— Καλάκαμα! έτσ' ήθελα! είπε πεισμωμένη η γριά. Μην ήθελες να

είμουνα σαν εσένα τον αχμάκη;

— Αχμάκης — ξαχμάκης, δούλεψα όσο μπόρεσα.

— Δούλεψες — δε δούλεψες; πούνε το λοιπόν η σοδειά σου; Α δε

μούστελνε ο Θεός το κορίτσι, θα καθόμουν ολομόναχη σαν κουρούνα να

κλαίω την ερμιά μου!

— Έχεις άδικο, γριά· μα τον Ύψιστο έχεις άδικο να με μαλώνης. Τι

φταίω 'γω σ' αυτό;

— Τι, εγώ φταίω;

— Όχι, δεν είπα τέτοιο πράμα· είπε ο γέρος, χαμογελώντας με το

θυμό της. Ούτε συ φταις ούτε γω. Έτσι θέλησε ο Θεός κ' έτσι έγινε.

Πώς μπορούμε μεις ν' αλλάξουμε τα θελήματά Του.

— Σωστά ...

— Να ξέρης, μωρέ γυναίκα, που ο Θεός βλέπει μακρύτερ' από μας·

είπε ο γέρος αφίνοντας κάτω το πελέκι του. Άφηκε τόπο εύκαιρο για

την Ελπίδα. Αν είχαμε κ' εμείς παιδιά, τι θα γινότανε το βρέφος.

Αί ; όχι, σου λέει, πολλά. Ένα και καλό.

— Καλό και χρυσό, μάτια μου, αλήθεια· καλό και χρυσό, προσκυνώ τη

Χάρη του! είπε η γριά κάνοντας το σταυρό της. Από την ώρα που μας

τόστειλε ο Χαγάνος, στην καρδιά μου τόβαλα.

— Μα είνε να το ιδή κανείς και να μην τ' αγαπήση; είπε κι ο γέρος

με λαμποκόπημα των ματιών. Από μικρό γλύκα έσταζε το σιχαμένο. Και

τώρα που μεγάλωσε — ωχ θεούλη μου! — δεν έχει ταίρι στον κόσμο —

δεν έχει! ... Και να συλλογιέται κανείς πως θα μείνη απροστάτευτη!

έρμη κι απροστάτευτη! πρόσθεσε κουνώντας με θλίψη το κεφάλι του.

— Σώπα, καϋμένε γέρο· σώπα και δεν ήρθε ακόμα η ώρα μας.

— Δεν ήρθε; τι λες μωρή γριά! πλάκωσε δε λες. Να, έτσι μας φέρνει

γυροβολιά, σαν τον ψαρά με την απόχη του. Δε βλέπεις που δε μπορώ

να σηκώσω την αξίνα.

— Έτσι το λες πάσα χρόνο· μα το σκάψαμε και φέτο τ' αμπελάκι μας.

— Το σκάψαμε μα ποιος θαν το τρύγηση; Σήμερα — γι άκουσε να ιδής

— Κατά πως βάρεσα την αξίνα πιάστηκε για καλά. Ρίζα ηύρε, λιθάρι,

δεν ξέρω· μα πιάστηκε. Κάνω να την τραβήξω, δίνω — δίνω· ναι! «Έλα

δω» με τράβαγε. Θυμώνω· μα θυμώνει κ' εκείνη. Τραβάω γω, τραβάει

κ' εκείνη. Τέλος μου δίνει μια και με ξαπλώνει τ' ανάσκελα στο

κουτρούλι. Κ' έκαμα ώρα για να σηκωθώ από κει!... Τι μου λες τώρα

του λόγου σου;

— Ε! δε λέω πως είμαστε στα νιάτα μας· είπε η γριά χασκογελώντας

για το πάθημα του γέρου. Μα όχι πως μας πλάκωσε κι ο Χάρος.

— Μωρέ σαν έρθη, καλώς νάρθη· θαρρείς πως τον φοβάμαι; Τι θ'

απογίνη το κορίτσι συλλογέμαι. Βλέπεις, ο Χαγάνος ούτε ρωτάει

πια για δαύτη. Τις προάλλες που πήγα ναν του μιλήσω, μου γύρισε

τις πλάτες. — Να πας στο Μορφόπουλο, μου λέει· αίμα δικό του

είναι· δεν είναι δικό μου ...»

— Και καλά λέει. Τ' έχει να κάμη ο Χαγάνος στο κορίτσι μας;

— Το ξέρω που δεν έχει να κάμη. Μα βλέπεις κ' οι Μορφόπουλοι την

αρνιούνται. Όχι την αρνιούνται, μα τη μισάνε κι όλα. Από τότε που

πήρανε το χτήμα δε θέλουν να την ξέρουν.

— Που να μην έσωνε να το πάρουν! είπε πεισμωμένη η γριά. Ψήλωσε,

βλέπεις, η μύτη τους.

— Έλα ντε! και να ξέρη κανείς πως δεν είναι κορακοζώητος.

— Μη ζαλίζεσαι, πατέρα, μη ζαλίζεσαι· ακούστηκε από μέσα δροσερή

φωνή.

Οι γέροι αναγάλλιασαν και σήκωσαν τα μάτια τους στην πόρτα, όπως

το λιοτρόπι στο ήλιο. Η Ελπίδα κρατώντας ένα κέντημα στο χέρι,

έστεκε στο κατώφλι και τους κύτταζε με χαμόγελο.

— Γιατί, πατέρα, κάθεσαι και ζαλίζεσαι για μένα· είπε στο

Μαλαματένιο. Ας τους Μορφόπουλους να κάνουν τα κέφια τους.

— Λέει την αλήθεια του Θεού, κόρη μου! είπε η γριά· τι τους

έκαμες και σε μάχουνται τόσο ; Τα μάτια τους έβγαλες, μαθές!

— Καλά δε θέλουν να σε ξέρουν πρόσθεσε ο γέρος. Μα να σε βρίζουν

κι όλα!

— Κι αν βρίζουν και τι; Οι βρισές απάνω τους γυρίζουν κ' έγνοια

σας. Δείχνεται η ξυππασιά κ' η αμυαλιά τους. Εγώ δεν έχω την

ανάγκη

τους. Όχι οι Μορφόπουλοι, μα κι όλος ο κόσμος να μου ριχτή, τίποτα

δεν παθαίνω και μη φοβάστε.

— Τώρα καλά, κόρη μου· είπε ο γέρος στενάζοντας. Μα αύριο που θα

φύγουμε μεις, πως θα ζήσης μοναχή σου;

— Θα ζήσω κ' έγνοια σας. Εγώ — να το ξέρτε — δε γεννήθηκα για να

πεθάνω εύκολα... Μα τι κάθουμαι και σας ψέλνω· επρόσθεσε σκάζοντας

τα γέλοια. Κ' εσείς θα ζήστε· θα ζήσουμε μαζί ακόμα για πολύ·

αργεί η ώρα σας.

Οι γέροι κούνησαν μονόγνωμοι το κεφάλι σα να έλεγαν: «από το στόμα

σου και στου θεού τ' αυτί». Εκείνη την ώρα ακούστηκαν έξω

αλυχτήματα και βαρειά πατήματα, σαν κάποιος να πλησίαζε στο

σπιτάκι. Ο Μαλαματένιος έκαμε να σηκωθή από τη θέση του· μα τον

πρόλαβε η Ελπίδα. Μ' ένα αντροπήδημα τινάχτηκε όξω κ' έβαλε

ολόχαρες φωνές :

— Μπα, καλώς τους! καλώς ήρθατε. Για τούτο λοιπόν σπάρναε σήμερα

το μάτι μου;

— Καλώς κοπιάζετε στο φτωχικό μας· είπε κι ο Μαλαματένιος,

βγάζοντας το φέσι του· καλορροίζικο το κίνημά σας.

Και τρέχοντας σα ζάρκαδος στο μαγεριό φώναξε:

— Γριά! έβγα να ιδής το θάμα, γριά! Η κυρά Πανώρια έφτασε, ο

Δημητράκης! έβγα να ιδής· οι Μορφόπουλοι στο φτωχικό μας!...

— Θε μου και Κύργε μου! αλήθεια; είπε η γριά, κάνοντας το σταυρό

της.

— Αλήθεια! και ρωτάς ακόμα, μωρή κατσίκα; δεν ανοίς τα στραβά σου

να ιδής; είπε δίνοντας της μια τσιμπιά στο μηρί.

— Ωχ! έκαμε κείνη σαλτάροντας από τον πόνο. Μπα που να σου κοπή

το χέρι! είπε φουρκισμένη· λωλάθηκες, λέω, και δεν ξέρεις τι

κάνεις.

— Λωλάθηκα, μουρλάθηκα, παλάβωσα, ό,τι θες πες· είπε ο γέρος

μακραίνοντας από κοντά της. Μα ψηλά τα χέρια σου! ψηλά τα χέρια

σου κ' είνε ντροπής!

— Για σένα δεν ήταν ντροπής! είπε η γριά αρπάζοντας ξαφνικά το

μπράτσο του.

— Ωχ! έκαμε ο γέρος, πιάνοντας το μέλος του με μορφασμό. Ε!

είμαστε πάτσι τώρα· πάτσι κι απαγάι δε λέω καλά;

— Και να συλλογιστώ πως δυο λεφτά πριν τους κακογλωσσίζαμε.

— Σουτ! σκασμός μη σ' ακούσουνε! Το κεφάλι μου βάνω πως κάτι καλό

θα βγάλη το κίνημα τους. Ήμαρτον, Θε μου, μη μας συνεριστής.

Κλαίγανε κ' οι δυο τους από χαρά. Μα στην ίδια θέση βρισκότανε κ'

η Ελπίδα.

— Το ήξερα πως θα σας ιδώ μια μέρα στο φτωχικό μου· έλεγε

φιλώντας το χέρι της κυρά Πανώριας.

— Να καθίσω, κόρη μου· είπε κείνη ακκουμπώντας απάνου της.

— Ναι· είπε ο Δημητράκης. Είμαστε πολύ κουρασμένοι κ' οι δυο. Ο

ανήφορος μας αφάνισε.

— Δεν είνε και λίγος! δεν είνε και λίγος, ανάθεμά τονε! είπε ο

Μαλαματένιος, τριγυροφέρνοντας σα να τάχε χαμένα. Μα εδώ έγνοια

σας, θα καλοπεράσετε. Και γυρίζοντας στη γριά. Κουνήσου ντε! της

φώναξε· πριν μώκανες τη νια· δείξε μας το λοιπόν τα νιάτα σου.

Γλήγορα φωτιά, στρώματα, ρούχα! Σφάξε και την κόττα τη λαθουράτη

και ρίχτηνε στην κατσαρόλα.

— Μα είσαι μούσκεμα, Κυρά! είπε η Ελπίδα, πιάνοντας τα ρούχα της

κυρά Πανώριας. Βραχήκατε στο δρόμο;

— Ναι, μας έπιασε βροχή· μα δεν είνε τίποτα, είπε ο Δημητράκης·

τώρα που φτάσαμ' εδώ όλα θα περάσουν δεν είν' αλήθεια, μάννα;

— Ναι, παιδί μου' εψιθύρισε κείνη χαμογελώντας.

Μπήκανε στο δωμάτιο κ' η γερόντισσα παραδόθηκε στη φροντίδα της

κόρης. Αλήθεια ήταν πολύ κουρασμένη. Η θλίψη με την κούραση

μάλωναν στο πρόσωπό της και τόκαναν αυστηρό και συμπαθητικό.

Κάθισε στον καναπέ, ακκούμπησε στο χέρι το κεφάλι της και κύτταξε

γύρω τα σωθέματα μ' ευχάριστο ξάφνισμα. Αντίκρυ το κρεββάτι

ασπροντυμένο έμοιαζε μ' ανθισμένο αγιόκλημα. Σε μιαν άκρη ήταν

στημένος αργαλειός με μισοϋφασμένο παννί και δίπλα η ανέμη έτοιμη

να μασουρίση χρυσόγνεμα. Στον τοίχο κρεμόταν το δοξάρι και μια

κιθάρα. Το δοξάρι για το βαμπάκι της — βαμπάκι για φορεσιές κ' η

κιθάρα για το τραγούδι — τραγούδι για καϋμούς, για πόθους και για

έρωτες. Τους άλλους τοίχους τους στολίζανε ζωγραφιές παλιές μα

ολοζώντανες, σα να έφυγε τώρα το κοντύλι από πάνω τους. Η μια

έδειχνε την Αρετούσα στη φυλακή να βρέχη με τα δάκρυά της το

δαχτυλίδι του Ρωτόκριτου. Στην άλλη παράδερνε η Αροδαφνούσα στον

πύρινο θυμό της Ρήγισσας κι ο Ρήγας παραπέρα ξάμωνε το σπαθί του

να πετσοκόψη τη ζηλιάρα. Η Βοσκοπούλα σ' άλλη ψυχομαχούσε μέσα στο

ανθοσπαρμένο σπήλιο της, αναζητώντας τον άγνωστο βοσκό. Και σ'

άλλες ζωγραφίζονταν άλλα μαρτύρια, τρυφερά ειδύλλια με θλιμμένο

τέλος, σα να ήταν το δωμάτιο ναός κάποιου τρομερού θεού. Ο

άσβυστος Πόθος κ' η Ζήλια η ωχροπράσινη μαζί με την Απάτη και τη

μαύρη Καταφρόνια, σκόρπιζαν τα θύματά τους σαν κομμένα κρίνα εδώ

κ' εκεί. Κ' ήταν τα θύματα γλυκές παρθένες και ζηλεμένοι νιοι, κ'

ήταν το πάθημά τους πεταλούδας πάθημα. Εκείνη κύτταζε τις

ζωγραφιές και η λύπη πλάκωνε το μέτωπό της. Η Ελπίδα ορθή μπροστά

της χτένιζε τ' αργυρά μαλλιά και τη χαμόβλεπε χωρίς να τολμάη να

της χαλάση τους στοχασμούς.

Έπειτα θέλησε ν' αλλάξη τα βρεμένα ρούχα της. Άνοιξε το τοιχαρμάρι

κ' έβγαλε από μέσα χιονάτα ασπρόρρουχα. Μια δυνατή μυρουδιά

λεβάντας σμιγμένης με αμάραντο αναδύθηκε και γέμισε το δωμάτιο σα

ν' άναψε θυμιατήρι. Η κυρά Πανώρια ένοιωσε τη μυρουδιά και

χαμογέλασε. Η Ελπίδα σάστισε· νόμισε πως χαμογέλασε για τα φτωχικά

τ' ασπρόρρουχά της.

— Τι να κάμω, Κυρά μου ; είπε κατακόκκινη σαν τριαντάφυλλο. Το

ξέρω πως δεν πρέπουν στο κορμί σου τ' ασπρόρρουχά μου· μα δεν έχω

άλλα. Να τόξερα πως θα τα φέρη ο θεός τόσο γρήγορα να σε ντύσω

'γώ, θα σου ύφαινα παννί απ' του ήλιου τη χάρη. Μα δεν τόλπιζα και

θα σε προστυχοντύσω.

— Δεν πειράζει, κόρη μου· δεν πειράζει· είπε η γερόντισσα με

καλοκάγαθη φωνή· το ντύμα δεν τιμάει τον άνθρωπο.

— Ο άνθρωπος τιμάει το ντύμα· το ξέρω. Και τα φτωχόρρουχα τα δικά

μου θα γίνουν στο κορμί σου πουκάμισο της Παναγιάς.

Βοηθούσε την κυρά Πανώρια στο άλλαγμα και τα χέρια της έτρεμαν από

τη συγκίνηση. Τα μάτια της έβλεπαν για πρώτη φορά το καλοπλασμένο

κορμί με το αχνό σαν ελεφαντοκόκκαλο δέρμα του. Ο κρουσταλλένιος

λαιμός με τις γαλάζιες φλέβες του, τα μεστωμένα στήθη κ' οι

στρογγυλοί λαγόνες της, έφερναν στο νου της ίδια τη Φύση με τους

πύρινους χυμούς της. Άθελα η Ελπίδα θυμήθηκε τον Αριστόδημο κ' η

μελαγχολία σαν κύμα νεκροθάλασσας πλάκωσε την ψυχή της. «Τι κατάρα

έπεσε ξαφνικά στο σπίτι της! σκέφτηκε. Η μήτρα η καμωμένη από του

θεού το χέρι για να γεννά θεόκορμα και δυνατά παιδιά, γιατί τάχα

κατάντησε να γεννά ξεθεώματα;»

— Αχ, Κυρά μου, τι κακό είνε τούτο! τι κακό! είπε αρχίζοντας τα

δάκρυα.

— Τ' είνε, κόρη μου; την ρώτησε η γερόντισσα ξαφνισμένη από το

θρήνο της.

Η Ελπίδα συνήρθε αμέσως και μάσησε τα λόγια της. Δεν ήθελε να ειπή

το στοχασμό της και να την λυπήση περισσότερο.

— Τα πόδια σου, Κυρά μου, τα πόδια σου είνε καταματωμένα! είπε μ'

αναφυλλητό. Ποιος τόλπιζε τέτοιο κακό στου Μορφόπουλου τη γυναίκα!

ποιος τόλπιζε!..

Έπεσε στα γόνατα, άρχισε να φιλή και να λούζη με δάκρυα τα πόδια

της, να βγάνη ένα ένα τ' αγκάθια. Σε κάθε στεναγμό της γριάς

τρόμαζε κ' ήταν έτοιμη να λιγοθυμήση.

— Κρυώνω, κόρη μου· είπε σιγά η κυρά Πανώρια, μαζώνοντας τις

πλάτες της.

— Δεν πέφτεις, Κυρά μου, στο κρεββάτι; είπε η Ελπίδα φοβισμένη

και παρακαλεστική. Δε θα ήταν άσκημα να πέσης λίγο να

ζεστοκοπηθής.

Εκείνη θέλησε ν' αρνηθή. Α μπα! δεν ήταν τίποτα· ανατριχίλα ήταν,

θα περάση. Δεν ήταν δα και τόσο γριά να πέφτη με το παραμικρό στο

κρεββάτι! Μα το ρίγος σέρνονταν σα φίδι παγωμένο στο κορμί της. Οι

σαγονιές της χτυπούσαν άναψαν τα μάγουλά της. Δέχτηκε τέλος να

πέση στο κρεββάτι. Η Ελπίδα πήρε μια μάλλινη αντρωμίδα και τη

σκέπασε καλά.

— Έτσι θα ζεσταθής, Κυρά· της είπε σα να μιλούσε σε χαδιάρικο

παιδί. Ο ύπνος θα σου δώση δύναμη.

— Έχε την ευκή μου, κόρη μου· εψιθύρισε η κυρά Πανώρια.

Η Ελπίδα ίσαξε καλά το σκέπασμα, πήρε το κέντημά της και βγήκε

τραβώντας πίσω της την πόρτα.

— Πού είνε ο Δημητράκης ; ρώτησε το γέρο Μαλαματένιο.

— Όξω γυρίζει. Πηδάει και χορεύει σα μικρό παιδί.

Αλήθεια ο Δημητράκης ήταν διαφορετικά από τη μάννα του· ούτε θλίψη

ένοιωθε ούτε κούραση. Το να φύγη μακρυά από τον Αριστόδημο του

φαινόταν σωτηρία. Όχι πως δεν τον λύπησε η καταστροφή που έκαμε ο

αδερφός του στο χτήμα. Την επρόβλεπε όμως και παρακαλούσε νάρθη

μια ώρ' αρχήτερα. Όσο γρηγορώτερα η καταστροφή, τόσο γρηγορώτερα

έλπιζε και την ανόρθωση. Τη νέα ζωή της γενιάς του τη χώριζε σε

δυο εποχές κ' έλεγε να φύγη η πρώτη για νάρθη η δεύτερη. Για τούτο

μόλις τον είδε να βγαίνη από τα σύνορα της λογικής τον παραίτησε.

Τυχερό που η κυρά Πανώρια ήταν σύμφωνη. Κίνησαν κ' οι δυο χωρίς να

ειπή ο ένας στον άλλον καταπού θα πάνε. Πήρανε τον ίδιο δρόμο σα

να τον είχανε προμελετημένο. Φτάσανε στο σπίτι της Ελπίδας με

αγώνα και κόπο, μα φτάσανε. Γύριζε τώρα στ' αμπέλι της σα

νοικοκύρης. Ήθελε κάτι να κάμη, από κάτι να καταπιαστή για να

δοκιμάση τη δύναμή του. Άξαφνα είδε την αξίνα του Μαλαματένιου σ'

ένα κουτρούλι και την άδραξε στα χέρια. Έδωκε μια κι αναποδογύρισε

ένα κομμάτι χώμα ίσαμε δέκα πλίθες. Έπειτα άρχισε να σκάφτη

βιαστικά, σηκώνοντας και κατεβάζοντας την αξίνα με πείσμα, λες κ'

ήταν εχτρός του η γη κ' ήθελε να την τελέψη.

— Μπα μπα σε καλό σου! ακούστηκε πίσω του η φωνή της κόρης. Ακόμα

δεν ήρθες κ' έπιασες τη δουλειά!

— Δε μένει καιρός για καθισό, Ελπίδα· ούτε στιγμή δε μένει

καιρός... Εκεί κάτου στο σπίτι μας μουχλιάζει κανείς· είνε

ναρκωμένος ο αέρας. Εδώ φυσάει δροσερός και ζωογόνος. Κεντάει τα

νεύρα μου στη δουλειά, σαν το σπιρούνι το γερό τ' άλογο. Μην

παραξενεύεσαι· είπε τρυφερά αφίνοντας την αξίνα και πιάνοντάς την

από το χέρι. Μήπως εδώ σ' αυτήν τη θέση, δε μου είπες άλλοτες

εκείνη τη συμβουλή.

— Ποια συμβουλή ; τον ρώτησε η κόρη ψάχνοντας το νου της.

— Εκείνη την προγονική μας· πως την είπες ; ξέχασα τα λόγια τώρα.

Ξέχασα τα λόγια, μα θυμάμε καλά το νόημα τους. Τόχω

σφιχτοκλεισμένο στην ψυχή μου και θέλω να το κάμω αλήθεια. Στάσου

να ιδής πως αρχίζει· Στρατιώτες . . .

— Αγάπα τα στρατιωτικά ;

— Ναι, ναι· τώρα θυμήθηκα.

Αγάπα τα στρατιωτικά, πάντοτε μάνθανέ τα. Στρατιώται ήσαν οι όλοι

σου και πάπποι και προπάπποι. Και όλον το γενολόγι σου καλούς

στρατιώτας είχε ..

Μα επρόσθεσε συλλογισμένος· στρατιώτες είχε τάχα ή σοφιστές ;

— Και τα δυο· είπε η κόρη. Στη γενιά μας μαλώνουν τα δυο τους

όλον τον καιρό, σαν το Αγαθό με το Κακό στον κόσμο. Πότε τόνα

νικάει και πότε τ' άλλο. Με τη διαφορά πως όταν νικούν οι πρώτοι,

απλώνουν τα σύνορά μας ίσαμε το Γάγγη. Μα όταν νικούν οι

δεύτεροι...

— Αφεντεύει ο ξένος μέσα στο σπίτι μας, εσυμπλήρωσε ο Δημητράκης.

Για κακή μας τύχη και τώρα νικάνε οι δεύτεροι. Το σπίτι του

Μορφόπουλου γέμισε από σοφιστείες.

Την έσυρε όξω από τ' αμπέλι σ' έναν όχτο πρασινοντυμένο. Περίγυρα

τα βουνά ψήλωναν γαλάζια και διάφανα σαν αχνοκάμωτα. Απάνου σε μια

κορφή τους το Ερωτόκαστρο, με τα χρυσά του τείχη και τους

διαμαντένιους πύργους του έλαμπε, σα να πλουτίστηκε με δεύτερο

ήλιο η πλάση. Δεξιά σε μιαν ομάλια, το παλάτι της Πεντάμορφης

καθρέφτιζε στην άτρεμη λίμνη τους χιονάτους τοίχους του και τις

δαντελωτές σκεπές του. Σ' ένα του παραθύρι καθότανε η κυρά του κ'

έπαιζε τα χρυσόμηλα με το αντρειωμένο βασιλόπουλο, τον αφέντη της.

Έλαμπε το παραθύρι, έλαμπαν τα χρυσόμηλα, έλαμπε κι ο νιος γαμπρός

από την ομορφιά της. Οι δράκοι και τ' αραπόπουλα και τ' άλλα

κακότροπα στοιχειά που θέλησαν ν' αντισκόψουν το θριαμβευτικό

δρόμο του νιου, τώρα δαμασμένα γύριζαν στην αυλή πρόθυμοι

βιγλατόροι τους. Στη λίμνη ένα καράβι ολόχρυσο με προύτζινα

κατάρτια και μεταξωτά παννιά αρμένιζε ίσα στο παλάτι. Ψυχή δεν

είχε μέσα· ούτε ναύτης, ούτε κυβερνήτης, ούτε τιμονιέρης φαινόταν

πουθενά. Μα το πλεούμενο αρμένιζε σα να είχε δική του ψυχή και

δική του κυβέρνια. Μην είνε τάχα το μαγεμένο καράβι πώρχεται να

πάρη άθελα το βασιλόπουλο και να κάμη χήρα την Πεντάμορφη ; Εκείνη

τ' αγναντεύει από το παραθύρι κ' η θλίψη φυτρώνει σαν τσουκνίδα

στην καρδιά της. Το βασιλόπουλο μπήκε σε πειρασμό· θέλει να κατεβή

για να μάθη το μυστικό του καραβιού. Μα εκείνη χύνεται στον κόρφο

του, δε θέλει να σαλέψη από κοντά της. Κλαίει και μαργαριτάρια

κυλούν από τα μάτια της· γελάει και δροσερά τριαντάφυλλα πέφτουν

από τα μαγουλά της· στενάζει και στενάζει το παλάτι σα σπασμένη

κιθάρα. Άμοιρη νια! θα μπορέσης τάχα ν' αλλάξης το πικρό

μοιρογράφημα;

Κάτω ξετυλίγεται απέραντο πανόραμα με λαγκαδιές, με κάμπους, με

θάλασσες, και με χωριά. Φαίνονται οι χώρες του Χαγάνου, οι χώρες

του Θεομίσητου, του Ζάρακα, του Μήτρου Γλάμη κι αλλουνών. Ένα προς

ένα ξεχωρίζουν τα παλάτια τα δικά τους και τα χαμώγεια των

κολλήγων τους. Απόπερα στη ρίζα της ομάλιας τρεμολάμπει σα

νιόβγαλτο αστέρι και το σπιτάκι του Ευμορφόπουλου. Δίπλα στο

σπιτάκι κι απάνου σ' ένα θεόχτιστο κοτρώνι, ξεχωρίζουν κάτι χτίρια

μισά και σαραβαλιασμένα. Πίσω τους ένα μαύρο σύγνεφο σα δικέφαλος

αητός με τις φτερούγες ολάνοιχτες έσκυβε απάνω τους σαν όρνιο στο

ψοφήμι. Πότ' έδειχνε πως τα ξέσχιζε με το ράμφος του και πότε πως

ήθελε να τα σηκώση στις φτερούγες του και να τα πάρη μαζί του. Μα

και το σύγνεφο δεν έκανε άλλο παρά να δείχνη την ομορφιά και τη

χάρη τους. Τα μάρμαρα έπαιρναν ένα χρώμα κιτρινόλευκο σα να ήταν

από ελεφαντοκόκκαλο. Οι σπαθισμένες κολλώνες του, έλεγες πως

στήριζαν τον ουρανό.

— Δε σου φαίνεται πως και τα δυο βγήκαν απ' τον ίδιον τεχνίτη ;

ρώτησε η κόρη το Δημητράκη, δείχνοντας τα χαλάσματα και το παλάτι

της Πεντάμορφης.

— Ναι· μοιάζουνε σαν πατέρας με παιδί, είπε κυττάζοντάς τα

στοχαστικά. Αχ, πώς ήθελα να σκότωνα τον πατέρα! πρόσθεσε άξαφνα.

Να μπορούσα να τον σκότωνα!

— Τι λες ; τον ρώτησε ξαφνισμένη από τις άγριες ματιές του η

κόρη.

— Είνε ασέβεια ο λόγος μου· τα ξέρω· μα ήθελα να τόκανα. Να

σκότωνα τον πατέρα για να ζήση το παιδί. Αυτός ο Παρθενώνας μας

στέρεψε όλες τις βρύσες της ζωής.

— Ενώ μπορούσε να τις πληθύνη.

— Μπορούσε, δε λέω τ' όχι. Μα δεν τόκαμε.

— Δεν είνε δικό του το σφάλμα.

— Σπολλάτη που με φώτισες, είπε με πικρό χαμόγελο. Δεν ξετάζω την

αφορμή· βλέπω τ' αποτέλεσμα, το θλιβερό αποτέλεσμα!... Αχ, πώς

ήθελα να μην είχα δοξασμένους προγόνους!...

Ξαπλώθηκε στον όχτο και τράβηξε την Ελπίδα κοντά του.

— Μα τώρα μου φαίνεται πως ξανανιώνω· είπε κυττάζοντάς την στα

μάτια.

Εκείνη χαμογέλασε.

— Κ' εγώ δεν ξέρεις πόσο χάρηκα! εδώ θα είμαστ' ελεύθεροι να τα

λέμε.

— Εσύ να λες κ' εγώ να μαθαίνω· δεν είν' έτσι; Πού είνε η μάννα

μου;

— Κοιμάται· δε μου φαίνεται καλά· είνε πολύ αδύνατη και κλαμένη.

— Πώς να μην είνε; Έπειτ' απ' αυτά που είδε στα γεράματά της· να

ξεσπιτωθή!...

Γ’

— Κ' εδώ σπίτι της δεν είνε; τον έκοψε η κόρη με παράπονο. Εσείς

μπορεί να μη θέλετε, μα εγώ το θέλω· είνε μάννα μου και κάτι

καλήτερα· είνε κυρά μου.

— Όχι, Ελπίδα, με συμπαθάς· δε θέλω να ειπώ αυτό. Μα για

συλλογίσου στην ηλικία της να πάθη τέτοιο κακό; Ξέρεις ο

Αριστόδημος το ρήμαξε όλο το μετόχι· δεν άφηκε κούρβουλο.

— Δεν το ξέρω, μα το περίμενα. Ο δρόμος που πήρε έδειχνε πού

θάφτανε.

— Έχεις δίκιο· κ' εγώ τόξερα. Μα βλέπεις, η γριά πάντα κάτι

έλπιζε. Ε, ας πάη να κουρεύεται! είπε άξαφνα θέλοντας ν' αλλάξουν

κουβέντα. Για δείξε μου τι κεντάς αυτού.

— Βρίσκουμαι στο τέλος· είπε απλώνοντας το κέντημα στα γόνατά της

και παίρνοντας το βελόνι· βιάζομαι να τελειώσω σήμερα. Από δω κι

ομπρός ποιος ξέρει τι θ' αρχινήσω.

— Μπωμπώ! τι σκούρα κλωστή! έκαμε ο Δημητράκης ανατριχιάζοντας.

— Σκούρα ναι· ταιριάζει με την υπόθεση.

Και σύγκαιρα το παχουλό χεράκι ερράμφισε το μεταξωτό, σαν άσπρο

περιστέρι απάνω στη χλωροσιά. Έπαιζε το χέρι αστόχαστα και το

κέντημα γινότανε, θαρρείς, μοναχό του.

— Μα είνε πόλεμος βλέπω! είπε ο Δημητράκης με θαυμασμό.

— Ναι· ο πόλεμος πώκαμαν οι δικοί μας. Πίστεψαν πως με τις

παλάβρες θα νικήσουν τον Τούρκο. Μα κείνος ρίχτηκε αψής, τους πήρε

του κυνήγου και τους αφάνισε. Δεν ήταν τόσος ο αφανισμός όσο η

ντροπή. Για τούτο έβαλα σκούρα κλωστή. Κάτω απ' τη μαύρη σκέπη

κλαίει ανόχλητα τη χαμένη παρθενιά της η κόρη.

— Σωστά· είπε ο Δημητράκης θλιμμένος. Άνοιξε το όλο να ζήσης. Όλο

το κέντημα είνε για τον πόλεμό μας ;

— Α μπα· εδώ είνε κεντημένη όλη η ιστορία της γενιάς σας.

— Της γενιάς μας· ήθελες να πης.

— Όπως θες.

Και σύγκαιρα ξετύλιξε απάνου στο χορτάρι ένα κομμάτι ατλάζι πλατύ

και μακρύ σα σεντόνι. Ήταν όλο γεμάτο από κεντήματα. Πούλιες,

τιρτίρια, χρυσογάιτανα έσμιγαν εκεί με κάθε λογής πετράδι. Τα

πετράδια εθάμπωναν, τα χρυσάφια γυάλιζαν μα της κεντήστρας η τέχνη

έκανε το μεγαλήτερο θαύμα. Κάθε σταυροβελονιά και γινόταν σχήμα

και το σχήμα έδειχνε ό,τι δεν ήταν. Κάστρα δεν ήταν και κάστρα

φαίνονταν· πολεμιστές δεν ήταν και πολέμους άνοιγαν· σαλπιστές δεν

ήταν και σάλπιγγες ηχολογούσαν. Έβλεπες το τριαντάφυλλο κι άρπαζες

σύνωρα το μοσκοβόλημά του· έβλεπες θέρο κ' ένοιωθες το ψωμί δίπλα

σου· έβλεπες φονικό κι ανατρίχιαζες σύψυχος· έβλεπες εχτροτσάκισμα

και φώναζες: απάνω τους!

— Ωραίο κέντημα! Είπε ο Δημητράκης. Νόμιζα πως μονάχα η φύση

μπορούσε να μας δώση τόσο τέλειο κέντημα.

— Και μήπως εγώ δεν είμαι γέννημα της φύσης! Κ' εγώ κ' εσύ και

όλοι μας. Μην κυττάς που ψευτίζουμε με τον καιρό. Φεύγουμε από τη

μάννα και πάμε στην παραμάννα γι' αυτό. Δόξα σοι ο Θεός, εγώ δεν

τόπαθα τέτοιο κακό. Έμεινα πάντα στον κόρφο της μάννας μου.

— Αλήθεια· δόξα σοι ο Θεός! είπε ο Δημητράκης με λύπη. Μα εγώ δε

μπορώ να το καυχηθώ για τον εαυτό μου. Εγώ έφυγα έφυγα κ' είνε

ζήτημα αν θα μπορέσω να την ξαναυρώ. Για τούτο τώρα δε μπορώ να

νοιώσω το κέντημά σου. Δε μου το ξηγάς;

— Γιατί όχι· χαρά μου είνε να σε ξαναφέρω πάλε στη μάννα σου. Για

ποιόν άλλον τόκαμα το κέντημα παρά για σένα. Να, βλέπεις εδώ το

μεγάλο κύκλο με τα ρουμπίνια.

— Ναι, τον βλέπω· παίζουν γλυκόχρωμα στα μάτια μου τα ρουμπίνια·

μα στέλνουν και κάποια αρμονία στην ψυχή μου. Μην είνε αίματα και

χλαλοή πολέμου;

— Είνε ο κύκλος ο Ακριτικός· κάθε ρουμπίνι και ήρωας. Να ο

Διγενής· να ο Αρμούρης, ο Ξανθίνος, ο Σαββατογέννητος. Διαβάζεις

τα γράμματα ;

— Ναι, στάσου· είπε σκύβοντας στο κέντημα ο Δημητράκης και

συλλαβίζοντας. Δράκοι και δρακοντόπουλα Ρωμαίικα παλληκάρια. Ποιοι

είνε;

— Όλοι από τη γενιά μας. Πριν καταιβή ο Χαγάνος καταδώθε. Άνοιγαν

πολέμους νύχτα και ημέρα. Πολεμούσανε με τους ανθρώπους, με τα

θεριά και με το Χάρο ακόμα.

— Θα είνε πολύ παλαιοί.

— Όχι και πολύ· στην εποχή που το μετόχι μας έφτανε κάτου στη

Μεσοποταμία. Έπειτα ήρθαν οι Τσιμισκήδες, οι Κομνηνοί, οι Φωκάδες,

οι Βουλγαροχτόνοι. Να εδώ· βλέπεις;

— Ναι· τι μεγάλο ποτάμι! και μέσ' στα κύματά του κυλάει κεφάλια.

Τι άσκημα κεφάλια που είνε!

— Είνε Βουλγάρικα. Τάκοψε ο Βασίλειος κι από τότε η γενιά του

Θεομίσητου δούλευε σκλάβα στη δική μας.

— Τι αθάνατοι! εψιθύρισε ο Δημητράκης.

— Αθάνατοι μα κι άγνωστοι σε σας.

— Αλήθεια· εγώ διάβασα το Δημοσθένη.

— Το λογά το Δημοσθένη! είπε η κόρη με αποστροφή. Και όμως τούτοι

είνε σιμώτερα στην ψυχή μας· τόσο στην ψυχή μας όσο και στη δόξα

και στην τύχη της γενιάς μας.

— Μα δεν τους άκουσα ποτέ.

— Δεν τους άκουσες γιατ' έτσι θέλησε ο Αριστόδημος. Παίρνει τη

ρίζα του δέντρου και τα φύλλα. Τον κορμό τον απαρνιέται. Δεν του

φαίνεται τόσο ζηλευτός. Και δε συλλογίστηκε ποτέ, πρόσθεσε η κόρη

θυμωμένη, δε συλλογίστηκε πως ο κορμός είν' εκείνος που δένει τη

ρίζα με τα φύλλα.

— Να σου ειπώ την αλήθεια, Ελπίδα; είπε ο Δημητράκης αφωσιωμένος

στο κέντημα· θλίψη και πόνος με πιάνει με το κέντημά σου. Η σκούρα

κλωστή βασιλεύει ολούθε. Πού και πού φαίνεται τ' ασήμι και το

χρυσάφι. Αλήθεια φαίνεται πιο λαμπρότερο σα νάνε σκεπασμένο από

καταχνιά.

— Είνε η καταχνιά που πλάκωσε τους Μορφόπουλους. Να ιδές εδώ

αυτόν τον καβαλλάρη.

— Α! τι περήφανη ζωγραφιά! Τ' άλογό του πατάει απάνου σε

κουφάρια. Η ματιά του σφάζει περισσότερο από το σπαθί του. Έχει

κορώνα στο κεφάλι. Ποιος είν' Ελπίδα, ποιος είνε;

— Είνε ο πρώτος μας· εκείνος που αντίκρυσε άφοβα το σπαθί του

Χαγάνου. Ρίχτηκε με τάλογό του μέσα στο σίφουνα κι άδραξε την

αθανασία.

— Δε διάβασα τέτοιο θάνατο πουθενά.

— Δε διάβασες γιατί δεν έγινε. Ζη ο Βασιλιάς μας, ζη και μας

προσμένει! φώναξε η κόρη με αστραφτερά μάτια σαν προφήτισσα.

— Το πιστεύεις;

— Το πιστεύω! βέβαια και το πιστεύω αφού στο λέω.

— Έπειτα:

— Έπειτα θρήνος κ' αίματα· είπε η κόρη σέρνοντας ανάλαφρα το χέρι

της απάνου στο κέντημα· δε βλέπεις; Αίματα και λαχτάρες απ' άκρη

σ' άκρη. Μα η ψυχή του πρώτου μας διαβαίνει απάνου τους και τα

στολίζει σαν αχτίνα στο μακελειό. Να κύτταξε...

— Ένας Ιππότης! Φράγκος είνε, Ελπίδα;

— Γι' Ατθίδα με πήρες που θα κεντήσω Φράγκους; Είνε Μορφόπουλος.

Είνε η ψυχή της σκλαβωμένης γενιάς μας· ο Μερκούριος Μπούας. Ένας

σίφουνας που αν φύσαγε καταδώθε, θα σάρωνε για μιας το Χαγάνο και

τη γενιά του. Μα δεν ήταν θέλημα Θεού. Τράβηξε κατά τη Δύση και

στήριξε μιαν αλάκερη αυτοκρατορία με τη λόγχη του.

— Αλλοίμονο! εμουρμούρισε ο Δημητράκης δακρύζοντας.

— Ναι, αλλοίμονο και τρισαλλοί! έχεις δίκιο να κλαις· μα και να

βλέπης πρέπει· είπε η κόρη σοβαρά. Βλέπεις εκείνα τα

φεγγοβολήματα; είνε τ' αρματωλίκια· ο Ζήδρος, ο Ζαχαρίας, οι

Κατσαντωναίοι, ο Νικοτσάρας. Λαμπάδες ετοιμάζονται για τη μεγάλη

Ανάσταση.

— Κ' εκείνη δεν έγινε.

— Πώς δεν έγινε; είπε η κόρη παραξενεμένη· να εδώ.

— Φρίκη! έκαμε ο Δημητράκης, γυρίζοντας αλλού το πρόσωπο.

— Το Εικοσιένα μας· είπε η κόρη φέρνοντας στανικά το κέντημα στα

μάτια του. Γύρισε, φοβιτσάρη, να ιδής τον εαυτό σου. Καθρέφτη

σούκαμα να καθρεφτίζεσαι μέσα.

Ο Δημητράκης γύρισε αργά — αργά και κύτταξε πάλε το κέντημα. Ήταν

κίτρινος σαν το φλωρί· τα μάτια του έρριχναν παράξενες αστραπές.

Τα μαλλιά πεσμένα στο μέτωπό του τον έδειχνε σαν να σηκώθηκε από

αρρώστεια πολυκαιρινή. Τα χείλη του άσπρα έτρεμαν από τη

συγκίνηση.

— Άξιζε τάχα τέτοια θυσία; εμουρμούρισε αργά και στοχαστικά σα να

ρώταε τον εαυτό του.

— Άξιζε δεν άξιζε εκείνοι δεν το λογάριασαν. Είπαν να κάμουν

κράτος και τόκαμαν· τ' άλλα τ' άφηκαν στα παιδιά τους... Μα σα να

κουράστηκες βλέπω· πρόσθεσε η κόρη βλέποντας το Δημητράκη

αφαιρεμένο. Σε ζάλισα με το κέντημά μου.

Ο αρχαιολόγος · 第 4 / 11 段