Και εν πρώτοις θα προσπαθήσω, να σου τον περιγράψω διά του λόγου, ώστε

να τον παραστήσω όσον το δυνατόν ομοιότερον, καίτοι δεν είμαι πολύ

δυνατός εις την περιγραφήν. Κατά το σώμα, διά να σου παραστήσω και

τούτο, ήτο υψηλός, ωραίος και αληθώς θεοπρεπής, λευκός το χρώμα και με

γένεια όχι πολύ πυκνά. Κόμη πρόσθετος ήτο τόσον καλώς προσηρμοσμένη

εις την ιδικήν του ώστε δεν διεκρίνετο ότι ήτο ξένη. Οι οφθαλμοί του

είχον πολλήν ζωηρότητα και λάμψιν γοητευτικήν, η δε φωνή του ήτο

μελωδική και λίαν ευάρεστος• εν γένει δε κατά το εξωτερικόν ήτο

τέλειος. Τοιούτος ήτο κατά την μορφήν• όσον διά την ψυχήν και τον

χαρακτήρα του, αλεξίκακε Ηρακλή και Ζευ αποτρόπαιε {31}, και

Διόσκουροι σωτήρες, μη δώσετε εις φίλους ή εχθρούς να συναντήσουν

τοιούτον άνθρωπον και να εμπέσουν εις τα δίκτυά του. Κατά την

πανουργίαν και την νοημοσύνην υπερείχε κατά πολύ των άλλων ανθρώπων,

επί πλέον δε ήτο υπερβολικά περίεργος και ευκόλως εμάνθανε και είχε

ισχυρόν το μνημονικόν και ζωηράν την αντίληψιν• αλλά τα προτερήματα

ταύτα μετεχειρίζετο προς το κακόν. Έχων δε τοιαύτην δύναμιν και

ικανότητα, εντός ολίγου υπερέβη τους περιφημοτέρους διά την κακίαν

των, τους Κέρκωπας, τον Ευρύβατον, τον Φρυνώνδαν, τον Αριστόδημον και

τον Σώστρατον. Γράφων ποτέ προς τον γαμβρόν του Ρουτιλλιανόν και

ομιλών περί του εαυτού του με την μεγαλειτέραν του μετριοφροσύνην,

διετείνετο ότι είνε όμοιος προς τον Πυθαγόραν. Ζητώ συγγνώμην από τον

Πυθαγόραν, ο οποίος ήτο σοφός ανήρ και θεσπέσιος κατά τας ιδέας• αλλ'

εάν ήτο σύγχρονος του ημετέρου Αλεξάνδρου, είμαι βέβαιος ότι θα

εφαίνετο μικρός απέναντι αυτού. Αλλά δι' όνομα των Χαρίτων, μη νομίσης

ότι λέγω ταύτα διά να υβρίσω τον Πυθαγόραν ή ότι θέλω να τους φέρω εις

παραλληλισμόν και να συγκρίνω τας πράξεις των ως ομοίας. Εάν όμως

κανείς συναθροίση όσα κάκιστα και βλασφημότατα ελέχθησαν εναντίον του

Πυθαγόρου, τα οποία εγώ δεν πιστεύω, δεν θα δυνηθούν ταύτα να δώσουν

ελαχίστην και αμυδράν ιδέαν περί της αχρειότητος του Αλεξάνδρου.

Πρέπει να φαντασθής μίαν ψυχήν χωρίς ηθικήν συνείδησιν, θρασείαν και

μη γνωρίζουσαν εμπόδια, ακούραστον εις την εκτέλεσιν των

αποφασισθέντων, πειστικήν και προσελκύουσαν την εμπιστοσύνην, δεξιώς

υποκρινομένην την αγαθότητα και κρύπτουσαν τους αληθείς της σκοπούς

υπό εκδηλώσεις αντιθέτους. Πας όστις τον έβλεπε διά πρώτην φοράν

απήρχετο με την εντύπωσιν ότι ήτο ο εντιμότατος των ανθρώπων, ο

πραότατος και συγχρόνως, ο μετριοφρονέστατος και αφελέστατος. Εκτός

τούτου έτεινε πάντοτε προς τα μεγάλα και ουδέν μικρόν επεχείρει, αλλά

μόνον περί μεγάλων εσκέπτετο.

Όταν ήτο έφηβος, και ήτο πολύ ευειδής νέος, ως ηδύνατό τις να

συμπεράνη εκ των λειψάνων του κάλλους του, επορνεύετο αναιδώς και αντί

χρημάτων προσεφέρετο εις τους βουλομένους. Μεταξύ δε των άλλων εραστών

του κάποιος μάγος εξ εκείνων οίτινες διατείνονται ότι γνωρίζουν

θαυματουργούς μαγείας και εξορκισμούς και υπόσχονται να διευκολύνουν

έρωτας, εκδικήσεις κατά των εχθρών και ευρέσεις θησαυρών και

κληρονομιών επιτυχίας—ούτος ιδών ότι ο νέος ήτον ευφυής και

καταλληλότατος προς εξυπηρέτησιν των σκοπών του και ότι δεν ερωτεύετο

ολιγώτερον την κακίαν του παρ' όσον αυτός το κάλλος του, τον εσπούδασε

και τον μετεχειρίζετο ως βοηθόν και συνεργάτην. Ο μάγος εκείνος φανερά

ήτο δήθεν ιατρός, εγνώριζε δε, όπως η γυνή του Αιγυπτίου Θόωνος,

φάρμακα πολλά μεν εσθλά μεμιγμένα, πολλά δε λυγρά,{32} των οποίων όλων

κληρονόμος και διάδοχος έγεινεν ο Αλέξανδρος. Ήτο δε ο διδάσκαλος

εκείνος και εραστής την καταγωγήν Τυανεύς, εκ των μαθητευσάντων

πλησίον Απολλωνίου του Τυανέως {33} και γνωριζόντων όλας αυτού τας

αγυρτείας. Βλέπεις εκ ποίας σχολής προήλθεν ο ημέτερος άνθρωπος.

Ο Τυανεύς εκείνος απέθανε, ο δε Αλέξανδρος, ο οποίος είχε γεμίσει

γένεια, το δε κάλλος, εκ του οποίου ηδύνατο να ζήση, είχε χάσει την

ανθηρότητά του, περιέπεσεν εις πενίαν• και δεν περιωρίσθη εις μικράς

επιχειρήσεις, αλλά συνεταιρίσθη με κάποιον χρονογράφον εκ Βυζαντίου,

από τους λαμβάνοντας μέρος εις τους δημοσίους αγώνας, πολύ φαυλότερον

τον χαρακτήρα-—ωνομάζετο δε, νομίζω, Κοκκωνάς.—Οι δύο συνέταιροι

περιεφέροντο κάμνοντες μαγείας και αγυρτείας και εκμεταλλευόμενοι την

ευπιστίαν των παχέων ανθρώπων, όπως απεκάλουν, κατά το ιδιαίτερον

ιδίωμα των μάγων, τους απλοϊκούς. Εν τω μεταξύ δε τούτω ανεκάλυψαν και

μίαν γυναίκα πλουσίαν, Μακέτιν ονομαζομένην, η οποία ήτο μεν περασμένη

την ηλικίαν, αλλ' ήτο ακόμη φιλάρεσκος• και επί τινα καιρόν ετρέφοντο

παρ' αυτής• και την ηκολούθησαν εκ της Βιθυνίας εις την Μακεδονίαν.

Ήτο δε η γυνή εκείνη εκ της Πέλλης, η οποία άλλοτε επί των Μακεδόνων

βασιλέων ήτο πόλις ακμάζουσα και ευτυχής, τώρα δε είχεν ολίγους και

απόρους κατοίκους. Εκεί είδον όφεις υπερμεγέθεις, λίαν εξημερωμένους

και ακάκους, ώστε εσιτίζοντο υπό γυναικών και εκοιμώντο μετά των

παιδίων και πατούμενοι δεν εξηρεθίζοντο και ενοχλούμενοι δεν ωργίζοντο

και γάλα έπινον από του μαστού, όπως τα βρέφη-—υπάρχουν δε πολλοί εις

το μέρος εκείνο, εξ ου και προήλθε, φαίνεται, ο περί Ολυμπιάδος μύθος,

κατά τον οποίον δράκων τοιούτος συνεκοιμάτο με την σύζυγον του

Φιλίππου, όταν αύτη ήτο έγκυος τον Αλέξανδρον. Οι δύο συνέταιροι

ηγόρασαν έν εκ των ερπετών τούτων το καλλίτερον αντί ολίγων οβολών.

Και εντεύθεν, κατά τον Θουκυδίδην, ήρχισεν ο πόλεμος. Οι δύο εκείνοι

φαυλότατοι και θρασύτατοι και προς πάσαν κακουργίαν προθυμότατοι

ευκόλως εννόησαν ότι τους ανθρώπους διευθύνουν δύο μεγάλοι τύραννοι, η

ελπίς και ο φόβος, και ότι ο δυνάμενος να επωφεληθή τούτους καταλλήλως

ταχέως θα πλουτήση• διότι έβλεπον ότι και εις τους δύο, και εις τον

φοβούμενον και εις τον ελπίζοντα, η πρόγνωσις είνε λίαν αναγκαία και

επιθυμητή• δι' αυτής δε πάλαι επλούτησαν και έγειναν περίφημοι οι

Δελφοί, η Δήλος, η Κλάρος και αι Βραγχίδαι, καθότι οι άνθρωποι

αναγκάζονται πάντοτε υπό των προειρημένων τυράννων, της ελπίδος και

του φόβου, να τρέχουν εις τα μαντεία και να ζητούν να μάθουν τα

μέλλοντα και προς τούτο να προσφέρουν εκατόμβας και ν' αφιερώνουν

χρυσάς πλίνθους. Ταύτα σκεπτόμενοι και συζητούντες απεφάσισαν να

ιδρύσουν μαντείον και να δίδουν χρησμούς με την πεποίθησιν ότι, εάν η

επιχείρησις επετύγχανε, θα εγίνοντο ταχέως πλούσιοι και ευτυχείς.

Τωόντι δε όχι μόνον επέτυχον, αλλά και τ' αποτελέσματα υπερέβησαν τας

προσδοκίας και τας ελπίδας των.

Έπειτα ήρχισαν να σκέπτωνται πρώτον μεν διά την εκλογήν του μέρους,

όπου θα ιδρύετο το μαντείον, έπειτα δε περί της αρχής και του τρόπου

της επιχειρήσεως. Ο Κοκκωνάς υπεστήριζεν ως το καταλληλότερον μέρος

την Χαλκηδόνα, ως τόπον εμπορικόν και γειτονεύοντα προς την Θράκην και

την Βιθυνίαν, μη απέχοντα δε πολύ και της Ασίας και της Γαλατίας και

όλων των βορειότερον κατοικούντων λαών. Αλλ' ο Αλέξανδρος επροτίμα την

πατρίδα του, λέγων και δικαίως ότι διά να επιτύχη εις την αρχήν της

τοιαύτη επιχείρησις έχει ανάγκην ανθρώπων αξέστων και μωρών, τοιούτοι

δ' έλεγεν ότι είνε οι Παφλαγόνες οι κατοικούντες πέραν της

Αβωνοτείχου, δεισιδαίμονες κατά το πλείστον και πλούσιοι, οίτινες και

μόνον αν φανή τις αγύρτης, συνοδευόμενος υπό αυλητού ή τυμπανιστού ή

κύμβαλα κροτούντος, και αν ακόμη, κατά το λεγόμενον, μαντεύη με το

κόσκινον, χάσκουν ενώπιόν του και τον θαυμάζουν ως θεόν.

Μετά μικράν περί τούτου φιλονεικίαν, υπερίσχυσεν η γνώμη του

Αλεξάνδρου και μεταβάντες εις την Χαλκηδόνα—διότι ήτον αναγκαία εις

τον σκοπόν των και η πόλις αύτη—έθαψαν εις το ιερόν του Απόλλωνος, το

οποίον είνε αρχαιότατον εις την Χαλκηδόνα, πινακίδας χαλκίνας, επί των

οποίων είχον χαράξει γράμματα λέγοντα ότι εντός ολίγου ο Ασκληπιός

μετά του πατρός του Απόλλωνος μεταναστεύει εις τον Πόντον, όπου θα

καταλάβη το τείχος του Αβώνου. Αι πινακίδες αύται ανεκαλύφθησαν έπειτα

τυχαίως δήθεν και συνετέλεσαν να διαδοθή καθ' όλην την Βιθυνίαν και

τον Πόντον και προ πάντων εις το τείχος του Αβώνου η φήμη αύτη. Οι

κάτοικοι δε της τελευταίας πόλεως εψήφισαν αμέσως να εγερθή ναός και

αμέσως ήρχισαν να σκάπτουν τα θεμέλια.

Τότε ο Κοκκωνάς εγκατελείφθη εις την Χαλκηδόνα, όπου κατεγίνετο να

γράφη χρησμούς επαμφοτερίζοντας, αμφιβόλους, και σκοτεινούς, εκεί δε

μετ' ολίγον απέθανε δηλητηριασθείς υπό εχίδνης, νομίζω. Ο δε

Αλέξανδρος μετέβη εις την πατρίδα του, τρέφων ήδη μακράν κόμην και

φορών ένδυμα πορφυρόλευκον και επ' αυτού άλλο κατάλευκον και κρατών

ξιφοδρέπανον, όπως ο Περσεύς, από του οποίου έλεγεν ότι κατήγετο εκ

μητρός• και οι χαμένοι οι Παφλαγόνες, ενώ εγνώριζον ότι αμφότεροι οι

γονείς αυτού ήσαν αφανείς και ταπεινοί, επίστευον εις χρησμόν,

κατασκευασθέντα υπό του Αλεξάνδρου, ο οποίος έλεγε:

Περσείδης γενεήν Φοίβω φίλος ούτος οράται,

δίος Αλέξανδρος, Ποδαλειρίου αίμα λελογχώς {34}

Φαίνεται ότι ο Ποδαλείριος ήτο τόσον ασελγής και γυναικομανής, ώστε

από της θεσσαλικής Τρίκκης κατώρθωσε να γονιμοποιήση την μητέρα του

Αλεξάνδρου ευρισκομένην εις την Παφλαγονίαν. Υπήρχε δε ήδη και

χρησμός, τον οποίον τάχα εξέφερεν η Σίβυλλα: «Κατά τα παράλια του

Ευξείνου Πόντου, πλησίον της Σινώπης, θα γεννηθή υπό την κυριαρχίαν

των Αυσωνίων εις τα μέρη της Τύρσιδος, προφήτης, του οποίου το όνομα

αρχίζει από μίαν μονάδα, την οποίαν ακολουθούν τρεις δεκάδες, έπειτα

πέντε άλλαι μονάδες και τρεις εικοσάδες. Ούτω σχηματίζεται το όνομα

ανδρός προστάτου{35}.

Εισβαλών λοιπόν ο Αλέξανδρος με τοιαύτην θεατρικήν παρασκευήν εις την

πατρίδα του, έγεινε περίβλεπτος και περίφημος. Μη αρκούμενος δε εις

την άλλην αγυρτείαν, υπεκρίνετο και ότι κατελαμβάνετο υπό ιεράς μανίας

και ενίοτε το στόμα του επληρούτο αφρού. Τούτο δε είνε εύκολον να

γίνεται κατά βούλησιν, άμα κανείς μασήση την ρίζαν του βαφικού χόρτου,

το οποίον ονομάζεται στρουθίον. Αλλ' εις τους Παφλαγόνας εφαίνετο και

ο αφρός εκείνος ως θείον τι. Ο Αλέξανδρος είχε προς τούτοις προ πολλού

κατασκευάση μίαν κεφαλήν όφεως από ύφασμα, η οποία είχε τι το

παρεμφερές προς την ανθρωπίνην μορφήν και ήτο χρωματισμένη φυσικώτατα,

τη βοηθεία δε ιππείων τριχών ήνοιγε και έκλειε το στόμα και προέβαλλε

γλώσσαν μαύρην και διχασμένην, όπως του δράκοντος, η οποία ομοίως

εσύρετο διά τριχών. Είχον ακόμη και τον εκ Πέλλης όφιν και τον

έτρεφον, διά να εμφανισθή εις τον κατάλληλον καιρόν και να λάβη μέρος

ή μάλλον να πρωταγωνιστήση εις την κωμωδίαν.

Όταν δε έφθασεν ο καιρός διά ν' αρχίσουν, ο Αλέξανδρος έπραξε το εξής•

μεταβάς την νύκτα εις τα θεμέλια του ναού, τα οποία προ ολίγου είχον

σκαφή—υπήρχε δε εντός αυτών νερόν το οποίον ή εκείθεν ανέβρυεν ή εκ

της βροχής προήρχετο—και εκεί έρριψε αυγόν χήνας, εις το οποίον, αφού

το εκένωσεν, είχε θέση ερπετόν αρτιγέννητον. Αφού το έκρυψεν εντός του

πηλού, απήλθε• το δε πρωί έτρεξεν εις την αγοράν γυμνός, φορών μόνον

περίζωμα χρυσούν και κρατών το ξιφοδρέπανον, συγχρόνως δε σείων την

λυτήν του κόμην, όπως οι τελούντες τα όργια της Ρέας• και

ενθουσιώντες, ανέβη εις βωμόν υψηλόν και εκείθεν ηγόρευε προς τα πλήθη

και εμακάριζε την πόλιν, εις την οποίαν θα ήρχετο εντός ολίγου ο θεός,

ούτως ώστε θα εγίνετο ορατός εις όλους. Οι παρόντες—είχε δε προστρέξει

σχεδόν όλη η πόλις, μετά των γυναικών, των παιδίων και των γερόντων—

κατελήφθησαν υπό συγκινήσεως και ήρχισαν να εύχωνται και να

προσκυνούν. Αυτός δε επρόφερε λέξεις ακατάληπτους, ως Εβραϊκάς ή

Φοινικικάς, και εξέπληττε τους ανθρώπους μη εννοούντας τι έλεγε, πλην

των ονομάτων του Απόλλωνος και του Ασκληπιού, τα οποία ανεμίγνυεν εις

τα ακατάληπτα εκείνα.

Έπειτα διηυθύνθη τρέχων προς τον ανεγειρόμενον ναόν και καταβάς εις το

όρυγμα των θεμελίων εις το μέρος όπου θα ήτο η πηγή του μαντείου,

εισήλθεν εις το νερόν ψάλλων ύμνους του Ασκληπιού και του Απόλλωνος

και εκάλει τον θεόν να ευδοκήση να έλθη εις την πόλιν. Έπειτα εζήτησε

φιάλην όταν δε του εδόθη, την εισήγαγεν εις το νερόν και μετά του

νερού και του πηλού ανέσυρε το αυγόν, εις το οποίον ήτο κλεισμένος ο

θεός του. Ήτο δε η οπή του αυγού κλεισμένη με κηρόν λευκόν και

ψιμύθιον λαβών δε αυτό εις τας χείρας του είπεν ότι εκράτει τον

Ασκληπιόν. Οι παριστάμενοι παρετήρουν τα γινόμενα και εθαύμαζον προ

πάντων διά την ανακάλυψιν του αυγού εις το νερόν. Αφού δε έσπασε το

αυγόν και εδέχθη εις την παλάμην του το έμβρυον του ερπετού και οι

παρόντες το είδον να κινήται και να περιτυλίσσεται εις τους δακτύλους

• του, ήρχισαν να αναφωνούν και να προσκυνούν τον θεόν και να

μακαρίζουν την πόλιν, έκαστος δε εζήτει παρά του θεού θησαυρούς και

πλούτη και υγείαν και πάντα τα άλλα αγαθά. Ο δε Αλέξανδρος τρέχων

πάλιν επέστρεψεν εις την οικίαν του, φέρων και τον αρτιγέννητον

Ασκληπιόν, ο οποίος ούτω εγεννήθη δύο φοράς, ενώ οι άλλοι άνθρωποι

γεννώνται μίαν φοράν, και εγεννήθη όχι εκ της Κορωνίδος, ούτε

τουλάχιστον εκ κορώνης{36}, αλλ' εκ χήνας. Ο δε λαός όλος ηκολούθει

και ήσαν όλοι ενθουσιασμένοι και τρελλοί από υπερβολικάς ελπίδας.

Επί ημέρας έμεινεν εις την κατοικίαν του, ελπίζων, όπως και έγεινε,

ότι εντός ολίγου η φήμη θα έφερε πολλούς εκ των Παφλαγόνων εις το

τείχος του Αβώνου. Οταν δε υπερεπληρώθη η πόλις από ανθρώπους, οι

οποίοι είχον ήδη χάσει προηγουμένως νουν και καρδίαν και ουδόλως

ωμοίαζαν προς λογικούς ανθρώπους και μόνον κατά την μορφήν διέφερον

από τα πρόβατα, ο Αλέξανδρος καθήμενος με πολλήν ιεροπρέπειαν επί

κλίνης εις μίαν μικράν οικίαν είχεν εις τον κόλπον του τον εκ Πέλλης

Ασκληπιόν, ο οποίος ήτο υπερμεγέθης και ευτραφής, και τον άφινε να

περιτυλίσσεται εις τον τράχηλόν του και να μένη έξω η ουρά του. Ήτο δε

τόσον μεγάλος, ώστε μέρος αυτού εσύρετο εις την ποδιάν του και έφθανε

μέχρι του εδάφους. Ο Αλέξανδρος εκράτει εις την μασχάλην του και

έκρυπτε την κεφαλήν του όφεως, ο οποίος δεν έφερεν αντίστασιν, διότι,

ως ελέχθη, ήτο πολύ ανεκτικός και ήμερος, και παρουσίαζε την εξ

υφάσματος κεφαλήν ως την κεφαλήν τάχα του πραγματικού όφεως. Να

φαντασθής έπειτα ότι αυτά συνέβαινον εις οικίσκον ανεπαρκώς

φωτιζόμενον και ότι εις αυτόν συνηθροίζετο πλήθος παντοδαπών ανθρώπων

προκατειλημμένων, εχόντων την φαντασίαν εξημμένην και περιμενόντων να

ίδουν θαυμαστά πράγματα. Εις τούτους εισερχομένους επόμενον είνε ότι

εφαίνετο θαυμαστόν πώς το προ ολίγου μικρόν ερπετόν εντός ολίγων

ημερών έγεινε τόσον μεγάλος όφις με μορφήν ανθρωπίνην και συγχρόνως

τόσον ήμερος. Δεν έμενον άλλως επί πολύ, αλλά πριν να ιδούν ακριβώς το

επιδεικνυόμενον θαύμα, εξεδιώκοντο υπό των κατόπιν εισερχομένων

αδιακόπως. Είχε δε ανοιχθή άλλη έξοδος κατέναντι της εισόδου, όπως

λέγεται ότι έπραξαν και οι Μακεδόνες εις την Βαβυλώνα κατά την

ασθένειαν του Αλεξάνδρου, ότε ο Μακεδονικός στρατός περικυκλώσας τα

ανάκτορα εζήτει να ίδη τον θνήσκοντα βασιλέα και να του απευθύνη τον

τελευταίον χαιρετισμόν. Την επίδειξιν ταύτην δεν έκαμε μίαν φοράν

μόνον ο μιαρός ψευδόμαντις, αλλά πολλάκις και μάλιστα οσάκις ήρχοντο

προς αυτόν επισκέπται πλούσιοι διά πρώτην φοράν.

Διά να είπωμεν την αλήθειαν, φίλε Κέλσε, πρέπει να δικαιολογήσωμεν

τους Παφλαγόνας εκείνους και Ποντικούς, διότι όντες άνθρωποι

χονδροκέφαλοι και απαίδευτοι εξηπατήθησαν, ως βεβαιούμενοι και διά της

αφής περί της πραγματικότητος του όφεως — διότι και την απόδειξιν

ταύτην παρείχεν εις τους βουλομένους ο Αλέξανδρος — και εις αμυδρόν

φως βλέποντες την κεφαλήν αυτού να ανοίγη και να κλείη το στόμα. Μόνον

ένας Δημόκριτος ή και αυτός ο Επίκουρος ή ο Μητρόδωρος ή και άλλος τις

εξ εκείνων των οποίων η ισχυρά διάνοια δεν πιστεύει ευκόλως και

αβασανίστως, θα ηδύναντο να δυσπιστήσουν προς το τέχνασμα και να

μαντεύσουν περί τίνος επρόκειτο• και αν δεν ηδύναντο να εύρουν την

αλήθειαν, πάλιν θα εσχημάτιζον την πεποίθησιν ότι τους διέφευγεν ο

τρόπος της απάτης, αλλ' ότι το παν ήτο ψεύδος και αδύνατον να είνε

αληθές.

Ολίγον κατ' ολίγον όλη η Βιθυνία και η Γαλατία και η Θράκη

προσέτρεξαν, διότι έκαστος εκ των επιστρεφόντων έλεγεν ότι είδε

γεννώμενον τον θεόν και τον ήγγισε με τας χείρας του όταν μετ' ολίγον

έγεινε παμμέγιστος και παρουσίασε μορφήν ανθρωπίνην. Έγειναν δε και

εικόνες και αγάλματα και ξόανα παριστώντα τον ιερόν εκείνον δράκοντα,

άλλα μεν εκ χαλκού, άλλα δε εξ αργύρου, και εδόθη εις τον θεόν το

όνομα Γλύκων, συνεπεία εμμέτρου και θείου παραγγέλματος, το οποίον

εξεφώνησεν ο Αλέξανδρος•

Ειμί Γλύκων, τρίτον αίμα Διός, φάος ανθρώποισι.{37}

Όταν δε ο Αλέξανδρος ενόμισεν ότι ήτο καιρός να αρχίση η εκμετάλλευσις

των προπαρασκευών του και έλαβε την έγκρισιν να παρέχη χρησμούς και να

δίδη γνώμας εις τους ζητούντας παρά του εν Κιλικία Αμφιλόχου—διότι και

ούτος μετά τον θάνατον του πατρός του Αμφιάρεω και την καταστροφήν του

εις τας Θήβας, κατέφυγεν εις την Κιλικίαν• και έζησεν ευτυχής

προφητεύων εις τους Κίλικας το μέλλον και λαμβάνων δύο οβολούς δι'

έκαστον χρησμόν— ήρχισε να προλέγη εις όλους τους ερχομένους ότι ο

θεός εις ημέραν την οποίαν ώριζε θα παρείχε χρησμούς. Παρήγγειλε δε

εις πάντα βουλόμενον να γράψη ό,τι εζήτει και ήθελε να μάθη και να

περιρράψη και σφραγίση διά κηρού ή πηλού ή άλλου τοιούτου το γραφέν•

αυτός δε θα ελάμβανε τας σημειώσεις ταύτας και θα κατέβαινεν εις το

άδυτον, διότι ήδη ο ναός είχε κτισθή και η σκηνή της κωμωδίας είχε

συμπληρωθή, και αφού θα ήκουε τας απαντήσεις του θεού, θα εκάλει ένα

έκαστον διά κήρυκος και θα του απέδιδε την σημείωσίν του σφραγισμένην,

όπως την έδωκε, και συγχρόνως την απόκρισιν υπογεγραμμένην, όπως

ακριβώς απήντησεν ο θεός εις το ερώτημα εκάστου. Το τέχνασμα δι'

άνθρωπον, όπως συ και εγώ, δεν ήτο δύσκολον να εννοηθή, διά τους

απλούς όμως και ανοήτους ανθρώπους εφαίνετο μέγα και θαυμαστόν.

Γνωρίζων διαφόρους τρόπους να ανοίγη τας σφραγίδας, ήνοιγε τας

σημειώσεις, ανεγίνωσκε τας ερωτήσεις και έδιδε τας δεούσας απαντήσεις,

έπειτα δε κλείσας πάλιν και σφραγίσας απέδιδε τα σημειώματα προς μέγαν

θαυμασμόν των λαμβανόντων. Και ηκούοντο όλοι να λέγουν• πώς αυτός

εγνώριζεν όσα εγώ του έδωκα ασφαλώς σφραγισμένα με σφραγίδας των

οποίων η απομίμησις είνε δύσκολος, εάν αληθώς δεν είνε θεός

παντογνώστης;

Ίσως θα μ' ερωτήσης ποίους τρόπους είχε διά ν' ανοίγη τας σφραγίδας.

Θα σου τους αναφέρω, διά να δύνασαι να ελέγχης τας τοιαύτας απάτας.

Και ιδού ο πρώτος, φίλτατε Κέλσε. Επυράκτωνε βελόνην και αφού δι'

αυτής ανέλυε το υπό την σφραγίδα μέρος του κηρού, αφήρει ευκόλως την

σφραγίδα χωρίς να την καταστρέψη• αφού δε ανεγίνωσκε τα σφραγισμένα

ερωτήματα, εθέρμαινε πάλιν διά της βελόνης τον κηρόν και ούτω ευκόλως

εκόλλα εκ νέου την σφραγίδα εις την προτέραν της θέσιν. Άλλος τρόπος

ήτο ο διά του λεγομένου κολλυρίου• κατασκευάζεται δε τούτο εκ πίσσης

Βρυττίας και ασφάλτου και διαφανούς λίθου τριμμένου και κηρού και

μαστίχης• εξ όλων τούτων έπλαττε το κολλύριον και το εθέρμαινεν εις

την φωτιάν, το επέθετεν εις την σφραγίδα, αφού προηγουμένως την

επέχριε με σίελον, και ελάμβανε τον τύπον αυτής. Μετ' ολίγον το

κολλύριον εξηραίνετο και τότε ήνοιγε το σφραγισμένον γράμμα και αφού

το ανεγίνωσκε, το εσφράγιζεν εκ νέου με την επί του κολλυρίου

σφραγίδα, η οποία ήτο απαράλλακτος με την αρχέτυπον σφραγίδα. Αλλ'

άκουσε και τρίτην μέθοδον. Ανεμίγνυε ασβέστην εις κόλλαν, με την

οποίαν κολλούν τα βιβλία, και το μίγμα τούτο εφ' όσον ήτο εκόμη

μαλακόν, επέθετεν εις την σφραγίδα και αφήρει τον τύπον αυτής και

έπειτα — ξηραίνεται δε το μίγμα αμέσως και γίνεται στερεώτερον κέρατος

ή μάλλον σιδήρου — το μετεχειρίζετο προς σφράγισιν των

αποσφραγιζομένων γραμμάτων. Είχε και πολλάς άλλας τοιαύτας μεθόδους,

αλλά δεν είνε ανάγκη να τας αναφέρωμεν όλας, διά να μη φανώμεν

απειροκάλως λεπτολογούντες και μάλιστα αφού συ εις τα βιβλία τα οποία

συνέγραψες κατά των μάγων, τα οποία είνε κάλλιστα και ωφελιμώτατα

συγγράμματα, ικανά να διαφωτίζουν τους μελετώντας αυτά, αρκετά

αναφέρεις περί τούτων και πολύ περισσότερα των ειρημένων.

Έδιδε λοιπόν χρησμούς και γνώμας, αλλά με πολλήν περίσκεψιν, φροντίζων

να συνδέη την πιθανότητα μετά της πανουργίας. Εις άλλων μεν τας

ερωτήσεις έδιδε σκολιάς και αμφιβόλους απαντήσεις, εις άλλους δε λίαν

σκοτεινάς• διότι και το σκοτεινόν του εφαίνετο ως προσόν των χρησμών.

Και άλλους μεν απέτρεπεν ή προέτρεπεν, όπως έκρινε καλλίτερον και

πιθανώτερον, εις άλλους δε προέλεγε θεραπείας και συνεβούλευε δίαιτας,

διότι, όπως εις την αρχήν είπα, εγνώριζε πολλά και χρήσιμα φάρμακα.

Συνίστα δε προ πάντων τας κυτμίδας, όνομα ανακουφιστικού τινος

φαρμάκου το οποίον είχεν ονομάσει αυτός και το οποίον κατεσκευάζετο

από αίγειον λίπος. Οσάκις ηρωτάτο δι' ελπίδας και πόθους και

κληρονομιάς, ανέβαλλε πάντοτε να δώση οριστικήν απάντησιν και έλεγεν

ότι όλα αυτά θα γίνουν όταν θελήσω εγώ και ο Αλέξανδρος ο προφήτης μου

δεηθή και ευχηθή διά σας. Είχε δε ορισθή και τιμή δι' έκαστον χρησμόν

δραχμή μία και δύο οβολοί. Και μη νομίσης, φίλε μου, ότι ήτο μικρόν

και ασήμαντον το εισόδημα τούτο, διότι εξ αυτού εισέπραττε κατ' έτος

έως εβδομήκοντα ή ογδοήκοντα χιλιάδας δραχμών, καθότι οι

συμβουλευόμενοι το μαντείον εζήτουν δέκα και δέκα πέντε χρησμούς εξ

απληστίας. Τα χρήματα δε, τα οποία εισέπραττεν ο Αλέξανδρος, δεν

εκράτει μόνον προς ιδίαν χρήσιν, ούτε τα απεθησαύριζε δι' εαυτόν• αλλ'

έχων ήδη πολλούς συνεργάτας και υπηρέτας, κατασκόπους, χρησμοποιούς

και χρησμοφύλακας, γραφείς και σφραγιστάς και εξηγητάς των χρησμών,

έδιδεν εις όλους κατά την υπηρεσίαν εκάστου.

Είχε δε ήδη αποστείλη και μερικούς εις την αλλοδαπήν διά να

διαφημήσουν μεταξύ των εθνών το μαντείον και να διηγούνται ότι δύναται

να προλέγη τα μέλλοντα και ν' ανευρίσκη φυγάδας και ν' αποκαλύπτη

κλέπτας και ληστάς, ν' ανακαλύπτη θησαυρούς και να θεραπεύη πάσχοντας,

ενίοτε δε να επαναφέρη εις την ζωήν και νεκρούς. Προσέτρεχον λοιπόν

πανταχόθεν πατείς με πατώ σε και επολλαπλασιάζοντο αι θυσίαι και τα

αφιερώματα και διπλάσια εδίδοντο εις τον προφήτην και μαθητήν του

θεού• διότι απεδίδετο εις τον θεόν και ο εξής χρησμός•

Τιέμεναι κέλομαι τον εμόν θεράπονθ' υποφήτην

ου γαρ εμοί κτεάνων μέλεται άγαν, αλλ υποφήτου {38}.

Επειδή δε πολλοί από τους σωφρονούντας, ως να ανένηψαν από βαρείαν

μέθην, ήρχισαν να εξεγείρωνται κατά του Αλεξάνδρου και μάλιστα οι

οπαδοί του Επικούρου, οίτινες ήσαν πολλοί, και εις τας πόλεις

απεκαλύπτετο ήδη όλη η απάτη και η πλοκή της κωμωδίας, ο προφήτης

απήγγειλε κατηγορητήριον κατ' αυτών και καταδίκην, λέγων ότι ο Πόντος

εγέμισεν από αθέους και Χριστιανούς, οίτινες αποτολμούν να βλασφημούν

εναντίον αυτού ασεβέστατα, και παρήγγειλε να τους λιθοβολούν όσοι

θέλουν να έχουν με το μέρος των τον θεόν. Περί δε του Επικούρου, όταν

ηρωτήθη υπό τινος τι πράττει εις τον Άδην ο φιλόσοφος, εξέδωκε

τοιούτόν τινα χρησμόν•

Μολυβδίνας έχων πέδας εν βορβόρω κάθηται {39}.

Θαυμάζεις έπειτα διότι έφθασεν εις τοιαύτην ακμήν το μαντείον, όταν

βλέπης ότι αι ερωτήσεις των προσερχομένων εις αυτό ήσαν τόσον συνεταί

και σοφαί; Το πλέον δε άσπονδον μίσος έτρεφε κατά του Επικούρου και

κατ' αυτού διηύθυνε κυρίως τον πόλεμόν του• και πολύ δικαίως. Διότι

ποίον άλλον δύναται να εχθρεύεται περισσότερον άνθρωπος αγύρτης και

απατεών, μέγας δε εχθρός της αληθείας, παρά τον Επίκουρον, σοφόν όστις

διέγνωσε την φύσιν των πραγμάτων και μόνον την υπάρχουσαν εις αυτά

αλήθειαν παρεδέχετο; Οι Πλατωνικοί και οι οπαδοί του Χρυσίππου και του

Πυθαγόρα ήσαν φίλοι του και ειρήνην πλήρη διετήρει προς αυτούς• ο δε

άκαμπτος Επίκουρος, όπως τον ωνόμαζεν, δικαίως του ήτο έχθιστος, διότι

κατέσκωπτε και κατεγέλα πάντα ταύτα. Διά τούτο ο ψευδόμαντις υπέρ

πάσας τας πόλεις του Πόντου εμίσει την Άμαστριν, καθότι εγνώριζεν ότι

οι οπαδοί του Λεπίδου και άλλοι ομόφρονες με αυτούς ήσαν πολυάριθμοι

εις την πόλιν εκείνην. Ούτε έδωκε ποτέ χρησμόν εις Αμαστριανόν• και

όταν ποτέ ετόλμησε να προφητεύση προς τον αδελφόν ενός Συγκλητικού,

έγεινε καταγέλαστος, διότι ούτε ο ίδιος ηδυνήθη να κατασκευάση χρησμόν

κατάλληλον και πιθανόν, ούτε άλλον εύρε να τον βοηθήση προς τούτο και

εγκαίρως. Ο Αμαστριανός εκείνος παρεπονείτο διά πόνον του στομάχου, ο

δε Αλέξανδρος του παρήγγειλε να τρώγη χοίρειον πόδα μαγειρευμένον με

μολόχαν•

Μάλβακα χοιρείον ιερή κυμήνευε σιπύδνω.

Πολλάκις, ως ανωτέρω ανέφερα, έδειξε τον όφιν εις τους προσερχομένους,

όχι όμως ολόκληρον, αλλά μόνον την ουράν και το άλλο σώμα, την δε

κεφαλήν εκράτει αθέατον εντός του κόλπου του, θελήσας δε και

περισσότερον να καταπλήξη το πλήθος, υπέσχετο να κάμη τον θεόν και να

λαλήση και να δίδη χρησμούς χωρίς την μεσολάβησιν του προφήτου. Προς

τούτο συνέδεσεν αρτηρίας γερανών τας οποίας συνήρμοσεν εις την ψευδή

κεφαλήν του όφεως, και ενώ κάποιος έξωθεν εφώναζε και απεκρίνετο προς

τας ερωτήσεις, η φωνή του εφαίνετο εξερχόμενη εκ του στόματος της

πανίνης εκείνης κεφαλής του Ασκληπιού. Ωνομάζοντο δε οι χρησμοί ούτοι

αυτόφωνοι, και δεν εδίδοντο εις όλους αδιαφόρως, αλλά μόνον εις τους

επιφανείς, πλουσίους και γενναιοδώρους. Εκείνος ο οποίος εδόθη εις τον

Σευηριανόν και τον συνεβούλευε να εισβάλη εις την Αρμενίαν ήτο

αυτόφωνος• τον προέτρεπε δε ως εξής εις την εισβολήν•

Πάρθους Αρμενίους τε θοώς υπό δουρί δαμάσσας

νοστήσεις Ρώμην και Θύμβριδος αγλαόν ύδωρ

στέμμα φέρων κροτάφοισι μεμιγμένον ακτίνεσσιν {40}

Έπειτα δε όταν ο ηλίθιος εκείνος Κελτός πεισθείς εις τον χρησμόν

εισέβαλεν εις την Αρμενίαν και εφονεύθη κατακοπείς μετά της στρατιάς

του υπό του Οθρυάδου, ο Αλέξανδρος αφήρεσεν εκ του αρχείου του

μαντείου τον ανωτέρω χρησμόν, αντ' αυτού δε κατέθηκεν άλλον, τον

ακόλουθον•

Μη συ γ' επ' Αρμενίους ελάαν στρατόν, ου γαρ άμεινον,

μη σοι θηλυχίτων τις ανήρ τόξου άπο λυγρόν

πότμον επιπροϊείς παύση βιότοιο φάους τε {41}.

Μία από τας σοφωτέρας επινοήσεις του ήσαν και οι μεταχρονικοί χρησμοί,

διά των οποίων διώρθωνε όσα σφαλερώς είχε προφητεύσει• πολλάκις προ

του θανάτου υπέσχετο εις τους νοσούντας ότι θα αναρρώσουν, όταν δε

απέθνησκον, άλλος χρησμός διώρθωνε το ψεύδος, λέγων τα αντίθετα•

Μηκέτι δίζησθαι νούσοιο λυγρής επαρωγήν•

πότμος γαρ προφανής ουδ' εκφυγέειν δυνατόν σοι {42}.

Γνωρίζων δε ότι οι μάντεις της Κλάρου, των Διδύμων και της Μαλλού

μετεχειρίζοντο ευδοκίμως την αυτήν μέθοδον, τους έκαμε φίλους και

πολλούς των προσερχομένων εις το μαντείον του παρέπεμπε προς αυτούς με

την εξής προσταγήν του θεού δήθεν•

Ες Κλάρον ίεσο νυν, τουμού πατρός ως όπ' ακούσης{43}.

ή•

Βραγχιδέων αδύτοισι πελάζεο και κλύε χρησμών{44}.

Και τούτο•

Ες Μαλλόν χώρει θεσπίσματά τ' Αμφιλόχοιο {45}.

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τρίτος · 第 7 / 11 段