γυναίκα το πέρασες! δε βλέπεις που κρατάει σπαθί;
— Θα είνε ο Ρωτόκριτος, λέω· είπε άλλος σκαφτιάς.
Ο Αριστόδημος τους έρριξε άγριες ματιές κ' έπειτα χαμογέλασε.
— Τι λέτε, μωρέ βλάκες ; τους είπε. Τι Ρωτόκριτος και Αρετούσα!
Είνε η Δόξα μας· η αθάνατη Δόξα μας!
— Μπα, η Δόξα! είπε ο Μπαλαούρας στραβοστομιάζοντας· κρίμα!
— Αλήθεια κρίμα! είπαν κ' οι άλλοι.
— Μα θαρρώ, αφεντικό, τη Δόξα την έκαναν πάντα με φτερά οι παλιοί
μας· είπε θαρρετά ο Κουτρουμπής, λυπημένος για την απάτη του.
— Με φτερά ναι· είπε ο Αριστόδημος παίρνοντας θέση διδάχου· μα ο
παππούς μου της τάκοψε για να την αναγκάση να μείνη πάντα μαζί
μας.
— Και το κατάφερε ;
— Η ιστορία λέει όχι· μα εγώ δεν το πιστεύω. Η Νίκη μας έφυγε· η
Δόξα όμως μένει και θα μένη στους αιώνες δική μας. Ναι· είνε
ωραίο· είνε τέλειο καλλιτέχνημα!
Χύθηκε απάνου στάγαλμα, τ' αγκάλιασε σφιχτά και του φίλησε με
πάθος το κρύο μέτωπο.
— Για σένα τους χαρίζω κάθε αληθινή δόξα· εψιθύρισε τρυφερά
κυττάζοντας το μάρμαρο. Πού είσαι τώρα, Περαχώρα, Γκενεβέζο,
Αλαμάνο! εφώναξε απλώνοντας το χέρι του. Καλά κάματε και φύγατε·
πολύ καλά. Του Κρούμου το ποτήρι και του Σαράφωφ οι μαχαιριές
πρέπουν καλήτερ' από τούτο στη σοφία σας... Ελάτε, παιδιά· είπε
γυρίζοντας στους σκαφτιάδες· στο νώμο και σπίτι· δε θέλουμε άλλο
ηύρεμα σήμερα· μας φτάνει η Δόξα ...
Τράβηξε μπροστά με το κεφάλι ολόρθο· ακατάδεχτος πια στη γη και
στους κατοίκους της. Τον ακλούθησε ο Κουτρουμπής κι ο Μπαλαούρας
συζητώντας, ακόμη για τόνομα του αγαλμάτου. Πίσω οι σκαφτιάδες
έφερναν το βαρύ μάρμαρο, τρικλίζοντας κι αγκομαχώντας. Γύρω και
πέρα το ηλιοψημένο χώμα άχνιζε και λαύριζε σαν τη στέρφα γη της
Αφρικής.
— Μητέρα!.. μητέρα!.. έβγα να ιδής μητέρα! εφώναξε ο Αριστόδημος
καθώς πλησίασε στο σπίτι· στη φέρνω τέλος πάντων!
Δεν είχε αμφιβολία πως κ' εκείνη θ' αναγάλλιαζε για το ηύρεμά του.
Το σπίτι όμως έμεινε κλειστό κ' έρημο. Αμέσως πάγωσε. Άθελα
θυμήθηκε το κρανίο που ηύρε την αυγή σε μια σαρκοφάγο· ένα κρανίο
γυμνό και άδειο με το γέλοιο στα δόντια του. Προχώρησε στην πόρτα,
χτύπησε, την έσπρωξε δυο τρεις φορές· μα η πόρτα έμεινε σφαλιστή.
Κύτταξε τριγύρω του χωρίς να ξέρη τι γυρεύει κ' είδε άξαφνα το
κλειδί σε μιαν άκρη. Κ' εκείνο είχε κάποιο γέλοιο απάνω του.
Γελούν λοιπόν και τ' άψυχα μαζί του; Έσκυψε με θυμό, άδραξε το
κλειδί, τόβαλε στην κλειδαρότρυπα, άνοιξε.
— Μητέρα! φώναξε με ολότρεμη φωνή.
Έτρεξε στην κρεββατοκάμαρα, στη σάλα, στο δωμάτιό του, στο
μαγεριό. Κατέβηκε τρεχάτος στο κατώι, έψαξε στην αυλή, στο
κοτέτσι.
— Μάννα! ξαναφώναξε δυνατώτερα.
Πουθενά απόκριση. Τον έπιασε αποκαρωμάρα. Έκλεισε την πόρτα σιγά
και γύρισε στο δωμάτιό του· έπεσε, παρά κάθισε στο γραφείο του,
έβαλε το κεφάλι στα χέρια και μπήκε σε συλλόηση.
Τις άλλες μέρες που ήταν αφωσιωμένος με τη συντροφιά των σοφών και
τις ανασκαφές δε λογάριασε καθόλου την απουσία της μάννας του.
Γυναικεία πείσματα, είπε, θα περάσουν. Τώρα όμως που δεν είχε σε
ποιόν να μεταδώση τη χαρά του ανησύχησε. Ήταν αλήθεια το λοιπόν!
Το είπαν και τόκαμαν; Η μάννα του έφυγε· ο αδερφός του το ίδιο.
Και πού πήγαν; ποιος ξέρει. Το βέβαιο είνε πως έφυγαν, τον
παράτησαν, δε θέλουν να ζουν μαζί του· δε θέλουν να τον ξέρουν
ούτε να τον ακούν! Μα γιατί· γιατί αυτή η συφορά; Τι κακό έκαμε;
σε τι τους έβλαψε; Καλά ο αδερφός του· τέτοιος που ήταν, καλά
έκαμε κ' έφυγε. Αν έμενε, εμπόδιο θα του έφερνε και τίποτ' άλλο.
Ώρα του καλή! Μα η μάννα του· η γλυκειά, η πονετική, η άγια του
μαννούλα! Πώς έκαμε κι άφηκε έρμο το παιδί της! Πάντα ήταν καλή,
περιποιητική, αφωσιωμένη σε δαύτον. Κ' εκείνος το ίδιο· λόγο δεν
της γύρισε ποτέ, παράπονο δεν της έκαμε. Η αγάπη του δεν ήταν από
κείνες που έχουν τα παιδιά στη μητέρα τους! Ήταν λατρεία φανατικού
στη θρησκεία του. Από τα μικρά του χρόνια κάθε σκέψη του σ' εκείνη
την αφιέρωσε. Πώς να την ιδή ευτυχισμένη και δοξασμένη, καμάρι των
φίλων, αγκάθι των οχτρών της. Ακόμα και οι τωρινοί κόποι του για
κείνη γίνονταν. Να δείξη στον κόσμο τη σειριά της· να την
θαυμάσουν και να την προσκυνήσουν οι αιώνες. Μα εκείνη αντί να τον
συντράμη στον αγώνα, τον άφησε μάρμαρο. Είνε ή δεν είνε ν'
απελπίζεται κανείς!
— Γιατί, μαννούλα μου, γιατί; εψιθύρισε παραπονεμένα.
Σήκωσε το κεφάλι και τήραξε γύρω του. Πίστεψε πως θα λάβαινε
απάντηση. Μα τίποτα. Το σκοτάδι βασίλευε μέσα στο δωμάτιο. Οι
βιβλιοθήκες διαγράφονταν στον τοίχο πιο μαύρες και σκοταδερές σαν
πένθιμα παραπετάσματα. Τα κεφαλοκόλωνα, οι λήκυθοι, τα χτερίσματα,
με την υγρασία και το χώμα τους, έβγαζαν οσμή ανυπόφερτη σαν
ξεθαμμένα κόκκαλα. Κι αυτό το άγαλμα της Δόξας τον αναγούλιαζε.
Σηκώθηκε βιαστικά κι άνοιξε το παράθυρο. Έξω χαμόφεγγε ακόμη. Ο
ήλιος βασίλεψε, μα η φεγγοβολή του έβαφε χρυσά και μενεξεδένια τα
συγνεφάκια. Η βρύση της αυλής μουρμούριζε συγκρατητό και βαθύ
παράπονο. Τ' ανθισμένο αγιόκλημα κ' οι τριανταφυλλιές έχυναν άρωμα
δυνατό και του πείραζαν τα νεύρα. Αντίκρυ του η μουριά με τα
κλαδιά ολόρθα κι άτρεμα τα φύλλα της, έμοιαζε σβυσμένο μανουάλι
απάνω στον τάφο των πάππων του. Πέρα κι απόπερα μαυρειδερά
απλώνονταν τα χτήματα με τους φράχτες, με τις φυτιές, με τα σπίτια
και τα μαντριά τους. Όλα μαυρειδερά σαν ν' άπλωσε καλόβουλη κυρά η
νύχτα τον πέπλο της για να κρύψη το μυστικό της Πλάσης. Ποιο
μυστικό ; θα πης. Τ' άγιο και τ' ολοφάνερο. Μάντευε τώρα κι ο
Αριστόδημος πως κάτω εκεί φύτρα και φύλλα και καρποί αναπιάνονταν,
χυμοί έτρεχαν, χρώματα και μύρα ζυμώνονταν κ' η μάννα Φύση
ετοίμαζε ακούραστη τα λούλουδα και τα πούλουδα. Φωνές έβγαιναν
εκείθε, γέλοια και χαρχάτουρα, κάπου τραγούδια, αλλού ξεφαντώματα.
— Η ζωή ξεχειλίζει σαν το γάλα από της μικρομάννας τον κόρφο·
εψιθύρισε μελαγχολικά. Ξύπνησε, μικρομάννα, το παιδί σου και
κλαίει· ξύπνησε!
Γύρισε στο δωμάτιο μ' αποστροφή. Η μοναξιά του φαίνονταν
μεγαλείτερη και πιο αβάσταγη τώρα. Έρριξε τα μάτια στο μετόχι του
κι ανατρίχιασε. Το σκαμμένο χώμα ασπρολόγαε. Ανάμεσα στους σωρούς,
τα χαντάκια έχασκαν σαν τάφοι ορθάνοιχτοι. Από πάνω τους ανάδευαν
τα σκοτάδια με σιγαλό και κρύο ανάδεμα. Κάποτε φωσφορισμός
έβγαινε· κάποιο ασπροκίτρινο φως άρπαξαν τα μάτια του και τόχαναν
αμέσως. Άναβε κ' έσβυνε κ' έφτανε στην ψυχή του σα νεκροσήμασμα.
Μην είνε τάχα κ' εκείνο προγονικό λείψανο; σκέφτηκε. Μήπως μαζί με
τα έργα της τέχνης θάφτηκε κ' εκείνο εκεί και τώρα βγήκε να του
φωνάξη: «πιάσε με!;» Και τι νάνε τάχα; τι νάνε; Μήπως το πνεύμα
του το δυνατό, μήπως η ψυχή του η μυριοπρόσωπη ; Κι αν ήταν τ'
ήθελε; Προσήλωσε τα μάτια του καλά· τέντωσε ταφτιά του· Σείστηκε
φύλλο· γρύλλος έτριξε. Ο Αριστόδημος ανατρίχιασε. Μιλούνε λοιπόν;
Μιλούνε. Και τι λένε; Ακκούμπησε στο παράθυρο, βγήκε ο μισός έξω
και τήραξε περίεργα το σκοτεινό μαγνάδι των λάκκων. Το φεγγάρι
πρόβαλε ξαφνικά πίσω του κ' έχυσε φως κάτασπρο στην απλωσιά.
Ολόγυρα τα ξερριζωμένα κορμόδεντρα, τα κούτσουρα των αμπελιών, τα
στάχυα, τα κωλορρίζα του καπνού, οι ελιές κοίτονταν πτώματα. Το
μετόχι έμοιαζε μ' ανθρωπομακελλειό. Μαύρα αίματα τρέχανε, χάσκανε
πληγές, άσπριζαν σπασμένα κόκκαλα, φοβέριζαν τον ουρανό γροθιές
σφιγμένες· χαρχάλευαν σπασμοί, τάραζαν τη σιγαλιά βόγγοι. Η γη
ανάδινε ολούθε οσμή σαπίλας. Η οσμή εκείνη του φάνηκε παράξενη.
Σήκωσε τα μάτια μ' αηδία· μα τότε πάγωσε. Καταμεσής στο μετόχι και
στη θέση που άγιαζε πριν ο γεροπλάτανος, ένας ήσκιος άσπριζε
γονατιστός σα συντρίμμι ταφόπλακας. Ο ήσκιος φίλησε μ' ευλάβεια
τον πεσμένο κορμό· έπειτα σηκώθηκε βιαστικά, γύρισε τα μάτια
ολόγυρα και κούνησε αργά το κεφάλι σα νάκλαιγε την τόση
καταστροφή.
— Μάννα! φώναξε δυνατά ο Αριστόδημος, απλώνοντας τα χέρια.
Ήταν ίδια η κυρά Πανώρια· η κορμοστασιά, το μέτωπο, το βλέμμα
εφανέρωναν πως ήταν εκείνη. Δεν έδωκε όμως απάντηση στη φωνή του
γιου της. Ούτ' έδειξε πως τον άκουσε.
— Μαννούλα, έλα πίσω! δε μ' ακούς! έλα πίσω, μαννούλα!..
ξαναφώναξε δυνατώτερα.
Και σύγκαιρα έτρεξε στην πόρτα, την άνοιξε να κατεβή για να την
καλοδεχτή. Στο κατώφλι όμως στάθηκε αποσβολωμένος. Η κορμοστασιά
της μάννας του είχε γίνη θεόρατη· στη γη τα πόδια της και το
κεφάλι στον ουρανό. Κι ανάμεσα στα χυτά μαλλιά της σιγοτρέμανε τ'
αστέρια. Του έρριξε μια ματιά πονετική, ένα χαμόγελο γεμάτο από
συχώρεση κι άξαφνα σβύστηκε.
— Και πάλι φεύγεις και πάλι! είπε ο Αριστόδημος· πνιγμένος στα
δάκρυα.
ς'
Την αυγή σαν ξύπνησε ο αρχαιολόγος του κάστηκε πως ήταν δέκα
χρόνια γεροντότερος. Δεν είχε δύναμη να σηκωθή από το κρεββάτι.
Όχι δεν είχε δύναμη, αλλά και τόβρισκε όλως διόλου περιττό. Τι
είχε να κάμη τάχα; Να διαβάση; Δεν είχαν νόστα τα βιβλία του. Να
εργασθή; Όχι! πολύν καιρό θα κάμη να πατήση στο χτήμα. Εκείνο το
χτεσινοβράδυνο θέαμα πλάκωσε με πάγο τον ενθουσιασμό του. Έμεινε
λοιπόν ανασκελωμένος στο κρεββάτι, με τα μάτια ορθάνοιχτα κι
ακίνητα σαν υπνωτισμένος. Το αυγινό φως χυνότανε ψόφιο από τα
παράθυρα και τούδειχνε τα σωθέματα λερά, σαν κουρελόπανα. Απόξω
ούτε φωνή, ούτε θόρυβος. Μόνον της βρύσης το μουρμούρισμα έφτανε
μέσα μονότονο και τούφερνε λιποψυχιά. Όχι νερό· το αίμα της
καρδιάς του έχυνε απ' τον κρουνό της η βρύση.
Αλήθεια· πολύ άχαρο είν' έτσι το σπίτι! Άλλοτε μόλις άνοιγε τα
μάτια του, άκουε το αλαφρό περπάτημα της κυρά Πανώριας, το
πασπάτεμμά της εδώ κ' εκεί, τη φωνή της. Έκραζε «πτου!...» στα
ορνίθια κ' έτρεχαν από τις τέσσερες άκρες της αυλής με
φτεροκοπήματα και κακκαρίσματα, σα να της φώναζαν «φτάσαμε!..» Πα!
πα!.. πα!.. σκούζανε τα παππιά, σαλεύοντας το στρουμπουλό κορμί
απάνου στα ποδαράκια τους, λες και διάταζαν: «μην απλώση κανείς
στο φαγί μας!» Μπερδεύονταν όμως πολλά κι ανασκελώνονταν στο δρόμο
σαν ασκοτύρια. Γλου!.. γλου!.. γλου!.. οι διάνοι πρόβαιναν
μεγαλόπρεπα, κινώντας επαναστατικά το κόκκινο λειρί τους, με
φανερή πρόθεση να τσαλαπατήσουν όλα τα πάντα. Χι! χι! χι!.
σφύριζαν ανόητες οι χήνες, τινάζοντες ξέμακρα τις μύτες τους να
μυρισθούν, ενώ το φαγί κοίτονταν στα πόδια τους. Τσι! τσι! τσι!..
τα κλωσσοπούλια ζητιανεύοντας λίγο πίτουρο, απομεινάρι της
αχορταγιάς των μεγάλων. Και τέλος κου! κου!. κου!.. πλάκωνε
βαρυπατώντας ο κόκκορας — ο κόκκορας ο κουρσάρος κι ο δαμαστής
όλης της γειτονιάς. Κ' ήταν σε όλα του αξιόπρεπος· στη στάση του,
στο βάδισμα, στο λάλημα και στη ματιά του. Ακόμα στο φαγί του
τέτοιος φαινότανε. Δεν έδειχνε πείνα ούτε αχορταγιά. Ταπ! ταπ!
ερράμφιζε τ' αραποσίτι κ' έπειτα ψήλωνε το κεφάλι του και βίγλιζε
την τάξη στους υποταχτικούς του. Άμα έβλεπε κανένα σερνικό ν'
αρπάζη του θηλυκού την τροφή, χυνότανε σα μπόρα στη μέση κι ο
αδικητής άλλαζε δρόμο πριν δοκιμάση την άσπλαχνη μύτη του. Και
συχνότερα, απλώνοντας ριπίδι το ένα του φτερό, έφερνε γύρα την
αγαπημένη του, νταής παρασάνταλος και κούτσαβος των πουλιών
μεθυσμένος. Και η κυρά Πανώρια η μαννούλα του, ορθή ανάμεσα στον
πεινασμένο λαό της, σκόρπιζε πρόθυμα την τροφή, καλόβουλη και
γελαστή σαν την Κυρά τη Φύση που σκορπά για όλους ταγαθά της. Τώρα
ποιος ξέρει τι να κάνουν κ' εκείνα; Σε τι ανυπομονησία θα
βρίσκονται που δε βλέπουν ακόμη να προβάλη η τροφοδότρα τους. Άκου
πώς τσιμπούν και χαρχαλεύουν την πόρτα! Τη μύτη, τα φτερά, τα
νυχοπόδαρά τους όλα τάχουν σε κίνηση. Ποιος φαντάζεται πώς ν'
αλυχτά η πείνα στα σωθικά τους και τα βάνη να μαδιώνται μεταξύ
τους, ώστε να ιδούν τ' αγαπημένο χέρι ν' απλωθή απάνω τους!
Κακόμοιρα! Πού νάξεραν πως δε θα το ιδούν πια αυτό το χέρι! Πού να
φαντασθούν τη μοίρα που τα περιμένει! Αύριο — μεθαύριο θα τα
σκορπίση η πείνα μέσα στο χωριό· θα τρέξουν απ' αυλή σ' αυλή κι
απ' αχεριώνα σ' αχεριώνα για κάνα ψίχουλο. Και τότε; Κλαίγε τα
τότε. Άλλα θα πάνε απ' τα πετροβολήματα των παιδιών κι άλλα απ' το
λεπίδι καμιάς χωριάτισσας! Να το κακό που γίνεται στο σπίτι σα
λείψη η νοικοκυρά!...
— Έτσι σβύνει το νοικοκυριό· σκέφτηκε ο Αριστόδημος με πίκρα.
Τ' άρεσε τώρα να μένη σ' αυτήν τη θέση και να κλωθογυρίζη στο νου
του την ίδια σκέψη. Άρχιζαν να τον τέρπουν τα μελαγχολικά
συναισθήματα. Το πείραγμα και τ' αφόρμισμα της πληγής του, του
προξενούσε πόνο και σύγκαιρα ευχαρίστηση. Μα εκείνη τη στιγμή
ακούστηκε χτύπος δυνατός στην πόρτα, σα νάπεσε κορμί τρεχάτο απάνω
της. Αμέσως έπειτ' άρχισαν χτυπήματα πεισματικά κι ανυπόμονα.
— Ποιος; ερώτησε ο Αριστόδημος από τη θέση του.
— Άνοιξε!
— Τι θες;
— Άνοιξε σ' λέω· επρόσταξε η φωνή λαχανιάζοντας. Η μάννα σου.. .
η κυρά Πανώρια...
— Έ;
— Πέθανε.
— Πέθανε!
Ο Αριστόδημος έμεινε ξυλιασμένος στο στρώμα του. Πέθανε! αλήθεια;
Και γιατί;
Άξαφνα πήδησε ορθός, έτρεξε μισόγυμνος στην πόρτα. Ένα
χωριατόπουλο φάνηκε στο κατώφλι, βγάζοντας αχνούς από το στόμα
του.
— Τ' είπες, μωρέ; το ρώτησε ο Αριστόδημος ελπίζοντας να ακούση
διαφορετική απάντηση.
— Ο Δημητράκης μ' έστειλε να σου ειπώ: η κυρά Πανώρια πέθανε... η
μάννα σου, λέει, πέθανε.
— Πότε;
— Ψες βράδυ... κοντά στο σούρουπο.. .
— Αλήθεια;
— Να, μα το σταυρό!
Έσκυψε, έκαμε δυο βήματα μέσα, άρπαξε με τα χέρια το κεφάλι και
ρίχτηκε στο κρεββάτι βογγώντας. Το χωριατόπουλο άνοιξε τόσα τα
μάτια του. Έπειτα σιγά κι ανάλαφρα τραβήχτηκε στη σκάλα, την
κατέβηκε στα τέσσερα κ' έκλεισε την ξώπορτα πίσω του. Στο χτύπο
ξαφνίστηκε ο Αριστόδημος· γύρισε τα δακρυσμένα μάτια του και δεν
είδε το χωριατόπουλο. Θυμήθηκε πως δεν το ρώτησε πού πέθανε η
μάννα του. Μπορεί στο σπίτι της Ελπίδας· μα δεν ήταν και βέβαιος.
Πήδησε, έτρεξε στην πόρτα, βρέθηκε στην αυλή.
— Παιδί!.. παιδί! .. έβαλε τις φωνές.
Πού παιδί! Έπρεπε να βγη έξω για να μάθη. Πλύθηκε — ντύθηκε γοργά.
Δυο πόνοι του σφάζανε τώρα την καρδιά. Η λύπη που έχασε τη μάννα
του κ' η ντροπή που πέθανε όξω απ' το σπίτι της. Ο άντρας της
παιδεύτηκε να την σπιτώση κι ο γιος την ξεσπίτωσε! Τι καταφρόνια
στη γυναίκα του Ευμορφόπουλου να πεθάνη σε ξένα χέρια!..
Την ώρα που κατέβαινε τη σκάλα να σου ο πάρεδρος του χωριού με το
δικαστικό κλητήρα· Έρχονταν συζητώντας κ' οι δυο και γελώντας
ποιος ξέρει γιατί. Μόλις όμως τον είδαν, σοβαρεύτηκαν κι ο
πάρεδρος με θλιμμένη φωνή του είπε σφίγγοντας το χέρι του.
— Το μάθαμε... ζωή σε λόγου σου· ήταν καλή γυναίκα η μακαρίτισσα.
— Ζωή σε λόγου σου· του είπε κι ο κλητήρας.
— Ναι... ευχαριστώ· εψιθύρισε ο Αριστόδημος.
— Είνε αλήθεια λυπηρό· μα τι να γίνη; του ξανάειπε ο πάρεδρος,
κυττάζοντάς τον με τα μικρά και πονηρά ματάκια του· αυτά 'χει ο
κόσμος. Πέθανε στο σπίτι της Ελπίδας ναι, το μάθαμε· προτίμησε το
μικρότερό της γιο. Ε, έτσι είνε οι μαννάδες· τη μοιράζουν και την
αγάπη· τη μοιράζουνε. Και όχι σαν ανθρώποι· σα θεοί, σα θεοί· σ'
άλλον περσότερη, σ' άλλον λιγώτερη. Μα τι να γίνη ;.. Ήταν καλή
γυναίκα, η αγιοχώματη· καλή γυναίκα! Μήπως πηγαίνετε στην κηδεία;
— Ναι· εκεί πάω· αποκρίθηκε στενοχωρεμένος ο Αριστόδημος.
— Πηγαίνετε, πηγαίνετε· μην εμποδιζώστε καθόλου· μα καθόλου.
Εμείς θα κάνουμε τη δουλειά μας. Τι να γίνη ; αυτά 'χει ο κόσμος·
άλλοι πεθαίνουν κι άλλοι γεννιώνται. Ξέρτε, οι οχτώ ημέρες έληξαν
και θα κάμω κατάσκεση.
— Κατάσκεση! είπε πισωπατώντας ο Αριστόδημος.
Τώρα θυμήθηκε πως εδώ κι οχτώ ημέρες του κοινοποίησαν την
τελευταία προθεσμία που δίνει το δικαστήριο στο χρεωφειλέτη. Μα
ούτε τη διάβασε, ούτε τη θυμήθηκε ως σήμερα. Πού να δώση προσοχή
σε τέτοια μικροπράμματα!
— Ναι, κατάσκεση· του ξανάειπε ο κλητήρας· είνε για το χρέος του
κυρ Κουρδουκέφαλου. Μα μην εμποδιζώστε διόλου, σας παρακαλώ. Θα τα
κάνω όλα στην εντέλεια· να είστε ήσυχος. Εσείς πηγαίνετε στην
κηδεία της μάννας σας.
— Ναι, πηγαίνω· κάμετε όπως ξέρετε.
Ο Αριστόδημος έφυγε βιαστικά, λες και τον απόλυσαν από τα σίδερα.
Ήταν ανυπόμονος να ιδή τη μάννα του. Ο θάνατός της τον ξάφνισε σαν
κάτι παράδοξο κι αφύσικο.
— Ας όψεται· έλεγε κάθε στιγμή στενάζοντας.
Κι ο στεναγμός μαζί με το στοχασμό του τον αλάφρωσαν για καλά.
Είχε την πεποίθηση πως η μάννα του επλάσθηκε κ' ήταν αληθινά
αθάνατη. Ούτε αρρώστια, ούτε φόνος, σκοινί — παλούκι, ότι κι αν
μεταχειρίζονταν τα παιδιά της είτε οι ξένοι εναντίον της, ήταν
ικανά να την πεθάνουν. Αν πέθανε τώρα, δεν ήταν αίτιος αυτός, όχι.
Αυτός σε τίποτα δεν έφταιγε. Ο αληθινός φταίστης ήταν ο Δημητράκης
με τη λιγομυαλιά και με τα πείσματά του. Αυτός ο μισοπάλαβος, ο
αγράμματος, ο προδότης! Και τι έκαμε; Την πήρε μαζί του και να!
την πέθανε· Αν έμενε στο σπίτι της, θα ζούσε ακόμα!... Και τη θέση
της λύπης πήρε τώρα το μίσος του· μίσος κι αποστροφή για τον
αδερφό του.
Έτσι πήρε τον ανήφορο κ' έφτασε λαχανιάζοντας στο σπίτι της
Ελπίδας. Μα το σπίτι δεν έδειχνε καθόλου πως είχε λείψανο. Τα
πορτοπαρέθυρά του ήταν ορθάνοιχτα και μπαινόβγαινε ο ήλιος σα
χρυσοφορεμένος γαμπρός. Στην αυλή μελισσολόι ο κόσμος· ντόπιοι και
ξένοι ανάκατα. Γιατί μέσα στο χωριό και στ' άλλα περίγυρα δεν ήταν
άνθρωπος που να μην ήξερε την κυρά Πανώρια. Άλλος απ' ακουή κι
άλλος από ιδεί όλοι την ήξεραν κι όλοι τη λάτρευαν. Κ' οι οχτροί
της ακόμα — όχι δικοί της παρά τ' αντρός και των παιδιών της
οχτροί — κ' εκείνοι δεν είχαν κακό λόγο για δαύτη.
Η κρεββατοκάμαρα της Ελπίδας έγινε νεκρικός θάλαμος. Καταμεσής η
κυρά Πανώρια ξαπλωμένη στην κάσσα της· δε φαινότανε παρά το
πρόσωπό της. Το άλλο σώμα της ήταν σκεπασμένο από χίλιων ειδών
λουλούδια και βότανα. Κάτι μεγάλα και κόκκινα τριαντάφυλλα,
κάποιες ωχρόδροσες μοσκιές και ρόδα απριλιάτικα, έζωναν τους
τίμιους λαγόνες της, σαν ουράνιο τόξο. Κάτω οι μυρτιές και οι
βιόλες και παρακάτω τα δαφνόκλαδα ψήλωναν και θέριευαν, λες και
βρήκαν εκεί την αληθινή πατρίδα τους. Μα στο χλωμόδροσο πρόσωπό
της κάθονταν ανάλαφρα ο πόνος κ' η θλίψη του χωρισμού. Για κείνη
όχι· αλλά για κείνους που άφινε. Ζερβόδεξα κοντά στο κεφάλι της,
κάθονταν σταυροπόδι ο Δημητράκης κ' η Ελπίδα. Κάθονταν
ακκουμπώντας στην παλάμη το πρόσωπο και κυττάζοντάς την
προσεχτικά, σα να πρόσμεναν τα λόγια της. Επίσης ζερβόδεξα στα
πόδια της κάθονταν ο γέρο Μαλαματένιος κ' η γριά του σκυφτοί κι
αμίλητοι, σα να κρατούσαν τη σκεπή απάνου τους. Η Ελπίδα έλεγε το
μυρολόι της σιγά και ταπεινά, σα βρυσούλα που κλαίει την ερμιά της
μέσ' στο δάσος. Τα λόγια της ήταν απλά και συνειθισμένα· μα τους
έδινε τέτοιο αίσθημα η λαλιά της που τάκανε ουρανοκατέβατα. Ο
πόνος πάλαιβε με το πάθος και το πάθος με το θρίαμβο μέσα τους.
Και κάθε φορά που τέλειωνε ο στίχος, το γέρικο αντρόγυνο έβγαζε
κάποιο στέναγμα βαθύ κι ατέλειωτο, λες κι ανάσαινε ο Κάτου κόσμος.
— Ωχ — ωχ! ωιμένανε!...
Γύρω στη νεκρή κάθονταν οι τρανοί ένας κ' ένας. Ο Χαγάνος με το
γιο του· ο Βασίλης ο Ζάρακας, ο Μήτρος ο Γλάμης κι ο Θεομίσητος.
Ανάμεσά τους κάθονταν ο Περαχώρας κι ο Γκενεβέζος και πίσω απ' το
Δημητράκη, σκυφτός προς την Ελπίδα ο Αλαμάνος. Ήταν όλοι
συναγμένοι εκεί, επίσημα ντυμένοι, σοβαροί στα καθήκοντά τους.
— Νεκρή είνε, και θαρρεί κανείς πως κοιμάται· είπε ο Χαγάνος
σιγαλά στο διπλανό του.
— Όπως η ζωή της ήταν ύμνος στη Δημιουργία, έτσι κι ο θάνατός της
είνε ύμνος στο Χάρο· επρόσθεσε ο Περαχώρας.
— Αν είν' ο Χάρος να στολίζη έτσι το θάνατο, βέβαια ο θάνατος
είνε προτιμότερος από τη ζωή· εσυμπέρανε ο Βασίλης ο Ζάρακας.
— Τη βλέπει κανείς και νομίζει πως άμα κρυφθή στη γη θα κρυφθή κι
ο ήλιος μαζί της· είπε ο Μήτρος ο Γλάμης.
— Ήταν στην όλη Δημιουργία κάτι από τα πιο σημαντικά και
δοξασμένα μέρη της κ' είνε φόβος με τον αφανισμό της να χαλάση
τώρα κι ο κόσμος· εψιθύρισε με θλίψη του ο Γκενεβέζος.
Ο Θεομίσητος δάγκωσε τα χείλη του. Δε θα πάψουν πια αυτά τα
λιβανίσματα σ' ένα κουφάρι! Ο φθόνος με το φόβο έσμιγαν και
βασάνιζαν την αράθυμη ψυχή του. Και νεκρή ακόμα την έτρεμε την
Κυρά Πανώρια. Βέβαια δεν πίστευε πως μπορούσε να ξαναζήση. Το
θετικό μυαλό του δεν πίστευε στα φαντάσματα. Η ζωή της όμως είχε
ακόμα επιρροή στην κοινή συνείδηση κ' ήταν κακή δικλοποδιά στην
πρόοδό του.
— Ψε!.. είπε κουνώντας το κεφάλι· μεγάλη μάννα, αλήθεια· μα τι
παιδιά έκαμε!...
Ο Αλαμάνος γύρισε και τον κύτταξε με περιφρόνηση. Ούτε κι ο
θάνατος, λοιπόν, δε στόμωνε το μίσος του! Με τη θαυμαστή επιμονή
του κατώρθωσε ο Αλαμάνος να τα ισάξη όλα στην πατρίδα του και να
τρέξη πάλε στο μεγάλο του σκοπό. Έτυχε απάνω στο ψυχομάχημα της
κυρά Πανώριας· μα κ' εκείνο ήταν σημαντικό για την υπόθεσή του. Το
ψυχομάχημα, ο θάνατος, το πένθος, οι ετοιμασίες όλα ήταν για τη
σκέψη του ψηφίδες που τούδειχναν μια θαυμαστή και μεγαλόπρεπη
εικόνα. Σκυφτός άκουε το μυρολόγι της Ελπίδας κ' ένοιωθε το πνεύμα
του να γυρίζη μέσα στα χερόγραφα των παλιών Ευμορφόπουλων.
— Εγώ σε βεβαιώνω, είπε άξαφνα με φαρμάκι στο Θεομίσητο, πως και
τα παιδιά έχουν την ψυχή της μάννας τους. Το μόνο κακό είνε πως
δεν ξέρουν ακόμα τον τρόπο για να τη φανερώσουν. Να, για πρόσεξε·
δε σου φαίνεται πως η Αντρομάχη κλαίει τον Έχτορά της;
— Μάννα μ', να σε ρωτήσουμε και να μας μολογήσης,
Τίνος αφίνεις τα κλειδιά από τ' αρχοντικό σου ;
Ρώταγε παραπονετικά η Ελπίδα. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε στην πόρτα ο
Αριστόδημος· Μόλις πάτησε το κατώφλι θέλησε να πέση και ν'
αγκαλιάση το φέρετρο. — «Μάννα, μαννούλα μου γλυκειά!» του ήρθαν
οι λέξες στα χείλη. Κρατήθηκε όμως μόλις είδε τους ξένους.
Σκέφτηκε πως έπρεπε να φανή επιφυλαχτικός, σοβαρός, επίσημος
μπροστά τους. Μέσα του υπόφερνε πολύ· κατώρθωσε όμως να σφίξη τον
πόνο του. Έβγαλε το καπέλλο του, προχώρησε, στάθηκε κοντά στο
λείψανο και σταύρωσε τα χέρια.
— Κείσαι λοιπόν νεκρά, ω μήτερ Θεών και κοιτίς ημιθέων! είπε
άξαφνα με βροντερή και άτρεμη φωνή. Ναι κείσαι! επρόσθεσε
κατεβάζοντας στο λείψανο το χέρι του και κυττάζοντας αυστηρά
όλους. Και εκείνοι οίτινες εβύθισαν το εγχειρίδιον εντός της
τιμίας σου πλευράς ίστανται νυν ενώπιόν σου προσπεπασσαλευμένοι
και ευτελείς ως παίδες λαθροχειρούντες. Αλλά καίτοι νεκρά ζης, ναι
ζης αθάνατος· και από του αδαμαντίνου βάθρου της αθανασίας σου
περιφρονείς ως εμπρέπει τους δολοφόνους και τους τυμβωρύχους
σου!..
Έτσι εξακολούθησε το λόγο του για πολύ ακόμη ο Αριστόδημος. Το
προαιώνιο όπλο της γενιάς του είχε τώρα στα χέρια του και πίστευε
μ' εκείνο να σαρώση τους εχτρούς του. Κ' ήταν όλοι εχτροί του εκεί
μέσα· ο Χαγάνος, ο Γλάμης, ο Ζάρακας, ο Θεομίσητος. Κι όχι μόνον
αυτοί αλλά κ' οι παλιοί φίλοι του. Όσο τους έβλεπε να κάθωνται
μαζί με τους εχτρούς του και να συνομιλούν σκυφτά και μπιστεμμένα,
τόσο άναβε η φιλυποψία του. Ήθελε να τους δείξη με το λόγο του
ποιοι ήταν εκείνοι και ποιος ήταν αυτός. Άρχισε λοιπόν να υμνολογή
τη γενιά του. Είπε για τους Ευμορφόπουλους· για την καταγωγή, για
τη δόξα, για την τέχνη τους. Ό,τι κατόρθωμα σημαντικό από χιλιάδες
χρόνια είχε η γενιά το ανάφερε με βροντές και πάταγο. Όχι μόνον τα
σημαντικά μα και τα ελάχιστα. Τ' άρπαζε στον καταρράχτη της
πολυλογίας του, τα ψήλωνε στα μεσούρανα, τάλεγε δυσκολόβρετα στην
παγκόσμια ιστορία. Εμακάριζε τη μητέρα που είχε την τιμή να
γεννήση τέτοια παιδιά και συγχαιρότανε τα παιδιά που είχαν τύχη να
γεννηθούν από τέτοια μητέρα. Προσκαλούσε τους προγονικούς ήσκιους
να παρασταθούν περίλυποι στην κηδεία της. Τα μάτια του δεν είχαν
δάκρυα ούτε το πρόσωπό του συγκίνηση. Αχτινοβολούσε όλος από χαρά
και περηφάνεια. Τα χέρια του γροθοκοπούσαν τον αέρα, σα να πάλευε
με αόρατο δαίμονα.
— Υμνεί τη μητέρα του ή ρητορεύει; εψιθύρισε στ' αφτί του
Γκενεβέζου ο Περαχώρας.
— Είνε φυσικό του· αποκρίθηκε με τον ίδιον τρόπο εκείνος.
Χρειάζεται, να σου ειπώ, λίγη ιλαρότητα. Το μυρολόγι της Ελπίδας
μούσφιξε την καρδιά.
Η θλίψη τώρα είχε φύγει από το νεκρικό θάλαμο σαν πουλάκι
φοβισμένο. Το αίσθημα υποχώρησε στα λόγια. Δεν ηύρε θέση να
τρυπώση παρά στα στήθη της Ελπίδας και τον Δημητράκη. Οι ξένοι μ'
ένα στεναγμό έβγαλαν και το βάρος από πάνω τους. Σήκωσαν το
κεφάλι, κύτταξαν προσεχτικά το ρήτορα και τα πρόσωπά τους
δείχνονταν γαληνεμένα σα να μην έγινε τίποτα.
Δεν ήταν όμως έτσι και τα δυο παιδιά. Η Ελπίδα με το κεφάλι
σκυμμένο στη νεκρή φαινότανε βυθισμένη στους κόσμους τους δικούς
της· ούτε πρόσεχε ούτε άκουε το λόγο. Ο Δημητράκης όμως είχε άλλες
σκέψες.
Από την ώρα που είδε στο κατώφλι τον Αριστόδημο εμάντεψε το σκοπό
του· ο θυμός του άναψε. Δεν έφτανε που την πέθανε με τις αμυαλιές
του· ήρθε και να την ρεζιλέψη! Μα βαστάχτηκε· χαμήλωσε στο λείψανο
το κεφάλι και φρόντιζε να μη βλέπη και να μην ακούη το ρήτορα.
Ήταν όμως αδύνατο. Ο Αριστόδημος έλεγε κ' έλεγε κ' έδειχνε πως δεν
είχε σκοπό να τελειώση. Και τα λόγια του έκαναν στο Δημητράκη όλως
διόλου αντίθετη εντύπωση απ' ό,τι έκαναν στους άλλους ακροατές.
Τον συγκινούσαν γιατ' ήταν τέτοια, μωρά κι ανάξια για το θέμα που
είχαν. Ποίος μπορούσε αλήθεια να φαντασθή πως η γυναίκα του
Ευμορφόπουλου θα είχε ένα τέτοιον επικήδειο ; Και η σκέψη εκείνη,
πολύ θλιβερώτερη από το θάνατο του έφερε δυνατό λυγμό κ' έπεσε
απάνω στο λείψανο·
— Αχ! μαννούλα μου!., μαννούλα μου!..
Εκείνη τη στιγμή τελείωσε κι ο Αριστόδημος το λόγο του. Έρριξε
βλέμμα γιομάτο περιφρόνηση στον αδερφό του κ' ήρθε και στάθηκε
μπροστά του ψιθυρίζοντας :
— Ανάξιε!
Οι ακροατές σηκώθηκαν μονόγνωμοι κ' ήρθαν να συγχαρούν και να
συλλυπηθούνε τον Αριστόδημο.