— Ευχαριστώ.... ευχαριστώ.... απαντούσε στον καθένα εκείνος,

σφίγγοντάς τους τα χέρια. Ξέρετε· ηθέλησα να πλησιάσω το δαιμόνιον

ύφος του Περικλέους, είπε μπιστεμένα στον Περαχώρα.

— Και να σας ειπώ το κατωρθώσατε· του είπε με πικρό χαμόγελο ο

Γκενεβέζος.

— Αλήθεια! εφώναξε ολόχαρος εκείνος· ω! με κολοκεύετε, με

κολακεύετε πολύ... ευχαριστώ!

Κανείς όμως από τους τόσους ακροατές δεν μπόρεσε να καταλάβη τα

λόγια του. Εκείνο το «ευχαριστώ» ήταν τάχα για τα συλλυπητήρια ή

για τα συγχαρητήριά τους;

Ζ'

— Που θα πη, μωρέ γυναίκα, μοιάσαμε τους Οβριούς στην κακοτυχιά·

είπε ο γέρω Μαλαματένιος στη γριά του, απιθόνοντας κάτω ένα πόδι

αργαλειού.

— Φτου τσ' αντίχριστους! μη μου τους μελετάς! φώναξε κείνη

αγαναχτησμένη. Σε καλό σου, γέρο! Τι σούρθε κ' έπιασες να μας

παρομοιάσης με τσ' αλάδωτους!...

— Τ' έπαθα, λέει! τ' έπαθα! Και τι άλλο μας μένει να πάθουμε; Έχω

ακουστά πως κ' εκείνους τους κακορρίζικους έτσι τους τυραννούσαν.

Τσ' άρπαξε ο ένας από δω και χωπ! στη Βαβυλώνα. Τσ' έπαιρνε άλλοι

από κει χωπ! στη Δαμασκό. Ερχόταν τρίτος χωπ! πάλε στα Γεροσόλυμα.

Από τον Άννα στον Καγιάφα που θα ειπή. Το ίδιο και μεις. Τη μια

φορά ο Χαγάνος μάς παίρνει απ' το καλύβι μας και μας ρίχνει στο

σπίτι της Ελπίδας. Τώρα μας παίρν' η Ελπίδα χωπ! στο σπίτι του

Μορφόπουλου. Να τι θα ειπή να ζη κανείς πολλά χρόνια! Α, μα το

ψωμάκι· τη βαρέθηκα τέτοια ζωή...

— Μα τώρα δεν έχει πια να μας κουνήση κανείς από 'κεί.

— Κανείς! δεν έχει να μας κουνήση κανείς! τι λες άραχλη ;

— Εκειό που σου λέω· τώρα θα ησυχάσουμε για καλά.

— Για καλά; Βέβαια, σα νάχης δίκιο. Από 'κεί θα φύγουμε με ξένα

πόδια.

— Τι; καβάλλα;

— Ναίσκε· καβάλλα στο ξυλάλογο· σα να λέμε στην κάσσα. Ξέχασες,

βλέπω, το στερνό σου ταξείδι.

— Ου!... έκαμε η γριά μ' ανατριχίλα, βάζοντας μπροστά το χέρι της

για να διώξη το κακό.

— Ω, διάτανε! το φοβάσαι βλέπω το θάνατο σα να ήσουνα χίλιω

χρονώ. Μα στην πίστη μου σου λέω έχεις άδικο, γριά! Έχεις μεγάλο

άδικο. Εκεί να ιδής σπίτι μια βολά. Θεμέλιο δεν έχει και

θεμελιωμένο είνε· κλειδωνιές δεν έχει και κλειδωμένο είνε. Ούτε

Χαγάνος έρχεται να σε νοχλήση, ούτε Μορφόπουλος, ούτ' Ελπίδα. Αν

και να σου ειπώ την αλήθεια, για την Ελπίδα πρόθυμα θα

βασανιζόμουνα και στον τάφο... Μα σου δίνω το λόγο μου, μωρή γριά·

αν είνε τυχερό σου και πας πρώτη, θα σου χτίσω ένα σπίτι όχι και

καλήτερο...

— Ου, καϋμένε! πάψε πια τις σαχλαμάρες κι ανάγκασε. Δε βλέπεις

που μας πήρε η νύχτα!

— Σαχλαμάρες. ... σαχλαμάρες... μα τι οργή Θεού τούτος ο κόσμος!

και την πιο φανερή αλήθεια τη σιχαίνεται!. ..

Ο γέρο Μαλαματένιος σήκωσε πάλι στο νώμο τον αργαλειό και πήρε τον

κατήφορο. Σήκωσε κ' η γριά του το μπόγο κι' άρχισε να κατεβαίνη

τρικλίζοντας κι αγκομαχώντας.

Η Ελπίδα μετακόμιζε τώρα οριστικά στο σπίτι του Ευμορφόπουλου. Από

την ώρα που πέθανε η κυρά Πανώρια άλλαξαν πρόσωπα και πράματα. Μα

πιο πολύ άλλαξε ο Αριστόδημος. Πρώτα ο θάνατος της μάννας του κ' η

ερμιά του μέσα στο σπίτι· έπειτα η χρηματική στενοχώρια τον έφεραν

κάπως σε θεογνωσία. Έβαλε μεσίτες στο Δημητράκη για να κατεβή στο

χωριό, να κυττάξουν τις δουλειές τους. Εκείνος επρότεινε τους

όρους του· θα κατεβή ναι, αν κατεβούν μαζί του κ' η Ελπίδα με τους

Μαλαματένιους. Αλλοιώς δε γένεται. Ο Αρχαιολόγος αναγκάστηκε να

δεχτή.

— Ας έρθουν, είπε· φτάνει να μην έχουν μαζί μου κουβέντες· δικό

μου και δικό τους. Μονάχα ένα τραπέζι — ας το βάλουν στο νου τους

— μονάχα ένα τραπέζι θα μας σμίγη...

— Ας είνε κ' ένα τραπέζι· παραδέχτηκε ο Δημητράκης.

Έτσι η Ελπίδα πήρε τη θέση της κυρά Πανώριας στο νοικοκυριό· πήρε

και το δωμάτιό της. Μα δεν άλλαξε τίποτα από τα σωθέματά του.

Τάφηκε όπως τάχε τοποθετημένα η γριά κ' έμπαινε μέσα όπως μπαίνει

ο καλός χριστιανός στην εκκλησιά του. Στο παραμέσα κελλάρι έστησε

το κρεββάτι του Δημητράκη· τους Μαλαματένιους τους έβαλε από κάτου

και φρόντιζε να μην τους λείψη τίποτα. Ο Αριστόδημος κράτησε το

γραφείο του με τα βιβλία και τις αρχαιότητες. Όσο για ζωή περνούσε

όχι και καλήτερα. Τα τετράδια που σύναζε τις προπατορικές λέξες

είχαν γίνη σωροί· χρειαζότανε άλλες δυο βιβλιοθήκες για να τα

βάλη. Μα κ' εκεί έμεναν οι λέξες άκαρπες και νεκρές σαν τους

σπόρους στην ξηρασία. Πού και πού καμιά να βλαστοβολήση στην ψυχή

του· μα με τούτο έχανε το είδος της· γινότανε του συρμού. Εκείνος

δεν απελπιζότανε· είχε τις ελπίδες του στον καιρό και στην επιμονή

του.

— Θα ξαναζήσουν, έλεγε· θα ξαναζήσουν δε γένεται. Μια, δυο, τρεις

το πολύ γενεές κ' έπειτα: Μήνιν άειδε Θεά... Οι Ευμορφόπουλοι θα

ζηλεύουν τα παιδιά τους.

Την ίδια επιμονή έδειχνε και στις αρχαιότητες. Μόνος του τις

καθάριζε, έφτιανε στρίποδα, βάθρα, τραπεζάκια και τις έβαζε

απάνου! Έπειτα στεκότανε μπροστά τους ώρες ολάκερες και τις

καμάρωνε. Κ' εκεί που τις καμάρωνε ξεχνιότανε ως που τα μάτια του

βασίλευαν και δεν έβλεπε τίποτα. Κανόνι νάρριχνες δίπλα του δε

σάλευε. Και όταν τέλος ερχόταν στον εαυτό του, εύρισκε πως δεν

ήταν καλά βαλμένες κι άρχιζε πάλε να τους αλλάζη τη θέση. Μα πιο

πολύ απ' όλα τον βασάνιζε η τοποθέτηση της Δόξας. Ήθελε νάβρη για

κείνη ένα βάθρο πολύτιμο, όλως διόλου άξιο για τέτοιο

καλλιτέχνημα. Τις έφτιασε ένα από μάρμαρο λευκό και την τοποθέτησε

δίπλα στο τραπέζι της δουλειάς του.

Μα το μάρμαρο του φαινότανε πρόστυχο. Αντί να δείχνη την ωμορφιά

της την έκρυβε. Παράγγειλε λοιπόν έναν κορμό καρυάς ψηλόν ως ένα

μέτρο και τον έφεραν στο γραφείο του. Τον είχε κάπου μια βδομάδα

εκεί κι ακόμα δεν αποφάσιζε. Γύριζε γύρω — τριγύρω στον κορμό, τον

κύτταζε και τον ξανακύτταξε, μια πήγαινε κοντά και τον ψηλαφούσε,

μια στεκότανε μακρυά· πότε τον εύρισκε καλόν και χαμογέλαε, πότε

άσχημον και σούφρωνε τα φρύδια του έτοιμος να κλάψη.

— Γιατί μου τα κάνουν αυτά!.. γιατί μου τα κάνουν!.. φώναξε

άξαφνα πιάνοντας το κεφάλι με τα χέρια του.

Άνοιξε βιαστικά την πόρτα του γραφείου του και βγήκε στην ταράτσα.

Κάτω στο χτήμα του αξίνες έλαμπαν σαν ασημένια φύλλα και χώνευαν

στο χώμα πεισματικά σα να το πρόσταζαν: δώσε! Σκαφτιάδες έσκαφταν

τους σωρούς, έχωναν τους λάκκους, ίσαζαν τα χαντάκια της

ανασκαφής, με τραγούδια και γέλοια. Ένας μηχανικός μετρούσε τη γη

κ' οι βοηθοί του φύτευαν νέα δεντρικά στη γραμμή και σε ωρισμένη

απόσταση. Μα κι ο μηχανικός κ' οι σκαφτιάδες ήταν ξένοι κι

απόξενοι. Του Αριστόδημου το πρόσωπο αγρίεψε.

— Είνε ατιμίες αυτές! να που στο λέω· είνε ατιμίες!.. Θα τρέξω·

θα το φωνάξω ολούθε... Είνε ατιμίες τα όσα μου κάνεις· με

κλέβεις!... φώναζε κουνώντας περαδώθε τα χέρια και τρέμοντας

ολόκορμος.

Ένας εργάτης σήκωσε τα μάτια και τον κύτταξε προσεχτικά. Έπειτα

παραίτησε την αξίνα του κ' ήρθε κάτου από την ταράτσα. Ήταν ο

Κουρδουκέφαλος ο δανειστής κι ο νοικοκύρης τώρα του μετοχιού. Όταν

βγήκε στη δημοπρασία επλειοδότησε και το μετόχι κατακυρώθηκε στ'

όνομά του.

— Σε κλέβω; εγώ σε κλέβω, κύριε Αριστόδημε! ρώτησε μαλακά τον

αρχαιολόγο. Μα το σταυρό μ' αδικείς.

— Δε σ' αδικώ καθόλου· με κλέβεις! με κλέβεις! με κλέβεις!..

φώναξε πεισματικά εκείνος.

— Μα γιατί σε κλέβω, βρε αδερφέ· ψέμματα είνε πως σε δάνεισα;

— Με δάνεισες; το ξέρω πως με δάνεισες· με δάνεισες ναι!

— Δεν είχαμε συμφωνία να μου τα δώκης στα έβγα του χρόνου;

— Ναι, στα έβγα του χρόνου· το θυμάμαι.

— Και πέρασαν δυο χρόνια· ή όχι;

— Ναι, πέρασαν δεν τ' αρνιέμαι. Μα ό,τι κάνεις δεν το κάνεις από

λόγου σου. Μπορούσες να περιμένης ακόμα. Μα δε σ' αφίνουν οι

άλλοι· οι απόξω δε σ' αφίνουν.

— Τι απόξω, αδερφέ; Θέλω να πάρω τον παρά μου.

— Το ξέρω ποιος σε βάνει· το ξέρω! εξακολούθησε με πείσμα ο

Αριστόδημος. Κείνος ο Θεομίσητος, το χτήνος, ο παλιάνθρωπος! Α,

θαν του δείξω γω! επρόσθεσε κινώντας φοβεριστικά το χέρι του κατά

κείθε. Θαν του δείξω γω... θαν του στρήψω το καρύδι έτσι να!..

έτσι να!..

Έβαλε τα δάχτυλα στο λαιμό του κ' έσφιγγε δυνατά σα νάσφιγγε το

καρύδι του Θεομίσητου. Μα ο Δημητράκης έτρεξε και του ξεκόλλησε με

δυσκολία τα χέρια.

— Βρε, αδερφέ, τι σου φταίει ο κόσμος και τον φορτώνεσαι; του

είπε αυστηρά.

Έπειτα σκύβοντας κάτω·

— Έχεις δίκιο κ. Κουρδουκέφαλε· έχεις δίκιο· είπε μαλακά. Μάς

δάνεισες, να πάρης πίσω τα λεφτά σου. Το χτήμα κατακυρώθηκε στ'

όνομά σου· να το χαίρεσαι. Τι μας φταίν' οι ξένοι σα δεν μπορούμε

μεις να κυβερνηθούμε.

— Δε γύρεψα παρά τα λεφτά μου, σε βεβαιώνω, είπε ο Κουρδουκέφαλος

γυρίζοντας στο Δημητράκη. Εγώ, ξέρεις, τη φαμίλια σου την εχτιμώ·

τους προγόνους σας τους θαμάζω. Ό,τι ανθρωπισμό έχουμε σήμερα σε

κείνους τον χρωστάμε. Μα τι να κάμω; άνθρωπος είμαι και γω. Θέλω

τα λεφτά μου να ζήσω.

— Σωστό. .. σωστό κ. Κουρδουκέφαλε· να κυττάξτε την δουλειά σας·

δε σας αδικεί κανείς.

Ο Αριστόδημος έτρωγε τα νύχια του από λύσσα. Ήταν το μόνο αίσθημα

που του έμεινε πια. Στην παραμικρή ταραχή που γινότανε γύρω του,

θες στον εαυτό του θες σε ξένον, του φαινόταν πως κάποιος τον

τραβούσε από τα μαλλιά. Τον τραβούσε και τον έσερνε, λέει, σ' έναν

κατήφορο στρωμένον με στουρναρόπετρα. Τώρα δεν του τόβγαζε κανείς

πως το πούλημα του μετοχιού προήρθε από το Θεομίσητο.

— Ο άτιμος! εψιθύριζε, βηματίζοντας πέρα — δώθε· ο άτιμος! όλες

τις βαγαποντιές του κόσμου τις μεταχειρίζεται.

— Ναι, όλες· είπε ο Δημητράκης, μαντεύοντας τα λόγια του. Τον

καιρό που στάλεγα εγώ δε μ' άκουες. Καμάρωσε τώρα! Βλέπεις;

επρόσθεσε δείχνοντας το χτήμα του Θεομίσητου· όλο και κοντοζυγώνει

σε μας. Όταν πρωτόειδε ο Χαγάνος πως του πατάει το χτήμα ρίχτηκε

να τον πετσοκόψη. Μα εκείνος με τις μαγλειφιές του τον καταπράυνε.

Και τώρα; όχι μοναχά τον συμπάθησε μα του παραχώρησε κι άλλο να

καλλιεργήση. Κολλήγα του τον έκαμε. Μερδικό θέλει, κι ας γίνη ό,τι

γίνη. Για ιδές.

Ο Αριστόδημος στύλωσε τα μάτια του κατά το χτήμα του Χαγάνου. Ο

κυπαρισσώνας έλειπε· δεν είχε πια ανάγκη να δουλεύη μυστικά ο

Θεομίσητος και τον έκοψε. Πρόβαινε καταδώθε σα νοικοκύρης και σαν

καταχτητής.

Κι αν ήταν μόνον ο Θεομίσητος λίγο το κακό· μα τώρα ξεφυτρώσανε κι

άλλοι. Το παράδειγμά του κέντησε την όρεξη όλης της γειτονιάς. Ο

Μήτρος Γλάμης μόλις ειρήνεψε το δικό του πέρασε στο ξένο· το ίδιο

κι ο Βασίλης ο Ζάρακας· το ίδιο κι άλλοι, κοντινοί και μακρινοί.

Καθένας που ένοιωθε δύναμη στα χέρια του κι αχορταγιά στην ψυχή

του, πήδαγε με το έτσι θέλω στο χτήμα του Χαγάνου κ' έκανε ότι

ήθελε. Άλλος ξερρίξωνε ταμπέλια και τάσπερνε σιτάρι· άλλος έκοβε

τα λιοστάσια και φύτευε αμπέλια· άλλος έκαιε τα δάση και τάφινε

λιβάδια. Ό,τι καλό δεντρί χαιρότανε ακόμη τη ζωή του από τον καιρό

των Ευμορφόπουλων, πέθαινε τώρα με ληστρικό πελέκι. Και σύγκαιρα

συνατοί τους ή καθένας μοναχός οι ακάλεστοι κολλήγοι μοίραζαν το

χτήμα, σα να ήταν πατρογονικό τους. Ο Χαγάνος τάβλεπε με θλίψη του

και δεν τολμούσε να τους εμποδίση. Όχι μόνον δεν τολμούσε· μα και

μέσα στην παμπόνηρη ψυχή του τόβρισκε για καλό του αυτό το

μαλλοτράβηγμα. Οι πολλοί γαμπροί, έλεγε, κάνουν καμμιά φορά τη

νύφη και γεράζη στο σπίτι του πατέρα της.

— Μα είνε ατιμία! φώναξε αγριεύοντας ο Αριστόδημος.

— Ατιμία — ξατιμία, τι να κάνουμε ;

— Τι να κάνουμε; Τώρα θα σου δείξω γω τι θα κάμω.

Έτρεξε μέσα, πήρε το καπέλλο του και το ραβδί του κ' ετοιμάστηκε

να κατεβή τη σκάλα.

— Πού πάς; τον ρώτησε ο Δημητράκης, πιάνοντάς τον απ' το χέρι

αλαφρά.

— Πού πάω; θα πάρω τους κολλήγους και θα πάω ίσα ναν του χαλάσω

τη σπορά. Δε θαν τον αφήσω γω να καλλιεργήση μπροστά στη μύτη μου!

— Κάτσε ήσυχα, μωρ' αδερφέ· κάτσε ήσυχα να ζήσης· του είπε με

μαλακή φωνή ο Δημητράκης.

— Γιατί να κάτσω ήσυχα αφού πατάει τον τόπο μου ;

— Μα καλά· πούθε θα περάσης για να πας ως εκεί; Ο Χαγάνος είνε

στη μέση. Σ' αφίνει ο Χαγάνος να πατήσης το χτήμα του ;

— Εκειόν γιατί τον αφίνει;

— Γιατί δε μπορεί να τον μποδίση· να γιατί.

Δούλεψε από καιρό εκείνος· τόκαμε σκοπό του τόσα χρόνια. Μια ξινιά

στο ιδικό του μια στο ξένο. Και βλέπεις, απόχτησε δικαιώματα.

— Κ' εγώ τάχω πατρογονικά.

— Τάχεις με τα λόγια· με τα έργα όμως τίποτα. Έσκαψες, έσπειρες,

φύτεψες, ποτέ ως τα σήμερα; Όχι. Κάμε ρόκα σου το λοιπόν. Με το

όπως — όπως δε γίνεται τίποτα. «Των φρονίμων τα παιδιά πριν

πεινάσουν μαγερεύουν», λέει ένας λόγος. Τώρα που πείνασες τώρα θες

να μαγερέψης ;

— Τι θες να κάμω το λοιπόν; Ν' αφήσω το Θεομίσητο να μου πάρη την

κληρονομιά!

— Όχι να τον αφήσης· δεν είπα τέτοιο λόγο· μα πρέπει να

δουλέψουμε και μεις· να φτιάσουμε πρώτα τον τοπάκη μας. Άμα

δυναμώσουμε και μεις, θα γυρέψουμε από το Χαγάνο τόπο να

καλλιεργήσουμε· κι αν δε μας δώση, τον παίρνουμε με το χέρι μας.

Και τότε — πού είσαι — δε θάρθη ο Θεομίσητος σε μας· θα πάμε μεις

γυρεύοντάς τον... Πρώτα όμως να κάτσης να σκεφτής κ' έν' άλλο

πράμα.

— Τι πράμα ; τον ρώτησε ο Αριστόδημος κυττάζοντάς τον με σβυσμένα

μάτια.

— Ο Κουρδουκέφαλος θέλει να μας πάρη και το σπίτι.

— Το σπίτι!... τούτο δω ;

— Ναι, τούτο δω· δεν τώχεις και τούτο υποθήκη ;

— Δεν ξέρω... δε θυμάμαι· ψιθύρισε αφαιρεμένος ο Αρχαιολόγος.

— Το ξέρω γω· το λοιπόν, με τον τόπο που πήρε δεν έπιασε τα λεφτά

του.

Τι λεφτά να πιάση από μια σάρα; Τώρα σκέφτεται να κατασκέση και το

σπίτι.

— Για να κοπιάση· σαν του βαστάει ας κοπιάση! είπε κουνώντας το

κεφάλι φοβεριστικά και πικρογελώντας. Πέντε κανόνια, πέντε

τοπομαχικά θα στήσω στη σκάλα και θα τ' αδειάσω μπουμ!.. καταπάνω

του. Στάχτη μπούλμπερη θα τον κάνω· όχι θα πατήση τα χτίρια των

προγόνων μου.

Κύτταξε περήφανα τον αδερφό του, σα να τον έβλεπε νάνο μπροστά

του. Έπειτα έρριξε χάμω το ραβδί του, σα νάρριχνε το σπασμένο του

σπαθί και μπήκε στο γραφείο ψιθυρίζοντας ακόμα:

— Στάχτη — μπούλμπερη θα τον κάνω· στάχτη — μπούλμπερη, να μου το

θυμάσαι.

Ο Δημητράκης τον ακλούθησε με θλιμμένα μάτια ως που έκλεισε πίσω

του την πόρτα. Έπειτα σταύρωσε τα χέρια, έγειρε το κεφάλι και

κατέβηκε αργά τη σκάλα.

— Μα την αλήθεια· μου φαίνεται πως είμαστε ολότελα χαμένοι· μπιτ

ολότελα· είπε γονατίζοντας μπροστά στην Ελπίδα.

Και λύθηκε στα δάκρυα. Η κόρη έρριξε το χέρι απάνου του χαδιάρικα.

— Άκουσε, Δημητράκη· του είπε γλυκά· έχω ένα λόγο να σου ειπώ·

κάμε μου τη χάρη να μ' ακούσης.

— Λέγε μου, Ελπίδα· λέγε ό,τι θες, της είπε κείνος φέρνοντας το

χέρι στα χείλη του. Τα λόγια σου είνε για μένα όπως στους

προγόνους μας της Πυθίας τα λόγια. Λέγε μου να ζήσης.

— Το σπίτι μου τώρα είνε περιττό· και το σπίτι και το κλήμα του.

Έμειν' έρμο εκεί πάνου και θα χαλάση με τον καιρό. Δεν το δέχεται

τάχα ο Κουρδουκέφαλος και να ξόφληση το χρέος;

— Τι λες, Ελπίδα! φώναξε ο νέος σφαλώντας ανάλαφρα με τα δάχτυλα

του τα χείλη της. Όχι τέτοια θυσία· δεν τη δέχουμαι. Κάλλιο να

ξεσπιτωθούμε μεις παρά συ, αγαπημένη. Για με τι σημαίνει εδώ ή

άλλου; Ο κόσμος είνε πλατύς κι ο άνθρωπος που θέλει να ζήση μπορεί

να το κάμη όπου κι αν βρεθή. Δε λέω· καλά είνε τα περασμένα·

διπλασιάζουνε, τι λέω διπλασιάζουνε; πολλαπλασιάζουνε το θάρρος

τανθρώπου. Και μάλιστα όταν είνε περασμένα σαν τα δικά μας. Μα και

πόσες φορές το χαλαρώνουν!... Να παράδειγμα ο αδερφός μου. Στο

χτήμα του ήταν, μα κατάντησε σήμερα ζητιάνος.

— Τα λόγια σου, Δημητράκη, είνε σωστά και φρόνιμα· τον έκοψε με

ταπεινοσύνη η κόρη. Μα στον αδερφό σου δεν έφταιξε η γενιά του

ούτε τα μεγαλεία της. — Το ξέρεις καλήτερ' από μένα. Έφταιξε ο

δρόμος που πήρε. Άγιος ήταν κ' εκεινού ο σκοπός όπως κι ο δικός

σου· μα πλανεύτηκε στα μέσα. Εσύ όμως δε θα φερθής έτσι. Θα

ζητήσης τη ζωή όχι στα κόκκαλα των παπούδων σου παρά στα χέρια

σου. Είσαι νέος δυνατός και θαυμαστός· είσαι...

Τον κύτταξε από τα πόδια ως το κεφάλι κ' οι ματιές της άστραψαν

δυσκολοβάσταχτον πόθο. Το κυπαρισσένιο της κορμί ανάδευε απάνου

του, σαν το διψασμένο δεντρί στης ζωής του τη βρύση. Είσαι ωραίος!

πήγε να προσθέση· μα η παρθενική πορφύρα άναψε στα μάγουλα της και

της τρόμαξε το αίσθημα.

— Άκουσέ με και θα ιδής πως δε θα μετανοιώσης· τον συμβούλεψε

γυρίζοντας αλλού το πρόσωπο.

— Να μετανοιώσω! Όχι, Ελπίδα· δε φοβούμαι να μετανοιώσω όταν το

λες εσύ. Μα πρέπει πρώτα να ιδούμε αν το δέχεται κι ο Αριστόδημος.

— Α, όσο γι' αυτό μη σε μέλλει· είνε δική μου δουλειά.

Η κόρη τράβηξε ίσα στο γραφείο κι άνοιξε θαρρετά την πόρτα. Μα

στάθηκε στο κατώφλι ξυλιασμένη. Ο Αρχαιολόγος μ' ένα ψηλό ραβδί

στη θέση του «φέρτε αρμ!» εβημάτιζε απάνου κάτου με βήμα

στρατιωτικό, σα να οδηγούσε μια Μεραρχία πίσω του. Το πρόσωπό του

ήταν αναμμένο, τα μάτια του άγρια και τα μαλλιά του σηκωμένα, λες

και βάδιζε ίσα στον οχτρό. Ενώ βάδιζε, κουνούσε πέρα — δώθε

απειλητικά το ζερβί του χέρι και φώναζε ρυθμικά:

— Παίδες Ελλήνων!.. παίδες Ελλήνων!... Παίδες Ελλήνων ίτε!..

ίτε!.. ίτε!..

Η φωνή του βροντερή κι άτρεμη στην αρχή καταντούσε σα λάλημα

βραχνοκόκορα. Στο άνοιγμα της πόρτας στάθηκε ακίνητος, κυττάζοντας

την κόρη με μάτια γουρλωμένα σα ν' απολιθώθηκε. Στάθηκε για πολλή

ώρα έτσι κ' έπειτ' άφησε να πέση το ραβδί από τα χέρια του και

πήγε τρικλίζοντας να κάτση στην πολιθρόνα. Η Ελπίδα βρήκε τον

καιρό κ' έκαμε σύντομα την πρόταση της. Εκείνος την άκουσε

προσεχτικά κ' έπειτα έπεσε στο κάθισμά του ξερός από τα γέλοια.

— Μωρέ κεφάλι που τώχεις! μωρέ κεφάλι πού τόχετε όλοι σας εδώ

μέσα! είπε βροντώντας τα πόδια του στο πάτωμα. Μωρ' ο

βρωμοκουρδουκέφαλος να πάρη το σπίτι του Ευμορφόπουλου; είσαστε

καλά! Πέντε τοπομαχικά θα βάλω στη σκάλα· πέντε τοπομαχικά...

Η Ελπίδα στεκόταν σοβαρή μπροστά του, μη γνωρίζοντας αν έπρεπε να

κλάψη ή να γελάση με τη θέση του.

— Μα καλά, Αριστόδημε, του είπε με φωνή μαλακή· αξίζει τάχα σε

σένα, έναν Ευμορφόπουλο, ένα σοφό! να καταντήση σε τέτοια μ' έναν

παλιοκουρδουκέφαλο. Δεν είνε καλήτερα να τον περιφρόνησης· να

φανής μάλιστα και γενναιόδωρος;

— Α! μάλιστα· αν είν' έτσι μάλιστα· είμαστε σύμφωνοι· είπε

σοβαρά· ας το πάρη. Να ξέρης εμείς οι Ευμορφόπουλοι, έτσι είμαστε

πάππου προσπάππου· χαρίζαμε.

— Αυτό λέω και γω.

— Κ' έπειτα, μωρέ κόρη μου, τι θα πάρη ο χαμάλης; ένα παλιόσπιτο.

Ό,τι αξίζει ένα χαλίκι του Ευμορφόπουλου δεν αξίζει όλο σου το

χτήμα.

Η Ελπίδα ξαφνίστηκε σα να της έδωκαν μαχαιριά. Την έγγιξε εκεί που

την πόναγε. Το σπίτι της ήξερε τι άξιζε· και το σπίτι και το κλήμα

της. Κι αν τάκανε θυσία, τάκανε μόνον για να βαστάξη ψηλά τόνομα

της γενιάς του· της γενιάς εκεινού και τη δική της. Ο Αριστόδημος

είνε σημερνός μα η γενιά είν' αιώνια. Αύριο θ' αλλάξουν τα

πρόσωπα· θ' αλλάξουν και τα μυαλά μαζί. Τώλπιζε τουλάχιστον.

— Λοιπόν, σύμφωνοι; τον ρώτησε ανοίγοντας την πόρτα.

— Ε, και θέλει ρώτημα ; είπε ο Αριστόδημος παίρνοντας πάλι το

ραβδί του και ξαναρχίζοντας:

— Παίδες Ελλήνων!.. παίδες Ελλήνων! ίτε!.. ίτε!.. ίτε!..

Ο Δημητράκης περίμενε με καρδιοχτύπι την κόρη· ήξερε καλά τη

φτωχοπερηφάνεια τ' αδερφού του και φοβότανε την άρνησή του.

— Ε, τι λέει; δέχεται; την ρώτησε μόλις την είδε.

— Ναι, δέχεται· έκαμε η κόρη με το κεφάλι για να κρύψη τ'

αναφυλλητό της.

— Μα τι; κλαις βλέπω!.. επρόσθεσε κυττάζοντάς την κατάματα· μη

σέβρισε ;

— Τσ... έκαμε κείνη· άκου.

Τον έσυρε σιγά ως την πόρτα του γραφείου και στάθηκαν εκεί σκυφτοί

και λυπημένοι για κάμποση ώρα.

— Πάμε, είπε ο Δημητράκης, σέρνοντας κατόπιν του την κόρη· δε

βαστώ πια. Μου φαίνεται πως ακούω ψυχομάχημα...

Ζ’

Οι παλιοί κολλήγοι του Ευμορφόπουλου σκόρπισαν από το χτήμα σαν

του λαγού τα παιδιά. Ένας με τον άλλον πήραν όλοι τα μάτια του·

Άλλοι πήγαν και ρογιάστηκαν σε γειτονικά χτήματα, άλλοι τράβηξαν

πάρα πέρα, γυρεύοντας τύχη. Κ' έκαναν ό,τι δουλειά εύρισκαν άλλοι

ζευγάδες, άλλοι βοσκοί, άλλοι ψιλικατζήδες, χαλκιάδες, και

καλόγεροι ακόμα. Τι να κάμουν; ο τόπος τους δεν έδινε πια ψωμί κ'

έπρεπε να το ζητήσουν στα ξένα. Το περίεργο είνε που ό,τι δουλειά

έπιαναν στα χέρια τους ήταν πρώτοι και καλήτεροι. Οι αφεντάδες που

τους έβλεπαν τόσο προκομμένους έκαναν το θάμμα τους.

— Τι διάβολο! τους έλεγαν τόσο καλοί δουλευτάδες και να πεινάτε

στον τόπο σας!

— Έχουμε κατάρα εμείς· έχουμε κατάρ' από το θεό! απαντούσαν

εκείνοι χασκογελώντας πικρά. Μας διώχνει το χώμα μας σαν τους

αφωρεσμένους.

Μόνον ο Κουτρουμπής κι ο Μπαλαούρος δεν ξενιτεύτηκαν. Όχι δεν

ξενιτεύτηκαν, μα ούτε το σκέφτηκαν τέτοιο πράμα. Πεινασμένοι —

χορτασμένοι αποφάσισαν να μην αρνηθούν τους προγονικούς αφεντάδες

τους. Το είχαν γι' ατιμία να τους αφήσουν τώρα στη φτώχια τους. Τι

θα ειπή ; Και τα καλά δεχούμενα και τα κακά δεχούμενα· λέει ο

λόγος. Πήρανε λοιπόν τα σύνεργα της δουλειάς και τις φαμίλιες τους

κ' έστησαν έρριζα στον τοίχο του σπιτιού τις καλύβες τους, όταν ο

Κουρδουκέφαλος έκαμε κατοχή το μετόχι.

Ο Δημητράκης συγκινήθηκε σαν είδε την αφοσίωση τους και θέλησε να

τους συμβουλέψη;

— Βρε, παιδιά, είνε άδικο να χαθήτε και σεις μαζί μας, τους είπε·

και το ξένο χώμα έχει ψωμί για τους δουλευτάδες· εδώ θα

πεινάσετε...

— Ας πεινάσουμε αφεντικό, μαθημένοι είμαστε· είπε ο Μπαλαούρος.

Κάλλιο πεινασμένοι μαζί σου παρά με ξένους χορτάτοι.

— Έπειτα ποιος ξέρει; επρόσθεσε ο Κουτρουμπής με αστραπές στα

μάτια· του λόγου σου μπορεί να μας δώσης πάλι τα καλυβάκια μας.

— Άμποτε...

Ο Δημητράκης με τους δυο κολλήγους και με το γέρο Μαλαματένιο

ρίχτηκε στη δουλειά με τα μούτρα. Δούλευε μεροδούλι στα ξένα

χτήματα. Τόσον καιρό δουλεύοντας στ' αμπέλι της Ελπίδας κατάντησε

από τους καλήτερους κι όλοι τον προτιμούσαν. Κ' εκείνος δεν

αρνιόταν σε κανένα· δεν ξεχώριζε φίλους κι οχτρούς. Και στου

Χαγάνου πήγαινε και στου Πέτρου Γλάμη και στου Βασίλη Ζάρακα·

πήγαινε κάποτε και στου Θεομίσητου. Μάλιστα τώχε χαρά του να

δουλέψη στων οχτρών του τα χτήματα. Άσε που οικονομούσε το

καρβέλι, μα ήθελε να δείχνη και την αξία του. Δεν το αρνιόταν πως

ο Θεομίσητος ήταν δουλευτής από τους πρώτους. Τι να ταρνηθή που

φαινότανε. Μα ήταν δουλευτής κι ο Ευμορφόπουλος. Αγώνας είνε η

ζωή· δουλειά σου και δουλειά μου. Όποιος μπορεί και δουλεύη

περισσότερο εύγε του και τρισεύγε του. Δε φτονούσε κανένα· εκείνον

ας τον φτονούνε οι άλλοι. Είνε κι ο φτόνος παίνια καμιά φορά.

Άλλως τε τι βγαίνει με το φτόνο; Η δουλειά φαίνεται και στο τέλος

αναγνωρίζεται από φίλους κι οχτρούς. Έπειτα σαν εδούλευε στο χτήμα

του Χαγάνου ή στο χτήμα του Θεομίσητου δεν ένοιωθε κούραση· ήταν

όλος χαρά και τραγούδι· νόμιζε πως καλλιεργούσε τον τόπο του· πως

τ' αποδοσίδια της η γη τάκανε για δαύτον.

— Μα δεν ξέρεις τι χώμα! έλεγε το βράδυ στην Ελπίδα· μάλαμα —

καθάριο μάλαμα. Και να τόχουν εκείνοι οι ακαμάτες!..

— Ε, αυτά 'χει ο κόσμος· του απαντούσε η κόρη, πραΰνοντας τον

πόνο του· φορά σου και φορά μου. Σφαίρα είνε και γυρίζει. ..

Ο Αριστόδημος όμως δεν έμενε διόλου ευχαριστημένος από τον αδερφό

του· δεν τον ήθελε μεροκαματιστή και ξενοδούλη. Το να πηγαίνη

μάλιστα να δουλεύη στου Θεομίσητου το χτήμα δεν το χώνευε.

— Ακούς να καταντήση δούλος του δούλου του! έλεγε συχνά στην

Ελπίδα. Ξέρεις τ' ήταν μια φορά οι Θεομίσητοι στους

Ευμορφόπουλους; Κοπέλια τους· ναι! και κάτι χειρότερ' από κοπέλια

τους.

— Μα μην κυττάς τ' ήταν μια φορά, του απαντούσε με χαμόγελο

εκείνη· κύττα τώρα που είνε αφεντάδες.

— Αφεντάδες! αφεντάδες; φώναζε ερεθισμένος εκείνος· τέτοιους

αφεντάδες εγώ τους γράφω στην πατούσα μου. Ψε! αφεντάδες! Κι αν

είνε τι; Ο γιος του Ευμορφόπουλου δεν πρέπει να τους δουλεύη· όχι,

δεν πρέπει.

— Και τι θα φάμε; τον ρώτησε μια ήμερα πεισμωμένη κ' εκείνη.

Ο Αριστόδημος στάθηκε ξαφνισμένος και την κύτταξε κατάματα. Του

φάνηκε ανέλπιστο το ρώτημα της. Γρήγορα όμως αναψοκοκκίνισε,

βρόντηξε το ποδάρι του στη γη κι απάντησε.

— Δεν ξέρω. Ένας Ευμορφόπουλος ψοφάει της πείνας μα δε δουλεύει

τους δούλους του· όχι — δεν τους δουλεύει!

Και σηκώνοντας το κεφάλι περήφανα, εβάδισε αργά και μεγαλόπρεπα

και μπήκε στο γραφείο του, σκυλοβρίζοντας το Θεομίσητο και τη

γενιά του.

— Αυτός, παιδί μου, είνε με το νου που γεννήθηκε· είπε ο

Δημητράκης στην Ελπίδα το βράδυ που του διηγήθηκε την κουβέντα

τους· τόσα κακά ξέσπασαν στο κεφάλι του κ' εκείνος τίποτα· το

γουδί το γουδοχέρι.

— Τι σε μέλλεις είπε η κόρη αφρόντιστα. Αυτά κι αυτά τον βαστούνε

τώρα στη ζωή, άλλο τίποτα δεν έχει. Με τα λόγια χτίζ' ανώγεια και

κατώγεια...

— Ναι, βέβαια, τι μας μέλλει; είπε κι ο Δημητράκης γελώντας. Ό,τι

χάλασε-χάλασε. Το μέλλον είνε για μας και μεις για κείνο· δεν είν'

έτσι Ελπίδα;

Την κύτταξε στα μάτια τρυφερά με απεριόριστη αφοσίωση. Άξαφνα της

άρπαξε και τα δυο χέρια, τάσφιξε στη χούφτα του σα νάσφιγγε βώλο

χρυσάφι.

— Να σου ειπώ κατιτί, Ελπίδα; τη ρώτησε κοντοζυγώνοντας.

— Λέγε του· ψιθύρισε κείνη με φανερή ανησυχία, σα να μάντευε πως

το κατιτί του ήταν πολύ σοβαρό και για τους δυο.

Ο Δημητράκης στάθηκε λίγο σκυφτός, ξεροκατάπιε κ' έπειτα γρήγορα —

γρήγορα σα να φοβόταν μην τον αντισκόψη κανείς.

— Να γένης γυναίκα μου· είπε δυνατά. Κ' επειδή την είδε να

χαμηλώνη τα μάτια ροδοπρόσωπη και ν' αναδεύη τα χείλη κάτι για να

ειπή, εκείνος άπλωσε το χέρι να την εμπόδιση.

— Άκουσε τι σκέφτηκα· είπε. Τώρα μεις μπήκαμε σ' ένα δρόμο· ψηλά

— χαμηλά περνούμε. Μιλούμε για το μέλλον· μέλλον είνε το αύριο·

μα είνε και το μεθαύριο. Εγώ — δε στο κρύβω — μεγάλο φόρτωμα πήρα

στον ώμο μου κι ο δρόμος είνε μακρύς, μακρύς κι ανηφορικός!

Η κόρη χαμογέλασε· άπλωσε το μεστωμένο χέρι της και του χάιδεψε

το μέτωπο.

— Από τώρα δείλιασες; του ψιθύρισε σκύβοντας απάνου του ανήσυχα.

Ο αρχαιολόγος · 第 7 / 11 段