γριά. Μας ρίχνει τον ίσκιο του το καλοκαίρι· μας χαρίζει δροσιά.
Εγώ στον ίσκιο του κάνω όλες μου τις δουλειές. — Ας τονε, τώλεγε
κι' ο αδερφός του· έχει και τούτος την ιστορία του· εδώ
αναπαύτηκαν οι παππούδες μας σα γύριζαν απ' τη δουλειά του
Χαγάνου· στα κλαριά του κρεμάστηκαν πολλοί δικοί μας· άλλοι τον
πότισαν με το αίμα τους, άλλοι τον έθρεψαν με τα δάκρυά τους. Είνε
και τούτος σεβαστός όπως είνε και τα λιθάρια σου». Τίποτα εκείνος·
δεν έβλεπε τα δάκρυα της μάννας του, δεν άκουε τα λόγια τ' αδερφού
του παρά κύτταζε κατάματα τους σοφούς. Εκείνοι στέκονταν αμίλητοι
παρέκει και του έγνεφαν : χάλα! Και σαν είδε πως κανένας από τους
αργάτες δε σήκωνε χέρι, άρπαξε το τσεκούρι και ρίχτηκε λυσσασμένος
στον πλάτανο. Γκαπ! γκοπ! γκουπ! το τσεκούρι. Μα ο πλάτανος
βαστούσε γερά. Τότε πλησιάζει ένας από τους σοφούς, και του λέει
σιγά· — Δε θα καταφέρης τίποτα με το τσεκούρι· ο πλάτανος θέλει
δυναμίτη. Αμ' έπος αμ' έργον ο Αριστόδημος. Άρπαξε ένα μασσούρι
δυναμίτη, τόρριξε στην κουφάλα του και τ' άναψε. Μάννα μου! τι
κακό ήταν εκείνο! Ο γεροπλάτανος έβγαλε ένα βογγητό που πάγωσε το
αίμα μου. Έπειτα έγειρε κ' έπεσε κατά γης μ' ένα βροντομάχημα, σα
να γκρεμίστηκε βουνό. Την ίδια στιγμή είδα την κυρά Πανώρια, άσπρη
σαν το χαρτί. Είπα πως θα πάη κι εκείνη με το γέρο πλάτανο. Μα
βάσταξε. — Καταραμένε! φώναξε μ' όλη της την ψυχή στο γιο της· εσύ
δεν είσαι άνθρωπος· είσαι θεριό! Κι ο Χαγάνος δε θα μας τόκανε
τέτοιο κακό! . . . Και μαζί με το Δημητράκη φύγανε από το χτήμα·
φύγανε κι από το σπίτι τους. Δε θέλουν να τον ξέρουνε τον
Αριστόδημο.
Ο Χαγάνος άκουσε προσεχτικά τα λόγια του δούλου του. Έπειτα έβαλε
τα γέλοια.
— Δεν είνε για ζωή κι αυτός· εσυμπέρανε, δεν είνε για ζωή. Κρίμα
στον πατέρα του· μα ένας ήταν κι αυτός. Οι άλλοι ξέπεσμα, ξέπεσμα!
δε θέλει λύπηση ...
— Δε θέλει λύπηση το ξέρω, αφέντη· όπως στρώσει κανείς έτσι θα
κοιμηθή· είπε ο δούλος. Μα να βλέπω άλλους χειρότερούς του και να
προδεύουνε, δεν το χωνεύω.
— Ποιοι προδεύουνε ; ξαφνίστηκε ο Χαγάνος, αγριοκυττάζοντας το
δούλο του.
— Να οι άλλοι, αφέντη. Ο Πέτρος ο Θεομίσητος, ο Μήτρος ο Γλάμης,
ο Βασίλης ο Ζάρακας. Τι ήταν εκείνοι μπροστά στους Μορφόπουλους
τον καιρό που έκαμε καταδώθε ο παππούς σου; Καν τίποτα· τ' όνομά
τους καλά — καλά δεν ήξεραν. Πήρε ο παππούς τη γη τους με το
φύσημα. Τώρα με ξένη βοήθεια πήρανε πάλε το δικό τους· και
ριχτήκανε στη δουλειά με τα μούτρα. Να· αυτός ο Θεομίσητος κύτταξε
αφέντη πως δουλεύει. Περβόλι τόκαμε το μετόχι του.
Ο Χαγάνος δεν πήρε, άρπαξε από τα χέρια του δούλου το κιάλι, το
άρμοσε στα μάτια του και κύτταξε για πολλή ώρα τριγύρω. Είχε δίκιο
ο δούλος του. Τα ξένα χτήματα έζωναν με πρασινάδα το δικό του·
πήγαιναν να το πνίξουν με το θρασομάνημά τους. Ψηλά του Βασίλη του
Ζάρακα το χτήμα, περιμαντρωμένο με αθάνατους τον τρόμαξε. Λόγχες
του φάνηκαν τ' αγκάθια τους· μυριάδες λόγχες, έτοιμες να
ξεκοιλιάσουν τον κακόβουλο διαβάτη. Κι από μέσα ψήλωναν και
θέριευαν οι φυτιές σαν αντρογυναίκες στην ώρα τους. Το ίδιο και
στου Μήτρου του Γλάμη. Αληθινά εκεί είδε και κάποια αταξία. Τα
πολλά δεντρικά ήταν αστόχαστα βαλμένα τόνα κοντά στο άλλο και
μάλωναν μεταξύ τους, τρώγονταν, θαρρείς, για τον αέρα και το φως.
Μα εκείνο που τούκαμε μεγαλήτερη εντύπωση ήταν το χτήμα του
Θεομίσητου. Τ' ήθελες και δεν είχε μέσα! Ήμερα δέντρα για καρπούς·
άγρια για ξύλα, για σανίδια, για πατερά. Χώρια τα όψιμα χωράφια·
χώρια τα πρώιμα. Και όλα στοχαστικά μοιρασμένα. Άλλα για σιτάρι,
άλλα γι' αραποσίτι, άλλα για βρόμη, για σήκαλη, για καπνό. Δέσες
καλοχτισμένες, για το νερό· αυλάκια και τράφοι για το στράγγισμα·
μαγγανοπήγαδα για πότισμα. Αλλού τα βοσκοτόπια με τα μαντριά·
αλλού τα βουκολιά με τα βόδια· αλλού τα βαλμαδιά με τ' άλογα.
Ασβεστοκάμινα στα ριζοβούνια· πριόνια στις χούνες· παραδώθε
πουλερικά. Και ψηλά στην ομάλια μια θάλασσα ροδόλευκη που έστελνε
μοσκοβολάδες στο παραθύρι του. Ο Χαγάνος εγνώρισε τη Ροδόπη και
τον πήρανε τα δάκρυα. Τι σκοτωμός που έγινε ώσο να το πάρουν αυτό
το βουνό! Μα τώρα φέγγει από τις τριανταφυλλιές! Μην είνε τάχα το
αίμα των δικών του και στολίζει ακόμα την έρημη πλαγιά;
— Διαολεμένος άνθρωπος, αλήθεια· εψιθύρισε αναστενάζοντας.
— Δε φαντάζεσαι, αφέντη! Άμα βάλη κατιντί στο νου του δε μπορεί
τίποτα να τον μποδίση. Από λόγια δεν ξέρει. Συζήτηση για τούτο και
για κείνο δε θέλει. Και τόνομα των παππούδων του ακόμα δεν το
πιάνει στο στόμα, παρά σαν είνε να τον συντρέξη στο σκοπό του.
— Αλήθεια· εψιθύρισε ο Χαγάνος συλλογισμένος.
— Θαρρείς πως σαν ήταν σπόρος στην κοιλιά της μάννας του,
εξακολούθησε φουρκισμένος ο δούλος, έκαμε το σχέδιό του και τώρα
που βγήκε στη ζωή, ρίχτηκε να το σαρκώση με τη δύναμη και το
πείσμα του ταύρου του. Δε λέει ποτέ : είνε δικό μου και δόστο μου·
παρά : είνε δικό μου και το παίρνω. Και μέσα στην ψυχή του
συμπληρώνει τη φράση του: και δικό μου να μην είνε θαν το πάρω.
Κακό σκυλί που να μην έχη κλήρα! είνε ίδιος στο κάμωμα όπως και
στο ξεκάμωμα..... Μπροστά έκανε μύτη το χτήμα. Όταν το παραχώρησε
στο Θεομίσητο, δε μπόρεσε να καταλάβη γιατί με τόση επιμονή
ζητούσανε τη μύτη εκείνη οι προστάτες του. Μα το νόμισε ασήμαντο
πράμα και την έδωκε. Αμέσως ο Πέτρος φύτεψε σε κείνη τη μύτη όλο
κυπαρίσσια. Κυπαρίσσια ψηλά και πυκνά σαν κάστρο. Όχι να περάση μα
ούτε να ιδή μπορούσε τώρα ο Χαγάνος. Έδωκε — πήρε με το κιάλι και
τέλος το πέταξε στα μούτρα του δούλου του. Ο θυμός έβραζε στα
στήθη του. Πίσω από τα κυπαρίσσια ο Θεομίσητος έκανε φοβερή
δουλειά. Ισοτράφισε τα σύνορα· φύτεψε αμπέλι, έσπειρε σιτάρι,
έχτισε λινό κ' επλακόστρωσε αλώνια σαν καλός νοικοκύρης. Σφήνα
εμπήκε κ' ήθελε να χωρίση στα δυο τ' αρχοντικό. Τι σφήνα ;
Μαχαιριά ήταν μέσα στο κορμί του. Έκατσε στο σοφά ο Χαγάνος,
έπιασε το κεφάλι με τα δυο του χέρια κ' έπεσε σε φοβερούς
στοχασμούς. Τέτοιο πράμα δεν το πάθανε ποτέ οι δικοί του· ούτε κι
ο ίδιος το περίμενε. Δεν ήταν τόλμη· ήταν ξαδιαντροπιά. Αποδώ
λοιπόν ερχόταν ο κίντυνος κι όχι από τους αρχαιολόγους!
— Σύρε να μου φέρης το Θεομίσητο· επρόσταξε άγρια το δούλο του.
Εκείνος προσκύνησε, σύναξε από χάμου το κιάλι και τα κομμάτια του
και χάθηκε. Ο Χαγάνος έμεινε κατάμονος απάνου στο σοφά, βράζοντας
από το κακό του Το άγριο αίμα των προγόνων του άναψε και του έπηζε
τη σκέψη και τη συνείδηση. Ήθελε να παιδέψη τον Πέτρο το
Θεομίσητο· και να τον παιδέψη αλύπητα.
Ο Χαγάνος πήδησε από τη θέση του άξαφνα σα να πάτησε φίδι.
Αγνάντεψε τον ίδιον το δουλευτή. Γύριζε καταμόναχος μέσα στο
χτήμα. Στο ένα χέρι κρατούσε την αξίνα και στ' άλλο την ψαλίδα.
Έσκαφτε τη γη, καθάριζε τα δέντρα, εξερρίζωνε το γούλιερο, τις
τσουκνίδες, το λύκο στοχαστικά και γνωστικά. Ένας ήταν κ' έκανε
χίλια στην ώρα. Συχνά σήκωνε το κεφάλι του· μα δεν το σήκωνε παρά
για να κυττάξη απόπερα στο ξένο μετόχι. Τα μάτια του σαν ρούφουλας
κύτταζαν να καταπιούνε τον τόπο.
— Μωρέ! φώναξε ο Χαγάνος, ανατριχιάζοντας από κείνο το κύτταγμα.
Πίστεψε πως βρέθηκε πίσω, σε καιρούς που έμαθε από παιδί να τους
φοβάται. Ο Πέτρος ήταν εκείνος, ο φρόνιμος δουλευτής ή κανένας
φοβερός προπάππος του; Αληθινά κρατούσε στο χέρι τα ειρηνικά
ύπεργα ή το βρόχο που έρριχνε ο Λιβέρτης καβαλλάρης κ' έσερνε τον
εχτρό κατόπιν του ώστε ν' αφήση τα κρέατά του στ' αγκάθια; Κ'
εκείνα τα πουλιά που πετούσαν τώρα αποπάνου του, ήταν τάχα
καλιακούδες ή τα κοράκια που συντρόφευαν λιμασμένα τους προπάτορές
του στους κάμπους του Ευμορφόπουλου, ελπίζοντας άμετρη τροφή από
τ' ακούραστο χέρι τους ;
Υποψιάστηκε· ήθελε να ιδή τι γίνεται στο δικό του μετόχι. Σκέφτηκε
να στείλη το δούλο μα δε βάσταγε. Ποιος ξέρει αν θα τούλεγε την
αλήθεια ο δούλος; Σηκώθηκε στα νύχια, άρμοσε καλά το κιάλι και
κύτταξε προσεχτικά.
Θα τον βάλη στο φάλαγγα, θα τον καπνίση με άχερα, θα τον γδάρη με
στουρναρόπετρα· θα τον χτίση ζωντανό στη μάντρα του. Δεν έμεινε
απονιά που να μην ήρθε να χαροκοπήση την ψυχή του. Τα προγονικά
κειμήλια που κρέμονταν στους τοίχους, ήταν πολλά κι αξετίμωτα.
Ντυμένα στο χρυσάφι, βουτημένα στο αίμα, βαμμένα στον αθέρα της
δόξας μοιάζανε με δράκους τυλιγμένους στ' άλυτα μάγια του καιρού.
Ήταν άρματα κάθε λογής, φλάμπουρα κάθε τόπου, τούμπανα
στρατιωτικά, εικόνες πολεμικές, προσωπογραφίες κάθε στρατάρχη και
ήρωα· Τώρα σείστηκαν κ' έτριξαν στις θέσες τους, όπως των Ελλήνων
οι σκιές όταν ένοιωθαν θυσία στον τάφο τους. Στους κακότροπους
στοχασμούς του Χαγάνου αναγάλλιαζαν εκείνα γιατί εύρισκαν τον
εαυτό τους στην ψυχή του απόγονου. Αναγάλλιαζαν κ' ήθελαν να του
φωνάξουνε «κάμε το!».
— Ναι, θαν το κάμω! εβρυχήθηκε ανασηκώνοντας το κορμί του, σαν
τον πάνθηρα που ετοιμάζεται να ριχτή στο θύμα του.
Μα το λογικό ενίκησε πάραυτα την καρδιά του. Γύρισε κ' είδε με
μάτι παραπονιάρικο τα σωθέματα των τοίχων, σα να τους έλεγε: «Δε
φταίω γω αν δε σας κάνω το χατήρι». Δεν ήταν ίδιοι οι καιροί. Αν
τολμούσε τώρα να δείξη απονιά όχι στο Θεομίσητο μα και στο δούλο
του ακόμα, θα του ρίχνονταν όλοι και θα τον τελείωναν. Με άλλους
τρόπους έπρεπε να πολεμήση την αυθάδεια του φταίστη του.
— Ήρθε· είπε ο δούλος από την πόρτα.
— Ας έμπη!
Ο δούλος σήκωσε το μεταξωτό παραπέτασμα και φάνηκε στην πόρτα ο
Θεομίσητος. Προσκύνησε από τη θέση του ταπεινά σαν
φτωχοκακόμοιρος. Έκαμε δυο βήματα μέσα· στάθηκε πάλε,
ξαναπροσκύνησε ταπεινότερα. Έπειτα σα να τον έσπρωξε κανείς ήρθε
γοργά, γονάτισε μπροστά στο σοφά και φίλησε το χέρι του Χαγάνου.
Εκείνος ορθοκάθισε αμίλητος και φοβερός. Όλη η περηφάνεια κ' η
ξυππασιά της φυλής του ζωγραφήθηκαν στο πρόσωπό του. Η ταπεινοσύνη
του Θεομίσητου του άρεσε πολύ.
— Σήκω, Πέτρο· του είπε με χαμόγελο. Εκείνος σηκώθηκε· μα έμεινε
ορθός μπροστά του με το κεφάλι σκυμμένο. Ήθελε να δείξη πως δεν
τολμούσε να κυττάξη στα μάτια τον αφέντη του.
— Έλα, Πέτρο· κάτσε! του είπε δείχνοντας θέση κοντά του.
Εκείνος τίποτα. Ξαναπροσκύνησε μα δε σάλεψε από τη θέση του. Ο
Χαγάνος καταυχαριστημένος τον έπιασε από το χέρι και τον έβαλε
κάπως στανικά να καθίση. Έπειτα τον κύτταξε από τα πόδια ως το
κεφάλι με περιέργεια. Δεν τον είχε ιδή πολλές φορές από κοντά. Μα
κι όσες τον είδε ποτέ δεν τον πρόσεξε. Την περιφρόνηση που έτρεφαν
σ' αυτόν οι πρόγονοί του, την έτρεφε κ' εκείνος από παράδοση. Τώρα
όμως έβλεπε πως είχε άδικο. Ο Πέτρος δε φαινότανε και τόσο
αξιοκαταφρόνητος. Ήταν ένας χωριάτης άξιος και δυνατός. Είχε
μέτριο ανάστημα, χοντροπελεκημένο κορμί, στρογγυλό κεφάλι,
πλατειές πατούσες. Χοντρές και ξανθοκόκκινες οι παλάμες του,
έλεγες πως ήταν βουτημένες στο ριζάρι. Το πρόσωπό του στρωτό με
χείλη χοντρά και μύτη πλακουτσή θύμιζε πουρναρόρριζα. Τα μάτια του
σαν μικρά και κρύα τα σαλιγκάρια. Καθώς ήταν στα μάλλινα φορέματά
του έμοιαζε με σακκί παραγεμισμένο από σάρκες και κόκκαλα. Μα
έβγαινε από κείνο το σακκί κάποια ψυχή άπλαστη κι αράθυμη. Όσο τον
πρόσεχε ο Χαγάνος τόσο ανησυχούσε. Ο Θεομίσητος ήταν απαράλλαχτος
με το χωριάτη που είδε στ' όνειρό του. Μα τι περίεργο! Ανησυχούσε
όχι όμως και πολύ· του φαινόταν πως έβλεπε συγγενή του. Ήταν
έτοιμος να του σφίξη το χέρι, να τον αγκαλιάση σαν αδερφό.
Θυμήθηκε όμως την πράξη του και τον κυρίεψε ο θυμός.
— Δε μου λες, ορέ Πέτρο· είπε κρατώντας τα λόγια στα δόντια του.
Τι σούρθε και πάτησες τον τόπο μου ; Με πήρες για πεθαμένον ορέ κ'
έτρεξες να με κληρονομήσης ;
— Όχι, αφέντη μου· αποκρίθηκε ο Πέτρος με ξεψυχισμένη φωνή,
προσκυνώντας τον πάλε. Εγώ δεν πήγα να σου πατήσω τον τόπο. Δε μ'
έφτανε ο δικός μου και πέρασα να σπείρω λιγάκι, να χορτάσουν τα
παιδιά μου ψωμί. Ο αφέντης, είπα, έχει τόπο απέραντο· δε θα
φτωχύνη με μια λουριδίτσα. Έπειτα, αφέντη μ' και το χτήμα μου
δικός σου τόπος δεν είνε; Η καλωσύνη σου μου τόδωκε· μπορείς και
να το πάρης πίσω σα θελήσης.
— Ναι, σα θελήσω, ορέ! είπε φουσκώνοντας ο Χαγάνος. Και θα σ' το
πάρω πίσω· να το ξέρης πως θα σ' το πάρω! Όχι· δε θα σας αφήσω να
μου σηκώσετε κεφάλι. Έτσι κ' εκείνος ο αλαφρόμυαλος ο αρχαιολόγος
μου σήκωσε κεφάλι τις προάλλες. Μα εγώ τούσπασα την κούτρα. Του
πήρα πίσω κ' εκείνο που είχε. Και δεν του τόδωκα παρά σα θέλησα
εγώ... Ίδια θα σ' το κάνω και σένα, ορέ, και ξέρε το. . .
— Εγώ, αφέντη μ', δε σου σήκωσα κεφάλι. Μπορεί το μερμήγκι να τα
βάλη με το λιοντάρι; Εκείνος ναι· και καλά τούκαμες. Κ' έπρεπε να
μην του το δώκης πίσω · να το πάρης όλο· να τον ρίξης στο γιαλό,
να πάη να χαθή· να λείψη μια λέρ' από τον κόσμο!. .. Ψε! έφαγε τα
μούτρο του και γνώση δεν έβαλε· ακόμα φωνάζει για τα δίκια του. Μα
εγώ, ο δόλιος, δε μίλησα. Ό,τι μου δωκε η μεγαλόδωρη ψυχή σου το
πήρα κ' είπα και σπολλάτη. Μα δικό σου είνε πάλε· δικό σου το
χτήμα, δικό σου και το κεφάλι μου και τα παιδιά μου. ..
Ήταν φοβερός στην υπόκρισή του ο Πέτρος ο Θεομίσητος. Ήταν ίδιος
στα λόγια όπως και στα έργα. Εκείνα που έλεγε για τον αντίπαλο τα
πίστευε και τα ποθούσε με όλη του την ψυχή. Οι Χαγάνοι — το είπαμε
— ετυράννισαν τη γενιά του Θεομίσητου όπως και τη γενιά του
Μορφόπουλου. Καταπάτησαν τον τόπο της, εσκόρπισαν τους ανθρώπους
της, αφάνισαν τ' αγαθά της. Μα εκείνη δεν εμίσησε τόσο τον τύραννό
της όσο το Μορφόπουλο. Εκείνος την προστάτεψε όσο μπόρεσε και δε
μπόρεσε, την ημέρωσε, της έδωκε θρησκεία και νόμους, εκιντύνεψε
πολλές φορές για χατήρι της· μα τίποτα. Για πληρωμή απόχτησε το
μίσος της. Ούτε οι τάφοι δεν ήταν ικανοί να στομώσουν την οργή
της.
Για να φέρνετ' έτσι είχε, βέβαια, το σκοπό της. Του Χαγάνου η ζωή
φαινότανε λιγόημερη. Τα παιδιά του δεν ήταν ικανά για να κρατήσουν
την κληρονομιά. Θα έμενε φυσικά στον καλήτερο και το δυνατώτερο.
Καλήτερος ήταν ο Ευμορφόπουλος και το αναγνώριζε. Μα έλεγε πως
ήταν δυνατώτερος ο Πέτρος κ' ήθελε να παλαίψη στήθος με στήθος
μαζί του. Αν κατώρθωνε να τον ξετοπίση, το απέραντο χτήμα θα ήταν
όλο δικό του. Και για να τα καταφέρη δεν πισωδρομούσε στο τίποτα.
Ο Χαγάνος τα γνώριζε και δεν έδινε πίστη στα λόγια του. Μα δεν το
φανέρωνε. Του άρεσε να βλέπη να μακελλοκόβωνται μπροστά του κ'
έδινε μάλιστα συντρομή στον αδύνατο για ν' αδυνατίζη ο ισχυρός.
Ήξερε πως απ' αυτό κρεμότανε η δική του ζωή.
— Καλά, είπε τώρα· καλά τα λόγια που λες μα δε δείχνουν το ίδιο
και τα καμώματά σου. Ο Μορφόπουλος ησύχασε τώρα και κυττάει τη
δουλειά του. Μα εσύ. ..
— Τη δουλειά του ; τον έκοψε ο Πέτρος τάχα φουρκισμένος. Τη
δουλειά του κυττάει; Τι λες αφέντη! Δε ρίχνεις μια ματιά στο χτήμα
του να ιδής;
— Το ξέρω· κάνει ανασκαφές.
— Ανασκαφές! κάνει ανασκαφές! Και το λες τόσο ήσυχα! Δε ρωτάς
λοιπόν να μάθης γιατί τις κάνει τις ανασκαφές ;
— Να ξεθάψη τα χτίρια των παππούδων του· τι μ' αυτό;
— Και να θαμπώση τον κόσμο· επρόσθεσε βιαστικά ο χωριάτης. Να
δείξη μ' εκείνα το σόι του. Κ' έπειτα να ζητήση το δικό του. Οι
παλιοί του θέλησαν να διώξουν τους δικούς σου με τα κονίσματα. Όχι
στα χέρια τους, στο θαύμα βασίζονταν. Τούτος θέλει να σε διώξη με
τσ' αρχαιότητες!
— Αμάν, Χριστιανοί μου, λυπηθήτε με. Να ποιοι ήταν οι
Ευμορφόπουλοι κ' εγώ το παιδί τους υποφέρω. Δεν έχω σπίτι να
καθίσω, δεν έχω χωράφι· μου τ' άρπαξε όλα ο Χαγάνος. Ο άγριος, ο
μοβόρος, ο φονιάς ο Χαγάνος! Κι αν τον ακούσουν οι Χριστιανοί, κι
αν τον λυπηθούνε κι αν τον συντρέξουνε, ποιος θα χάση; Εγώ; Όχι
βέβαια.
Εκείνος τον άκουε με προσοχή κι όλο άναβε. Κάπως σωστά του
φαίνονταν τα επιχειρήματα του Θεομίσητου. Μήπως στον καιρό του
πατέρα του δεν έγινε το ίδιο; Έτσι γι αυτές τις αρχαιότητες και
για τους προγόνους συνάχτηκαν μερικοί θερμοκέφαλοι, φώναξαν,
έκλαψαν κ' έκαμαν τον αγιοχώματο, θέλοντας και μη, να δώση εκείνο
το μοιράδι.
— Α, όχι! δε θα ξαναγίνη αυτό! εφώναξε πηδώντας ορθός. Όσο ζω
εγώ, δε θα ξαναγίνη· τ' ορκίζουμε!
Έκαμε λίγα βήματα στο δωμάτιο· νευρικά και γοργά βήματα σαν
κάποιος από πίσω να του φώναζε: «Τρέχα!» Έπειτα στάθηκε απότομα,
γύρισε κατάμπροστα στο Θεομίσητο και με φοβέρα του είπε :
— Τήραξε καλά· σύρε αμέσως να σηκοτραφίσης τον τόπο σου!...
— Μα... ηθέλησε ν' αντιμιλήση εκείνος, κάνοντας το μισοκακόμοιρο.
— Τίποτα· είπε ο Χαγάνος με σοβαρή χερονομία· πήγαινε γρήγορα για
να μη μ' ιδής άξαφνα μέσα στο δικό σου.
Και του γύρισε τις πλάτες. Εκείνος κατάλαβε. Όταν ο αφέντης
θυμώνη, ο δούλος σκύβει και προσκυνά. Το είχε προπατορικό του
αξίωμα. Έβγαλε βαθύ στεναγμό, σύρθηκε ως την πόρτα, σήκωσε το
παραπέτασμα κ' έφυγε.
Μα η ανησυχία δεν άφινε ακόμα τον αφέντη. Πήγε πάλε στο παράθυρο
και κύτταξε κάτω με πολλή θλίψη. Ο ήλιος βασίλευε στο αντικρυνό
διάσελο. Μαύρα σύγνεφα κρέμονταν μπροστά του κ' έρριχαν στο μετόχι
μαύρους ίσκιους, σα μεγάλες νυχτερίδες. Ο βραδυνός αέρας ερχόταν
από τα χιονισμένα βουνά κρύος. Ανατρίχιασε κ' έκαμε να κλείση το
παράθυρο. Μα την ίδια στιγμή αγνάντεψε πέρα δυο ίσκιους. Τους
γνώρισε αμέσως. Ήταν η κυρά Πανώρια κι ο γιος της ο Δημητράκης.
Ήταν ιδρωμένος κ' είχε τα πόδια πληγωμένα. Στην ίδια κατάσταση
βρισκόταν κ' η μάννα του. Η φορεσιά της ήταν καθαρή μα
ξεσκλιάρικη. Τα παπούτσια της μισά και τρύπια. Αίμα έτρεχε από τα
πόδια της κι από τα μάτια της δάκρυα. Εβάδιζε όμως ορθά και
μεγαλόπρεπα δίπλα στο γιο της, σα να ήθελε να δείξη και στη συφορά
της την αρχοντιά και την περηφάνεια της.
— Φεύγετε; ακούστηκε αναγελάστρα η φωνή του Θεομίσητου. Ο
αρχαιολόγος, βλέπω, σας διώρθωσε.
Η κυρά Πανώρια γύρισε αλλού το κεφάλι της. Αηδίαζε και να τον
βλέπη. Όχι τόσο για την αμάχη που είχε στη φαμελιά της όσο για την
ταπεινή σειριά του τον συχαινότανε. Της άρεσε κ' εκείνης να
μεγαλοπιάνεται. Να σκλαβωθή από έναν περήφανο πολεμιστή το είχε
για παίνια της. Μα να κακοπάθη το ελάχιστο από έναν τιποτένιο, δεν
το χώνευε. Ο Δημητράκης όμως δεν έκαμε το ίδιο. Στάθηκε και
σταύρωσε τα μάτια του με τα μάτια του εχτρού του σα να ήθελε να
τον βαλαντώση.
— Ναι· του είπε με σοβαρή και άτρεμη φωνή· φεύγουμε· μα θα
ξαναρθούμε· θα ξαναρθούμε και τότε ...
Κ' έδειξε το γρόθο του στο Θεομίσητο.
— Χα! χα! χα!... αποκρίθηκε με περιφρονητικό χασκογέλασμα
εκείνος.
— Διαολοσπορές! είπε ο Χαγάνος, σφαλώντας με θυμό το παραθύρι
του.
Το σπιτάκι της Ελπίδας ήταν ψηλά στο κορφοβούνι. Καθώς ήταν μικρό
και χορταριασμένο έμοιαζε με Βυζαντινό ερημοκκλήσι. Πότε τα
σύγνεφα το τύλιγαν στις μελαψές τουλούπες τους, πότε ο ήλιος στα
χρυσά του δίχτυα. Εκεί βροντοκυλούσανε τ' αστραποπέλεκα, ροβόλαγαν
τα νερά, απολύονταν οι σιφούνοι, έδερναν και λάμπαζαν απ' άκρη σ'
άκρη τον τόπο. Μα εκεί ψηλά λούζονταν και χόρευαν οι Νεράιδες·
κλώθανε οι Μοίρες τη ζωή του ανθρώπου· μάντριζε ο Αράπης τα
τάλλαρά του με το σιδερένιο τοπούζι του. Εκεί λημέριαζαν οι
αντρειωμένοι, ρίχνανε το λιθάρι, πάλευαν για την Πεντάμορφη και
της Κάτω γης ο γιος ανέβαινε να χαροκοπήση. Ό,τι πης πράμα — θάμα
εκεί πάνου ήτανε.
Το σπιτάκι βρέθηκε χτισμένο στο σύνορο. Έσμιγε και χώριζε το
μετόχι του Ευμορφόπουλου από το μετόχι του Χαγάνου. Η αυλή του
έπαιρνε κι από τους δυο. Τα περιστέρια και τα ορνίθια, τα ζώα
μικρά μεγάλα, πέρναγαν από τόνα στ' άλλο δίχως ξεσυνέριση· πίνανε
το νερό τους, σήκωναν το χώμα τους, έτρωγαν το χορτάρι και τους
καρπούς ανεμπόδιστα. Οι μέλισσες τρυγούσαν τον ανθό πότε αποδώ και
πότε αποκεί, με την ίδια ευχαρίστηση. Έτσι το ηύραν από μιας
αρχής, πριν να γίνη ο Ευμορφόπουλος χτηματίας. Μα όπως τότε και
τώρα σήκωναν τα περισσότερα από το Χαγάνο. Γιατί ο Αριστόδημος
όπως την Ελπίδα μάχονταν και τα ζωντανά της. Ενώ από φυσικό του
ήταν ανοιχτοχέρης και δε χάλαε την καρδιά κανενός, για την Ελπίδα
γινότανε καρμίρης. Οι ξένοι μπορούσαν ν' απολάνε τ' άλογά τους, να
κόβουν ξύλα, να συνάζουν φυντάνια, να ξερριζώνουν δεντρικά, να
κόβουν πωρικά ό,τι ώρα ήθελαν. Ξέφραγο ήταν το χτήμα κι αράδιαζαν
οι στρατοκόποι μερόνυχτα. Εκείνος τους έβλεπε και δεν έδινε
πεντάρα.
— Ας πάρη ο κοσμάκης, έλεγε στη μάννα του που του παραπονιόταν
βρίσκει και παίρνει. Γιατί ο Θεός έκαμε τους πλούσιους, παρά για
να κυβερνιώνται οι φτωχοί;
Μα σαν έβλεπε κανένα ζωντανό της Ελπίδας φρένιαζε από το κακό του.
Φώναζε τους αγροφυλάκους να πάρουνε τους γκράδες· ήθελε να τα
ξεκάμη για να γλυτώση από δαύτα.
— Τι; μισακό τον έχουμε τον τόπο! συχνόλεγε με θυμό. Της το είπα
χίλιες φορές· όποιος θέλει θρεφτάρια ν' αγοράση και κουμάσι· δεν
τόχω σκοπό ν' αναθρέψω εγώ τα μπαστάρδικα.
Για να τα ξεκόψη σοφίστηκε χίλια δυο κακά. Το κεφαλάρι που έβγαινε
έρριζα στο σπιτάκι, έβαλε και τόχτισαν με ξερολιθιά. Το νερό
χυνότανε κάτω στο δικό του χτήμα, πότιζε τα δικά του δεντρικά και
τώρα εκιντύνευαν να ξεραθούν. Μα δεν τον έμελλε. Προτιμούσε να τα
χάση, παρά να χαρίση στάλα στα ζωντανά της Ελπίδας. Τις κουμαριές
που σκέπαζαν την πλαγιά κ' έκαναν οι μέλισσες το θαυμάσιο μέλι
τους τις έκαψε. Τις μυρτιές που γλύκαιναν τα περιστέρια έβαλε και
τις ξερρίζωσαν. Το ίδιο έκαμε και σε κάτι πεύκα που είχαν τα
πουλάκια για κούρνια τους. Εκείνα πήρανε τόσο φόβο μαζί του που
αρατίζονταν μόλις άκουαν τη φωνή του. Μα θες από πείσμα θες από
αγάπη, δε μπορούσαν να ξεκόψουν κι ολότελα. Πήγαιναν να ζητήσουν
τροφή και πόση στον τόπο του Χαγάνου· τα λαλήματα όμως και τα
παιγνίδια τους τα είχανε για τον Αριστόδημο. Ποτέ κόττα δεν
ξενόμισε· ποτέ μελίσσι δεν πήγε να στήση αλλού το κουβέλι του.
Ένας μάλιστα κόκκορας προχωρούσε άφοβα ως το σπίτι. Ήταν ο
μεγαλείτερος κι ο ωμορφότερος κόκκορας της γειτονιάς, με πούπουλα
χρυσοκόκκινα σαν κουμαρίσα φωτιά. Πήγαινε και βάτευε τις κόττες
του, έμπαζε τα κλωσσοπούλια στα φτερά της μάννας τους και βίγλιζε
τον πετρίτη που τριγυρόφερνε ψηλά για ν' αρπάξη κανένα. Και το
χάραμα ανέβαινε στη στέγη κ' έκραζε — Κουκουρίκου! σα νάλεγε στον
Αριστόδημο το «φύλακες γρηγορείτε! ...»
Το χαμώγειο ήταν χωρισμένο με καλάμι. Στο ένα χώρισμα καθόταν η
Ελπίδα μονάχη της· στο άλλο ζούσε ο Μαλαματένιος με τη γριά του.
Απόξω ήταν το μαγεριό δίπλα ένα κελλάρι για τ' αποδοσίδια της γης
και για τα ύπεργα. Τι αποδοσίδια και τι ύπεργα θα ειπής; Ξινάρια
και λισγάρια, ένα πατητήρι και μια κάδη ψηλή και στρογγυλή σαν
καλοθρεμμένος γούμενος. Πέντε βαρέλια στη γραμμή μεγάλα και
δυνατά, σίγουρα καθισμένα στα σκαριά σαν παντουβάνες κόττες στ'
αυγά τους. Εκείνες καρκαρίζουν για να βγάλουν τα πουλιά τους. Τα
βαρέλια της Ελπίδας σιγοβράζουνε το μούστο που εμπιστεύθηκε στους
κόρφους τους. Μαθαίνουν στο κρασί τα λόγια και τους σκοπούς που θα
βάλη αργά — γλήγορα στο χείλη των γλεντζέδων. Εκεί ψηλά που την
ξόρισε η απονιά του Χαγάνου κ' η περιφρόνηση του Ευμορφόπουλου,
τίποτ' άλλο δε φυτρώνει από το κλήμα. Φύτρωσε απομοναχό του κ' η
Ελπίδα με τους Μαλαματένιους το καλλιέργησαν. Ένα κλήμα ήταν και
τώρα δασοφύτρωσε. Κάνει σταφύλι ραζακί και το κρασί μοσκάτο. Ποιος
βλέπει το ρουμπίνι του και δε θαμπώνεται; Ποιος το βάνει στα χείλη
και δεν ανασταίνεται; Μα τήρα τι οργή Θεού! Το κρασί λίγοι το
ξέρουν στο χωριό κι ακόμα λιγώτεροι το πίνουν. Αν ήταν ξύδι θ'
ανέβαιναν να το πιουν και ν' ακριβοπληρώσουν. Για τούτο, τίποτα. Η
Ελπίδα το τρυγά, το ρίχνει στα βαρέλια της και προσμένει
ολοχρονικής τους γλεντζέδες. Μα δεν έρχεται κανείς. Και σαν
πλακώση ο άλλος τρύγος ανοίγει τα βαρέλια και ποτίζει τη γη με
δαύτο.
— Χόρτασε γη μου, της λέει λυπημένα· από να το πιουν ανάξια
στόματα, καλήτερα εσύ να το πάρης στα σπλάχνα σου.
Ο γέρο Μαλαματένιος μηχανεύεται χίλια δυο πράματα. Κόβει ξύλα και
τα πουλεί στα σπίτια· κόβει έλατα και φτιάνει κλειδοπίνακα,
βαρελάκια, τσότρες, ξυλοκάνατα. Κόβει στο ρέμμα λυγαριές και
πλέκει κανίστρες και κοφίνια για τον τρύγο. Κεντά αγκλίτσες για
τους τσελιγκάδες, μπαστούνια για τους προεστούς, δεκανίκια για τις
γριές, φλογέρες για τους πιστικούς και για τα βοσκαρούδια
σουραύλια. Άμα συνάξη αρκετά, φορτώνει το γαϊδουράκι του και
πηγαίνει κάτου στο χωριό να τα ξεκάμη. Έχει μια ωρισμένη θέση στο
παζάρι κ' εκεί ξεφορτώνει. Τ' απλώνει απάνου στην πλάκα κι αρχίζει
το διαλάλημα. Δε διαλαλή με φωνές παρά με το σουραύλι του. Τ'
αρμόζει καλά στα χείλη του κι αρχίζει να στέλνη περαδώθε τους
ηχούς. Οι χωριάτες ξαφνίζονται· αφίνουν αμέσως τα παζάρια τους
και το τριγυρίζουν, σαν πουλάκια στο κράξιμο της νοικοκυράς.
Εκείνος λαλεί· λαλεί και τους χύνει στα στήθη καημούς γνώριμους
μα ξεχασμένους· χαρές αφάνταστες, πόνους και τρόπους
κοιμισμένους, ρυθμούς αμολόγητους. Άξαφνα η ψυχή τους ξυπνάει
ποθοπλάνταχτη σαν την κοιμάμενη βασιλοπούλα. Τα ξυλένια εργόχερα
γίνονται ζηλευτά στολίδια στα μάτια τους. Τα κεντίδια τους
αναδεύουν, μιλούνε, δένουν σα μάγια την ψυχή τους. Και σε μια
στιγμή αδειάζουν τις σακούλες τους στην πλάκα και παίρνουν από
κείνα, περήφανοι και κάπως λυπημένοι που δε μπορούν ν' αγοράσουν
περισσότερα.
Έτσι πέρασαν τη ζωή τους ο γέρο Μαλαματένιος κ' η γυναίκα του.
Δούλευαν το κλήμα, δούλευαν και τα εργόχερα. Μα δούλευαν μονάχα·
ήταν τα χέρια τα καλά και τα χρήσιμα και τίποτ' άλλο. Η τέχνη που
τάκανε τόσο ποθητά ήταν η ψυχή της Ελπίδας. Εκείνη τα σχεδίαζε, τα
στάφνιζε, τους έδινε τη χάρη και το ρυθμό. Σε τίποτα δεν
καταπιανόταν το γέρικο αντρόγυνο χωρίς το θέλημα της κόρης. Και
όμως τώρα που τους πλάκωσαν τα χρόνια αρχίσανε κ' οι δυο τους τις
αναποδιές. Βλέπουν την Ελπίδα που μεγαλώνει και ανησυχούν για το
μέλλον της.
— Γούρμασε το κορίτσι, γριά! γούρμασε το κορίτσι και δε
μαζώνεται! της λέει σήμερα ο γέρος εκεί που δούλευαν στον
προσηλιακό.
— Σώπα, καϋμένε γέρο! πάψε πια τις μουρμούρες σου και δε βαστώ·
του είπε η γριά φουρκισμένη. Τι το θέλεις μαθές· ολημέρα να
κάθεται κοντά μας σαν τη γάτα στη γωνιά!
— Αλήθεια, μωρέ γυναίκα, γωνιά· και τι γωνιά; γύφτικη π' ανάθεμα
τη! είπε ο γέρος στενάζοντας. Μα για τούτο, διάολε, σου λέω και γω
πως γούρμασε το κορίτσι· επρόσθεσε αμέσως με μαλακό θυμό.
— Κι αν γούρμασε και τι; καιρός του δεν είνε;
— Καιρός του· ποιος λέει όχι. Εσύ στα χρόνια του τάτρωγες τα
ξυνόμηλα με το καλάθι.
— Ουφ, ανάλατε! δε μαζώνεις, λέω, τη βρωμόγλωσσά σου.
— Τώρα, βέβαια, βρωμόγλωσσα. Μα ήταν μια φορά νόστιμη και ξέρω
ένα κορίτσι που τη λιμπίζονταν.
— Ου, πράμα που ήθελα λιμπιστώ! Πως με γέλασες μοναχά και
μπερδεύτηκα μαζί σου χωρίς να το καταλάβω.
— Σε γέλασα ή με γέλασες ; Εσύ, μωρέ, φαρομανούσες από μικρή. Δεν
είσουνα δέκα χρονών και γύρευες άντρα.