρα {48}.
Είχε δε διαδόσει προ πολλού ο Αλέξανδρος ότι την θυγατέρα του είχεν
αποκτήσει εκ της Σελήνης, ήτις τον ερωτεύθη όταν συνέβη να τον ίδη
κοιμώμενον, όπως αυτή συνειθίζη να ερωτεύεται τους ωραίους τους
οποίους βλέπει κοιμωμένους. Ο δε φρονιμώτατος Ρουτιλλιανός χωρίς να
βραδύνη έπεμψεν αμέσως και εζήτησεν εις γάμον την κόρην του Αλεξάνδρου
και έγεινεν εξηκοντούτης γαμβρός και ετέλεσε μεγάλας θυσίας προς την
πενθεράν του Σελήνην, νομίζων ότι έγεινε και αυτός είς εκ των
επουρανίων.
Ο Αλέξανδρος, αφού ούτω εγνωρίσθη και επεκράτησεν εις την Ιταλίαν,
εγίνετο βαθμηδόν θρασύτερος εις τας επινοήσεις και τας αγυρτείας του
και έπεμπε χρησμολόγους εις Ρωμαϊκάς πόλεις, οίτινες προέλεγον λοιμούς
και πυρκαϊάς και σεισμούς και υπέσχοντο ότι θα εβοήθει ο Αλέξανδρος
διά να μη συμβούν τα δυστυχήματα ταύτα. Εκτός δε άλλων απέστειλεν εις
όλα τα έθνη ένα αυτόφωνον χρησμόν κατά του λοιμού. Ο χρησμός δε ούτος
ήτο ο ακόλουθος•
Φοίβος ακερσεκόμης λοιμού νεφέλην απερύκει{49}.
Και έβλεπε κανείς παντού τον στίχον τούτον γεγραμμένον εις τους
πυλώνας των οικιών ως αποτρεπτικόν των επιδημιών. Αλλά το αποτέλεσμα
ήτο αντίθετον ως επί το πλείστον• κατά σύμπτωσιν περίεργον εκείναι προ
πάντων αι οικίαι ηρημώθησαν υπό του θανατικού, επί των οποίων ήτο
γεγραμμένος ο στίχος εκείνος. Μη υποθέσης όμως ότι θέλω ν' αποδώσω
τούτο εις τον στίχον•αναφέρω απλώς την σύμπτωσιν. Αλλ' ίσως και οι
πολλοί εμπιστευόμενοι εις την προστασίαν του στίχου παρημέλουν και
διητώντο κακώς, ουδόλως προσπαθούντες μετά του χρησμού να απομακρύνουν
την νόσον, ως να είχον ασφαλές προπύργιον τας συλλαβάς του στίχου και
τον Απόλλωνα τοξεύοντα τον λοιμόν.
Εγκαθίδρυσε δε και εις την Ρώμην πολλούς κατασκόπους εκ των συνεργατών
και συνεννοημένων, οι οποίοι τον επληροφόρουν περί του χαρακτήρος και
των διαθέσεων εκάστου, περί των ερωτήσεων τας οποίας έμελλον ν'
απευθύνουν προς το μαντείον και περί των πόθων και των φιλοδοξιών
εκάστου, ώστε να είνε έτοιμος διά τας απαντήσεις και πριν φθάσουν οι
απεσταλμένοι να γνωρίζη τι θα τον ηρώτων.
Τοιαύτα εμηχανεύετο διά την Ιταλίαν εκτός δε τούτου ίδρυσε μίαν εορτήν
με λαμπαδηφορίας και ιεροφαντίας, τελουμένας επί τρεις συνεχείς
ημέρας. Κατά την πρώτην ημέραν εγίνετο προκήρυξις, όπως εις τας
Αθήνας, λέγουσα• Πας Χριστιανός ή Επικούρειος, όστις έρχεται να
κατασκοπεύση τα ιερά όργια, ας φύγη, οι δε πιστεύοντες εις τον θεόν ας
μείνωσι και ας τελέσωσι τας εορτάς ευτυχείς. Έπειτα εξεδιώκοντο οι
βέβηλοι και ο Αλέξανδρος ελάμβανε την πρωτοβουλίαν αναφωνών «Έξω οι
Χριστιανοί», το δε πλήθος όλον αντεφώνει• «Έξω οι Επικούρειοι». Έπειτα
ετελείτο ο τοκετός της Λητούς και του Απόλλωνος η γέννησις, ο γάμος
της Κορωνίδος και η γέννησις του Ασκληπιού• την δε δευτέραν ημέραν
εγίνετο η εμφάνισις του Γλύκωνος και η γέννησις του Θεού. Η τρίτη
ημέρα ήτο αφιερωμένη εις τον Ποδαλείριον και εις τον γάμον της μητρός
του Αλεξάνδρου• και επειδή ωνομάζετο Δαδίς, εκαίοντο δάδες. Εις το
τέλος παριστάνετο ο έρως της Σελήνης και του Αλεξάνδρου και εγεννάτο η
σύζυγος του Ρουτιλλιανού. Ο Ενδυμίων Αλέξανδρος κρατών δάδα εξετέλει
χρέη ιεροφάντου. Έπειτα κατεκλίνετο εις το μέσον του ναού και
υπεκρίνετο τον κοιμώμενον, τότε δε κατέβαινε προς αυτόν εκ της οροφής
ως εξ ουρανού αντί της Σελήνης κάποια Ρουτιλλία, ωραιοτάτη, σύζυγος
ενός των οικονόμων του Αυτοκράτορος, πραγματικώς ερωτευμένη με τον
Αλέξανδρον και ανταγαπωμένη υπ' αυτού, και υπό τα βλέμματα του γελοίου
της συζύγου αντήλασσον φιλήματα και εναγκαλισμούς• και αν δεν ήτο πολύ
το φως ίσως θα συνέβαινε και τίποτε εκ των μάλλον αποκρύφων. Μετ'
ολίγον πάλιν επανήρχετο ο Αλέξανδρος με στολήν ιεροφάντου και εν μέσω
γενικής σιωπής έλεγε μεγαλοφώνως «ιή Γλυκών» {50}• απήντων δε οι
ακολουθούντες, δήθεν Ευμολπίδαι{51} και κήρυκες, οίτινες ήσαν
Παφλαγόνες με υποδήματα εξ ακατεργάστου δέρματος και αναδίδοντες
βαρείαν οσμήν σκόρδου, «ιή Αλέξανδρε».
Πολλάκις δε κατά τας δαδουχίας και τας κινήσεις των μυστικών χορών
{52}, ο μηρός αυτού αποκαλυπτόμενος επίτηδες εφαίνετο χρυσούς, διότι,
εννοείται, τον είχε περιενδύσει με δέρμα επίχρυσον, το οποίον
απέστιλβεν εις την λάμψιν των λαμπάδων. Διά τούτο και συζήτησις έγεινέ
ποτε μεταξύ δύο μωροσόφων περί αυτού, εάν ο Αλέξανδρος είχε την ψυχήν
του Πυθαγόρου, όπως είχε και τον χρυσούν αυτού μηρόν, είτε άλλην
ανάλογον. Το ζήτημα υπεβλήθη εις τον Αλέξανδρον, ο δε θεός Γλύκων
έλυσε διά χρησμού την απορίαν•
Πυθαγόρου ψυχή ποτέ μεν φθίνειν, άλλοτε δ' αύξει•
η δε προφητείη δίης φρενός έστιν απορρώξ•
και μιν έπεμψε πατήρ αγαθών ανδρών επαρωγόν•
και πάλιν ες Διός είσι Διός βληθείσα κεραυνώ {53}.
Ενώ δε εις όλους συνεβούλευε να αποφεύγουν τους παιδικούς έρωτας ως
ασεβείς, αυτός ο ενάρετος ανήρ εμηχανεύθη το εξής• παρήγγελλεν εις τας
πόλεις της Παφλαγονίας και του Πόντου ν' αποστέλλουν κατά τριετίαν
προς αυτόν διακόνους διά να υμνούν τον θεόν• έπρεπε δε να εκλέγωνται
και να προτιμώνται οι ευγενέστατοι και ανθηρότατοι, οι διακρινόμενοι
διά το κάλλος των. Τούτους εγκλείων μετεχειρίζετο ως γυναίκας
αργυρωνήτους, συγκοιμώμενρς μετ' αυτών και εις πάσαν ακολασίαν
εκτρεπόμενος. Και νόμον δε έκαμε κατά τον οποίον εις ουδένα υπερβάντα
το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του επετρέπετο να τον ασπάζεται εις
το στόμα προς χαιρετισμόν, αλλ' εις μεν τους άλλους έδιδε την χείρα
του να την ασπάζωνται, μόνον δε τους νεαρούς κατεφίλει και ούτοι
εκαλούντο «οι εντός του φιλήματος». Κατ' αυτόν τον τρόπον εμπαίζων
τους ανοήτους διέφθειρε φανερά γυναίκας και με παίδας συνευρίσκετο.
Και έκαστος εθεώρει ευτύχημα αν και μόνον ητένιζε την γυναίκα του ο
Αλέξανδρος• εάν δε κατεδέχετο και να την φιλήση, ενόμιζεν ότι θα
εισήρχετο αθρόα η ευτυχία εις την οικίαν του. Πολλαί και εκαυχώντο ότι
είχον γεννήσει εξ αυτού και οι σύζυγοι των επεβεβαίουν το πράγμα.
Θέλω δε να σου διηγηθώ και ένα διάλογον μεταξύ του Γλύκωνος και
κάποιου Σακέρδωτος, κατοίκου της Παφλαγονικής Τίου, του οποίου την
διανοητικήν κατάστασιν θα εννοήσης από τας ερωτήσεις του. Ανέγνωσα δε
τον διάλογον τούτον εις την Τίον, εις την οικίαν του Σακέρδωτος,
γεγραμμένον με χρυσά γράμματα. Ειπέ μου, ηρώτησεν ούτος, δέσποτα
Γλύκων, ποίος είσαι; Εγώ, απήντησεν ο Γλύκων, είμαι νέος Ασκληπιός.
Διάφορος από τον παλαιόν; Τι εννοείς; Δεν επιτρέπεται να το μάθης
αυτό, απήντησεν ο Γλύκων. Και πόσα έτη θα μείνης εδώ να μας δίδης
χρησμούς; Χίλια και τρία. Έπειτα πού θα μεταβής; Εις τα Βάκτρα και τα
περίχωρα• διότι πρέπει και οι βάρβαροι να απολαύσουν την παρουσίαν
μου. Τα δε άλλα μαντεία, το μαντείον των Δυδίμων, της Κλάρου και των
Δελφών έχουν ακόμη τον προπάτορά σου τον Απόλλωνα ή είνε ψευδείς οι
χρησμοί τους οποίους δίδουν τώρα; Μη επιμένεις να μάθης και τούτο,
διότι δεν είνε επιτετραμμένον. Εγώ δε τι θα γείνω μετά την παρούσαν
ζωήν; Κάμηλος, έπειτα ίππος, έπειτα άνθρωπος σοφός και προφήτης, όχι
κατώτερος του Αλεξάνδρου.
Τοιαύτα είπε προς τον Σακέρδωτα ο Γλύκων και εις το τέλος του έδωκε
τον εξής έμμετρον χρησμόν, καθότι εγνώριζεν ότι ήτο οπαδός του
Λεπίδου•
Μη πείθου Λεπίδω, επεί οι λυγρός οίτος οπηδεί {54}.
Διότι καθ' υπερβολήν εφοβείτο τον Επίκουρον, όπως προ— είπα, ως
αντίτεχνον και εχθρόν της αγυρτείας του. Είς δ' εκ των Επικουρείων,
όστις ετόλμησε να τον ελέγξη επί παρουσία πολλών, διέτρεξε μέγαν
κίνδυνον. Ο Επικούρειος ούτος πλησιάσας του είπε μεγαλοφώνως• Συ δεν
είσαι, Αλέξανδρε, που έπεισες τον δείνα Παφλαγόνα να προσαγάγη τους
δούλους του εις τον διοικητήν της Γαλατίας και να ζητήση την εις
θάνατον καταδίκην αυτών, ως φονέων του υιού του, όστις εσπούδαζεν εις
την Αλεξάνδρειαν; Αλλά μάθε ότι ο νέος εκείνος ζη και επέστρεψε ζων
μετά την θανάτωσιν των δούλων, οίτινες υπό σου παρεδόθησαν εις τα
θηρία. Ιδού τι συνέβη. Ο νέος εκείνος αναπλεύσας τον Νείλον μέχρι του
Κλύσματος {55} συνήντησεν εκεί πλοίον έτοιμον ν' αποπλεύση εις τας
Ινδίας και απεφάσισε να μεταβή και αυτός εκεί. Επειδή δε εβράδυνε, οι
δυστυχείς εκείνοι δούλοι του νομίσαντες ότι ή εις τον Νείλον, ενώ
εταξείδευεν, επνίγη ή υπό ληστών εφονεύθη—ήσαν δε πολλοί τότε—
επέστρεψαν και ανήγγειλαν την εξαφάνισίν του. Έπειτα ήλθεν ο χρησμός
και η καταδίκη των, μετά την οποίαν ήλθεν ο νέος και διηγήθη το εις
Ινδίας ταξείδι του.
Αυτά είπεν ο Επικούρειος, ο δε Αλέξανδρος αγανακτήσας διά την
κατηγορίαν και μη υποφέρων τον αληθή εκείνον ονειδισμόν, διέταξε τους
παρόντας να τον λιθοβολήσουν, άλλως και αυτοί θα ήσαν εξ ίσου ασεβείς
και άξιοι να ονομασθούν Επικούρειοι. Και το μεν πλήθος ήρχισε να τον
πετροβολή, αλλά κάποιος Δημόστρατος εκ των προκρίτων του Πόντου
παρατυχών εκεί έσπευσε και τον ενηγκαλίσθη και ούτω έσωσε τον άνθρωπον
εκ του θανάτου. Αλλά πολύ δικαίως θα επάθαινεν αν ελιθοβολείτο• διότι
δεν ήτο ανάγκη να δείξη μόνος αυτός ορθοφροσύνην εν μέσω τόσων
παραφρόνων και να εκτεθή εις την άλογον οργήν των Παφλαγόνων.
Μίαν ημέραν προ της εκδόσεως των χρησμών, προσήρχοντο οι θέλοντες να
ερωτήσουν το μαντείον και διά του κήρυκος ηρώτων εάν θα εδίδετο
απάντησις εις τα ερωτήματά των• εάν δε εκείνος απήντα έσωθεν «εις τους
κόρακας», ο λαμβάνων τοιαύτην
απάντησιν ούτε εις οικίαν εγίνετο πλέον δεκτός και πάντες του ηρνούντο
πυρ και ύδωρ και απεδιώκετο από τόπου εις τόπον ως ασεβής και άθεος
και Επικούρειος• το τελευταίον δε τούτο ήτο ο μεγαλείτερος ονειδισμός.
Αλλ' έπραξε και κάτι τι γελοιωδέστατον ο Αλέξανδρος. Ευρών τας «Κυρίας
Σκέψεις» του Επικούρου, το κάλλιστον, ως γνωρίζεις βιβλίον, το οποίον
περιέχει την συγκεφαλαίωσιν της σοφίας του φιλοσόφου εκείνου, τας
έφερεν εις το μέσον της αγοράς και τας έκαυσεν επί ξύλων συκής, ως
τάχα να έκαιε εκείνον, την δε στάκτην έρριψεν εις την θάλασσαν,
συνοδεύσας την πράξιν ταύτην με ένα χρησμόν•
Πυρπολέειν κέλομαι δόξας αλαοίο γέροντος {56}
Και δεν εσκέφθη ο άθλιος πόσων αγαθών γίνεται πρόξενος το βιβλίον
εκείνο εις τους αναγινώσκοντας και πόσην γαλήνην και αταραξίαν και
ελευθερίαν φρονήματος εμπνέει• διότι απαλάττει από δεισιδαιμονίας και
πίστιν εις φαντάσματα και τερατολογίας και από ματαίας ελπίδας και
περιττάς επιθυμίας, παρέχει δε ορθοφροσύνην και αλήθειαν και
πραγματικώς εξαγνίζει την ψυχήν όχι με δάδα και με σκιλλοκρόμυδον {57}
και με άλλας τοιαύτας ανοησίας, αλλά διά του ορθού λόγου, της αληθείας
και της παρρησίας.
Εκτός δε άλλων άκουσε και έν από τα μεγαλείτερα τολμήματα του μιαρού
εκείνου άνθρωπου. Διά του Ρουτιλλιανού, όστις είχε τότε μεγάλην
δύναμιν, εγίνετο ευκόλως δεκτός εις τα ανάκτορα και την αυλήν• ενώ
λοιπόν ο κατά των Γερμανών πόλεμος ευρίσκετο εις την ακμήν του και ο
θεός Μάρκος {58} είχεν ήδη συμπλακή προς τους Μαρκομάνους και
Κουάδους, έστειλε χρησμόν, όστις έλεγε να ριφθοϋν δύο λέοντες ζωντανοί
εις τον Ίστρον μετά πολλών αρωμάτων και να γείνουν συγχρόνως θυσίαι
μεγαλοπρεπείς. Αλλά προτιμότερον να παραθέσω κατά λέξιν τον χρησμόν•
Ες δίνας Ίστροιο διιπετέος ποταμοίο
εσβαλέειν κέλομαι δοιούς Κυβέλης θεράποντας
θήρας ορειτρεφέας, και όσα τρέφει Ινδικός αήρ
άνθεα και βοτάνας ευώδεας• αυτίκα δ' έσται
νίκη και μέγα κύδος άμ' ειρήνη ερατεινή {59}.
Αφού δε έγειναν ταύτα, ως διέταξεν, οι λέοντες κολυμβήσαντες επέρασαν
εις την χώραν των εχθρών, όπου οι βάρβαροι τους εφόνευσαν διά ξύλων,
ως σκύλους ή λύκους αγνώστου είδους• μετ' ολίγον δε έπαθαν οι ημέτεροι
το μεγαλείτερον δυστύχημα και περί τας είκοσι χιλιάδες εξ αυτών
εχάθησαν συγχρόνως. Έπειτα ηκολούθησαν τα γενόμενα εις την Ακυληίαν,
ήτις εκιδύνευσε να κυριευθή. Ο δε Αλέξανδρος ως δικαιολογίαν διά τα
γενόμενα έφερε την γελοίαν Δελφικήν εξήγησιν και τον χρησμόν του
Κροίσου {60} και έλεγεν ότι ο θεός προείπε νίκην, αλλά δεν εδήλωσεν αν
θα είνε νίκη των Ρωμαίων ή των αντιπάλων.
Ενώ δε τόσοι πολλοί συνέρρεον, ώστε η πόλις δεν ηδύνατο πλέον να τους
χωρέση και αρκετά τρόφιμα διά τόσον πληθυσμόν δεν είχεν, ο Αλέξανδρος
επενόησε τούς νυκτερινούς καλουμένους χρησμούς. Λαμβάνων τα γραπτά
ερωτήματα εκοιμάτο, ως έλεγεν, επ' αυτών και κατ' όναρ ήκουε τας
απαντήσεις του θεού, τας οποίας και έδιδεν εις τους ερωτώντας, όχι
όμως σαφείς κατά το πλείστον, αλλ' αμφιβόλους και σκοτεινάς, μάλιστα
οσάκις το ερώτημα ήτο σφραγισμένον μετά υπερβολικής επιμελείας. Μη
τολμών ν' ανοίξη το ερώτημα, έδιδε μίαν απάντησιν ήτις έλεγε και δεν
έλεγε τίποτε, εθεώρει δε και τούτο ως πρέπον εις τους χρησμούς, και
υπήρχον εξηγηταί διά να ερμηνεύουν τας σκοτεινάς εκείνας απαντήσεις
και ελάμβανον όχι μικράς αμοιβάς παρ' εκείνων εις τους οποίους
εδίδοντο οι τοιούτοι χρησμοί διά την εξήγησιν αυτών. Οι εξηγηταί δε
ούτοι επλήρωνον εις τον Αλέξανδρον έν τάλαντον Αττικόν έκαστος.
Ενίοτε και χωρίς να ερωτήση κανείς δι' εαυτόν ή δι' άλλον, ο
ψευδόμαντις εξέδιδε χρησμούς, προς έκπληξιν των ανοήτων, οποίος ο
εξής.
Δίζεαι όστις σην άλοχον μάλα πάγχυ λεληθώς
Καλλιγένειαν υπέρ λεχέων σαλαγεί κατά δώμα;
Δούλος Πρωτογένης, τω δη συ χε πάντα πέποιθας•
ώπυες γαρ εκείνον, ο δ' αύθις σην παράκοιτιν,
αντίδοσιν ταύτην ύβρεως ιδίας αποτίνων.
Αλλ' επί σοι δη φάρμακ' απ' αυτών λυγρά τέτυκται,
ως μήτ' εισαΐοις μήτ' εισοράοις α ποιούσιν•
ευρήσεις δε κάτω υπό σω λέχει αγχόθι τοίχου
προς κεφαλής• και ση θεράπαινα σύνοιδε Καλυψώ{61}.
Ποίος, και Δημόκριτος ο φιλόσοφος εάν ήτο, δεν θα εταράσσετο ακούων
ονόματα και τόπους ακριβώς αναφερομένους,και ποίαν περιφρόνησιν θα
ησθάνετο κατόπιν όταν θα ενόει το ψεύδος;
Αλλά και εις βαρβάρους πολλάκις επροφήτευσε και όταν ακόμη τον ηρώτων
εις την πάτριον αυτών γλώσσαν Συριακήν ή Κελτικήν, καίτοι δεν εύρισκεν
ευκόλως ομοεθνείς των ερωτώντων διά να τον βοηθήσουν εις την
κατανόησιν της ερωτήσεως και εις την απάντησιν. Διά τούτο και εβράδυνε
πολύ να δίδη τας απαντήσεις, διά να έχη καιρόν εν τω μεταξύ να
αποσφραγίζη τα ερωτήματα και να ευρίσκη τους δυναμένους να του
εξηγήσουν τα καθέκαστα. Τοιούτος ήτο ο χρησμός τον οποίον έδωκεν εις
ένα Σκύθην•
Μόρφι εβάργουλις εις σκην χνέγχικραγκ λείψει φάος.
Άλλοτε μη ευρίσκων διερμηνέα, είπεν εις κάποιον, ουχί εμμέτρως, να
επιστρέψη εις την πατρίδα του, διότι εκείνος όστις τον απέστειλεν,
εφονεύθη την ημέραν εκείνην υπό του γείτονος Διοκλέους, καλέσαντος εις
επικουρίαν τους ληστάς Μάγνον, Κέλερον και Βούβαλον, οίτινες
συνελήφθησαν ήδη και ερρίφθησαν εις τα δεσμά.
Άκουσε τώρα και μερικούς χρησμούς τους οποίους έδωκεν εις εμέ. Ηρώτησα
μίαν ημέραν τον θεόν εάν ο Αλέξανδρος είνε φαλακρός, και το ερώτημα
μου εσφραγίσθη μετ' επιμελείας και κατά τρόπον ώστε να μη δύναται να
παραποιηθή η σφραγίς. Ο δε προφήτης μου έδωκε τον εξής νυκτερινόν
χρησμόν•
Σαβαρδαλάχου μάλαχ Άττις άλλος ην.
Έπειτα πάλιν του έστειλα εις δύο διάφορα σφραγισμένα δελτία την αυτήν
ερώτησιν, ποία ήτο η πατρίς του ποιητού Ομήρου, και εφρόντισα να μάθη
ότι αι ερωτήσεις απηυθύνοντο παρά δύο διαφόρων προσώπων. Και εις μεν
το πρώτον, εξαπατηθείς υπό του υπηρέτου μου, όστις του είπεν ότι
εζήτουν συμβουλήν δι' ένα πόνον τον οποίον είχα εις την πλευράν,
απήντησεν•
Κυτμίδα χρίεσθαι κέλομαι δροσίην τε κέλητος {62}.
Εις δε το δεύτερον, διά το οποίον του είπαν ότι απεστάλη παρ' ανθρώπου
επιθυμούντος να μάθη αν ήτο προτιμότερον να μεταβή διά θαλάσσης ή διά
ξηράς εις την Ιταλίαν, έδωκεν επίσης
απάντησιν ουδεμίαν έχουσαν σχέσιν προς τον Όμηρον•
Μη σύγε πλωέμεναι, πεζήν δε κατ' οίμον όδευε {63}•
Πολλά τοιαύτα παιγνίδια του έπαιξα, μεταξύ δε άλλων και τούτο. Του
έστειλα μίαν ερώτησιν και έγραφα επί του δελτίου ως συνειθίζεται• διά
τον δείνα (έγραψα δε έν ψευδές όνομα) χρησμοί οκτώ• και συγχρόνως
απέστειλα τας οκτώ δραχμάς και το επί πλέον της αξίας των χρησμών. Ο
δε Αλέξανδρος εξαπατηθείς εκ της επιγραφής και νομίζων ότι υπήρχον
οκτώ ερωτήσεις, εν ω υπήρχε μία μόνη — ήτο δε αύτη• πότε θα αποδειχθή
ο Αλέξανδρος ως εξαπατών τον κόσμον; — μου έστειλεν οκτώ χρησμούς,
οίτινες, κατά το λεγόμενον, ούτε άκραν είχον, ούτε μέσην, ανόητοι και
δυσνόητοι όλοι. Μαθών δε ταύτα κατόπιν και προσέτι ότι κατέγεινα να
αποτρέψω τον Ρουτιλλιανόν από του να νυμφευθή την κόρην του και να
δίδη πίστιν εις τας ελπίδας τας οποίας του έδιδε το μαντείον, με
εμίσησεν ως ην επόμενον, και μ' εθεώρει μέγαν εχθρόν. Και όταν ποτέ ο
Ρουτιλλιανός ηρώτησε περί εμού, του έδωκε την εξής απάντησιν•
Νυκτιπλάνοις οάροις χαίρει κοίταις τε δυσάγνοις {64}.
Εν γένει δεν μ' εχώνευε• και όταν μετέβην εις την πόλιν του και έμαθεν
ότι είμαι ο Λουκιανός — με συνώδευον δε και δύο στρατιώται, είς
λογχοφόρος και είς κοντοφόρος, τους οποίους μου είχε δώσει ο διοικητής
της Καπαδοκίας διά να με προπέμψουν μέχρι της θαλάσσης—μ' εκάλεσεν
αμέσως με πολλήν φιλοφροσύνην και ενδείξεις εκτιμήσεως. Μεταβάς τον
ευρήκα μεταξύ πολλών και κατά καλήν μου τύχην είχα συμπαραλάβει και
τους στρατιώτας. Ο ψευδοπροφήτης μου έδωκε ν' ασπασθώ την δεξιάν του,
καθώς συνείθιζε• εγώ δε αντί να φιλήσω τον εδάγκασα τόσον δυνατά, ώστε
παρ' ολίγον να του καταστήσω άχρηστον την χείρα. Τότε οι παρόντες
επεχείρησαν να με κτυπήσουν και να με πνίξουν ως ιερόσυλον, διότι και
προ τούτου είχον αγανακτήσει ακούσαντες ότι τον είπα Αλέξανδρον και
όχι προφήτην. Αλλ' αυτός συνεκρατήθη και καθησύχασε τους περί αυτόν,
υπέσχετο δε ότι πολύ ταχέως θα με εξημέρωνε και θα κατεφαίνετο η
δύναμις του Γλύκωνος, όστις ηδύνατο να μετατρέπη εις φίλους και τους
πλέον εχθρικώς διακειμένους. Απομακρύνας δε όλους τους άλλους, μου
ωμολόγησεν ότι εγνώριζε καλώς όσα είχα συμβουλεύσει εις τον
Ρουτιλλιανόν - και, διατί, μου είπε, μου έκαμες αυτά, ενώ με την
σύστασίν μου θα ηδύνασο να επιτύχης μεγάλην εύνοιαν παρ' αυτού; Εγώ
τότε εδέχθην ευχαρίστως την φιλοφροσύνην του, καθότι έβλεπα ποίον
κίνδυνον διέτρεχα, και έσπευσα να δείξω ότι επείσθην και ότι έγεινα
φίλος του. Και οι άλλοι εθαύμαζον βλέποντες ότι τόσον ταχέως
μετεβλήθην.
Έπειτα δε όταν απεφάσισα ν' αναχωρήσω, μου έστειλε δώρα πολλά — ήμουν
δε τότε μόνος με τον Ξενοφώντα {65} διότι είχα προαποστείλει εις
Άμαστριν τον πατέρα και τους άλλους οικείους μου — και μου υπέσχετο να
μου δώση αυτός πλοίον και ναύτας• και εγώ θεωρήσας την πρότασιν ως
ειλικρινή φιλοφροσύνην την απεδέχθην. Αλλ' όταν ανήχθημεν εις το
πέλαγος και είδα τον πλοίαρχον να δακρύη και να φιλονεική με τους
ναύτας, ήρχισα να υποψιάζωμαι και ν' ανησυχώ. Ο Αλέξανδρος είχε δώσει
παραγγελίαν να μας ρίψουν εις την θάλασσαν και ούτω θα εξεδικείτο και
θα απηλάσσετο ευκόλως από ένα εχθρόν. Αλλ' ο κυβερνήτης με τα δάκρυα
του έπεισε τους ναύτας να μη μας φονεύσουν ούτε άλλως να μας
κακοποιήσουν, προς εμέ δε είπε• Εξήντα χρόνια, ως βλέπεις, έχω ζήσει
με τιμήν και ευσέβειαν και δεν ηθέλησα τώρα που έφθασα εις αυτήν την
ηλικίαν και έχω γυναίκα και παιδιά να μολύνω τα χέρια μου με φόνον.
Και μου ωμολόγησε τους όρους υπό τους οποίους μας ανέλαβεν εις το
πλοίον του και τας παραγγελίας του Αλεξάνδρου. Αφού δε μας απεβίβασεν
εις τους Αιγιαλούς, τους οποίους και ο καλός Όμηρος αναφέρει,
επέστρεψεν. Εκεί συνήντησα Βοσποριανούς τινας, τους οποίους ο βασιλεύς
Ευπάτωρ απέστελλεν αντιπροσώπους εις την Βιθυνίαν να κομίσουν τον
ετήσιον φόρον• διηγήθην δε εις αυτούς τον κίνδυνον τον οποίον
διετρέξαμεν και συμπαθήσαντες με παρέλαβον εις το πλοίον αυτών και με
μετέφεραν εις την Άμαστριν, αφού παρά τρίχα διέφυγα τον θάνατον.
Του λοιπού και εγώ εκήρυξα κατά του ψευδοπροφήτου φανερόν πόλεμον και
πάντα λίθον εκίνουν διά να εκδικηθώ, αφού και προ της επιβουλής ήδη
τον εμίσουν μεγάλως διά την ατιμίαν του• εις τον πόλεμον δε τούτον
είχα πολλούς συναγωνιστάς και μάλιστα τους μαθητάς του Ηρακλεώτου
φιλοσόφου Τιμοκράτους. Αλλ' ο τότε διοικητής της Βιθυνίας και του
Πόντου Αύιτος μας συνεκράτησε με συμβουλάς και παρακλήσεις• διότι
ένεκα της φιλίας του προς τον Ρουτιλλιανόν δεν ηδύνατο, και αν
απεδεικνύετο αδικών ο Αλέξανδρος, να τον τιμωρήση. Ούτω ανέκοψα την
ορμήν μου και έπαυσα να καταδιώκω ένοχον υπέρ του οποίου έβλεπα ότι
τόσον ευμενώς ήτο διατεθειμένος ο δικαστής. Δεν είναι δε μεγάλη μεταξύ
των άλλων η θρασύτης του Αλεξάνδρου να ζητήση παρά του Αυτοκράτορος να
μετονομασθή το τείχος του Αβώνου Ιωνόπολις και να κοπή νόμισμα νέον,
το οποίον από μεν την μίαν όψιν να έχη την εικόνα του Γλύκωνος, από δε
την άλλην την μορφήν αυτού του ψευδοπροφήτου με τα στέμματα του πάππου
του Ασκληπιού και το ξιφοδρέπανον του προμήτορος Περσέως; Ενώ δε είχε
προείπει ότι θα έζη εκατόν πεντήκοντα έτη και έπειτα θ' απέθνησκε
φονευόμενος υπό κεραυνού, απέθανε πριν ακόμη συμπληρώσει τα
εβδομήκοντα, με αξιοθρήνητον θάνατον• ως άξιος υιός του Ποδαλειρίου
έπαθε σήψιν του ποδός μέχρι βουβώνος και κατεφαγώθη υπό σκωλήκων
ζωντανός. Τότε δε και εφάνη ότι ήτο φαλακρός, διότι ήτο ανάγκη να του
βρέχουν οι ιατροί την κεφαλήν προς κατάπαυσιν των πόνων, πράγμα το
οποίον δεν ήτο δυνατόν αν δεν αφήρει την φενάκην διά να παρουσιάζη
γυμνήν την κεφαλήν.