Οι φωνές σαν λιανά λιανά κρούσταλλα έπεφταν και θρυμματίζονταν

στην πόρτα του γραφείου. Θρυμματίζονταν θαρρείς από θλίψη και

καϋμό που δεν τους άνοιγε. Μα ο Αριστόδημος έκαμε αηδίας και

δυσπιστίας μορφασμό. Αυτό μας έλειπε! Ας τον χαίρετε τώρα η

μαννούλα του.

Πήγε βιαστικά και σφάλισε το παράθυρο του κήπου. Δεν ήθελε ν'

ακούη φωνές. Τα γέλοια τον δυσαρεστούσαν η χαρά τον επείραξε.

Πίστευε πως ο έξω κόσμος δεν κάνει άλλο παρά να ξελογιάζη τον

άνθρωπο. Όταν είχε ανοιχτά τα παράθυρά του, ωρμούσεν η ζωή απέξω

σαν Σατανάς κ' εσκόρπιζε το εγώ του μαζί με τη σκόνη του τραπεζού

πέρα δώθε. Και τότε ένοιωθε τον εαυτό του τιποτένιον, άδειον, όπως

ένα γυαλί που έχασε το μύρο του. Για τούτο σαν ήθελε να εργασθή

σφιχτοσφαλούσε τα παράθυρά του για να κρατήση αναγκαστικά την ψυχή

μέσα του. Μόλις όμως έκλεισε κ' ενώ ακόμα εμουρμούριζε για το

τραγούδι των νέων, έτριξε η πόρτα του διπλανού δωματίου κ' εφάνηκε

η μάννα του. Ψηλόκορμη κι απλά ντυμένη, με στάση και βάδισμα

περήφανο, θύμιζε τις παλιές αρχόντισσες ή της άτυχες βασίλισσες

των παραμυθιών. Όλα της έδειχναν πως κρατούσε από αρχοντόσπιτο και

πως ήταν παράμορφη στα νιάτα της. Έδειχναν όμως ακόμα πως πέρασε

πολλές συφορές κ' ήπιε πολλά φαρμάκια.

— Πάλε θυμωμένος είσαι; ερώτησε συμπαθητικά το γιο της.

— Όχι, μητέρα· δεν είμαι θυμωμένος· είπε ο Αριστόδημος, βιάζοντας

τον εαυτό του να χαμογελάση. Να, για το γιόκα σου έλεγα· δε μπορεί

να ησυχάση καθόλου. Όλο παιγνίδια και τρεχάματα.

— Ε, παιδί είνε ακόμα· είπε η κυρά Πανώρια· θάρθ' η ώρα του να

κάτση να συλλογιστή κι αυτός.

— Παιδί; τώρα πίσω — πίσω παιδί; Άντρας εικοσιδυό χρονών και θα

μου τον πης παιδί!

— Όχι δα και συ εικοσιδυό χρονών! κοντεύεις να τον κάμης γέρο από

τώρα! Το σαραντάημερο θα κλείση τα είκοσι.

— Ας είνε και είκοσι. Τώρα τα παιδιά στα δεκαπέντε παύουν να είνε

παιδιά· τρέφουν φαμελιές. Κι αυτός δεν ξέρει ακόμα τα τρία κακά

της Μοίρας του.

— Όχι, μην το λες, είπε η γριά. Μην το λες, δεν ξέρει. Και πώς

σπέρνουν έμαθε και πώς φυτεύουν και πώς τρυγάνε και πώς θερίζουν,

ναι. Όλες τις δουλειές του κόσμου τις ξέρει.

— Αυτά δε χρειάζονται· δεν είνε για τη θέση του. Να, εδώ είνε η

δουλειά του. Να πάρη να διαβάση, να φωτισθή· να μάθη πώς ήταν μια

φορά οι δικοί μας.

— Καλήτερα, λέω, να μάθη πώς είμαστε σήμερα. Τι θα βγη με τα

περασμένα; Αν έκαν' έτσι ο πατέρας σου, δε θα είχαμε σήμερα τούτη

την τρυπούλα. Κ' έπειτα να σου ειπώ· επρόσθεσε μαλακώτερα· καλά

είσαι συ στα βιβλία. Ας το το παιδί να πάρη το δρόμο του. Δε

μπορεί να γίνουμε όλοι σοφοί!

— Καλά, μητέρα, καλά· είπε ο Αριστόδημος, σηκώνοντας μ' αδιαφορία

τους ώμους του· ας γίνη ό,τι θες. Κάμε τον ζευγά, κάμε τον βαλμά,

κάμε τον τσαγκάρη ακόμα. Ώμορφο πράμα, αλήθεια, ένας Ευμορφόπουλος

να μπαλώνη παπούτσια.

Η κυρά Πανώρια εσούφρωσε αυστηρά τα φρύδια της και τον κύτταξε

κατάματα. Το χασκόγελό του της φαινόταν ανυπόφορο.

— Κ' ένας καλός μπαλωματής, παιδί μου, είπε αργά και σοβαρά,

μπορεί να τιμήση τ' όνομά του όπως κ' ένας σοφός. Ατιμία δεν είνε

η ταπεινή τέχνη· είνε να μην ξέρης να δουλέψης την τέχνη σου...

Μα τι τα θες αυτά; επρόσθεσε με δυσάρεστο μορφασμό. Εσύ τώρα είσαι

στο πόδι του πατέρα σου κι ό,τι θέλεις θα γένη. Εγώ άλλη κουβέντα

ήρθα να σου κάμω κι αλλού πέσαμε.

— Λέγε, μητέρα· σ' ακούω. Μα στην ψυχή του πατέρα μου σ' ορκίζω

πρώτα. Μη μου ειπής για κείνον τον τιποτένιο το Θεομίσητο. Ήρθε

πριν ο Δημητράκης και μου 'καμε το κεφάλι μου κουδούνι. Είπε —

είπε, κόντεψε να τον κάμη ήρωα το χοιροβοσκό· δε θέλω ν' ακούσω

άλλο.

— Καλά· δε θα σου μιλήσω γι' αυτόν είπε υπομονητικά η γριά. Ήρθαν

οι κολλήγοι μας και θέλουν να μιλήσετε για τα χωράφια. Άλλες

χρονιές σαν τώρα τάχε μοιρασμένα ο γέρος και δούλευαν μέσα. Ο

Κουτρουμπής λέει πως πέσανε βροχές και θάχουμε καλά γεννήματα

εφέτο.

— Ουφ! κ' εκείνος· είπε ο Αριστόδημος· δε θα μ' αφήση ήσυχο επί

τέλους! Τι με μέλλει εμένα για χωράφια και γεννήματα! Εγώ δε θέλω

να ξέρω άλλο από τα βιβλία μου. Τ' ακούς; Τίποτ' άλλο από τα

βιβλία μου!..

Η κυρά Πανώρια εκούνησε το κεφάλι απελπισμένα. Χωρίς να το θέλη,

άρχιζε κ' εκείνη ν' ανησυχή για το δρόμο που ακολουθούσε ο

πρωτότοκός της. Από την ημέρα που πέθανε ο γέρος καμιά προκοπή δεν

είδε στην υπόθεση τους. Μάλιστα στο χειρότερο πήγαινε. Ο

Αριστόδημος περιοριζόταν στα λόγια: θα κάμη τούτο, θα κάμη εκείνο.

Στις βρισές: τον αχρείο, το Χαγάνο· τον κακούργο· τον αιμοβόρο·

θα τον διώξη με τις κλωτσές· θα τον στείλη πίσω στην Κόκκινη

Μηλιά· θα του πιη το αίμα! Μα να δουλέψη για το σκοπό του, να

ιδρώση, να ετοιμαστή, τίποτα. Η κυρά Πανώρια σηκώθηκε να φύγη.

— Στάσου, μητέρα· γιατί φεύγεις; τη ρώτησε ανήσυχος.

— Τι να κάμω, παιδί μου· αποκρίθηκε μελαγχολικά εκείνη. Εγώ ήρθα

να σου μιλήσω για τη δουλειά μας και συ μου λες για βιβλία. Δε σε

μέλλει, λες, για τα χωράφια. Καλά το λοιπόν ας τα χέρσα! Μη θαν τα

πάρω μαζί μου; δικά σας είνε. Μα θλίβουμε που ίδρωσε ο μακαρίτης

να τα βγάλη από του λύκου το στόμα, και να τα ημερέψη. Τώρα θα

πέσουνε πάλε στη χερσάδα. Αντί ν' ανοίξουμε κι άλλα, θα χάσουμε κ'

εκείνα....

Δυο δάκρυα έτρεμαν στα μάτια της κυρά Πανώριας. Ο Αριστόδημος είδε

την κακή εντύπωση που έκαμαν τα λόγια του κ' ηθέλησε να τα

μετριάση.

— Καλέ, μητέρα, μην κάνεις έτσι. Δεν είπα εγώ να τ' αφήσουμε

χέρσα. Θαν τα δουλέψουμε. Τον ίδιο σκοπό έχω κ' εγώ· τις ίδιες

ελπίδες. Μη δεν είμαι παιδί του πατέρα μου; Θαν τα δουλέψουμε τα

χωράφια· μα θαν τα δουλέψουμε αλλοιώς. Άλλος καιρός τότε άλλος

τώρα. Για τούτο κ' εγώ θα πάρω άλλο δρόμο. Δε θαν τα οργώσω τα

χωράφια εφέτος· θαν τα σκάψω.

— Θα φυτέψης αμπέλι; τον έκοψε η κυρά Πανώρια.

— Όχι· θα ξερριζώσω κ' εκείνο το λίγο. Τον κήπο, το περβόλι, τα

χωράφια, όλα θα βάλω ναν τα σκάψουν.

— Τι λες, παιδί μου!

— Μη φοβάσαι, μητέρα, και μη λυπάσαι. Μην κάνεις κ' εσύ σαν τους

ανίδεους και σαν τον αδερφό μου. Τ' αγαθά τα δικά μας δεν είν'

απάν' από τη γη — ξέρε το· είνε μέσα της. Τα φύλαξε καιρούς και

χρόνους για να τα βρούμε μεις. Και τι χαρά, μητέρα· τι δόξα μας

άμα βγούνε πάλε στου ήλιου το φως! Οι ξένοι τόσο θα θαμπωθούν, που

μόνοι τους θα μας δώσουν την πατρογονική κληρονομιά μας....

— Ω! δυστυχία μας! έβγαλε δυνατή φωνή η κυρά Πανώρια.

Και πιάνοντας το κεφάλι με τα δυο της χέρια, έτρεξε στην πόρτα,

βγήκε από το δωμάτιο, κράζοντας με όλη της τη δύναμη, σα να

ζητούσε βοήθεια·

— Δημητράκη, Δημητράκη! χαθήκαμε!

Γ'

Ο Άλταης ο Χαγάνος ξύπνησε τ' απομεσήμερο με πολλή κακή διάθεση.

Θα ειπής και τις άλλες μέρες δεν ήταν καλήτερα. Από την ώρα που το

δολοφόνο ψαλίδι άνοιξε τις φλέβες του θείου του και οι παλαβές

πράξες του αδερφού του τον έβαλαν κορώνα στη γενιά του, γλυκειά

στιγμή δε γνώρισε ως σήμερα. Η ζηλεμένη του θέση έγινε βάσανό του.

Τις αμαρτίες των προγόνων του τις σύναζε, λες, η τύχη στο σακκούλι

της και τώρα τις έρριχνε σα μυλόπετρες στο κεφάλι του. Δεν ήταν

μέρα χωρίς συφορά και νύχτα χωρίς εφιάλτη. Μα σαν τόνειρο το

σημερινό να πάη και να μην έρθη. Είδε, λέει, τον εαυτό του στη

θέση του προπάππου του, του Οσμάν. Είχε τα νιάτα και την

κορμοστασιά του, την αδάμαστη τόλμη και το πλατύ όνειρό του. Κ'

ήταν ερωτεμένος, δυνατά ερωτεμένος με τη γλυκεία τη Μαλχατούν.

Κοιμώτανε πλάι στον Εδεβαλή, τον πατέρα της ποθητής του. Άξαφνα

βλέπει το φεγγάρι να βγαίνη σα δρεπάνι ολοκαίνουργο από τα στήθια

του Σέχη και να χώνεται μ' ορμή στα δικά του. Ο πόθος του

δροσίστηκε πάραυτα. Και μ' εκείνη τη δροσιά ένα δέντρο εφύτρωσε.

Έβγαλε φύλλα, έβγαλε κλαδιά και παρακλάδια, σκέπασε σαν ουρανός

κάμπους και θάλασσες, χώρες και χωριά, βουνά και ποτάμια. Λαοί

διάφοροι στα ήθη και στη γλώσσα ισκιάζονταν από κάτω του, σαν

φοβισμένα πρόβατα στο λιόκαυτο δειλινό. Ο Χαγάνος χαιρότανε διπλή

χαρά. Είχε στην αγκαλιά του την κόρη, είχε και τη δόξα της γενιάς

του ασφαλισμένη. Δεν εβάσταξε όμως και πολύ η χαρά του. Ένας

σίφουνας εφύσηξε ξαφνικά κ' έδειρε το θεώρατο δέντρο απ' όλες τις

μεριές. Ένα με τ' άλλο τσακίζονταν τα κλωνιά του· ένα με τ' άλλο

έπεφταν μαραμμένα τα φύλλα του κι ο ίδιος ο κορμός του κόντευε να

ξερριζωθή. Σήκωσε τα χέρια ψηλά για να τον κρατήση. Μα την ίδια

στιγμή πρόβαλε από κάπου ένας χοντροκαμωμένος χωριάτης, με φοβερό

πριόνι στο χέρι του. Τον χαιρέτησε χαμογελώντας κι άρχισε να

πριονίζη έρριζα το δέντρο. Πριόνιζε δυνατά, γοργά κι ακούραστα.

Πριόνιζε και χωράτευε, πριόνιζε και χασκογελούσε, πριόνιζε και

τραγούδαε βάρβαρα μα νικητήρια τραγούδια. Ο Χαγάνος πονούσε·

μάτωναν τα φυλλοκάρδια του, κρύος ίδρωτας έλουζε το κορμί του.

Θέλησε να τιναχτή ολόρθος και να χυθή απάνω στο χωριάτη για να του

στρήψη το καρύδι. Μα δεν είχε δύναμη. Τα νιάτα, η κορμοστασιά κ' η

δυνατή ψυχή του προπάππου του πέσανε χόβολη. Ήταν ατός του

σαραβαλιασμένος κι ανήμπορος. Κ' έτσι όμως κατώρθωσε να σηκωθη κ'

ετοιμάστηκε να τιμωρήση τον αδικητή του. Μα την ίδια στιγμή χύμησε

μιαν αρκούδα στη μέση. Γούρλωσε τα μάτια της, άνοιξε το

αιματοστάλαχτο στόμα της κ' έβγαλε τρανταχτό ούρλιασμα.

Από κείνο το ούρλιασμα ξύπνησε ο Χαγάνος χλωμός και παγωμένος. Ώρα

πέρασε και δε μπορεί να συνέρθη ακόμα. Ξέρει καλά πως τ' όνειρο

δεν είνε πολύ μακρυά απ' την αλήθεια. Τα πράματα της γενιάς του

πάνε και πάνε απ' το κακό στο χειρότερο. Εδώ κ' ένα μήνα σκοτώθηκε

ο πρωτότοκός του απάνω στο φαγοπότι. Τ' άλλα του παιδιά

σερνικοθήλυκα, βγήκαν του σκοινιού και του παλουκιού. Δεν ήταν και

λίγα· κάπου δεκαφτά. Κανένα όμως δεν άξιζε. Χαροκόποι, σπάταλοι,

μεθυστάδες, αφιλότιμοι τα σερνικά. Διαστρεμμένα, ερωτάρικα,

ξετσίπωτα τα κορίτσα. Το αίμα το παλιό που μιαν εποχή έσπρωχνε στη

νίκη και στη δόξα τα σιδερένια σώματα, με τον καιρό κατάντησε να

τα ρίχνη στην καταστροφή. Έτσι και το δυνατό κρασί άλλους μεθά κι

αποκαρώνει κι άλλων ξυπνά τους πόθους και τη δράση. Η δύναμή τους

κατάντησε αρρώστια τους.

Αφού τα παιδιά του βγήκαν τόσο κακά, ήταν φυσικό τα οικονομικά του

να πηγαίνουν χειρότερα. Εκεί που έναν καιρό άνθιζε και

καρποβολούσε το απέραντο μετόχι του Ευμορφόπουλου, σήμερα δεν

απλώνεται παρά μια Σαχάρα. Η γη χρόνον το χρόνο γκαστρώνεται κι

απορρίχνει, απορρίχνει και γκαστρώνεται· δε βγάζει πια στο φως

παρά ζιζάνια. Έλειψε πάει ο ερωτόθυμος γαμπρός που θ' αναδείξη

τροφαντά μ' ένα σφιχταγκάλιασμα τα σπλάχνα της. Ούτε ζευγάς, ούτε

βουκόλος, ούτε αμπελουργός φαίνεται πουθενά. Τα δάση κάηκαν είτε

ξεράθηκαν. Τα ποτάμια γίνηκαν νεροσυρμές και τα ρυάκια στράτες.

Αγρίεψαν τα ήμερα δέντρα και οι καρποί τους γίνηκαν στυφοί και

λιγοστοί. Τ' αμπέλια κατάντησαν αδιάβατα· ρίχνει το κλήμα πέρα

δώθε τις βέργες του με θυμό, σα να οχτρεύεται τον εαυτό του. Ούτε

κουδουνολάσι, ούτε φλογέρα λαλεί στα βοσκοτόπια· τρύγος —

τραγούδι όχι στ' αμπέλια· θεοί — νεράιδες ούτε στα νερά. Περνάς

τον κάμπο, σα να περνάς το θάλαμο νεκρού. Και κάτω στ'

αγριοχόρταρα, στις πατουλιές και στους βάλτους οχιές κι αστρίτες

βατεύονται, δεντρογαλιές γεννοβολούν, γήταυροι βογγούν, στοιχειά

μαλώνουν. Κ' είνε μια θλίψη και μια κατάρα ολούθε.

Το σπίτι του Χαγάνου ήταν σε μιαν όμορφη ακροποταμιά. Τα χαλάσματα

που ξεχρέωσε ο Αντρέας ο Ευμορφόπουλος δεν ήταν παρά το πρώτο —

πρώτο σπίτι των προγόνων του. Αργότερα σαν η φαμελιά του δυνάμωσε

και βασίλεψαν πλατύτερα και πιο συνθετικά ιδανικά στο νου της,

πήγε κ' έχτισε στην ακροποταμιά. Τρία ποτάμια έσμιγαν εδώ τα νερά

τους. Έφερναν και τα τρία στους ευτυχισμένους κατοίκους της τα

πλούτη των παραμυθιών. Σαν πιστοί και καλόβουλοι δουλευτάδες,

μάλωναν και τα τρία ποιο να πρωτοθησαυρίση τον αφέντη του.

Κυλούσανε τροφή για το τραπέζι του, πολύτιμα πετράδια για το

ρουχισμό του, χρυσάφι και ασήμι για το νοικοκυριό· ξυλεία για τις

χρείες του. Μα με τον καιρό οκνέψανε κ' εκείνα. Βαρέθηκαν να

δουλεύουν άμυαλο και άδουλον αφέντη. Στράγγιξαν τα νερά τους,

στέρεψαν τα πλούτη τους. Οπωσδήποτε το σπίτι έγινε. Είπα σπίτι ενώ

μπορούσα να το ειπώ παλάτι. Τόσο είνε μεγάλο και πλατύ και

καλοχτισμένο! Κάθε Ευμορφόπουλος πριν και κάθε Χαγάνος κατόπιν,

επρόσθετε κ' ένα χτίριο για τις ανάγκες της φαμελιάς ή και για

ιδιοτροπία του. Κ' έκανε το χτίριο κατά το γούστο το δικό του και

της εποχής του. Για τούτο σμίγουνε και μπερδεύονται απάνω του όλα

τα σχέδια. Βλέπεις στοές αλλού κι άλλου κολώνες, τρίγλυφα,

μετόπες, αετώματα. Εδώ ρυθμό Δωρικό, Ιωνικό παρέκει, παραπέρα

μιξοβάρβαρο. Αγάλματα θεών, αντριάντες ηρώων, προτομές σοφών,

κάθονται βαρειά εμπρός στα σκαλοπάτια του παλατιού ή λάμπουν σαν

αχτίνες κάτου από τις πρασινάδες του κήπου. Όταν το πρωτόχτισαν οι

Ευμορφόπουλοι σύναξαν από το παλιό κάθε μαρμαρένιο και χρυσό και

προύτζινο στολίδι που ικανοποιούσε την καλαισθησία και την

ξυππασιά τους. Αργότερα που ήρθαν οι Χαγάνοι, επρόσθεσαν σ' εκείνα

τις αδυναμίες τις δικές τους. Σκόρπισαν ολούθε με ανοιχτή καρδιά

την πολυτέλεια, την επίδειξη, τα φανταχτερά και χτυπητά χρώματα.

Πήραν να ειπούμε μιαν απλή ελληνοπούλα και της φόρτωσαν τ'

ασημοχρύσαφα και τα γουναρικά μιανής ανατολίτισσας. Το

βαρυφορτωμένο κορμί ασχήμηνε βέβαια. Μα το καλογραμμένο πρόσωπο κ'

η χάρη της ψυχής

δείχνονται στη στάση και σε κάθε κίνημά της. Έτσι και κάτω από των

Χαγάνων τα στολίδια πετιέται ακόμα ίσα στην ψυχή, όπως το άρωμα

αόρατου λουλουδιού, η ασύγκριτη τέχνη της παλιάς οικοδομής! Αν

θέλτε κι ο καιρός που πέρασε — πολύς, πάρα πολύς ωιμένα! — κ' η

ερμιά που το καταδίκασαν, περνά απάνω του χωρίς να τ' ασχημίση.

Του δίνει μάλιστα κάποια μελαγχολική χάρη· το κάνει σεβαστό κι

αγαπημένο όπως το λιβάνι κ' η καταστροφή τα εικονίσματα. Καθένας

που διαβαίνει από κοντά του, δεν πιστεύει πως πλησιάζει σε σπίτι

παρά σε ναό. Και για τούτο σαν ακούση τ' άσεμνα ξεφωνητά, τα

πρόστυχα τραγούδια και τα κρασόβολα γέλοια, φεύγει γοργά και με

σταυροκοπήματα. Δε μπορεί να νοιώση πώς γίνεται σ' ένα πανώριο

σώμα να κατοική τόσο ξετσίπωτη ψυχή. Και όμως γίνεται, γέροντά

μου, γίνεται. Και θα γίνεται όσο βαστάει ο κόσμος....

Σ' αυτό λοιπόν το σπίτι βρίσκεται σήμερα ο Άλταης ο Χαγάνος και

βρίσκεται σε κακή διάθεση. Όχι σ' όλο το σπίτι παρά σ' ένα

δωμάτιο. Απόξω φαίνεται γερό· μέσα όμως είνε χάλασμα το

περισσότερο. Τα καλήτερα χωρίσματά του είνε ακατοίκητα. Μεγάλοι

ποντικοί αφεντεύουν ολούθε. Βαρβάτοι ποντικοί κι αράχνες μεγάλες

και υπομονητικά σαράκια στήσανε το λημέρι τους ανόχλητα. Οι

ανυφαντήδες δουλεύουν — δουλεύουνε αργά και ταπεινά, με τον κακό

σκοπό να πιάσουνε τη μύγα που θα περάση ανυποψίαστη. Ο σάρακας

τρυπάει — τρυπά το πατερό, με την αλύγιστη μυτίτσα του και δεν

έχει άλλη φροντίδα παρά την παλιοκοιλιά του. Οι ποντικοί σκάβουν —

σκάβουνε τα γέρικα θεμέλια, γεννοβολούν και σκάβουνε τους τοίχους,

χωρίς να σκεφτούν πως αύριο θα πέση απάνω τους το χτίριο. Κ' η

τροξαλίδα κρυμμένη κάπου, λαλεί το τραγούδι της νυχτόημερα, το

μονότονο τραγούδι της, τρι — τρι — τρι — τρι, στο χαλασμό και το

θάνατο χαιράμενη: — Φάτε — φάτε το ρημάδι, κουτοπόνηροι· σαν αύριο

χαθή πού θα πάτε να ζήστε· πού θα πάτε; — Σ' άλλο ρημάδι! σ'άλλο

ρημάδι!...

Ίδια στο απέραντο χτήμα, ίδια στο πλατύχωρο παλάτι του ο Χαγάνος.

Περιορίστηκε και στα δυο σε μιαν άκρη, από στενοκεφαλιά κι από

κακογνωμιά της γενιάς του. Το καταλαβαίνει και το παραδέχεται

μόνος του. Μα τι ωφελεί; Τώρα ξαπλωμένος στο ταπητοστρωμένο

ντιβάνι του, ρουφά το ναργιλέ του, σα να ρουφά το αίμα των εχτρών

του. Έτσι δείχνει το μελαχροινό και στρίγγλικο πρόσωπό του. Μα το

πλατύ του μέτωπο το δέρνουν από μέσα χίλιοι μύριοι στοχασμοί·

Μαύρες σκέψες φωλιάζουν στο κρανίο του, σαν καρακάξες στην κουφάλα

του ξέρακα. Έχει και τούτος μεγάλη εντολή στον κόσμο. Ίσος είνε

στην τύχη με τον Αριστόδημο, αν και δεν είνε στη θέση του. Εκείνος

θέλει να πάρη το πατρικό του· τούτος να κρατήση το πατρικοδοσμένο.

Μα λίγο λίγο φεύγει από τα χέρια του. Και όμως θέλει και πρέπει να

το κρατήση. Είνε μεγάλο κατόρθωμα. Ένας πρόγονος του Ευμορφόπουλου

το είπε τόσο δυνατά και τόσο μεγαλόπρεπα σ' ένα του λόγο Επιτάφιο.

«Εκείνο που μας άφησαν οι παππούδες μας, είπε, δεν το χάσαμε παρά

το μεγαλώσαμε κι όλας». Τι ευτυχισμένοι άνθρωποι αληθινά! Εκείνος

που είνε σε θέση να το ειπή κ' εκείνοι που μπορούνε να τ'

ακούσουνε χωρίς απιστιά. Τι δε θάδινε να μπορούσε να το ειπή και

τούτος! Τα πλούτη του, τη θέση του, τη ζωή του, την ψυχή που θα

παραδώση στο Γιαραμπή. Όλα τα δίνει· μα δεν ωφελούν τίποτα. Πάει

τ' ασλάνι πώδενε μια φορά με την ουρά του γη και θάλασσα. Τώρα

ημέρεψε και δεν το ψηφά κανείς. Χίλιοι το πολεμούν μύριοι το

μάχονται. Κρυφά και φανερά το πολεμούν. Με ξύλα, με λιθάρια, με

σπαθιά και με βρόχια. Το σπρώχνουν αποδώ, αποκεί το πληγώνουν.

Είνε ξένο στο χωριό· ξένο στη ζωή και στο ξεφάντωμα. Φεύγα! του

φωνάζουν κ' οι πέτρες.

— Όχι· δε φεύγω! βρυχήθηκε άξαφνα ο Χαγάνος.

Έρριξε πέρα το μαρκούτσι και πήδησε ολόρθος· τον έπνιξε το δίκιο

κ' η αδυναμία του. Άρχισε βιαστικά να δρασκελάη απ' άκρη σ' άκρη

το δωμάτιο. Πάταε κ' έτριζε το πάτωμα, βούλιαζαν τα σανίδια.

Τούρχεται σαν τρέλλα. Το στήθος του βαραίνει και του δυσκολεύει

τον ανασασμό. Πλησίασε σ' ένα παράθυρο, τ' άνοιξε κ' έρριξε τις

ματιές του έξω, στο δικό του και στα γειτονικά χτήματα.

— Τι κάνει εκεί κάτω αυτός ο παλαβός! εμουρμούρισε άξαφνα.

Χαμόγελο λυπητερό φάνηκε στα χείλη του, σα να ξέχασε τη στενοχώρια

του. Ακκούμπησε στο παράθυρο και προσηλώθηκε όξω. Κύτταξε αντίκρυ

του το μικρούτσικο μετόχι του Ευμορφόπουλου. Δεν ήταν βέβαια ποτέ

καλοδουλεμένο και πλούσιο σ' αποδοσίδια. Η γη του δώσε — δώσε τον

παλιόν καιρό, φαινόταν κουρασμένη. Οπωσδήποτε στην ορμητική θέληση

του Αντρέα του Ευμορφόπουλου άρχισε πάλε να υπόσχεται πολλά. Τα

φύτρα και τα φύλλα έδειχναν νέα ζωή. Μα τώρα φαινόταν κουρνιαχτός.

Πολλοί αργάτες πηγαινορχόνταν εκεί μέσα. Άλλοι με αξίνες, άλλοι με

τσεκούρια, με δρεπάνια, με λοστούς, με δυναμίτη. Θέριζαν τα

γεννήματα, ξερρίζωναν τα δεντρικά, χάλαγαν τους ποτισώνες·

άνοιγαν χαντάκια και κοσκίνιζαν χώματα. Όπου ριζιμιά πέτρα

φουρνέλο· όπου χτίριο γκρέμισμα. Ένα μίσος άσπονδο έφερνε γύρω το

χτήμα, ξεχώνιαζε τη γη κι αφάνιζε τα βλαστάρια της.

— Τι οργή θεού! είπε ο Χαγάνος μ' απορία. Μην είν' ο Θεομίσητος

κι άρχισε πάλε τα συνηθισμένα του.

Ήξερε την αμάχη που χώριζε παλαιούθε τους Θεομίσητους με τους

Μορφόπουλους. Πριν ακόμα καταιβούν οι δικοί του σε τούτα τα

χώματα, οι Θεομίσητοι σαν όρνια λιμασμένα είχαν αφανίσει τον τόπο.

Μεγάλη τους ήταν η απονιά και μεγαλείτερη η αχορταγιά τους.

Έκαιγαν για να κάψουν, σκότωναν για να σκοτώσουν κι απάνω στη

στάχτη της πυρκαγιάς και στα θύματα του φονικού, χόρευαν

τραγουδώντας μαγικούς σκοπούς σαν δαιμόνια. Αλήθεια ήρθε καιρός

που πλήρωσαν την απονιά τους από τα χέρια των Ευμορφόπουλων. Όχι

όμως όσο τους έπρεπε. Οι πάπποι του Αριστόδημου εφάνηκαν πολλές

φορές παλληκάρια· μα δεν είχαν φυσικό τους και την εκδίκηση. Οι

Θεομίσητοι λούφαξαν από τότε· δεν ξέχασαν όμως τις κακίες τους.

Μέσα στην ψυχή τους ήταν άσβυστα ζωγραφισμένη η έρμη κι ασβολωμένη

πατρίδα τους· και για να ευχαριστηθούν έπρεπε να κάμουν

απαράλλαχτο μ' εκείνη τον κόσμο.

Ο Χαγάνος χτύπησε τα παλαμάκια δυνατά. Δεν τους αγαπούσε τους

Ευμορφόπουλους· τους μισούσε μάλιστα. Τον λύπησε όμως το θέαμα.

Τέτοιος ήταν από φυσικό του ο Χαγάνος. Τη ζωή του άνθρωπου δεν την

είχε για τίποτα. Χάλαε και χάλαε καθημερνά και ποτέ δε μετάνοιωνε.

Μα η καταστροφή μιας φυτιάς τον έρριχνε σε μελαγχολία. Είναι

αλήθεια πως ο ίδιος έκαψε κι αφάνησε λόγγους και δάση από την ώρα

που τον έστειλε η Μοίρα, κακή πληγή, στους Ευμορφόπουλους. Δεν το

έκανε όμως χωρίς ανάγκη. Το έκανε για να πολεμήση τον άνθρωπο. Τη

ζωή, την αληθινή και άδολη ζωή, την εύρισκε, θαρρείς, μόνο στη

φύση και ποτέ στον άνθρωπο. Κ' εκεί τη σεβότανε. Ποιος ξέρει αν

είχε άδικο ; Λυπότανε τώρα τα στάχυα που θερίζονταν άπλερα, τα

δέντρα που πέθαιναν απάνω στο θυμό τους, τα πωρικά που κόβονταν

πριν ωριμάσουν. Πονούσε καθετί που είχε ζωή και σκοπό και χανότανε

άσκοπα μ' ένα χτύπημα της αξίνας. Κ' ηθέλησε να στείλη γρήγορα

στον Αριστόδημο, μήπως προφτάση και μποδίση την καταστροφή.

Ο δούλος στεκότανε πίσω από τον αφέντη του, έτοιμος να

γκρεμοτσακίση και να γκρεμοτσακιστή στην προσταγή του.

— Φέρε μου πρώτα το κιάλι· είπε ο Χαγάνος χωρίς να τον ιδή.

Είπε — ξείπε ήρθε το κιάλι στο χέρι του. Το άρμοσε στα μάτια,

κύτταξε καλά ζερβόδεξα· το κατέβασε. Θυμός ήταν ζωγραφισμένος στο

πρόσωπό του.

— Τον έφαγαν οι καλαμαράδες! είπε συλλογισμένος.

Είχε ιδεί τον Αριστόδημο, ίδιο τον Αριστόδημο να παραστέκη και να

προστάζη όλη εκείνη την αργατειά. Φορούσε μια πλατύγυρη ψάθα στο

κεφάλι και χρωματιστά ματογυάλια στη μύτη του. Ήταν ακούρευτος κι

αχτένιστος· φορούσε πρόστυχα και μισοτριμμένα ρούχα κ' ένα

πουκάμισο αλατζένιο, μαύρο από τον ίδρωτα και τη σκόνη. Κοντά του

είδε τους σοφούς· τον Αλαμάνο, το Γκενεβέζο και τον Περαχώρα. Τους

γνώρισε αμέσως γιατί πολλές φορές επήγαν να ζητήσουν κι απ' αυτόν

παλιά χερόγραφα και βιβλία. Είχαν κ' οι δικοί του πρόγονοι τέτοια.

Βέβαια δεν ήταν όμοια με τα βιβλία του Ευμορφόπουλου· σοφία δε

μοίραζαν. Μα είχαν τη γλύκα τη μελένια και τον ολόθερμο χυμό και

το βαρύ άρωμα που τους έδωκε ο φοβερός ήλιος κ' η αναμμένη

αμμουδιά της πατρίδας τους. Γιατί εσπάρθηκαν στην έρημο, εκεί

γεννήθηκαν κι ανατράφηκαν εκεί, μέσα στα καραβάνια των

προσκυνητάδων, στους κοφτερούς δρόμους της Μέκκας και της Μεδινάς,

ανάμεσα στης καμήλας τον πίννο και στα βελάσματα των κοπαδιών.

Έπειτα ταξείδεψαν με τους πολεμιστάδες καταδώθε· μα δεν έχασαν

διόλου από τη φωτιά και τη γλύκα τους, όπως οι σπόροι που

μετατοπίζουν τα πουλάκια δε χάνουνε το είδος τους. Οι Χαγάνοι όμως

δε σκέφτηκαν ποτέ να κερδίσουν από κείνα. Τα φύλαξαν για τα

τραπέζια τους, για τους έρωτες τους και για τις λύπες τους. Όταν

ερχόταν κίντυνος, άπλωναν ίσα στο σπαθί τους. Για τούτο ο Χαγάνος

έδειξε στους σοφούς την πόρτα. Τώρα τους έβλεπε να παραστέκουν και

να κεντούν με λόγια και ξεφωνητά την προθυμία του Αριστόδημου. Ο

ίδρωτας έλουζε το στεγνό πρόσωπό του· ο ήλιος έψενε και ξενεύριζε

το αρρωστιάρικο σώμα του. Μα εκείνος εξακολουθούσε να τρέχη εδώ κ'

εκεί, να φωνάζη τους αργάτες, να ψαχουλεύη τα χώματα. Καμιά

συγκίνηση δεν έδειχνε για τη ζωή που ξεψυχούσε γύρω του. Όταν όμως

ηύρεσκε κανένα λιθαράκι, έφεγγε από χαρά. Τόπιανε απαλά και

τρυφερά, το πάστρευε από τα χώματα, τώδειχνε στους σοφούς. Εκείνοι

το καλοκύτταζαν, έδειχναν θαυμασμό, χαρά, έκπληξη. Φαίνονταν πως

του λέγανε πολύ κολακευτικά λόγια. Τούτος φούσκωνε από περηφάνεια

και με παιδιάτικη σαστιμάρα έρριχνε το ηύρεμα στον κόρφο του. Ένα

προς ένα τα είδε ο Χαγάνος.

— Πάρ' το· είπε, γυρίζοντας το κιάλι στο δούλο του.

Ο δούλος πήρε το κιάλι, προσκύνησε και γύρισε να φύγη.

— Στάσου· τον διάταξε με κίνημα του χεριού. Ξέρεις να μου ειπής

τι γίνεται στο χτήμα του Μορφόπουλου;

— Ξέρω· αποκρίθηκε ο δούλος, φέρνοντας το χέρι στο μέτωπό του.

— Λέγε.

— Ανασκαφές, αφέντη· κάνει ανασκαφές. Είνε μια βδομάδα τώρα που

δεν άφηκε φύτρο εκεί μέσα.

— Γιατί;

— Γυρεύει, λέει, τα χτίρια των παππούδων του. Ξώδεψε ό,τι παρά

είχε· πούλησε την περσινή σοδειά· δανείστηκε κι άλλα με τόκο από

τον Κουρδουκέφαλο, το γείτονά μας. Και τα ρίχνει όλα κει μέσα.

Άκουσα μάλιστα προχτές τον Κουρδουκέφαλο πώκλαιγε τα χρήματά του!

«Μωρ' α δεν του πουλήσω σ' ένα μήνα το χτήμα, να τον έχω αντίδικο!

έλεγε.

— Μπρε! έκαμε ο Χαγάνος, με φανερή συγκίνηση.

— Το τι έγινε σήμερα το μεσημέρι εκεί κάτω δε μολογιέται, αφέντη·

εξακολούθησε ο δούλος. Το είδα και με πήρανε τα δάκρυα. — Και

ξέρεις, αφέντη, πως δεν είμαι από κείνους που δακρύζουν εύκολα. Μα

κι' η αφεντιά σου να ήταν εκεί, το ίδιο θάκανε.

— Εγώ; ποτέ! είπε ο Χαγάνος σουφρώνοντας τα φρύδια. Μα τι έγινε;

— Θυμάσαι το μεγάλο δέντρο που ήταν δίπλα στο καλυβάκι του γέρου;

— Τον πλάτανο λες;

— Ναι· τον πλάτανο, που δεν έφταναν να τον αγκαλιάσουν οχτώ

ανθρώποι. Θέλησε να τον ξερριζώση κι εκείνον. Η μάννα του κι ο

αδερφός του τώλεγαν «μη!». Η κυρά Πανώρια τον παρακαλούσε με

δάκρυα στα μάτια. — Τι σου κάνει; τώλεγε· τι σου κάνει; λυπήσου

τον. — Όχι! εκείνος· ποιος ξέρει τι θησαυρούς κρύβει στις ρίζες

του. Όχι τον πλάτανο μα και το σπίτι αν χρειαστή θα το γκρεμίσω κι

εκείνο· έλεγε.

Ο αρχαιολόγος · 第 2 / 11 段