τυλίξη το μετάξι. Δε με ζάλισε το κέντημά σου· το εναντίο μάλιστα,
μ' έβαλε σ' έγνοιες. Βλέπω τους πρώτους μας στις δυο άκρες και με
πιάνει απελπισία. Ένας εκεί πάνου βουτημένος στα αίματα κι άλλος
εδώ κάτου βουτημένος στη ντροπή. Δεν είνε κρίμα, Ελπίδα, δεν είνε
κρίμα! Γιατί και Τούτος να μη μοιάση Εκεινού ;
— Έχεις δίκιο να θλίβεσαι· μα δε φταίει και Τούτος. Όλοι μας
φταίμε· και περσότερο απ' όλους η εποχή μας.
— Όλοι, όλοι; είπε ο Δημητράκης σα να ρωτούσε τον εαυτό του
μπορεί. Μα και σε κείνον έφταιξε η εποχή του. Όμως φάνηκε
ανώτερος. Σα δεν την εύρισκε τη δόξα στη ζωή, πήγε και την
αγκάλιασε στο θάνατο. Για ιδές τον πώς τη σέρνει πίσω από τ' άλογό
του. Απ' τις πλεξίδες τη σέρνει, απ' τις πλεξίδες! Θα το ιδούμε
τάχα στις μέρες μας κ' εμείς τέτοιο θέαμα. Ω ευλογημένο χεράκι,
που μου 'δωσες τέτοια συγκίνηση.
Και πριν η κόρη προφτάση ν' αντιληφθή το κίνημά του, ο Δημητράκης
άδραξε το χέρι της και το κόλλησε στα χείλη του.
— Ευλογημένο κι αγιασμένο χεράκι· είπε κυττάζοντάς την με
ταπείνωση και λατρεία σα νάβλεπε εικόνισμα.
Εκείνη έσυρε το χέρι της βιαστικά και χαμήλωσε τα μάτια της
κατακόκκινη. Πρώτη φορά ένοιωθε του Δημητράκη τα χείλη απάνου της.
Και πρώτη φορά ένα μαγνητικό ρευστό χύθηκε απ' άκρη σ' άκρη στο
κορμί της και φούντωσε το αίμα της. Για μια στιγμή της ήρθε
λιγοψυχιά. Ο ανασασμός της έγινε δύσκολος· τα μέλη της βάρυναν και
χαλαρώθηκαν. Έμοιαζε ολόγυμνο κορμί παραδομένο στου ήλιου τα
φλογερά φιλήματα. Είδες το λαγουδάκι πώς τρέμει και σπαρταρά κάτου
από το χνώτο του λαγωνικού; Έτσι έμοιαζε η Ελπίδα που ένοιωθε
κοντά της το Δημητράκη. Άξαφνα όμως αντρειεύτηκε· έσεισε
πεισματικά το κορμί και τινάχτηκε ολόρθη, στυλώνοντας απάνου του
μάτια αυστηρά και παραπονιάρικα. Ο νέος αιστάνθηκε τη ματιά εκείνη
σαν δάκρυ αρμυρό και πικρό στα φυλλοκάρδια του.
— Συμπάθησέ με, Ελπίδα, συμπάθησέ με· είπε με θλιμμένη φωνή. Δεν
ήθελα να δείξω άλλο από το θαυμασμό μου. Το θαυμασμό μου σε σένα
και στο έργο σου. Έλα, κάτσε κοντά μου κ' έχω κάτι να σου μιλήσω
ακόμα. Έλα, να ζήσης ...
— Τι θες ; είπεν η κόρη πισωγυρίζοντας.
— Πες μου σε παρακαλώ. Μα θα μου ειπής την αλήθεια;
— Γιατί όχι; Εγώ ψέματα δεν έμαθα. Η αλήθεια είνε το μοναχό
στολίδι μου. Ρώτα ό,τι θες και θα σ' αποκριθώ.
— Ήθελα να μάθω, είπε ο Δημητράκης με δισταγμό· αυτά όλα που
κέντησες...
— Ε.
— Σε τι βιβλίο τα διάβασες;
— Σε βιβλίο! του είπε η κόρη σκάζοντας τα γέλοια. Μα δεν έχεις
άδικο. Ο Αριστόδημος θαρρεί πως στο βιβλίο βρίσκονται όλα τα
πράματα.
— Ναι· έτσι μ' έμαθε.
— Μπορεί νάχη δίκιο. Μα εγώ δεν τα διάβασα σε βιβλίο· δεν ξέρω
γράμματα.
— Δεν ξέρεις γράμματα!
— Ναι, δεν ξέρω! Όσα σου είπα τ' άκουσα από τη μάννα μου.
— Κ' η μάννα σου πού τα διάβασε;
— Πουθενά· απ' τη μάννα της τάμαθε κ' εκείνη. Απ' τη μάννα της κι
από τον πατέρα της. Δεν ξέρεις το λοιπόν πως κρατάμε από την ίδια
ρίζα;
— Το ξέρω, Ελπίδα, το ξέρω και το παραξέρω. Και γι' αυτό
καταλαβαίνω πόσο μεγάλοι ήταν οι παππούδες μας. Ενώ εκείνος ο
αδερφός μου!...
— Α, ο αδερφός σου! είπε η κόρη κουνώντας το κεφάλι με
συγκατάβαση. Εκείνος πήρε τα βιβλία τους μοναχά. Μα εμείς
κληρονομήσαμε την ψυχή τους.
— Εγώ θαν τα πάρω και τα δυο· είπε ο Δημητράκης με αυτοπεποίθηση·
ναι;
— Δεν ξέρω... δεν ξέρω... Πώς να το ειπώ το ναι. Δεν ξέρω·
ψιθύρισε μακραίνοντας από κοντά του.
— Δεν ξέρεις; την ρώτησε κείνος ρίχνοντας τα χέρια του παράλυτα.
Ποιος το ξέρει λοιπόν;
— Εσύ· εσύ και κανείς άλλος.
— Εγώ λοιπόν το θέλω.
— Δε φτάνει· χρειάζονται κι' άλλα ακόμα. Έχεις ν' απαντήσης
πολλές δυσκολίες. Την πρόληψη, την παράδοση, τα συμφέροντα, τη
φτωχοπερηφάνεια, και τόσα άλλα. Κ' είνε κάτι στοιχειά! φοβερώτερ'
από κείνα που λεν τα παραμύθια μας. Θυμάσαι το σκλαβάκι; Δίχως το
σκλαβάκι δε θα κέρδιζε ποτέ την Όμορφη του Κόσμου το βασιλόπουλο.
— Να την η Όμορφη του Κόσμου· είπε ο νέος αρπάζοντας το χέρι της
και κυττάζοντάς την κατάματα. Ξέχασες τίνος πατέρα είμαι γιος;
Αλήθεια ο αδερφός μου πάσκισε να μου ψαλιδίση τα φτερά· μα δε μου
τα μάδησε κι' ολότελα. Πάλε θα φυτρώσουν με τον καιρό· αν και
νοιώθω πως φύτρωσαν από τώρα με τα λόγια σου. Έλα, έλα μαζί μου,
αγαπημένη. Κάτι μέσα μου τρανολαλεί πως μαζί σου όλα μπορώ να τα
τολμήσω και να τα κατορθώσω... Εγώ το χέρι και συ το σπαθί. Έλα
και θα ιδής...
— Άμποτε· ευχήθηκε κείνη αφίνοντας το κεφάλι της στην αγκαλιά
του. Και τότε ποιος θα μπορέση πια να μας αντισταθή ; επρόσθεσε
σιγαλά, στυλώνοντας τα μάτια ψηλά σε κάποιο μέλλον φωτεινό και
τρισένδοξο.
— Αψού!... ακούστηκε πίσω τους ένα δυνατό φτάρνισμα.
Οι νέοι χωρίστηκαν βιαστικά μ' ένα ξεφωνητό γεμάτο από λύπη και
οργή. Ο Δημητράκης τα σάστισε, σα να τον πιάσανε κλέφτη σε κάποιο
πολυάκριβο καρπό. Κατακόκκινος έρριξε κάτω τα μάτια του κ' έκανε
πως ψάχνει, πασπατεύοντας τις τσέπες του για να κρύψη τη ντροπή. Η
Ελπίδα όμως συνήρθε γρήγορα κ' έβαλε τα γέλοια και τα ξεφωνητά,
θέλοντας να χύση γύρω — τριγύρω τη χαρά της.
— Κάτι κατσουφιασμένος, πατέρα· τι τρέχει; είπε στο γέρο
Μαλαματένιο, παύοντας τα γέλοια της.
— Μπα! εδώ είστε; είπε τάχα ξαφνισμένος ο γέρος· έφαγα τον κόσμο
να σας γυρεύω. Σας γύρευα εκεί ψηλά κι άξαφν' ακούω το λάλημα στα
πόδια μου. Φαντάσου! να γυρεύω το πουλί στο κλαρί και να το βλέπω
χωμένο στ' αγκάθια. Φαντάσου! είπε εξακολουθώντας να γελά, ενώ τα
δάκρυα τρέχανε από τα μάτια του.
— Φαντάσου! είπε κι ο Δημητράκης γελώντας.
— Μα τι τρέχει ; θες τίποτα ; τον ρώτησε η Ελπίδα.
— Ξέρω κ' εγώ να· είπε κείνος λαβαίνοντας ύφος πικραμένο· η Κυρά
δε μου φαίνεται καλά. Όλο βογγάει και ταράζει σαν το ψάρι απάνου
στο κρεββάτι. Της ρίξαμε ρούχα, της ρίξαμε, μα δε μπορεί να
συνέρθη. Άσκημα μου φαίνεται· άσκημα, πολύ άσκημα!
Δεν είχε τελειώσει την κουβέντα του και οι δυο νέοι έτρεχαν χέρι
με χέρι προς το σπίτι. Η Ελπίδα ούτε το κέντημά της δε σκέφτηκε να
πάρη. Τ' άφηκε απλωμένο εκεί απάνω στα χόρτα κι ο ήλιος φιλούσε
αχόρταγα της όμορφες κλωστές, έδινε κ' έπαιρνε χρώματα. Ο γέρος
έσκυψε και το κύτταξε για πολλή ώρα. Έμοιαζε σαν διψασμένο ζωντανό
που πίνει αχόρταγα στην ξάστερη γούρνα του.
— Α! έκαμε τέλος σηκώνοντας το κεφάλι. Όσες φορές το βλέπω τούτο
τ' αργόχερο, όλο τραγούδια έρχονται στα χείλη μου. Θα πης τα
περισσότερα είνε λυπητερά. Μα τάχα κ' η ζωή μου όλο με λύπη δεν
πέρασε;
Έπιασε μ' ευλάβεια το κέντημα, το τύλιξε απαλά και κίνησε για το
σπίτι. Άξαφνα καθώς πέρναε στο στρατώνι είδε μέσα στ' αμπέλι την
αξίνα του και το σκαμμένο χώμα.
— Μπρε! έκαμε μ' απορία.
Έπειτα κούνησε συλλογισμένος το κεφάλι του και χαμογέλασε πονηρά.
— Που θα πη, κυρά μου, είπε στην αξίνα του, και συ και το κορίτσι
βρήκατε σήμερα τον αφέντη σας. Ήλιος λοιπόν στο γέρο Μαλαματένιο.
Έρριξε την αξίνα στον ώμο του και τράβηξε το δρόμο του
σιγοτραγουδώντας:
Τούρκοι, κρατείτε τ' άλογα λίγο να ξανασάνω...
Ε'
Ο Περαχώρας κι ο Γκενεβέζος ετοιμάζονται σήμερα για ταξείδι. Ο
σύντροφός τους έφυγε από προχτές. Ένα σύντομο τηλεγράφημα τον
ανάγκασε ν' αφήση στη μέση τις μελέτες του. Για τούτο λυπήθηκε
πολύ· μα και τι να κάμη; Ο άνθρωπος του νου, όσο κι αν θελήση, δε
θα πάψη ποτέ να είνε άνθρωπος και της σάρκας. Κ' η σάρκα — π'
ανάθεμά τη! — έχει πολλές απαίτησες. Σήμερα τούτο, αύριο εκείνο.
Όσο προχωρούμε στη ζωή, τόσο το χαλκιάδικο που κλειούμε στην ψυχή
μας σφυρηλατεί αλυσίδες. Και τι αλυσίδες, Θεέ μου! δυνατές κι
άλυτες, σαν του Ηφαίστου το δίχτυ γύρω στους θείους μοιχούς. Ο
αράθυμος πολεμιστής, που κρύβει καθένας μέσα του, μπουχτίζει της
Αφροδίτης τα κάλλη και θέλει να πετάξη στους γαλάζους κόσμους της
γνώσης και της σπουδής. Μα του κάκου αγωνίζεται! Οι αλυσίδες τον
κρατούν εκεί και τον παραδίνουν στα χασκογελάσματα και στην
περιφρόνηση των συνόμοιων του.
Έτσι την έπαθε τώρα ο Αλαμάνος. Θες αρρώστεια των γονιών του, θες
ο πόθος της ερωταριάς· ή — γιατί όχι — το ανέλπιστο άνοιγμα μιας
έδρας δασκαλικής κ' η Σοφία ζάρωσε σα χελώνα μπροστά στη σιδερένια
φτέρνα της Ανάγκης. Και όμως ο νέος σοφός είχε μεγάλα σχέδια στο
κεφάλι του. Από την ώρα που πρωτόειδε την Ελπίδα σκίρτησε το
φιλέρευνο πνεύμα του σα διψασμένο λάφι στην όψη δροσερού
κεφαλαριού. Ήταν δυνατό μυαλό με πλατύ και ξάστερον ορίζοντα
μπροστά του. Η μεγάλη και πολύμορφη σπουδή του δεν έγινε πυκνό
μαντρί να κλείση τάστρα και το φως από τα μάτια του· έγινε ψηλή
κορφούλα κι απάνω ανεβασμένος εκείνος, βίγλιζε τον κόσμο με μάτι
σταυραϊτού· σταυραϊτού που χυμά στον κάμπο κι αδράχνει το
εκλεχτότερο κυνήγι. Ούτε η πρόληψη τον σταματούσε ούτε η αλήθεια
τον τρόμαζε.
Πρι να βγη από τον τόπο του είχε ακουστά για το τρυφερό λατσούδι
που φύτρωσε λάου — λάου δίπλα στο γέρο έλατο. Μα τ' άκουσε και το
πίστεψε ασήμαντο. Τόλεγε κ' εκείνος μούσκλι που φύτρωσε απάνω στο
θεϊκό κορμό των Ευμορφόπουλων από τα βρωμόνερα και τον κουρνιαχτό
της ανεμοζάλης. Μα τώρα που το είδε με τα μάτια του άλλαξε γνώμη.
Και σκέφτηκε μόλις τελειώση τα βιβλία του Αριστόδημου να τραβήξη
για το σπίτι της Ελπίδας. Ήξερε πως εκεί δε θα βρη ούτε βιβλία
ούτε χερόγραφα. Μα πίστευε πως η κόρη με την ανοιχτή καρδιά της θα
τον γνώριζε άσφαλτα με την ψυχή των Ευμορφόπουλων. Όχι του
περασμένου καιρού τους Ευμορφόπουλους παρά τους τωρινούς. Και
λογάριαζε να σμίξη τις μελέτες του και να γράψη ένα έργο που να
αποδείξη στον κόσμο μια γενιά με όλες τις αλλαγές που έκαμαν οι
καιροί, ως τα σήμερα. Φανταζότανε πως ένα τέτοιο έργο αν έφτανε
στο τέλος του, θα ήταν αρκετό να τιμήση και να δοξάση κάθε σοφό
της εποχής του. Μα τώρα αναγκάστηκε να τ' αφήση ή να τ' αναβάλη.
Για πόσον καιρό ποιος το ξέρει;
— Κ' εγώ λυπούμαι που φεύγω· είπε στον Αριστόδημο, όταν τον
αποχαιρέτησε. Μα να έχετε πεποίθηση πως κι' από μακρυά θα
παρακολουθώ την αγαπημένη πατρίδα σας. Εκείνο που θα λάβω την
τόλμη να σας συστήσω — και να ξέρετε πως τη σύσταση την κάνει
αληθινός φίλος σας — είνε ν' ακούσετε τη μάννα σας και το
Δημητράκη. Φροντίστε ν' αγαπήσετε με την Ελπίδα. Είνε αίμα σας,
καθάριο αίμα σας και μη την περιφρονείτε. Μ' εκείνη θα ζήσετε· όχι
μ' εμάς τους ξένους.
Εκείνος τον ευχαρίστησε για τη συμβουλή μα στάθηκε επιφυλαχτικός.
Δεν μπορούσε να του το υποσχεθή. Εχτιμούσε τις γνώσες και τη
μεγάλη του πείρα· ακολουθούσε όμως την παροιμία της γενιάς του:
Όσα ξέρ' ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρ' ο κόσμος ούλος. Ω διάολε! τι
ανακατώνεται αυτός στα οικιακά του; Θες από τα πολλά παθήματα θες
από την αδυναμία του ο Αριστόδημος κατάντησε να υποψιάζεται όλον
τον κόσμο. Τους γειτόνους του, ακόμα και τους φίλους του, δεν τους
φανταζότανε παρά ένα κοπάδι από λύκους, έτοιμους να χυθούν και να
διαγουμίσουνε τον τόπο του. Όσο του έδιναν ήταν καλοί και τους
αποθέωνε. Άμα όμως έκαναν πως θα κυττάξουν και τα δικά τους
συμφέροντα τους έβαζε στο βρισίδι. Επίστευε ακλόνητα πως η γενιά
του ήταν η πιο ξεδιαλεγμένη της γης κ' οι γειτόνοι του είχαν
υποχρέωση να δουλεύουν και να ιδρώνουν για λογαριασμό της. Κ'
επειδή αυτό δε γινότανε συχνά ενόμιζε πως όλοι τον φτονούσαν και
φρόντιζαν με κάθε τρόπο να τον ξεκάμουν.
Το ίδιο έπαθε τώρα με τον Αλαμάνο. Ποιος μπορούσε, σκέφτονταν, να
του εγγυηθή πως δεν ήταν πληρωμένος από τους εχτρούς του για να
τον σπρώξη με της σοφίας τα πλανόλογα σ' ένα τέτοιο γκρεμό; Γιατί
βέβαια τι άλλο ήταν παρά γκρεμός, γκρεμός κι αφανισμός του αυτό
που τον συμβούλευε να κάμη ; Άμα παραδεχότανε για αίμα του το
γέννημα μιας σκοτεινής και άτιμης εποχής δεν είν' αλήθεια πως θ'
ατιμαζότανε κι ο ίδιος; Άμα σμίξη κανείς με το λωβιασμένο, δε θα
λωβιάση ; Μα τότε ποιος θ' απλώση να του σφίξη τα χέρι; Ο
Θεομίσητος αφορμή γυρεύει για να χύση απάνου του το φαρμάκι. Τώρα
στα καλά καθούμενα δεν παύει να τον διαβάνη και να τον βρίζη
ξετσίπωτα. Πλαστογραφεί την ιστορία του, αλλάζει τη γεωγραφία του,
αρνιέται τη γενιά του, τον λέει ξενοπάτη στον τόπο του. Κάθε
μεγάλος Ευμορφόπουλος γίνεται με το στανιό Θεομίσητος· κάθε
αιματοποτισμένη γωνιά του μετοχιού γίνεται με το έτσι θέλω δική
του. Και τα παλάτια του Χαγάνου, που φωνάζει, ακόμη το αίμα των
Ευμορφόπουλων, αυτός σώνει και καλά να τα ονοματίση δικά του.
Φαντάσου λοιπόν αν τούδινε και τέτοιο πάτημα! Θα σήκωνε τον κόσμο
στο ποδάρι με τις φωνές του; — Πού βρέθηκε απόγονος του
Ευμορφόπουλου αυτός ο λωβιασμένος; Φυλαχτήτε λέω να μη σας πάρη με
τα ψέμματα την ελεημοσύνη σας!» Και τότε τι θα γινότανε ο
Αριστόδημος;
— Λοιπόν κύριε Αριστόδημε· το χέρι σας; για τελευταία φορά· του
είπε ο Περαχώρας, μπαίνοντας στο γραφείο με το καπέλλο στο χέρι.
— Και σας ευχαριστούμε για την τόση σας φιλοξενία! επρόσθεσε ο
Γκενεβέξος από πίσω του.
— Ω κύριοι· εψιθύρισε ο Αριστόδημος, σκύβοντας ταπεινότατα το
κεφάλι του. Λυπούμαι πολύ που χάνω την πολύτιμη συντροφιά σας.
— Κι' εμείς το ίδιο, κ' εμείς το ίδιο· είπε ο Περαχώρας· ποιος
μπορεί να φύγη απ' αυτήν τη γη χωρίς να λυπηθή ; Να λυπηθή όχι να
δακρύση θέλω να ειπώ.
— Εδώ σε κάθε βήμα, επρόσθεσε ο Γκενεβέζος, ακούαμε τους λόγους
του Δημοσθένους, του Σωκράτους τη φιλοσοφία. Οι Κίμωνες, οι
Μιλτιάδαι, οι Θεμιστοκλείς, εβάδιζαν εμπρός μας πάντοτε.
— Και πάλι θα σας το ειπώ και πάλι και πάντοτε, είπε ο Περαχώρας:
είσθε ευτυχής ότι εγεννήθητε σ' αυτό τον τόπο, ότι έχετε τοιούτους
προγόνους.
— Ότι μιλείτε την μελίρρυτον γλώσσαν εκείνων επρόσθεσε ο
Γκενεβέζος.
— Και είσθε θεματοφύλακες των λαμπρών στοχασμών των ξανάειπε ο
Περαχώρας.
— Παρακαλώ να μη μας λησμονήτε· είπε με ταπεινοσύνη ο
Αριστόδημος.
— Να σας λησμονήσωμεν! εφώναξε ο Περαχώρας. Να λησμονήσωμεν την
γην του Πλάτωνος, του Περικλέους, του Αισχύλου; Α! μας αδικείτε·
νη τον Δία, μας αδικείτε πολύ!
— Όχι, κύριε Αριστόδημε· επρόσθεσε ο Γκενεβέζος. Η κλεινή πατρίδα
σας από βρεφικής ηλικίας ήτο στη φαντασία μου· τώρα που την
εγνώρισα, βεβαιωθήτε πως είνε και στην καρδιά μου.
— Και γυρίζετε στον τόπο σας, βέβαια; τους ρώτησε με δισταγμό ο
Αριστόδημος.
— Όχι, όχι· αποκρίθηκε στενάζοντας ο Περαχώρας· δεν ήρθε ακόμα η
ευλογημένη ώρα· πλησιάζει, αλλά δεν ήρθε· έχουμε αλλού εργασία.
— Ο φίλος μου έλαβε διαταγή να πάη στου Πέτρου του Θεομίσητου κ'
εγώ στου Βασίλη του Ζάρακα· είπε βιαστικά ο Γκενεβέζος.
— Ναι· είπε κι ο Περαχώρας μαντεύοντας το ξάφνισμά του. Έχουν,
βλέπετε, κ' εκείνοι τη σημασία τους.
— Σημασία! εψιθύρισε αφαιρεμένος ο Αριστόδημος.
— Α! αγαπητέ· είπε ο Περαχώρας προσπαθώντας να γελάση. Πώς
φαίνεστε ότι παίρνετε τη ζωή από τη μια της όψη! Μα έχετε άδικο,
μεγάλο άδικο, σας βεβαιώ. Η ζωή είνε πολύμορφη και κάθε μορφή της
αξιομελέτητη. Αλλοιώς εζήσατε σεις, αλλοιώς ζουν τώρα εκείνοι.
Εσείς βρίσκεσθε στο τέλος, κ' εκείνοι στην αρχή. Μα κ' η αρχή
εκείνων όπως και το τέλος το δικό σας είνε ίσα για τη μελέτη μας.
— Τι σύγκριση! σκέφτηκε ο Αριστόδημος, έτοιμος να δακρύση.
— Α! βέβαια, καμία σύγκριση· καμία βέβαια· βιάστηκε να προσθέση ο
Περαχώρας. Μα είνε, βλέπετε, νέοι λαοί, όλως διόλου νέοι. Και το
ξύπνημα του βρέφους είνε πολύ σημαντικώτερο από του γέρου το
ψυχομάχημα. Κρίμα που δεν το καταλάβατε ακόμα!
— Μπορεί· έκαμε ο Αριστόδημος χωρίς να διώξη από το μέτωπό του τη
θλίψη. Όπως δήποτε θα σας παρακαλέσω, επρόσθεσε ζητιάνικα, να
έχετε υπ' όψη σας τα δίκαιά μας.
— Τα δίκαιά σας! τα δίκαιά σας! εφώναξε ο Περαχώρας. Και ποιος
μπορεί ποτέ ν' αρνηθή τα δίκαιά σας! ποιος τολμά να τ'
αμφισβιτήση· ποιος είνε τόσον άμουσος να τα λησμονήση!...
— Αι περγαμηναί σας εξασφαλίζουν τη νίκη σας, να είσθε βέβαιος·
του είπε ο Γκενεβέζος σφίγγοντας το χέρι του.
— Ο πνευματικός κόσμος είνε δικός σας· σας το είπα και άλλοτε· ο
πνευματικός κόσμος είνε αναφαίρετο κτήμα σας· τον βεβαίωσε ο
Περαχώρας κάνοντας το ίδιο.
Ο Αριστόδημος παρηγορήθηκε. Έτρεξε πριν από κειούς στ' άλογα·
έσφιξε τα χαλινάρια, εδοκίμασε τα σκαλόλουρα, τις σέλλες· τρόπο
ήθελε να βρη για να δείξη την ευγνωμοσύνη του. Εκείνοι άμαθοι από
καβάλλα δυσκολεύτηκαν πολύ να βάλουν το πόδι τους στη σκάλα. Ο
Αριστόδημος παρουσίασε πρόθυμα το γόνα του. Οι σοφοί αρνήθηκαν. Α,
μπα! δεν είνε δυνατόν. Μα ο Ευμορφόπουλος επίμενε. Καθώς έστεκε με
το καπέλλο στο χέρι και τα γόνα μπροστά, έλεγες πως έκανε δέηση.
Οι σοφοί κατάλαβαν πως η άρνησή τους δεν έκανε άλλο παρά να
μακραίνη τον εξευτελισμό του, και τον λυπήθηκαν. Πάτησε ο
Γκενεβέζος πρώτος και γοργά κάθισε στη σέλλα. Μα δεν έγινε το ίδιο
και με τον Περαχώρα· χοντρός κι αδέξιος ο καθηγητής μόλις ανέβηκε
στο γόνα του Αριστόδημου έγειρε να πέση. Από το φόβο του όμως
άπλωσε τα χέρια όπου τύχη κι αρπάχτηκε απ' τα μαλλιά του
αρχαιολόγου. Εκείνος τον αγκάλιασε σφιχτά, τον σήκωσε ψηλά και τον
απίθωσε στη σέλλα.
— Συγγνώμην .. συγγνώμην... φαίνεται πως σας χτύπησα· είπε ο
Περαχώρας.
— Μπα, καθόλου .. .
Και για να κρύψη τον πόνο του, άρχισε τα γέλοια και τους
μορφασμούς σαν παλιάτσος. Σύγκαιρα τον πήραν τα αίματα κ' έφερε το
μαντήλι στη μύτη του.
— Ω! σας μάτωσα λοιπόν! είπε με θλίψη ο Περαχώρας, προσπαθώντας
να κατεβή από τ' άλογο. Μα τι αδέξιος καβαλλάρης που είμαι!
— Παρακαλώ, μην ανησυχείτε, δεν είνε τίποτα, κύριε καθηγητά· είπε
ο Αριστόδημος. Άλλως τε, σας βεβαιώνω, το φταίξιμο δεν είνε δικό
σας. Μόνος μου εχτύπησα στη σέλλα. Να έτσι...
Και για να τον πείση κουτούλησε πάλε τη σέλλα δυο και τρεις φορές
δυνατά. Οι σοφοί δεν πίστεψαν τους ισχυρισμούς του, εγέλασαν όμως
πολύ με την ευγένειά του.
— Δεν είνε ανάγκη, δεν είνε ανάγκη· είπε ο Περαχώρας· σφουγγίστε
το αίμα σας για το Θεό!
— Μα τι έχουν τα δισάκκια μας ; ερώτησε ο Γκενεβέζος απορώντας·
σαν πολύ φορτωμένα φαίνονται τ' άλογα.
— Δεν ξέρουμε, αφεντικό· εμείς έτσι τα πήραμε από το σπίτι· είπε
ο αγωγιάτης.
— Με συγχωρείτε που δε ζήτησα πρώτα τη συγκατάθεση σας· είπε
συνεμπαίνοντας ο Αριστόδημος. Μα είχα πεποίθηση πως σαν καλοί
φίλοι των προγόνων μου δε θ' αρνηθήτε να μου κάμετε την τιμή να
δεχθήτε μερικά ενθύμια των. Έβαλα λοιπόν στα δισάκκια σας από ένα
σπάνιο χειρόγραφο και λίγα μάρμαρα από τις ανασκαφές μας.
— Ω!... έκαμαν σύγκαιρα κ' οι δυο ξαφνισμένοι. Μα σεις επεράσατε
τον Αλκίνοο στη μεγαλοδωρία. Σας ευχαριστούμε, σας ευχαριστούμε
πολύ.
— Έτσι, εξακολούθησε ο Αριστόδημος, θα είμαι βέβαιος ότι οι
πρόγονοι θα σας θυμίζουν και λίγο τους απογόνους.
— Βεβαίως, βεβαίως· χαίρε απόγονε του Λεωνίδα· — Λεωνίδα του εν
Θερμοπύλαις! ευχήθηκε ο Περαχώρας κεντώντας τ' άλογό του.
— Αι σκιαί των ενδόξων προγόνων σας να είνε πάντα βοηθοί σας·
είπε κι ο Γκενεβέζος.
— Αντιχαίρετε, κύριοι· είπε ο Αριστόδημος προσκυνώντας
ταπεινότατα.
Τους ακολούθησε με το μάτι κάμποση ώρα και σαν τους είδε να
τραβούν για τους τόπους των εχτρών του, τον κυρίεψε αγανάχτηση. Ο
καλπασμός των αλόγων ήρθε σαν χασκογέλασμα και πλήγωσε την
περηφάνεια του.
Ως τόσο οι ανασκαφές προχωρούσανε στο μετόχι. Η αξίνα μέρα με την
ημέρα έβγανε στο φως αξετίμωτα ηυρέματα. Κάθε τι που χρησίμεψε στη
ζωή των αρχαίων Ευμορφόπουλων και κάθε τι που στόλισε τη θανή
τους, κοίτονταν οργυιές του βάθου και πρόσμενε υπομονητικά το
σκαφτιά, σαν την κοιμάμενη βασιλοπούλα στο σκοτεινό της πύργο το
βασιλόπουλο. Ναοί και θέατρα, σαρκοφάγοι και σταμνιά, δακρυδόχοι
κι αγάλματα κάθε λογής, θάμπωναν τώρα τον ήλιο με την αμολόγητη
χάρη τους. Κι ο Αριστόδημος βρισκότανε σε αδιάκοπο μεθύσι.
Αισθανόταν ευγνωμοσύνη στην αξίνα, υποχρέωση στους σκαφτιάδες,
τυφλή λατρεία στη γη που του έδωκε τόσα και τόσα προγονικά
κειμήλια. Η γη προ πάντων με την άμετρη φροντίδα της του σκλάβωνε
το λογικό. Πόσα και πόσα δε μεταχειρίστηκε για να φυλάξη στους
κόρφους της τ' απομεινάρια μιανής ζωής σβυσμένης από τον άγριο
καταχτητή! Εκείνος πίστεψε πως με τη ζωή έσβυσε και κάθε ιχνάρι
της. Εκείνη όμως όχι· τα φύλαξε στο πείσμα του και τώρα να, τα
παραδίνει στον απόγονό του, όπως η Αίτνα τη φωνή του Εγκέλαδου. Τ'
είνε τάχα η χλόη, τα δέντρα, οι καρποί μπροστά σε τούτα που
βγαίνουν αμβροσία για το αίσθημα του ανθρώπου; Καν τίποτα! Κ'
ένοιωθε κάποια ορμή να γονατίση, να φιλήση το χώμα το καλόβουλο,
να δείξη με χίλιους τρόπους τη χαρά και την ευγνωμοσύνη του.
Ο Κουτρουμπής κ' οι άλλοι κολλήγοι αναγκάστηκαν να κάμουν το
θέλημά του. Από γεωργοί έγιναν μεροκαματάρηδες· άφηκαν τ' αλέτρι
και πιάσανε την αξίνα. Πάσα ημέρα, από την αυγή ως το βράδυ, άλλο
δεν έκαναν παρά ν' ανοίγουν γουβιά και χαντάκια, να
ψιλοκοσκινίζουν χώματα. Μα δεν τόκαναν με όρεξή τους. Όταν
βρίσκονταν μακρυά από ταφτί του Αριστόδημου, δεν έπαυαν να
κοροϊδεύουν τη δουλειά τους και να κλαίνε τη μοίρα τους.
— Μα το σταυρό, μου φαίνεται πως κατάντησα χοίρος· έλεγε σήμερα ο
Μπαλαούρος με σιχασιά στο διπλανό του. Τι οργή Θεού είν' τούτη,
μωρέ παιδί! τι οργή Θεού!...
— Τι χοίρος; δε λες γουρούνι, συμπέθερε! Γουρούνι και κάτι
χειρότερα. Εκείνο βρίσκει το ελάχιστο κάτι να φάη και στη βρώμα.
Εμείς τι βρίσκουμε.
— Πέτρες! απάντησε άλλος απόπερα· δε βλέπεις;
— Τρώγουνται οι πέτρες ;
— Σα χάλασες τα δόντια σου στην κουρκούτη ποιος σου φταίει; Τήρα
ο Αριστόδημος που τάχει γερά π΄ψς τις ροκανάει σαν φτάζυμο.
— Τρώει πέτρες λοιπόν τ' αφεντικό ;
— Έτσι φαίνεται· πώς αλλοιώς θα ξηγήσης την τρεμούρα του για
δαύτες ; Δος του πέτρες και παλιόχαρτα και πάρ' του την ψυχή.
— Ούτε την ψυχή του θέλω, ούτε τη γνώση του. Τούτος, μωρέ μάτια
μου, ψηλοκρατιέται.
— Και για τούτο χαμηλοπέφτει.
— Κατάντησε μπαλόνι κι αρμενίζει στ' ανοιχτά. Πού θέλει να φτάση
κ' εγώ δεν ξέρω.
— Γένου και συ μπαλόνι να μάθης.
— Να πάω απόκοντα; Α! δεν τόχω σκοπό. Εδώ που βρίσκουμαι καλά
βρίσκουμαι. Πατάω γερά σα νάχω θεμέλια. Πατάω γερά και βλέπω
γερώτερα.
— Τι βλέπεις ;
— Βλέπω πως τούτα δω που ξεθάφτουμε θάκαναν σ' άλλα χέρια τον
καλήτερον ασβέστη. Βλέπω και το σπίτι μου χάρβαλο. Κι αν ήμουν
Αριστόδημος, θάβανα με τούτον τον ασβέστη να ξεγονατίσω το σπίτι
μου. Τάχα σαν πέση απάνου μου τι θα κερδίσω με τούτα; μόνο που θα
τάχω συντροφιά στη θανή μου. Μα τι κρύο που θάνε να ψυχομαχάς μέσ'
στα μάρμαρα! Το συλλογιέμαι μονάχα κι ανατριχιάζω. ...
— Ε συ αποκεί· του φώναξε ο Κουτρουμπής αυστηρά· πάψε πια τις
γρουσουζές σου. Είνε τρόπος, λέω, και το σπίτι να ξεγονατίσης και
τα μάρμαρα να φυλάξης. Κεφάλι χρειάζεται, κεφάλι και τίποτ' άλλο.
— Μωρέ πώς φαίνεσαι πως δεν είσαι Μορφόπουλος! του φώναξε άλλος
απέκει.
— Μακάρι να μην ήμουνα· ξανάειπε ο Μπαλαούρας επιμένοντας στο
στοχασμό του. Α στο διάβολο τέτοια ζωή· πότε να κλείση κανείς τα
μάτια του για να ησυχάση!
— Μην τον λες τέτοιο λόγο, συμπέθερε, και κολάζεσαι. Τι μας φταί'
η ζωή να την αναθεματάμε. Καλή — κακή εμείς την κάνουμε τέτοια·
μοναχή της δε γίνεται.
— Εμείς; και τι έχουμε να κάνουμε μεις! Εγώ και συ τι είμαστε ;
Δουλευτάδες, σύνεργα που θα πη στ' αφεντός τα χέρια. Αλέτρι θέλεις
αλέτρι· αξίνα; Αξίνα· δαυλί; δαυλί. Μπορείς να ειπής όχι;
— Πώς ; άμα θέλω το λέω.
— Για δεν τόπες ως τώρα;
— Δεν το σκέφτηκα.
— Να εγώ που το σκέφτηκα και δεν το λέω.
— Είσαι μπούφος το λοιπόν.
Εκείνη την ώρα η αξίνα έσκουξε κουφά σα να φώναζε : «βρήκα!». Φως
φανερά πώς χτύπησε στο μάρμαρο. Οι σκαφτιάδες έγιναν για μιας
κίτρινοι σαν το θειαφοκέρι. Τη φωνή της μάννας τους ν' άκουγαν από
το μνήμα δε θα χλώμιεναν έτσι. Άφηκαν τη δουλειά τους και
τριγύρισαν όλοι το λάκκο με την ψυχή στα μάτια. Ένα βαθύ και
πολυάκρυβο μυστικό τους έδενε. Ο Κουτρουμπής πρώτος κ' έπειτα ο
Μπαλαούρος κατέβηκαν φυλαχτά μέσα κι άρχισαν να πετούν με τις
χούφτες τα χώματα. Την ίδια στιγμή φάνηκε μακρυά κι ο Αριστόδημος.
Ερχόταν αργά με το κεφάλι κάτω, αναμαλλιάρης κι αχνός σα να γύριζε
από κηδεία.
— Έσπασε η μύτη σας αφεντικό; τον ερώτησε με σεβασμό ένας
βλέποντας τα αίματα.
— Μπα, δεν είνε τίποτα· αποκρίθηκε με φανερή μετριοφροσύνη
εκείνος σφουγγώντας τη μύτη του σαν νάκρυβε τα παράσημά του. Να,
εκειός ο Περαχώρας, δεν ξέρεις τι αδέξιος καβαλλάρης που είνε! Μα
είνε σοφός! μεγάλος σοφός! Και μας αγαπάει, ου! μας αγαπάει
φοβερά! Αν μπορούσε, λέει, θα ρχότανε να πεθάνη στα χώματά μας.
— Για να σε ματοχειλίζη συχνότερα· εμουρμούρισε ο Κουτρουμπής από
το λάκκο.
Ο Αριστόδημος δεν άκουσε ή κι αν άκουσε δεν έδωκε προσοχή. Πήδησε
μέσα κι άρχισε νευρικά να πετάη χώματα. Στην κατάσταση που ήταν
έμοιαζε με βρυκόλακα π' ανασκαλίζει τον τάφο των γονιών του.
Παιδεύτηκαν κάμποση ώρα κ' οι τρεις τους· πέταξαν χώματα ένα σωρό.
Οι άλλοι απόξω τα πασπάτευαν, τα ζουλούσαν, τα λύχνιζαν και για
κάθε χαλίκι άνοιγαν συζήτηση. Κάποτε μάλιστα μεταχειρίζονταν κ'
επιστημονικούς όρους. Κολακεύονταν να δείξουν πως ένοιωθαν από
αρχαιολογία.
Τέλος κατάφεραν να ξεθάψουν ένα μαρμαρένιο άγαλμα. Φαινόταν
αλήθεια θαυμαστό καλλιτέχνημα. Ήταν μια γυναίκα μεγαλόκορμη,
κατσουφιασμένη και φοβερή. Τα χείλη της σμιχτά και φουσκωτά,
μοιάζανε με σάλπιγγα έτοιμη να τρανολαλήση κατορθώματα. Τα
ορθάνοιχτα μάτια της προξενούσαν τρομάρα· τα σμιχτά φρύδια της
έρριχναν κάποια έγνοια στο αρμονικό σύνολό της. Τα μαλλιά της
φουντωτά κ' ελεύθερα είχανε το θράσος και το θυμό πεινασμένων
φιδιών. Το ζερβί χέρι της έλειπε· μα τ' ανασήκωμα του νώμου
έδειχνε πως κάτι κρατούσε και σε κάποιον το πρόσφερνε με κίνημα
προσταγής. Το δεξί στηριζότανε απάνου σε σπαθί που έλειπε η λεπίδα
του. Ένα κομμάτι χούφτας κρατούσαν μόνον τα δάχτυλά της.
— Η Αρετούσα είνε! εφώναξε με θαυμασμό ο Μπαλαούρας, μόλις το
είδε ολόρθο.